Legislator Case Law & Legislation
304/2007 AI generated

304/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 304/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4794/1999 μη οριστική, 7173/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7185/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10 Οκτωβρίου 2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 14 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βάσιμων των πρώτου, τρίτου και τέταρτου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

304/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ετσι, εφόσον η αξίωση έχει καταστεί επίδικη, η παραγραφή μπορεί να συμπληρωθεί σε επιδικία, αν οι διάδικοι απρακτούν και μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων παρέλθει ο χρόνος της παραγραφής. Ο νόμος αναγνωρίζει λόγους αναστολής της παραγραφής, όπως είναι το δικαιοστάσιο, η ανώτερη βία και ο δόλος του υποχρέου (Α.Κ. 255), κοινό γνώρισμα των οποίων είναι η αντικειμενική αδυναμία του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 304 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 304/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ιδιότυπης Μεταφορικής Εταιρίας Διεθνών Μεταφορών με την επωνυμία "..... -ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ - ... - .....", που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ..... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Γιωτόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ - πρώην ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ζέμπερη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4794/1999 μη οριστική, 7173/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7185/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10 Οκτωβρίου 2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 14 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βάσιμων των πρώτου, τρίτου και τέταρτου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 107 του Εμπ.Ν., κάθε αξίωση κατά του παραγγελιοδόχου μεταφοράς ή του αγωγιάτη από απώλεια ή βλάβη του φορτίου παραγράφεται σε έξι μήνες αν η μεταφορά έγινε εντός του Ελληνικού Κράτους και σε ένα έτος αν η μεταφορά έγινε εκτός του Κράτους ή από άλλη χώρα προς την Ελλάδα, εκτός αν η απώλεια ή η βλάβη οφείλεται σε απάτη ή απιστία του παραγγελιοδόχου, δηλαδή σε δόλια συμπεριφορά του, οπότε η παραγραφή είναι η κοινή παραγραφή των είκοσι ετών του άρθρου 249 του Α.Κ.

Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 261 του Α.Κ. συνάγεται ότι, αν η παραγραφή διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής, η ίδια παραγραφή αρχίζει ευθύς από την αγωγή αυτή, διακόπτεται δε μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου και αμέσως μετά την επιχείρησή της αρχίζει ισόχρονη με την αρχική παραγραφή, η οποία μπορεί να συμπληρωθεί με την παρέλευση του χρόνου που ισχύει γι αυτήν, εφόσον δεν μεσολαβήσει κάποια νέα διαδικαστική πράξη ή άλλος λόγος διακοπής πριν από την τελεσίδικη περάτωση της δίκης.

Ετσι, εφόσον η αξίωση έχει καταστεί επίδικη, η παραγραφή μπορεί να συμπληρωθεί σε επιδικία, αν οι διάδικοι απρακτούν και μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων παρέλθει ο χρόνος της παραγραφής. Ο νόμος αναγνωρίζει λόγους αναστολής της παραγραφής, όπως είναι το δικαιοστάσιο, η ανώτερη βία και ο δόλος του υποχρέου (Α.Κ. 255), κοινό γνώρισμα των οποίων είναι η αντικειμενική αδυναμία του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του.

Από τις περιπτώσεις αυτές μπορεί να συναχθεί γενικότερη αρχή κατά την οποία επέρχεται αναστολή της παραγραφής και στην περίπτωση κατά την οποία μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως και μέχρι τη θεώρηση από τον Εισηγητή και την υπογραφή της από το δικαστή και τον γραμματέα, που αποτελούν υλικές πράξεις, συμπληρώνεται ο χρόνος της παραγραφής, όταν αυτός είναι βραχύτατος, όπως επί παραγραφής των αξιώσεων του προαναφερθέντος άρθρου 107 του Εμπ.Ν., αφού στο διάστημα αυτό ο δανειστής βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία να ενεργήσει οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη και αναγκαστικά αναμένει την τελείωση της μορφής της αποφάσεως, ώστε να είναι σε θέση να λάβει αντίγραφό της και ενεργήσει την επόμενη διαδικαστική πράξη, η οποία και μόνο μπορεί να επιφέρει διακοπή της παραγραφής.

Ετσι, βάσει και της συνταγματικής αρχής της ισότητας, επιβάλλεται η πιο πάνω αρρύθμιστη στο νόμο περίπτωση να αντιμετωπισθεί με τον ίδιο τρόπο, λόγω της ερμηνευτικά συναγόμενης ομοιότητας προς τις ρυθμιζόμενες στο νόμο (αναλογία δικαίου, Α.Π. 852/2001).Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δέχθηκε ότι η επί της υποθέσεως εκδοθείσα 4794/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έταξε αποδείξεις, δημοσιεύθηκε στις 21-6-1999.

Ότι, αφού καθαρογράφηκε η απόφαση αυτή με την επιμέλεια της ενάγουσας, παραδόθηκε στον Εισηγητή δικαστή για θεώρηση στις 27-8-1999.Ότι, την 30-9-1999 η απόφαση επιστράφηκε αθεώρητη και ανυπόγραφη, δόθηκε δε και πάλι προς θεώρηση στις 21-6-2000.Ότι, τελικά, η απόφαση επιστράφηκε θεωρημένη και υπογεγραμμένη στη γραμματεία στις 23-8-2000, οπότε, αφού υπογράφηκε από τον αρμόδιο γραμματέα, τέθηκε στο αρχείο στις 20-9-2000, ήτοι τρείς μήνες μετά τη συμπλήρωση έτους από τη δημοσίευσή της.

Σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η παραγραφή της επίδικης αξιώσεως ανεστάλη στην προκείμενη περίπτωση από τις 21-6-1999 (ημερομηνία δημοσιεύσεως της άνω αποφάσεως) μέχρι την 20-9-2000 (ημερομηνία θεώρησης και υπογραφής της ίδιας αποφάσεως), αφού σε όλο το χρονικό αυτό διάστημα η ενάγουσα το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να μεριμνήσει για την καθαρογραφή της αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 304 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ. (προστεθείσα με το άρθρο 6 παρ.10 του Ν. 2479/1997), όπως έπραξε, αφού, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η απόφαση καθαρογράφηκε με επιμέλεια αυτής (ενάγουσας), έκτοτε, όμως, η τελευταία ανέμενε τη θεώρηση της αποφάσεως από τον Εισηγητή δικαστή και την υπογραφή της από τον Πρόεδρο και τον Γραμματέα, ευρισκόμενη σε αντικειμενική αδυναμία να ενεργήσει οτιδήποτε για την επίσπευση της θεώρησης και υπογραφής της αποφάσεως (πράξεις που εξαρτώνταν αποκλειστικά από τον Εισηγητή, τον Πρόεδρο και τον Γραμματέα) και ως εκ τούτου ευρισκόμενη (η ενάγουσα), λόγω μη θεωρήσεως και υπογραφής της αποφάσεως, σε αντικειμενική αδυναμία να ενεργήσει οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη, η οποία μπορούσε να επιφέρει διακοπή της άνω παραγραφής.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε την περί αναστολής της παραγραφής της αξιώσεώς της αντένσταση της ενάγουσας και απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση των εναγομένων για παραγραφή σε επιδικία της ένδικης αξιώσεως της ενάγουσας, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 255 του Α.Κ.

και οι σχετικοί εκ του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος, τρίτος, όπως εκτιμάται και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλουν οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο, με τα ανωτέρω που δέχθηκε και απέρριψε την προβληθείσα από αυτούς ένσταση παραγραφής της αξιώσεως της ενάγουσας, παραβίασε ευθέως άλλως εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες την άνω διάταξη του άρθρου 255 Α.Κ., είναι αβάσιμοι.

Διδάγματα της κοινής πείρας είναι γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις του μέσης μορφώσεως ανθρώπου (Α.Π. 1609/1987).Επομένως, δεν είναι δίδαγμα της κοινής πείρας ότι κάθε διάδικος δικαιούται να λάβει απλό φωτοτυπικό αντίγραφο του σχεδίου της δημοσιευθείσης αποφάσεως και να μεριμνήσει για την καθαρογραφή της, ο δε εισηγητής δικαστής οφείλει να θεωρήσει το ταχύτερο δυνατό το πρωτότυπο, το οποίο ακολούθως υπογράφεται, διότι τα ανωτέρω αποτελούν κείμενο του άρθρου 304 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ. Κατ ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, παραλείποντας να χρησιμοποιήσει το άνω δίδαγμα της κοινής πείρας για την ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 255 Α.Κ. και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ αυτή, παραβίασε αυτό και υπέπεσε έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1β του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 95 έως 107 του Εμπ.Ν. συνάγεται ότι, σε κάθε μεταφορά υπάρχουν τρία πρόσωπα, ήτοι ο αποστολέας ή φορτωτής, ο αγωγιάτης ή μεταφορέας ο οποίος διαθέτει τα μεταφορικά μέσα και εκτελεί το έργο της μεταφοράς και ο παραλήπτης. Πολλές φορές, όμως, στη μεταφορά παρεμβάλλεται και τέταρτο πρόσωπο, ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, ο οποίος αναλαμβάνει να εξεύρει τον μεταφορέα, με τον οποίο συνάπτει αυτός προσωπικά τη σύμβαση μεταφοράς, ως εργολάβος μετακομιδής, που ενεργεί επιχείρηση μετακομίσεως, διαφέρει, όμως, του μεταφορέα μόνο κατά το ότι ο τελευταίος εκτελεί ο ίδιος τη μεταφορά.

Μπορεί βεβαίως ο παραγγελιοδόχος να αναθέσει την εκτέλεση της μεταφοράς σε μεταφορέα ή να την ενεργήσει με δικά του μεταφορικά μέσα. Εκείνο που χαρακτηρίζει τη σχέση του παραγγελιοδόχου μεταφοράς με τον παραγγελέα δεν είναι το αν θα εκτελέσει τη μεταφορά με δικά του ή ξένα μεταφορικά μέσα, αλλά η ενέργεια της μεταφοράς στο όνομά του, η οποία έτσι εμφανίζεται προς τα έξω και ειδικότερα προς τον παραγγελέα ως υπόθεση του παραγγελιοδόχου, ο οποίος θα ενεργήσει στο δικό του όνομα ότι απαιτείται για την εκτέλεση της μεταφοράς.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα. Ότι στις 10-4-1997 η εταιρία "Α.Β.ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε." κατάρτισε σύμβαση μεταφοράς με την πρώτη εναγομένη, που διατηρεί επιχείρηση μεταφορών στα .... , προκειμένου, αντί κομίστρου 1.000.000 δραχμών να μεταφέρει οδικώς από το Βέλγιο στην Αθήνα 20.965, 2 κιλά νωπά κρέατα που είχε αγοράσει από τρεις εταιρίες σε βελγικές πόλεις, αντί συνολικού τιμήματος 3.355.380, 3 βελγικών φράγκων ή 29.512.349 δραχμών.

Ότι, η πρώτη εναγομένη, η οποία είναι ιδιότυπη μεταφορική εταιρία, ανέλαβε να ενεργήσει στο δικό της όνομα κάθε τι που απαιτείτο για την εκτέλεση της μεταφοράς, ήτοι να ανεύρει το κατάλληλο φορτηγό αυτοκίνητο, ειδικά εξοπλισμένο με ψυγείο, να προσλάβει τον οδηγό του, να καθορίσει το δρομολόγιο που θα ακολουθούσε, δίνοντάς του τις σχετικές οδηγίες, κ.λ.π., διαχειριζόμενη τη μεταφορά ως δική της αποκλειστικά υπόθεση, στην οποία καμία ανάμειξη δεν θα είχε άλλος ούτε η παραγγελέας αγοράστρια ως άνω εταιρία.

Ότι, με τον τρόπο αυτό, ενεργώντας ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ανέθεσε την ίδια ημέρα (10-4-1997) το καθεαυτό έργο της μεταφοράς στον δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος ασχολούνταν κατ επάγγελμα με τη διενέργεια μεταφορών με το ενταγμένο σ εκείνη ...- .... Δ.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο καθώς και με έτερα ενταγμένα στην ίδια οχήματα.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, τους ουσιαστικού δικαίου κανόνες των άρθρων 1 παρ.1β και 2 παρ.1 του Ν. 383/1976 και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ. αντίθετος πέμπτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθ.11γ του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (Α.Π. 1137/2001, Α.Π. 416/1999).Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη βεβαίωση, αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την με επίκληση προσκομισθείσα από τους ήδη αναιρεσείοντες με αριθμό .... ΙΝΕ .... φορτωτική της πρώτης εξ αυτών, ως και το με επίκληση προσαχθέν από τους ίδιους 5579/1997 Φ.Ε.Κ. και ο εκ του άρθρου 559 αρ.11γ του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος έκτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό (Ολομ.Α.Π. 1/1999).Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, συνεκτίμησε, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα της υποθέσεως(καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων και με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα), την ...

ΙΝΕ .... φορτωτική, ως και το 5579/1977 ΦΕΚ, που περιέχει την τροποποίηση του καταστατικού της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρίας.Εφόσον το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα άνω εγγραφα, αλλά τα συνεκτίμησε, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να τα εξαίρει αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, ο έβδομος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των άνω εγγράφων και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 17 παρ.1 και 2 της διεθνούς συμβάσεως της Γενεύης για τη διεθνή μεταφορά εμπορευμάτων οδικώς (CMR), κυρωθείσης με το νόμο 559/1977, σε περίπτωση διεθνούς μεταφοράς, ο μεταφορέας ευθύνεται για την ολική ή μερική απώλεια των εμπορευμάτων και για τη βλάβη τούτων, που λαμβάνει χώρα μεταξύ του χρόνου κατά τον οποίο παραλαμβάνει τα εμπορεύματα και του χρόνου της παραδόσεως, καθώς επίσης και για οποιαδήποτε καθυστέρηση παραδόσεως, απαλλάσσεται όμως από την ευθύνη, εκτός άλλων και όταν η απώλεια ή βλάβη ή καθυστέρηση προκλήθηκε λόγω συνθηκών τις οποίες ο μεταφορέας δεν μπορούσε να αποφύγει και τις συνέπειες των οποίων δεν μπορούσε να προλάβει.

Το βάρος απόδειξης ότι η απώλεια, βλάβη ή καθυστέρηση οφειλόταν σε ένα από τα αίτια που αναφέρονται στο άρθρο 17 παρ.2 εναπόκειται στο μεταφορέα (άρθρο 18 παρ.1 της συμβάσεως). Από τις διατάξεις αυτές, που ρυθμίζουν το θέμα κατά τρόπο αποκλειστικό, προκύπτει ότι η ευθύνη του μεταφορέα είναι νόθος αντικειμενική και συνεπώς προϋποθέτει πταίσμα, αυτός δε απαλλάσσεται αν επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η απώλεια, βλάβη ή καθυστέρηση παραδόσεως των εμπορευμάτων έγινε υπό συνθήκες τις οποίες δεν θα μπορούσε να αποφύγει και τις συνέπειες των οποίων δεν θα μπορούσε να προλάβει και αν ακόμη επιδείκνυε τον κατά τις περιστάσεις υψηλότερο βαθμό επιμέλειας.

Ετσι, σε περίπτωση απώλειας των εμπορευμάτων λόγω κλοπής, μπορεί κατ αρχήν ο μεταφορέας να απαλλαγεί από κάθε ευθύνη μόνο αν αποδείξει ότι η κλοπή έγινε με τη χρήση βίας ή με τη χρήση άγνωστων τρόπων ή μέσων ή γενικά υπό συνθήκες ασυνήθιστες που ο μεταφορέας ή εκείνος που είχε προστηθεί από αυτόν δεν θα μπορούσε να αποφύγει.

Τέλος, αν στη μεταφορά παρεμβλήθηκε και παραγγελιοδόχος μεταφοράς, με την έννοια που προαναφέρθηκε, ευθύνεται και αυτός ως εγγυητής για την εκτέλεση της μεταφοράς εκ μέρους του μεταφορέα, εις ολόκληρον με αυτόν, για κάθε καθυστέρηση, φθορά ή απώλεια των μεταφερομένων εμπορευμάτων, ανεξαρτήτως πταίσματός του, εκτός να έχει συμφωνηθεί το αντίθετο ή αν υπήρξε "ακαταμάχητος δύναμις", σύμφωνα με το άρθρο 97 του Εμπ.Ν.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες), όπως από την επισκόπηση των προτάσεών τους προκύπτει, προέβαλαν πρωτοδίκως και επανέφεραν νόμιμα στο Εφετείο την εκ του άρθρου 17 παρ.2 της άνω διεθνούς συμβάσεως ένσταση, ισχυριζόμενοι ότι η κλοπή του φορτίου που συνέβη στο χρονικό διάστημα από ώρα 20.00 της 13-4-1997 μέχρι την 1 π.μ.

ώρα της 14-4-1997 οφειλόταν σε εξαιρετικές συνθήκες που δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν και αποφευχθούν. Ειδικότερα, ισχυρίσθηκαν ότι ο οδηγός .... , φθάνοντας στην Αθήνα και επιχειρώντας να κατέβει από το αυτοκίνητο, κτύπησε με σφοδρότητα το κεφάλι του στην πόρτα του φορτηγού, την οποία έκλεισε ο πολύ δυνατός άνεμος που έπνεε την ώρα εκείνη, με αποτέλεσμα να ζαλισθεί και να μην είναι σε θέση να συνεχίσει να οδηγεί το όχημα.

Ότι στάθμευσε τούτο στο καταλληλότερο σημείο της περιοχής, ήτοι κάτω από τη γέφυρα των Αγίων Αναργύρων, οπου ο δρόμος ήταν φωτισμένος και πολυσύχναστος, το κλείδωσε, άφησε τα φώτα συναγερμού "alarm" ανοικτά και μετέβη να μεριμνήσει να του παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες. Ότι, όταν μετά από μερικές ώρες επέστρεψε, το αυτοκίνητο είχε κλαπεί, προφανώς από εξειδικευμένους κακοποιούς που διέθεταν τα αναγκαία προς τούτο τεχνική μέσα.

Το Εφετείο έκρινε σχετικά ότι τα περιστατικά αυτά και να υποτεθεί ότι είναι αληθινά, δεν είναι ικανά να στοιχειοθετήσουν την εκ του άρθρου 17 παρ.2 της διεθνούς συμβάσεως ένσταση, αφού οι συνθήκες υπό τις οποίες φέρεται ότι διαπράχθηκε η κλοπή δεν μπορούν να θεωρηθούν εξαιρετικές και απρόοπτες, ο δε προστηθείς οδηγός των εναγομένων θα μπορούσε να τις αποφύγει αν επιδείκνυε το μέσο βαθμό επιμέλειας και σύνεσης και συγκεκριμένα αν δεν εγκατέλειπε το φορτηγό-ψυγείο έμφορτο με εμπορεύματα που γνώριζε την αξία τους, σε σημείο πολυσύχναστο αλλά μη φυλασσόμενο επί πολλές ώρες κατά τη διάρκεια της νύκτας και χωρίς καμία επιτήρηση, ενώ παράλληλα δεν συνοδευόταν από δεύτερο πρόσωπο στο οποίο θα μπορούσε να αναθέσει τη φύλαξη του φορτίου κατά το διάστημα της απουσίας του.Ότι δεν προσδιορίζονται κάποιες άγνωστες μέθοδοι ούτε εξαιρετικά τεχνικά μέσα που τυχόν χρησιμοποίησαν οι δράστες για να κλέψουν το αυτοκίνητο και να ιδιοποιηθούν το εμπόρευμα, ανεξάρτητα από το ότι δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη προσπάθεια για να κατορθώσουν να εκμεταλλευθούν τις παραπάνω συνθήκες και να αφαιρέσουν το φορτίο του εγκαταλελειμμένου φορτηγού, συνακόλουθα δε απέρριψε την άνω ένσταση ως μη νόμιμη.Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικου δικαίου διάταξη του άρθρου 17 παρ.2 της άνω διεθνούς συμβάσεως και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ.

αντίθετος όγδοος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος.

Ο από το άρθρο 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως προυποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή ως αόριστη (Ολομ.Α.Π. 44/1990).Στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον το Εφετείο, κατά τα προαναφερθέντα, απέρριψε την άνω ένσταση ως μη νόμιμη, δεν ιδρύεται ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως και ο όγδοος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την ένσταση αυτή, στερείται νομίμου βάσεως επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άνω άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος.

Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, απέρριψε ως απαράδεκτη την προβληθείσα από τους εναγομένους-αναιρεσείοντες ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του με την αγωγή ασκηθέντος δικαιώματος διότι προβλήθηκε απαράδεκτα με την προσθήκη, μετά το πέρας της συζητήσεως. Ετσι που έκρινε το Εφετείο, που απέρριψε την άνω ένσταση, η οποία δεν αφορά τη δημόσια τάξη κατ άρθρ.562 παρ.2γ του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 649/1994), δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ.14 Κ.ΠοΛ.Δ. πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου της άνω ενστάσεως και ο αντίθετος ένατος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-10-2005 αίτηση της Εταιρίας με την επωνυμία ".... -ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΩΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ- .... -..... " και του .... για αναίρεση της 7185/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ