Legislator Case Law & Legislation
303/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on oral contract classification, ruling no void intent existed.

Case Number 303/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a construction contract dispute. The appellant argued the lower court erred by classifying an oral agreement as a cumulative debt assumption without first addressing potential gaps in the parties' intent. The court held that the First Instance Court correctly characterized the contract based on its content and found no evidence of a void intent requiring statutory interpretation under Articles 173 and 200 of the Civil Code. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; The court must independently characterize contracts based on their content, and an appeal regarding the classification of a contract is inadmissible if the lower court did not find a void intent in the parties' declarations.

Keywords

AI generated
oral contract classification cumulative debt assumption void intent declaration statutory interpretation gap appellate review standard contract characterization good faith principles

Cited Legislation

AI generated
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 493 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 648/2019
Supreme Court Case 416/2018
Supreme Court Case 849/2017
Supreme Court Case 447/2016
Supreme Court Case 20/2019
Supreme Court Case 928/2019
Supreme Court Case 845/2019
Supreme Court Case 2049/2017
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 303 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 303/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Π. Ε. Α. Τ. Ξ. Τ. Ε. «Ε. και τον διακριτικό τίτλο «P. H. A..E... που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Λιόνα. Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Τ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαντωνάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 902/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 222/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-6-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 222/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 6-10-2014 αγωγή του, εξέθεσε ότι η 1η εναγομένη, εταιρία εκμετάλλευσης κέντρων αισθητικής και παροχής σχετικών υπηρεσιών, του ανέθεσε με την ιδιότητά του ως πολιτικού μηχανικού, με τα από 25-5-2013 τρία ιδιωτικά συμφωνητικά, την κατασκευή τριών κέντρων SPA , σε ειδικό χώρο εκάστου των ξενοδοχειακών μονάδων της 3ης , 4ης και 5ης των εναγομένων, εκμισθωμένων στην 2η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία εκμετάλλευσης και διαχείρισης ξενοδοχείων και υπεκμισθωμένων από την τελευταία των ειδικών χώρων αυτών στην 1η εναγομένη.

Ότι η 1η εναγομένη του ανάθεσε τη διενέργεια των απαιτούμενων δομικών, υδραυλικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων καθώς και την εγκατάσταση του σχετικού εξοπλισμού, έναντι του συνολικού ποσού των 100.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ. Ότι πέραν των ανωτέρω εργασιών, η 1η εναγομένη του ανέθεσε προφορικά την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών συνολικής αξίας 11.850 ευρώ πλέον ΦΠΑ.

Ότι ο ίδιος ολοκλήρωσε και παρέδωσε εμπρόθεσμα τις εργασίες που του ανατέθηκαν τον Ιούλιο 2013 και για μέρος των εργασιών του προέβη στην έκδοση τεσσάρων τιμολογίων, συνολικού ποσού 69.925,50 ευρώ . Ότι έναντι αυτού του ποσού η 1η εναγομένη του κατέβαλε μόνο το ποσό των 12.250 ευρώ και εξακολουθεί να του οφείλει το υπόλοιπο ποσό των 57.720 ευρώ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή.

Ότι το παραπάνω έργο το ανέλαβε μετά από παρότρυνση του νομίμου εκπροσώπου της 2ης εναγομένης, με την οποία είχε συνεργαστεί στο παρελθόν και μετά από την ανάληψη εκ μέρους της προφορικά της υποχρέωσης να εκπληρώσει ολόκληρη την οφειλή της 1ης εναγομένης, χωρίς να απαλλάσσεται η 1η εναγομένη από το χρέος αυτό.

Ότι οι εργασίες που εκτέλεσε στις ξενοδοχειακές μονάδες των 3ης, 4ης και 5ης των εναγομένων, έγιναν εν γνώσει τους και θα παραμείνουν επ' ωφελεία αυτών μετά τη λύση ή λήξη των προαναφερόμενων μισθώσεων, οι οποίες θα μπορούν στο μέλλον να τα εκμεταλλευτούν επικερδώς, καθιστώντας με αυτό τον τρόπο τις εναγόμενες πλουσιότερες σε βάρος του άνευ νομίμου αιτίας.

Ότι με την από 31-7-2014 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση- διαμαρτυρία κάλεσε τις εναγόμενες να του καταβάλουν το ποσό που αναλογεί στην οφειλή καθεμιάς , αλλά αυτές ουδέν κατέβαλαν. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν η 1η και η 2η το ποσό των 57.720 ευρώ και οι λοιπές τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από 11-8-2014, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 902/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., κατά την τακτική διαδικασία, με παρόντες τον ενάγοντα, την 1η και 5η των εναγομένων και ερήμην των λοιπών, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς την πρώτη εναγομένη, ενώ απορρίφθηκε ως αόριστη ως προς την δεύτερη εναγομένη και ως μη νόμιμη ως προς τις λοιπές εναγόμενες.

Κατά της ανωτέρω απόφασης ο ενάγων άσκησε την από 11-5-2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 222/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 902/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, δέχθηκε αυτή ως προς την 1η και 2η εναγομένη (αναιρεσείουσα) ως κατ' ουσίαν βάσιμη και απέρριψε αυτή ως προς τις λοιπές εναγόμενες.

Την απόφαση αυτή προσβάλλει η 2η εναγομένη - αναιρεσείουσα, κατά το μέρος που την αφορά, με την κρινόμενη από 30-6-2020 αίτηση αναίρεσης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από τη διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ προκύπτει ότι σωρευτική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ του δανειστή και ενός τρίτου, με την οποία ο τρίτος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκπληρώσει ξένο χρέος, χωρίς όμως να απαλλάσσεται ο αρχικός οφειλέτης. Έτσι, παράγεται μία πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε να εκπληρώσει το ξένο χρέος παράλληλη με την ενοχή του αρχικού οφειλέτη.

Η σύμβαση αυτή, που μπορεί να καταρτισθεί ακόμη και σιωπηρά, είναι ετεροβαρής και δεν έχει χαρακτήρα αναγνώρισης χρέους από τον αναδεχόμενο, αλλά ανάληψής του, εφόσον αυτό πραγματικά υπάρχει, μπορεί δε να αφορά και μελλοντικό χρέος, ως τέτοιου νοουμένου, τόσο εκείνου του χρέους, που ο νομικός λόγος παραγωγής του υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης αναδοχής, αλλά δεν έχει γεννηθεί ακόμη (περιορισμένη μελλοντική απαίτηση), όσο και εκείνου του οποίου, ούτε ο λόγος παραγωγής, ούτε η απαίτηση υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι, και στις δύο περιπτώσεις το μελλοντικό χρέος είναι οριστό, μπορεί δηλαδή να προσδιορισθεί, κατά το χρόνο που γεννάται η σχετική αξίωση έναντι του οφειλέτη.

Η ευθύνη του αναδοχέα έχει το ίδιο περιεχόμενο και την ίδια φύση με την ευθύνη του παλαιού οφειλέτη. Έτσι, μεταξύ των δύο αυτών προσώπων δημιουργείται, έναντι του δανειστή, παθητική εις ολόκληρον ενοχή (ΑΚ481), δικαιουμένου του δανειστή να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής μία μόνο φορά, κατ' επιλογή του, είτε από τον τρίτο που αναδέχθηκε το χρέος του οφειλέτη, με βάση τη σύμβαση αναδοχής, είτε από τον οφειλέτη με βάση την μεταξύ δανειστή και οφειλέτη έννομη σχέση (ΑΠ 306/2009, ΑΠ 230/2014, ΑΠ 127/2018).

Η σύμβαση δε αυτή της σωρευτικής αναδοχής χρέους, στην οποία ο σωρευτικώς αναδεχόμενος το αλλότριο χρέος ενεργεί και ευθύνεται αυτοτελώς, σαν να ήταν δικό του το χρέος και όχι παρεπομένως, διαφέρει από την προβλεπόμενη στο άρθρο 847 ΑΚ σύμβαση εγγύησης, δυνάμει της οποίας ο εγγυητής αναλαμβάνει εγγράφως (ΑΚ 849) απέναντι στο δανειστή την ευθύνη, ότι θα καταβληθεί η οφειλή (ΑΠ 770/2021).

Ειδικότερα, η σύμβαση εγγύησης αποτελεί παρεπόμενη σύμβαση, με την οποία ο εγγυητής υπόσχεται την εκπλήρωση αλλότριου χρέους, αν τούτο δεν πράξει ο πρωτοφειλέτης, και για την κατάρτισή της απαιτείται, ως συστατικός τύπος, η έγγραφη δήλωση του εγγυητή, ενώ ο σωρευτικά αναδεχόμενος το αλλότριο χρέος (ΑΚ 477), ενεργώντας και ευθυνόμενος αυτοτελώς, σαν να ήταν δικό του το χρέος και όχι παρεπομένως, ενέχεται εις ολόκληρον προς το δανειστή, μαζί με τον οφειλέτη, προς εκπλήρωση της παροχής του τελευταίου και διαπλάσσεται, έτσι, αυτομάτως παθητική εις ολόκληρον ενοχή και των δύο απέναντι στο δανειστή (ΑΠ 640/2016).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ10/2011,7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 24/2023 , ΑΠ 162/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''....Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη εταιρεία «P. H. «Α. (αναιρεσείουσα), νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον νόμιμο εκπρόσωπο της Α.

Σ., είχε πριν τη σύναψη των επίδικων συμβάσεων έργου συνεργαστεί με τον ενάγοντα, αναθέτοντας του συμβάσεις ανάλογων έργων και γνώριζε την αποτελεσματικότητα και την ποιότητα της εργασίας του. Έτσι όταν υπεκμίσθωσε στην 1η εναγόμενη εταιρεία τα ειδικά κέντρα περιποίησης (spa) εντός των προαναφερόμενων ξενοδοχειακών μονάδων, συνέστησε στο νόμιμο εκπρόσωπο της 1ης εναγόμενης, ο οποίος ήταν υπήκοος Αιγύπτου, να αναθέσουν τις εργασίες κατασκευής των κέντρων στον ενάγοντα και στη συνέχεια τους έφερε σε επαφή.

Επειδή όμως ο ενάγων δε γνώριζε την 1η εναγόμενη εταιρεία, καθώς ήταν νεοσύστατη και εκπροσωπείτο από αλλοδαπούς, δεν ήθελε να προχωρήσει στη σύναψη των συμβάσεων έργου χωρίς κάποια εξασφάλιση (εγγύηση, προκαταβολή κλπ). Για το λόγο αυτό σε συνάντηση που έλαβε χώρα κατά τα τέλη Μαΐου 2013 στα γραφεία της 2ης εναγόμενης «P. H.

«Α., μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της 1ης, του νομίμου εκπροσώπου της 2ης των εναγομένων και του ενάγοντα και προκειμένου να πειστεί ο ενάγων να συνάψει τις προαναφερόμενες συμβάσεις έργου με την 1η, η 2η εναγόμενη, δια του νομίμου εκπροσώπου της, συνήψε προφορική σύμβαση με τον ενάγοντα σύμφωνα με την οποία η 2η εναγόμενη αναλάμβανε την ευθύνη για την εξόφληση των εργασιών που θα του ανέθετε η 1η και θα εκτελούσε παράλληλα και ανεξάρτητα από την ευθύνη εκπλήρωσης του συμφωνηθέντος τιμήματος από την 1η.

Άλλωστε η 2η εναγόμενη είχε άμεσο συμφέρον για την άμεση και σωστή λειτουργία των χώρων αυτών, αφού βρισκόταν μέσα στις ξενοδοχειακές μονάδες τις οποίες είχε η ίδια μισθώσει. Μετά δε από την προφορική αυτή σύμβαση ο ενάγων προέβη στη σύναψη των τριών συμβάσεων έργου με χρονολογία 25.5.2013... Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι κατά το χρόνο σύναψης της παραπάνω σύμβασης η 2η εναγόμενη εκπροσωπείτο νόμιμα από τον Αντιπρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής Α.

Σ., στον οποίο είχαν μεταβιβαστεί όλες οι αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου, σύμφωνα με το αριθ. 13410/22.12.2012ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ-ΕΠΕ και Γ.Ε.Μ) και συνεπώς τα αντιθέτως ισχυριζόμενα από τη δεύτερη εναγόμενη πρέπει ν' απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι πρόκειται για έγκυρη σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους από την οποία παράγεται πρόσθετη ενοχή της δεύτερης εναγόμενης έναντι του ενάγοντα για την καταβολή του ανωτέρω συμφωνηθέντος τιμήματος από τις παραπάνω συμβάσεις έργου.

Επομένως, εφόσον συνεπεία της επίδικης έγκυρης σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους δημιουργείται μεταξύ της δεύτερης και της πρώτης των εναγομένων παθητική εις ολόκληρο ενοχή έναντι του ενάγοντα για το υφιστάμενο, όπως αποδείχθηκε χρέος της εργοδότριας εταιρείας (1ης εναγόμενης), ο ενάγων δικαιούται να αξιώσει το υπόλοιπο του τιμήματος εκ 37.575,50€ και από αυτήν 2η εναγόμενη ως συνοφειλέτρια εταιρεία.

Για το λόγο αυτό άλλωστε και αφού οι εναγόμενες δεν του κατέβαλαν την οφειλόμενη αμοιβή του ο ενάγων απέστειλε προς αυτές τη με χρονολογία 31.7.2014 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση και διαμαρτυρία, η οποία κοινοποιήθηκε στην πρώτη στις 19.8.2014 και.στη δεύτερη στις 6.8.2014 (βλ. τις με αριθμ. 10879/19.8.2014 και 8587Β/6.11.2014 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο ...

Κ. Κ. και Α. Μ.), με την οποία τις κάλεσε να του καταβάλουν το οφειλόμενο ποσό, πλην όμως οι τελευταίες δεν ανταποκρίθηκαν και επομένως οφείλονται τόκοι για το παραπάνω ποσό από την επόμενη της όχλησης της καθεμιάς....''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως αόριστη την αγωγή του ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή ως προς την αναιρεσείουσα ως κατ' ουσίαν βάσιμη.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 847 επ. ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αφού δεν ήσαν εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη υπόθεση, ούτε και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 471 και 477 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της συμβάσεως σωρευτικής αναδοχής χρέους και όχι της συμβάσεως εγγυήσεως, που έχει, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, παρεπόμενο χαρακτήρα, δεδομένου ότι, ειδικότερα, με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα, έχοντας άμεσο συμφέρον, ως μισθώτρια των ξενοδοχείων εντός των οποίων θα κατασκευάζονταν τα επίδικα έργα (κέντρα περιποίησης spa), να κατασκευασθούν αυτά αμέσως και προσηκόντως, και επιθυμώντας να αναλάβει την εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών ο αναιρεσίβλητος, τον οποίο ο νόμιμος εκπρόσωπός της γνώριζε προσωπικά, συνήψε με αυτόν προφορική συμφωνία, δυνάμει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση να εκπληρώσει η ίδια το χρέος της πρώτης εναγομένης προς τον αναιρεσίβλητο, από την καταρτισθησόμενη μεταξύ τους σύμβαση έργου, σαν να ήταν αυτό δικό της και όχι παρεπομένως προς παροχή ασφάλειας, χωρίς απαλλαγή της πρώτης εναγομένης από τη δική της υποχρέωση αναφορικά με το χρέος αυτό, τα περιστατικά δε αυτά ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 477 ΑΚ και δικαιολογούν τη μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 847 επ.

του ΑΚ. Επομένως, το Εφετείο, προέβη σε ορθό νομικό χαρακτηρισμό της ένδικης προφορικής σύμβασης, υπαγάγοντας σωστά τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, και ιδιαίτερα το περιεχόμενο της σύμβασης, στην έννοια της πιο πάνω διάταξης και, συνεπώς, ο δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' εκτίμηση λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν, ως προς το ουσιώδες ζήτημα περί του χαρακτήρα της επίμαχης προφορικής συμφωνίας ως σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους και όχι ως σύμβασης εγγυήσεως, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, δεδομένου ότι, κατά τη νοηματική εκτίμηση των σχετικών παραδοχών του, σαφώς δέχεται ότι η αναιρεσείουσα ανέλαβε κύρια, ανεξάρτητη και παράλληλη με την αρχική οφειλέτρια- 1η εναγομένη ευθύνη εκπλήρωσης του προκύψαντος από τις επίδικες συμβάσεις έργου χρέους της τελευταίας προς τον αναιρεσίβλητο, στοιχεία που προσιδιάζουν σε σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους και όχι σε σύμβαση εγγυήσεως που έχει, όπως προαναφέρθηκε, παρεπόμενο χαρακτήρα.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, οι οποίες αφορούν επιχειρήματα του δικαστηρίου, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης. Επομένως, ο τέταρτος (αναγραφόμενος ως πέμπτος) λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Ολ.Α.Π. 8/2005).

Κατά δε το άρθρο 560 παρ.1 εδάφ. β` ΚΠολΔ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης μόνο αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος, πρέπει να αναφέρονται σ` αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων (Ολ.Α.Π.9-13/2005, ΑΠ 24/2019, ΑΠ 336/2019 ).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση της παραπάνω διάταξης του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο με την παραδοχή ότι ``η αναιρεσείουσα, με την ιδιότητα της υπεκμισθώτριας σε τρίτο νομικό πρόσωπο (υπομισθώτρια) χώρων που βρίσκονταν μέσα στις ξενοδοχειακές μονάδες που η ίδια είχε μισθώσει, συνήψε προφορική σύμβαση με τον αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με την οποία η αναιρεσείουσα αναλάμβανε την ευθύνη για την εξόφληση των εργασιών που θα εκτελούσε ο αναιρεσίβλητος στους παραπάνω χώρους, παράλληλα και ανεξάρτητα από την ευθύνη εκπλήρωσης του συμφωνηθέντος τιμήματος από την υπομισθώτρια, καθόσον είχε άμεσο συμφέρον για την άμεση και σωστή λειτουργία των χώρων αυτών``, καίτοι αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα φερέγγυα εταιρία που εμπιστεύεται ο αναιρεσίβλητος, αν και ενώπιον της καταρτίστηκε η σύμβαση μεταξύ του τελευταίου και της υπομισθώτριας, εν τούτοις δεν συνυπογράφει τούτη, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους κανόνες των διατάξεων των άρθρων 471, 477 ΑΚ περί σωρευτικής αναδοχής χρέους, κρίνοντας, ειδικότερα, ότι πρέπει να εφαρμοστούν οι διατάξεις αυτές και απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της ότι εν προκειμένω υφίσταται σύμβαση εγγυήσεως, η οποία όμως είναι άκυρη καθόσον δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος (άρθρα 847, 849 ΑΚ).

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση μη κατονομαζόμενων διδαγμάτων κοινής πείρας αιτιάται την απόφαση ως προς τις παραδοχές της, που κατά τη γνώμη της αναιρεσείουσας δεν προκύπτουν από το αποδεικτικό υλικό, από το οποίο κατά την άποψή της προκύπτει αντίθετο πόρισμα που δεν πληροί το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 471, 477 ΑΚ.

Ήτοι με το λόγο αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ενόψει τούτων, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.

Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Ειδικότερα, παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στις ως άνω διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 426/2010, ΑΠ 355/2007), κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 849/2017).

Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 416/2018).

Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 849/2017, ΑΠ 447/2016). Περαιτέρω, ο ορθός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, που μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση, με βάση το περιεχόμενό της που έγινε ανέλεγκτα δεκτό, και υπάγει αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης, χωρίς να ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 20, ΑΠ 928/2019, ΑΠ 845/2019, ΑΠ 2049/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε, αμέσως ή εμμέσως, κενό ή αμφιβολία στην περιεχόμενη στην επίμαχη προφορική σύμβαση δικαιοπρακτική βούληση των διαδίκων, ζήτημα που ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ούτε και προσέφυγε στη χρήση των κανόνων αυτών, αλλά αντίθετα εκτιμώντας το περιεχόμενο της ένδικης προφορικής σύμβασης, δέχθηκε ανελέγκτως ότι η τελευταία είναι σύμβαση σωρευτικής αναδοχής αλλότριου χρέους.

Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, αν και διαπίστωσε την ύπαρξη κενού στην επίδικη σύμβαση, ως προς την δικαιοπρακτική βούληση των μερών, παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., ενώ αν θεωρηθεί ότι εφάρμοσε τούτους σιωπηρά, αξιολόγησε τα αποδειχθέντα κατά τις ανέλεγκτες πραγματικές κρίσεις περιστατικά, με τρόπο αντίθετο προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, είναι αβάσιμοι.

Κατόπιν αυτών, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 30-6-2020 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία «Π. Ε. Α. Τ. Ξ. Τ. Ε. «Ε. για αναίρεση της υπ` αριθμ. 222/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. - Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ