Supreme Court dismisses appeals where defendants' arguments are merely negative defenses not constituting new matters under Article 559.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed two concurrent appeals challenging a Third Instance Court decision regarding liability for a traffic accident. The appellants argued the lower court failed to consider their claims of exclusive fault and specific negligence, but the Court ruled these were not new matters under Article 559 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the Court held that the appeals were inadmissible because they merely contested the substance of the original judgment rather than presenting distinct issues for review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 495, 106, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure: Arguments consisting solely of negative defenses or reiterations of the original claim do not constitute 'matters' under Article 559 and are inadmissible for appeal; appeals lacking other grounds for review must be rejected in their entirety.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 303 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 303/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Θ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κοτζαμανίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Ζάρρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Γ. Κ. του Ε., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κορκόβελο και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ……. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Ζάρρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Των αναιρεσειουσών: 1) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη …. και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Ζάρρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Θ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Τριαντάφυλλο Καζάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς κατάθεσης 73/2013 και 94/2014 αγωγές του υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείοντος και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτου και την με αριθμό κατάθεσης 4/2015 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή των υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτων και υπό στοιχέιο Β ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 112/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων με την από 28/4/2021 αίτησή του και οι υπό στοιχείο Β Αναιρεσείουσες με την από 17/6/2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι των υπό στοιχείο Α και Β αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη των από 28/4/2021 και 17/6/2021 αιτήσεων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκεινται προς κρίση η από 28.04.2021 αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος Γ. Κ. και η από 17.06.2021 αντίθετη αίτηση αναίρεσης των εναγομένων Κοινοπραξίας με την επωνυμία "..." και ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." κατά της 112/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων της πρώτης ως άνω αίτησης άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής κατά των εναγομένων 1) κοινοπραξίας με την επωνυμία "...",2) Γ.
Κ. του Ε.,3)της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και 4)της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας (των πρώτης και τρίτης εξ αυτών ήδη αναιρεσειουσών της δεύτερης ως άνω αίτησης), την από 16.07.2013 και με αριθ. κατάθ.δικογρ. 73/2013 αγωγή του, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε, πριν την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ως προς την τέταρτη των εναγομένων, καθώς και την με αριθ.
κατάθ.δικογρ. 94/2014 δεύτερη όμοια αγωγή του και κατά των αυτών τεσσάρων ως άνω εναγομένων, από το δικόγραφο της οποίας, επίσης παραιτήθηκε πριν την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ως προς τους πρώτη, δεύτερο και τρίτη των εναγομένων, που αφορούσαν αμφότερες οι αγωγές του την καταβολή αποζημίωσης από αδικοπραξία, για τη θετική και αποθετική του ζημία, λόγω αναπηρίας, και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία ατυχήματος, που προκλήθηκε από υπαιτιότητα των εναγομένων, συνολικού ποσού 3.255.616,75 ευρώ.
Εκδόθηκε η 44/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία, ως προς τη δεύτερη, με αριθμό κατάθεσης 94/2014, αγωγή, καταργήθηκε η δίκη ως προς τους πρώτη, δεύτερο και τρίτη των εναγομένων, και απορρίφθηκε αυτή (αγωγή) ως προς την τέταρτη εναγόμενη, ως απαράδεκτη, ελλείψει δικαιοδοσίας, ενώ, ως προς την πρώτη, με αριθμό κατάθεσης 73/2013, αγωγή, καταργήθηκε μεν η δίκη ως προς την τέταρτη εναγόμενη, αλλά έγινε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς τους λοιπούς των εναγομένων, τους οποίους υποχρέωσε, εις ολόκληρον τον καθένα, να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 364.127,54 ευρώ, εκ των οποίων το ποσό των 314.127,54 ευρώ ως αποζημίωση και το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.
Κατά της εν λόγω απόφασης αμφότερες οι πλευρές των διαδίκων άσκησαν αντίθετες εφέσεις και η πλευρά των εναγομένων, επιπλέον, πρόσθετους λόγους έφεσης, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 112/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν τα δικόγραφα, έγιναν αυτά τυπικά δεκτά, αλλά η μεν έφεση του εκκαλούντος-ενάγοντος απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, η δε έφεση και μέρος των προσθέτων λόγων των εκκαλούντων-εναγομένων έγιναν κατ' ουσίαν δεκτοί και, μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, επαναδικάστηκε η αγωγή και έγινε αυτή εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, περιορίζοντας το επιδικασθέν στο ενάγοντα ποσό, συνολικά, σε 197.628 ευρώ, εκ των οποίων 147.628 ευρώ για οφειλόμενη αποζημίωση και το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.
Εν συνεχεία, ασκήθηκαν οι ως άνω αναφερθείσες αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης, που στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω συναφείας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ και, εφόσον έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 ΚΠολΔ και 83 παρ.1 Ν.4790/2021, πρέπει, κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ίδιου Κώδικα, να εξετασθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους.
Από τη διάταξη του άρθρου 52 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι λόγοι εξαίρεσης δικαστών ορίζονται περιοριστικώς στην παραπάνω διάταξη, σ' αυτούς δε δεν περιλαμβάνεται η συμμετοχή του δικαστή στη σύνθεση του δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε απόφαση που έχει οποιαδήποτε συνάφεια προς την υπόθεση για την οποία προβάλλεται αιτίαση εξαίρεσης, του νόμου περιοριζομένου μόνο στην εξαίρεση του δικαστή ο οποίος μετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη με έφεση ή αναίρεση απόφαση (ΑΠ 388/1985).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 3 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για εξαίρεση δικαστή, αν και, ο δικαστής αυτός, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η απόφαση, έπρεπε κατά το νόμο να εξαιρεθεί. Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς προκύπτει, ότι, για να θεμελιωθεί η προβλεπόμενη από αυτές αναιρετική πλημμέλεια δεν αρκεί απλώς η συνδρομή λόγου εξαιρέσεως στο πρόσωπο του δικαστή, από αυτούς που αναφέρονται, στο άρθρο 52 του ΚΠολΔ, αλλά θα πρέπει να απορρίφθηκε αίτηση εξαιρέσεως, αν και, σύμφωνα με τα περιστατικά που δέχθηκε η απορριπτική απόφαση, ο δικαστής έπρεπε κατά το νόμο να εξαιρεθεί (ΑΠ 931/2014, ΑΠ 1121/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης στην από 17.06.2021 αίτηση, κατ' ορθήν εκτίμηση του περιεχομένου του, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 3 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενες ότι, ενώ το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν είχε νόμιμη σύνθεση, καθόσον συνέτρεχε στο πρόσωπο της μετέχουσας στη σύνθεση αυτού, ως Εισηγήτριας Δικαστή, Πρωτοδίκη, Π.
Α., λόγος εξαίρεσης, επειδή συμμετείχε αυτή, με άλλη σύνθεση, στη συνεδρίαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής της 14.01.2016, που είχε εκδικάσει την ποινική υπόθεση σε βάρος του δεύτερου εκ των εναγομένων (και ήδη δεύτερου των αναιρεσιβλήτων στην από 28.04.2021 αίτηση αναίρεσης) Γ. Κ. του Ε. για το αδίκημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια του ενάγοντος (και ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου) και είχε εκφέρει γνώμη στην ίδια υπόθεση, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται υπόνοιες ως προς το αμερόληπτο της κρίσης της, εν τούτοις το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε την αίτηση εξαίρεσης που υπέβαλαν κατά της ως άνω Δικαστού.
Με αυτό το περιεχόμενο ο παραπάνω λόγος, είναι απορριπτέος, προεχόντως, επειδή αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού, κατά τα προεκτεθέντα στην αρχή, με την προσβαλλόμενη απόφαση του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 44/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, και επαναδίκασε με άλλη σύνθεση την ένδικη αγωγή, χωρίς να μετέχει στη σύνθεσή του η ως άνω Δικαστής.
Εξάλλου, ο προαναφερόμενος εκ του αριθμού 3 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος, που είναι παραπληρωματικός του αριθμού 2 του ίδιου άρθρου, ιδρύεται μόνο όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει τη σύνθεση του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1434/2007), ενώ στην προκειμένη περίπτωση με τις ένδικες αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται μόνο η εφετειακή απόφαση, χωρίς να συμπροσβάλλεται και η πρωτόδικη απόφαση του Δικαστηρίου, στη σύνθεση του οποίου συμμετείχε η Δικαστής, της οποίας είχε ζητηθεί η εξαίρεση.
Τέλος, σε κάθε περίπτωση ο προαναφερόμενος λόγος είναι αβάσιμος, αφού η σύνθεση του πρωτοβαθμίου πολιτικού Δικαστηρίου, που επιλήφθηκε των αστικών αξιώσεων αποζημίωσης του παθόντος, ήταν απολύτως νόμιμη, καθώς δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο της Εισηγήτριας Δικαστή λόγος εξαίρεσής της, από τους περιοριστικά οριζόμενους στη διάταξη του άρθρου 52 ΚΠολΔ, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η συμμετοχή του δικαστή στη σύνθεση ποινικού δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται της ποινικής κατηγορίας, που αποδίδεται στον υπαίτιο ζημιώσαντα, του νόμου περιοριζόμενου μόνο στην εξαίρεση του δικαστή ο οποίος μετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη με έφεση ή αναίρεση απόφαση, ενώ στην προκειμένη υπόθεση δεν συντρέχει περίπτωση άσκησης δικαιοδοτικών καθηκόντων από τον ίδιο δικαστή στην ίδια υπόθεση, και συνεπώς δεν παραβιάζεται η αρχή της αμεροληψίας του Δικαστηρίου, που διασφαλίζεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 52 παρ. 1 περ.
στ' του ΚΠολΔ, 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε από την Ελλάδα αρχικά με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το άρθρο πρώτο του Ν.Δ. 53/1974, και 14 παρ.1 εδ. α' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.) (ΑΠ 159/2020,ΑΠ 138/2018, ΑΠ 1029/2011, ΑΠ 2127/2009, ΑΠ 728/2008).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020).
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).
Αντιθέτως η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης(ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 99/2017, ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ(ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1492/2021,ΑΠ 261/2020, ΑΠ 1033/2019, ΑΠ 1487/2017).
Ειδικότερα, στοιχεία του ορισμένου της αγωγής από αδικοπραξία, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς(πράξης ή παράλειψης), οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του ζημιώσαντος (ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων κατ' άρθρο 922 του ΑΚ), η πρόκληση εξ αυτής ζημίας και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας (ΑΠ 683/2013).Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον (ΑΠ 1105/2015).
Δεν απαιτείται γι` αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο. Προκειμένης αξίωσης εκείνου, που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του για τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) κατά τα άρθρα 929 και 298 ΑΚ ο ζημιωθείς πρέπει να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας.
Εφόσον αυτό συμβαίνει, τότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη(ΑΠ 909/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος στην από 17.06.2021 αίτηση αναίρεσης των εναγομένων Κοινοπραξίας με την επωνυμία "..." και ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", Γ. Κ., με την από 16.07.2013 ένδικη αγωγή του,που επισκοπείται παραδεκτώς(άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), και κατά το ενδιαφέρον για τον αναιρετικό έλεγχο αντίστοιχο τμήμα της, εξέθετε ότι από υπαιτιότητα, με τη μορφή της αμέλειας, συνιστάμενης στις εκτιθέμενες σ' αυτή(αγωγή) παραλείψεις οργάνων-μελών της πρώτης εναγομένης, εργολάβου κοινοπραξίας (και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας στην ως άνω αίτηση αναίρεσης και πρώτης αναιρεσίβλητης στην από 28.04.2021 αντίθετη αίτηση αναίρεσης), δεύτερου εναγόμενου και νόμιμου εκπρόσωπου αυτής Γ.
Κ. (και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου στην από 28.04.2021 αίτηση αναίρεσης) και τρίτης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..."(και ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας στην ως άνω από 17.06.2021 αίτηση αναίρεσης και τρίτης αναιρεσίβλητης στην από 28.04.2021 αντίθετη αίτηση αναίρεσης), μέλος της πρώτης εναγομένης, εργολάβου κοινοπραξίας, προκλήθηκε ατύχημα, κατά τον τόπο, χρόνο και συνθήκες, που λεπτομερώς περιγράφονται στην αγωγή, κατά το οποίο επέπεσε η οδηγούμενη από τον εν λόγω ενάγοντα δίκυκλη μοτοσικλέτα του σε αφύλακτη λακκούβα γεμάτη με νερό, με αποτέλεσμα να ανατραπεί αυτή, να καταπέσει ο ίδιος (ενάγων) σε παρακείμενο τεχνητό ογκόλιθο(μπλόκι) και να τραυματισθεί βαρύτατα.
Ότι ο βαρύτατος και ανεπανόρθωτος τραυματισμός του, που τον έχει καταστήσει μόνιμα τετραπληγικό, τελούντα σε πλήρη ακινησία, συνιστά αποτέλεσμα της αναλυτικά περιγραφείσας παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των παραπάνω εναγομένων. Ότι εξαιτίας του τραυματισμού και της εξ αυτού αναπηρίας του, κατέστη μονίμως ανίκανος προς εργασία και δη προς άσκηση του επαγγέλματος του μηχανικού του Εμπορικού Ναυτικού, με το οποίο, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ασχολείτο, όντας ναυτολογημένος σε σκάφος, που ειδικότερα αναφέρεται, με τις αναφερόμενες στην αγωγή ακαθάριστες αποδοχές, τις οποίες, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων εάν δεν ελάμβανε χώρα το ατύχημα και ο εξ αυτού τραυματισμός του, θα συνέχιζε να απολαμβάνει από την εργασία του στην ίδια αλλά και σε οποιαδήποτε άλλη ναυτική εταιρεία.
Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, η μεν πρώτη ως "εν τοις πράγμασι" ομόρρυθμη εταιρεία και οι δεύτερος και τρίτη, ως μέλη αυτής, να του καταβάλουν, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής: α) το ποσό των 219.000,00 ευρώ, ως αποζημίωση για την αμοιβή που θα κατέβαλε σε τρίτα πρόσωπα, κατά το χρονικό διάστημα από την επέλευση του ατυχήματος(22.01.2008) μέχρι την 21.01.2013, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα της νοσηλείας του, που αδυνατούσε αυτός να αυτοεξυπηρετηθεί, αν δεν του παρείχαν τις υπηρεσίες αποκλειστικής νοσοκόμας και οικιακής βοηθού, για την περιποίηση και την εξυπηρέτησή του, οι γονείς του, β) για διαφυγόντα εισοδήματα, κατά το αυτό ως άνω χρονικό διάστημα, λόγω μη άσκησης του επαγγέλματος του Μηχανικού Γ' του Εμπορικού Ναυτικού, το ποσό των 144.030, 60 ευρώ, γ) το ποσό των 1.616.400,00 ευρώ, που θα χρειασθεί μελλοντικά, μετά βεβαιότητας, λόγω της κατάστασης της υγείας του, να καταβάλει σε άλλο πρόσωπο, για τη φροντίδα του, για το διάστημα μετά τις 23.01.2013 και έως τη συμπλήρωση του 75ου έτους της ηλικίας του, ήτοι έως την 22.05.2051, του ποσού αυτού καταβαλλομένου, εφάπαξ, λόγω συνδρομής σπουδαίου λόγου, συνισταμένου στην ισόβια ανύπαρκτη κινητική του δυνατότητα και μόνιμη, κατά ποσοστό 80%, τουλάχιστον αναπηρία του, που τον καθιστά δια βίου ανίκανο προς κάθε εργασία, στερουμένου εισοδημάτων και περιουσίας, άλλως, σε χρηματικές δόσεις, των 3.600,00 ευρώ, ανά μήνα καταβαλλομένων, και δη την πρώτη ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την καθυστέρηση εκάστης δόσης και μέχρι την εξόφληση, δ) το ποσό των 876.186,15 ευρώ για τη μελλοντική αποστέρηση των προσόδων της εργασίας του ως Μηχανικού του Εμπορικού Ναυτικού ή οποιασδήποτε άλλης απλής σωματικής εργασίας, που, μετά βεβαιότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε, κατά το διάστημα από 22.01.2013 και έως τη συμπλήρωση του 67ου έτους ηλικίας του, ήτοι έως την 26.05.2044, του ποσού αυτού καταβαλλομένου εφάπαξ λόγω συνδρομής σπουδαίου λόγου, κατά τα προαναφερόμενα, άλλως σε χρηματικές δόσεις των 2.400,51 ευρώ, ανά μήνα καταβαλλομένων, και δη την πρώτη ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την καθυστέρηση εκάστης δόσης και μέχρι την εξόφληση, ε) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, το ποσό των 200.010,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, επιφυλασσόμενος να διεκδικήσει περαιτέρω για την ίδια αιτία το ποσό των 10,00 ευρώ παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου, για την σε βάρος του τελεσθείσα αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης εξ αμελείας και στ)το ποσό των 200.000,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, ως πρόσθετη αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, λόγω της προκληθείσας ισοβίου αναπηρίας του, η οποία επιδρά στο μέλλον του, κατά τα ειδικότερα και λεπτομερώς εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής.
Επί της υπόθεσης αυτής, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής με την 44/2017 απόφασή του έκρινε επαρκώς ορισμένη την αγωγή δεχόμενο ότι αναφέρονται όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για τη θεμελίωση της ευθύνης κατ' άρθρα 914 και 929 ΑΚ, απορρίπτοντας τη σχετική ένσταση αοριστίας των εναγομένων, και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή του ενάγοντος, υποχρεώνοντας τους εναγόμενους, εις ολόκληρον τον καθένα τους, να του καταβάλουν, για τις προεκτεθείσες αιτίες, το συνολικό ποσό των 364.127,54 ευρώ, και όπως ειδικότερα το κάθε επιμέρους επιδικαζόμενο κονδύλι αναλύεται στην πιο πάνω απόφαση.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αντίθετες εφέσεις αμφότερες οι πλευρές των διαδίκων και το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθμ. 112/2019 προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε μεν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου, ενώ δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων και πρώτης και δεύτερης των αναιρεσειουσών, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 44/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, και, κρατώντας την υπόθεση και επαναδικάζοντας την αγωγή, αφού έκρινε αυτήν πλήρως ορισμένη, τόσο ως προς τη βάση της αδικοπραξίας, δεχόμενο ότι περιέχει όλα τα αναγκαία προς θεμελίωσή της στοιχεία, όσο και ως προς το αίτημα αυτής για επιδίκαση αποζημίωσης για την ήδη προξενηθείσα ζημία αλλά και τη μελλοντική απώλεια εισοδήματος του παθόντος ενάγοντος, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμο το σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσης των εναγομένων, την έκανε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, υποχρεώνοντας τους εναγόμενους να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 197.628 ευρώ, κατά τις εκεί αναφερόμενες για κάθε επί μέρους επιδικαζόμενο κονδύλι, αιτίες.
Σύμφωνα δε και με τις προεκτεθείσες στην αρχή νομικές σκέψεις, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και κρίνοντας ως επαρκώς ορισμένη την αγωγή κατά τη σωρευόμενη ως άνω αγωγική της βάση με επίκληση των περί αδικοπραξιών διατάξεων, όσο και ως προς την αιτηθείσα πρόσθετη αποζημίωση για την ήδη προξενηθείσα και τη μελλοντική ζημία του παθόντος ενάγοντος, δοθέντος ότι εκτίθενται με σαφήνεια και επάρκεια στην ως άνω ένδικη αγωγή, όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν κατά νόμο τις εν λόγω επίδικες αξιώσεις του τελευταίου, ήτοι αναφορικά με την ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς(παράλειψης), οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του ζημιώσαντος, την πρόκληση εξ αυτής ζημίας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας, καθώς και της αξιούμενης μελλοντικής αποθετικής ζημίας (διαφυγόντος κέρδους), λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από την προξενηθείσα σωματική βλάβη του παθόντος, εξαιτίας της οποίας χάνει αυτός τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον, και η οποία πιθανολογείται κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, κατά τα ειδικότερα ιστορούμενα στην αγωγή, και που είναι ικανά, ώστε να καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας αυτής, δεν έσφαλε, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αιτίαση που προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση με τον δεύτερο λόγο και το αντίστοιχο σκέλος του τέταρτου λόγου της από 17.06.2021 αίτησης αναίρεσης, επειδή εσφαλμένα, δήθεν, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία για την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 επ., 929 και 298 ΑΚ, αλλά ούτε και στις πλημμέλειες που προσάπτονται, επίσης στην πληττόμενη απόφαση, με το αντίστοιχο τμήμα των ίδιων λόγων αναίρεσης, από τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις οποίες ελέγχεται η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής.
Επομένως, οι ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης και το αντίστοιχο σκέλος του τέταρτου λόγου της από 17.06.2021 αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 14 ΚΠολΔ είναι, στο σύνολό τους, αβάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ, συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 929 εδ.α' ΑΚ, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Αν από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται ως ενδεχόμενη απλά, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης.
Είναι διαφορετικό το ζήτημα, ότι στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Για να επιδικασθεί αποζημίωση για τη μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της απόφασης, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους.
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 930 του ΑΚ ορίζεται ότι "η αποζημίωση των δύο προηγουμένων άρθρων που αναφέρεται στο μέλλον καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα. Όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος η αποζημίωση μπορεί να επιδικαστεί σε κεφάλαιο εφάπαξ... Η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε".
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται, όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του ΑΚ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι, όμως, βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο, όμως, που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και, επομένως, δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Κατά συνέπεια γίνεται δεκτό ότι προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί(ΑΠ 560/2013). Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του ΑΚ, δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή, να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης(ΑΠ 2153/2013, ΑΠ 560/2013).
Είναι πρόδηλο ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ αξίωση για αποζημίωση, λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης, είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που, κατ` ανάγκη, συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία, αλλά και από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 909/2022, ΑΠ 599/2018, ΑΠ 158/2016, ΑΠ 150/2015).
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, όπως και η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας πρόσθετης εκ του άρθρου 931 του ΑΚ χρηματικής παροχής αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 274/2018, ΑΠ 944/2017).
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ.1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 1136/2018).
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 184/2021,ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της από 20-4-2007 εργολαβικής σύμβασης, που καταρτίσθηκε μεταξύ της τότε Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χαλκιδικής, ήδη Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και της πρώτης εναγομένης(ήδη πρώτης αναιρεσείουσας στην από 17.06.2021 αίτηση αναίρεσης και πρώτης αναιρεσίβλητης στην από 28.04.2021 αντίθετη αίτηση αναίρεσης)εκπροσωπούμενης από τον δεύτερο εναγόμενο(ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο στην από 28.04.2021 αίτηση αναίρεσης) ως νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, ανατέθηκε στην τελευταία η εκτέλεση του έργου "Λιμένας μικρών σκαφών Νικήτης".
Οι εργασίες του έργου ξεκίνησαν τον Ιούνιο του 2007 και περατώθηκαν την 23-12-2010 ενώ την 6-6-2012 εκδόθηκε από τη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων της Περιφερειακής Ενότητας Χαλκιδικής το πρωτόκολλο οριστικής παραλαβής εκτελεσθεισών εργασιών και την 20-7-2012, η υπ' αριθμ. πρωτ. 270377/2050οικ/20-7-2012 απόφαση του αναπληρωτή προϊσταμένου της ως άνω υπηρεσίας περί έγκρισης του από 6-6-2012 πρωτοκόλλου οριστικής παραλαβής του έργου.
Το έργο αφορούσε τον εκσυγχρονισμό του ήδη υφιστάμενου λιμένα μικρών σκαφών της Νικήτης και απέβλεπε στη δημιουργία καταφυγίου-λιμένα μικρών σκαφών, περιελάμβανε δε τις εξής εργασίες: α)επέκταση του υπάρχοντος προσήνεμου μόλου, β) κατασκευή μόλου από σκυρόδεμα με κατακόρυφα μέτωπα, γ)κατασκευή κρηπιδώματος στο εσωτερικό της λιμενολεκάνης και στην ανατολική πλευρά του λιμένα, δ)τρεις πλωτές προβλήτες στο εσωτερικό της λιμενολεκάνης, ε)εκβάθυνση τμήματος της λιμενολεκάνης, στ) κατασκευή κρηπιδώματος στη δυτική πλευρά του λιμένα, ζ) έργα της χερσαίας ζώνης(κτιριακές εγκαταστάσεις) και η) ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις (ηλεκτρικές, ύδρευσης και πυροπροστασίας).
Κατά την κατασκευή του έργου και σύμφωνα με την εργολαβική σύμβαση, στον λιμένα προβλεπόταν η κατασκευή τεχνητών ογκολίθων(μπλόκια) που θα ποντίζονταν μετέπειτα στο λιμάνι για τη δημιουργία κρηπιδώματος και την κατασκευή-επέκταση του υφιστάμενου μόλου. Οι τεχνητοί ογκόλιθοι κατασκευάζονταν με σκυρόδεμα σε προκατασκευασμένα καλούπια (διαστάσεων 2,0 Χ 2,0 Χ 2,20 και 2,0 Χ2,0 Χ 1,60) όπου γινόταν η έκχυση σκυροδέματος, από αυτοκινούμενη μπετονιέρα με αυτοκινούμενη αντλία σκυροδέματος.
Τα ως άνω προκατασκευασμένα καλούπια είχαν τοποθετηθεί εκτός του υπάρχοντος χωμάτινου επιπέδου πρόσβασης(δρόμου)του υφιστάμενου λιμενοβραχίονα σε πεζοδρόμιο υψηλότερο του επιπέδου του δρόμου, όπου κατασκευάζονταν και τοποθετούνταν οι τεχνητοί ογκόλιθοι. Η τοποθέτησή τους στο σημείο αυτό, επέτρεπε να παραμένει ελεύθερη όλη η δίοδος του λιμενοβραχίονα, πλάτους τεσσάρων(4)μέτρων περίπου, ώστε να εξασφαλίζεται η κίνηση των εργοταξιακών οχημάτων και μηχανημάτων.
Από την ίδια δίοδο εξυπηρετούνταν και τα ελλιμενισμένα αλιευτικά σκάφη μέσω της οποίας κινούνταν τα οχήματα των αλιέων για τη διακίνηση και φορτοεκφόρτωση των αλιευτικών εμπορευμάτων τους καθώς και τα οχήματα (αυτοκινούμενες μπετονιέρες και αντλίες) που χρησιμοποιούνταν από την ανάδοχο στο έργο. Σύμφωνα με την από Μαρτίου 2006 Ειδική Συγγραφή Υποχρεώσεων της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χαλκιδικής, που περιελάμβανε τους γενικούς-ειδικούς-τεχνικούς όρους εκτέλεσης από τον ανάδοχο των εργασιών του έργου, ορίζονταν, μεταξύ άλλων, τα εξής:
¨ΑΡΘΡΟ Α-12.3. Ο Ανάδοχος του έργου υποχρεούται να προβαίνει, με δικές του δαπάνες, στην προσωρινή φωτοσήμανση των έργων που εκτελεί και να τη μετακινεί κατά την πρόοδο των έργων, σύμφωνα με κατάλληλη εγκεκριμένη από τις αρμόδιες αρχές μελέτη και τις εντολές και τις οδηγίες των αρμοδίων Λιμενικών Αρχών, στις οποίες πρέπει πάντοτε να απευθύνεται, καθώς και στην τοποθέτηση των απαιτουμένων σημάτων και ενδεικτικών πινακίδων στις διάφορες εργοταξιακές θέσεις. 12.4.
Ο Ανάδοχος είναι ο μόνος υπεύθυνος, ποινικά και αστικά, για κάθε ατύχημα, το οποίο θα οφείλεται στη μη λήψη των απαραίτητων μέτρων ασφαλείας, σύμφωνα και με τις διατάξεις της παρ.4 του άρθρου 34 του ΠΔ 609/85... ΑΡΘΡΟ Α-25.2. Ο Ανάδοχος υποχρεούται να μεριμνήσει για τον εφοδιασμό..., να εξασφαλίσει μέσα παροχής πρώτων βοηθειών, να κατασκευάσει και τοποθετήσει κατάλληλες πινακίδες ή φωτεινά σήματα επισήμανσης και απαγόρευσης επικίνδυνων θέσεων, καθώς και προειδοποιητικές και συμβουλευτικές πινακίδες τόσο για τους εργαζόμενους όσο και για τους κινούμενους στο εργοτάξιο.25.5.
Ρητά καθορίζεται ότι ανεξάρτητα από όλα τα παραπάνω ο Ανάδοχος παραμένει μόνος και αποκλειστικά υπεύθυνος για την ασφάλεια των εργαζομένων στα έργα και είναι δική του ευθύνη η λήψη των ενδεδειγμένων και σωστών μέτρων ασφάλειας και η τήρηση των σχετικών κανονισμών... ΑΡΘΡΟ Α-26.1. Εκτός από όσα καθορίζονται στις Τεχνικές Προδιαγραφές Σημάνσεως εκτελουμένων έργων εντός ή εκτός κατοικημένων περιοχών...
σημειώνεται ότι ο Ανάδοχος θα επιβαρυνθεί με τη δαπάνη των προσθέτων ενδεικτικών και πληροφοριακών πινακίδων που θα τοποθετηθούν στις εισόδους των περιοχών του έργου και που θα περιέχουν όσα αναφέρονται στην παράγραφο Β-3 της παρούσας... ΑΡΘΡΟ Α-30.1. Κανονιστικές Απαιτήσεις. Ο Ανάδοχος υποχρεούται να εκτελεί το έργο με τρόπο ασφαλή και σύμφωνα με τους νόμους, διατάγματα, αστυνομικές διατάξεις και οδηγίες του Κυρίου του Έργου, όπως εκφράζονται μέσω της υπηρεσίας αναφορικά με την ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων... 2.2.
Ορισμός τεχνικού ασφάλειας, συντονιστή ασφάλειας και ιατρού Εργασίας... 2.7. Διαδικασίες Επιθεωρήσεων. Ο Ανάδοχος θα πρέπει να προγραμματίζει την τακτική επιθεώρηση των χώρων, του εξοπλισμού, των μεθόδων και των πρακτικών εργασίας σε εβδομαδιαία βάση, εκτός αν άλλως ορίζεται στη νομοθεσία ή το απαιτούν οι συνθήκες εκτέλεσης του έργου, ώστε να εξασφαλίζεται η έγκαιρη λήψη μέτρων για την επανόρθωση των επικίνδυνων καταστάσεων που επισημαίνονται.
Οι επιθεωρήσεις πρέπει να τεκμηριώνονται γραπτά... 2.9. Υποχρέωση αναδόχου για αναθεώρηση Σ.Α.Υ. και Φ.Α.Υ. Ο συντονιστής ασφάλειας και υγείας του έργου υποχρεούται να κάνει την αναθεώρηση του Σχεδίου και του Φακέλου Ασφάλειας και Υγείας της Μελέτης, να παρακολουθεί τις εργασίες όσον αφορά θέματα Α.Υ.Ε. και να συντάξει τον τελικό Φ.Α.Υ....ΑΡΘΡΟ Β-3.
Πινακίδες ενδεικτικές του κατασκευαζόμενου έργου. Ο Ανάδοχος υποχρεούται, σε ένα μήνα από την εγκατάστασή του στο έργο, να προμηθευτεί και να τοποθετήσει καλαίσθητες πινακίδες με πληροφορίες για το έργο που κατασκευάζεται. Οι διαστάσεις των πινακίδων, ο αριθμός αυτών, οι αναγραφόμενες ενδείξεις(ονομασία έργου,κύριος έργου,χρηματοδότηση Ευρωπαϊκής Ένωσης, Διευθύνουσα Υπηρεσία, Μελετητής, Τεχνικός Σύμβουλος Επίβλεψης, Ανάδοχος, προϋπολογισμός έργου), ο χρωματισμός, ο τρόπος στήριξης και οι θέσεις τοποθέτησής τους θα καθορισθούν κατά την εγκατάσταση του Αναδόχου από την Διευθύνουσα Υπηρεσία...¨.
Ακολούθως, σ' εκτέλεση της εκ του άρθρου Α-30 της ως άνω Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων, υποχρέωσης της αναδόχου, η πρώτη εναγομένη δια του δευτέρου εναγομένου, συνέταξε το Σχέδιο Ασφάλειας και Υγείας (Σ.Α.Υ.) του έργου, το οποίο ελέγχθηκε και εγκρίθηκε, την 9-5-2007, από τα αρμόδια όργανα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας.
Με αυτό καθορίσθηκαν οι κανόνες-σύστημα, που θα εφαρμόζονταν στο εργοτάξιο για την οργάνωση και διαχείριση θεμάτων ασφάλειας και υγείας εργασίας και ορίσθηκε προς το σκοπό συντονισμού των θεμάτων αυτών, ως συντονιστής ασφάλειας και υγείας ο δεύτερος εναγόμενος. Στο Σ.Α.Υ. επισημάνθηκαν οι ενδεχόμενοι να εμφανιστούν κατά την εκτέλεση του έργου, κίνδυνοι και τα μέτρα προστασίας, που βάσει σχετικών διατάξεων της νομοθεσίας, έπρεπε να ληφθούν για την αποτροπή τους.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν κίνδυνοι από κινητό εργοταξιακό εξοπλισμό... και ειδικότερα κατά την κίνηση οχημάτων και μηχανημάτων..., συγκρούσεις οχήματος-οχήματος..., συγκρούσεις οχήματος-προσώπων..., οι προβλεπόμενες από τη νομοθεσία διατάξεις... και τα μέτρα που όφειλαν να ληφθούν:... Ο χώρος εργασίας θα σημαίνεται κατάλληλα και θα υπάρχει φύλαξη για την απαγόρευση ή προστασία κυκλοφορίας άσχετων προς το έργο οχημάτων.
Σε περίπτωση εργασιών εντός δρόμων λαμβάνονται και τα ειδικά προβλεπόμενα μέτρα ρύθμισης της εργοταξιακής κυκλοφορίας (σήμανση σε κάθε περίπτωση-συνεχής ενεργή ρύθμιση της κυκλοφορίας από προσωπικό/ αστυνομία ή και παροδική φωτεινή σηματοδότηση για τις χρονικές διάρκειες που διενεργούνται έργα και βρίσκονται εργοταξιακές διατάξεις και προσωπικό στο δρόμο...
Το προσωπικό θα κυκλοφορεί και θα εργάζεται σε ασφαλείς διαδρόμους και θέσεις εργασίας, κατά το δυνατόν σε απόσταση από οδούς διερχόμενων ή χώρους εργαζόμενων οχημάτων-μηχανημάτων. Ο χώρος εργασίας θα σημαίνεται κατάλληλα και θα υπάρχει φύλαξη για την απαγόρευση της κυκλοφορίας πεζών και οχημάτων, άσχετων προς το έργο.
Σε περίπτωση εργασιών εντός δρόμων λαμβάνονται και τα ειδικά προβλεπόμενα μέτρα ρύθμισης της εργοταξιακής κυκλοφορίας (σήμανση σε κάθε περίπτωση- συνεχής ενεργή ρύθμιση της κυκλοφορίας, από προσωπικό/ αστυνομία ή και παροδική φωτεινή σηματοδότηση για τις χρονικές διάρκειες που διενεργούνται έργα και βρίσκονται εργοταξιακές διατάξεις και προσωπικό στο δρόμο...).
Ακολούθως, μετά από αίτηση της αναδόχου-πρώτης εναγομένης, εξεδόθη, την 25-6-2007, η υπ'αριθμ.2143.7/01/25-6-2007 άδεια εκτέλεσης εργασιών κατασκευής του λιμένα μικρών σκαφών Νικήτης του Υπολιμεναρχείου Ν.Μουδανιών, η οποία είχε ισχύ μέχρι πέρατος των εργασιών και μπορούσε, κατά τη σχετική επ' αυτής επισημείωση, ν' ανακληθεί σε περίπτωση μη τήρησης των όρων και προϋποθέσεων αυτής.
Για την ενημέρωση του κοινού είχαν τοποθετηθεί στην είσοδο του εργοταξίου δύο πινακίδες, η μία από το Λιμενικό Ταμείο, χρώματος μπλε, διαστάσεων 1,0 Χ 1,50 μ., με την ένδειξη ¨ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ Η ΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΣΤΑΘΜΕΥΣΗ ΟΧΗΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΟΥ ΛΙΜΕΝΑ ΣΤΟΥΣ ΜΗ ΕΧΟΝΤΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΤΗΣ ΛΙΜΕΝΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ¨ και η δεύτερη από την ανάδοχο, πρώτη εναγομένη, χρώματος κίτρινου, διαστάσεων 1,50 Χ 2,0 μ., με την ένδειξη ¨ΕΡΓΟΤΑΞΙΟ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟΥΣ ΜΗ ΕΧΟΝΤΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑ ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΚΤΕΛΟΥΝΤΑΙ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΛΙΜΕΝΟΣ ΜΗΝ ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΚΑΦΗ ΣΑΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΖΗΜΙΩΝ¨.
Επίσης στην είσοδο του μόλου υπήρχε ενημερωτική πινακίδα, διαστάσεων 2,20 Χ 3,20 μ., για την κατασκευή του έργου, τον φορέα υλοποίησης, τον ανάδοχο, την χρηματοδότηση κ.λ.π. Η πρόσβαση-δίοδος στο λιμάνι από την είσοδο μέχρι το πέρας του μόλου ήταν, καθ' όλα τα χρόνια λειτουργίας του, χωμάτινη, με μικροανωμαλίες στην επιφάνεια που δημιουργούσαν, κατά διαστήματα, βαθουλώματα, που σε περιόδους βροχών γέμιζαν με νερό.
Για το λόγο αυτό, κατά την έναρξη των εργασιών... δόθηκε εντολή, την 2-7-2007, από τους επιβλέποντες μηχανικούς της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χαλκιδικής, Χ. Κ. και Ε. Μ., να εξομαλυνθεί η πρόσβαση με αμμοχάλικο, εντολή που, προφανώς, εκτελέστηκε αφού δεν περιελήφθη καμία άλλη σχετική παρατήρηση-εντολή στο ως άνω ημερολόγιο εργασιών.
Κατά την περίοδο από 21-1 έως 24-1-2008... δεν εκτελέσθηκαν εργασίες λόγω έντονων βροχοπτώσεων. Οι εργασίες επαναλήφθηκαν την 25-1-2008 όταν το μηχάνημα-τσάπα ξεκίνησε εκσκαφές πυθμένα. Την 22-1-2008 και περί ώρα 16.15', υπό συνθήκες ημέρας, ο ενάγων (και ήδη αναιρεσείων στην από 28.04.2021 αίτηση αναίρεσης και αναιρεσίβλητος στην από 17.06.2021 αντίθετη αίτηση αναίρεσης) οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ...
δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, κυλινδρισμού 595 cc, εξήρχετο από το χώρο του ως άνω λιμένος, όπου είχε μεταβεί για να συναντήσει τον φίλο του Ν.. Ξ.., που βρισκόταν σε σκάφος ιδιοκτησίας του εντός του λιμένα. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι μετέβη στο χώρο του λιμένος για επαγγελματικούς λόγους και δη για να επισκευάσει το σκάφος του θείου του, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται...
Όταν ο ενάγων μπήκε στο χώρο του λιμενοβραχίονα-εργοταξίου... είδε τις λακκούβες στην αριστερή πλευρά, όπως κινούνταν, οι οποίες όταν έβγαινε είχαν καλυφθεί από νερά. Αφού, λοιπόν, ο τελευταίος (ενάγων), μετά την επίσκεψη στο σκάφος του φίλου του, αποφάσισε ν' αναχωρήσει, κινήθηκε με τη μοτοσικλέτα του προς την έξοδο του λιμενοβραχίονα και αφού πέρασε κάποιες λακκούβες με νερό, μικρού βάθους...
είδε από ικανή απόσταση μία μεγαλύτερη σε πλάτος λακκούβα γεμάτη με νερό, τροχοπέδησε επί 3 μέτρα... και επιχείρησε να την διασχίσει, πλην όμως έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του λόγω της ολισθηρότητας(λάσπης) της οδού και των φθαρμένων ελαστικών, που... αυτή διέθετε και επειδή το βάθος αυτής ήταν μεγαλύτερο των άλλων που είχε ήδη περάσει, επέπεσε ο εμπρόσθιος τροχός της εντός της λακκούβας, με αποτέλεσμα να ανατραπεί η μοτοσικλέτα και ο ενάγων να καταπέσει επί του τσιμεντένιου ογκόλιθου που βρισκόταν στη δεξιά πλευρά του.
Η ταχύτητα με την οποία ο ενάγων κινούνταν, δεν υπερέβαινε τα 20 χμ/ώρα καθώς λόγω της κακής κατάστασης της οδού, το μεγαλύτερο τμήμα της οποίας είχε διανύσει, διασχίζοντας και άλλες μικρότερου βάθους λακκούβες, δεν θα μπορούσε ν'αναπτύξει μεγαλύτερη ταχύτητα ενώ ως προς το βάθος της επίμαχης λακκούβας, αυτή...
είχε τέτοια διάσταση, που, ήταν ικανή και οπωσδήποτε εγκλώβισε τον τροχό της μοτοσικλέτας και προκάλεσε την πτώση του ενάγοντος. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα Ειδική Συγγραφή Υποχρεώσεων, που διέπει την εργολαβική σύμβαση ανάληψης και εκτέλεσης του έργου από την πρώτη εναγομένη και ειδικότερα το άρθρο Α-12.4...
η ανάδοχος όφειλε να λάβει τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.4 του άρθρου 34 του ΠΔ 609/1985 ¨Κατασκευή δημοσίων έργων¨, που ορίζει ¨Ο ανάδοχος... Σχετικά με τη λήψη μέτρων ασφαλείας είναι υποχρεωμένος να εκπονεί με ευθύνη του κάθε σχετική μελέτη(στατική ικριωμάτων, μελέτη προσωρινής σήμανσης έργων κ.λ.π.) και να λαμβάνει όλα τα σχετικά μέτρα¨.
Επίσης, σύμφωνα με το Σχέδιο Ασφάλειας και Υγείας(Σ.Α.Υ.) που συνέταξε η πρώτη εναγομένη και εγκρίθηκε από τα αρμόδιας όργανα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, οι προβλεπόμενες για την αντιμετώπιση των κινδύνων... διατάξεις των άρθρων 37 παρ.1 και 39 παρ.1 του ΠΔ 1073/1981 ¨Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού¨, ορίζουν...
¨Οι χώροι και τα δάπεδα εργασίας, αι οδοί κυκλοφορίας και αι προσβάσεις των εργοταξίων πρέπει να κατασκευάζωνται και να διατηρώνται ασφαλείς¨ και... ¨ Εντός του εργοταξίου πρέπει να τηρούνται οι ισχύοντες κανονισμοί ασφαλούς κυκλοφορίας, τόσον δια την κίνησιν πεζών, όσον και δια την κίνησιν μεταφορικών μέσων και μηχανημάτων¨.
Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, τις συμβατικές δεσμεύσεις της πρώτης εναγομένης αλλά και τις σχετικές παρατηρήσεις που περιέλαβαν στο σχετικό έντυπο Σ.Α.Υ., κατά την επιθεώρηση της 9-5-2007, οι επιβλέποντες μηχανικοί της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, περί της υποχρέωσης της αναδόχου να εξασφαλίζει πάντα την καλή προσβασιμότητα σε όλον τον λιμενοβραχίονα και να συντηρεί και να βελτιώνει όποτε και σε όποια θέση παρατηρείται πρόβλημα και χρειάζεται αποκατάσταση...
η πρώτη εναγομένη όφειλε να διατηρεί την οδό κυκλοφορίας και πρόσβασης προς το εργοτάξιο, ασφαλή, τόσο για τους εργαζόμενους σ' αυτό όσο και για οποιονδήποτε τρίτο εισήρχετο εντός αυτού. Η οδός κυκλοφορίας ήταν από κατασκευής της χωμάτινη και στην επιφάνειά της δημιουργούνταν λόγω της διέλευσης των οχημάτων και μηχανημάτων της αναδόχου, ανωμαλίες, που οι εργαζόμενοι της φρόντιζαν, συμμορφούμενοι και στις υποδείξεις τςη επιβλέπουσας υπηρεσίας, να εξομαλύνουν με αμμοχάλικο...
Οι εν λόγω ανωμαλίες της οδού, κατά την επίμαχη περίοδο των έντονων βροχοπτώσεων, γέμιζαν με νερό. Το έργο... από 21/1 έως 24/1/2008 δεν λειτούργησε λόγω έντονων βροχοπτώσεων και οι εργασίες ξανάρχισαν, την 25/1/2008, με την τσάπα που ξεκίνησε εκσκαφές πυθμένα... Στην είσοδο του λιμενοβραχίονα-εργοταξίου... είχαν τοποθετηθεί τόσο από το Λιμενικό Ταμείο όσο και από την πρώτη εναγομένη, οι δύο πινακίδες που προειδοποιούσαν για τη διενέργεια εργασιών στο εργοτάξιο και επεσήμαιναν την απαγόρευση εισόδου εντός του λιμένος στους μη έχοντες εργασία και χωρίς την άδεια της λιμενικής αρχής...
Ο συντονιστής ασφάλειας της πρώτης εναγομένης, δεύτερος εναγόμενος και ο μηχανικός του έργου, Ο. Π., μετά την τελευταία ημέρα εργασίας,19/1/2008, ημέρα Σάββατο,όταν και πραγματοποίησαν ... την εξομάλυνση της οδού με αμμοχάλικο, δεν επισκέφθηκαν το χώρο του εργοταξίου λόγω της μη λειτουργίας του έργου μέχρι την 25/1/2008, που αυτό επαναλειτούργησε.
Συνεπώς, μετά τις έντονες βροχοπτώσεις της 21/1 και 22/1/2008, όποιο αμμοχάλικο είχαν τοποθετήσει στις δημιουργηθείσες λακκούβες, είχε παρασυρθεί από τη βροχή και αυτές είχαν γεμίσει με νερό. Όφειλε, λοιπόν, η πρώτη εναγομένη-ανάδοχος του έργου, δια των αρμοδίων οργάνων της, να έχει καθημερινή εποπτεία του χώρου του εργοταξίου και να επεμβαίνει όποτε χρειάζεται για τη συντήρηση και αποκατάσταση όποιων ζημιών προκαλούνταν και δημιουργούσαν προβλήματα στην καλή προσβασιμότητα προς τον λιμενοβραχίονα από τον οποίο διήρχοντο τόσο οι αλιείς, ιδιοκτήτες σκαφών όσο και τρίτα πρόσωπα, οι οποίοι εφόσον δεν ήταν κλειστή η είσοδος του λιμενοβραχίονα, εισήρχοντο σ' αυτόν, παρά την ύπαρξη της απαγορευτικής πινακίδας...
Κατά την επίμαχη ημέρα, ο ενάγων, παρά την απαγόρευση εισόδου ως μη έχοντος άδεια της λιμενικής αρχής και εργασία στο χώρο του λιμενοβραχίονα, αφού, όπως αποδείχθηκε... ο σκοπός εισόδου του σ' αυτόν, ήταν χάριν ψυχαγωγίας, εισήλθε στο εργοτάξιο και κατά την έξοδό του, συνέβη το ατύχημα. Το παραπάνω ατύχημα δεν θα συνέβαινε εάν η πρώτη εναγομένη, δια των αρμοδίων οργάνων της, δεν παρέλειπε να λάβει τα προστατευτικά εκείνα μέτρα για την ασφαλή διέλευση των κινούμενων στο χώρο του εργοταξίου.
Συγκεκριμένα εάν είχε καθημερινή εποπτεία του χώρου, θα εντόπιζε την επικίνδυνη λακκούβα και είτε θα την εξομάλυνε με αμμοχάλικο είτε λόγω των βροχοπτώσεων και της πιθανότητας παράσυρσής του, θα τοποθετούσε διακριτικά σημεία γύρω από αυτή ώστε να καταστήσει αντιληπτό σε οποιονδήποτε διήρχετο, τον κίνδυνο που ελλόχευε μία ενδεχόμενη διέλευση απ' αυτήν...
Αμελής όμως συμπεριφορά βαρύνει και τον ενάγοντα, ο οποίος παρότι εισήλθε σε χώρο που απαγορευόταν η είσοδος στους μη έχοντες εργασία και άδεια της λιμενικής αρχής, τον οποίο δεν γνώριζε... και κατά την είσοδό του είχε αντιληφθεί τις λακκούβες στο αντίθετο ρεύμα της οδού και γνώριζε πως η κατάσταση των ελαστικών της μοτοσικλέτας του δεν ήταν καλή(ήταν φθαρμένα) και ότι λόγω των καιρικών συνθηκών (έντονη βροχόπτωση) υπήρχε ολισθηρότητα στον χωμάτινο δρόμο (λόγω της λάσπης), δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του κατά την οδήγηση του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαραίτητους χειρισμούς και δεν ρύθμισε την ταχύτητά του στο ελάχιστο δυνατό λόγω και των ως άνω επικρατουσών συνθηκών, προκειμένου είτε να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τ' αριστερά αφού το εναπομένον ελεύθερο προς χρήση οδόστρωμα του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας στο σημείο εκείνο, είχε πλάτος δύο (2) μέτρων και ν' αποφύγει τη λακκούβα που σε πλάτος...
ήταν σίγουρα μεγαλύτερη από τις άλλες που προηγουμένως είχε περάσει αφού στη θέα της χρειάσθηκε να τροχοπεδήσει, είτε μειώνοντας την ταχύτητά του στο ελάχιστο να τη διανύσει σχεδόν με μηδενική ταχύτητα ώστε να εκμηδενίσει άλλως να ελαχιστοποιήσει τους ενδεχόμενους κινδύνους που αυτή ελλόχευε... Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο κρίνει ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται κατά κύριο λόγο σε υπαιτιότητα (αμέλεια) της πρώτης εναγομένης κοινοπραξίας και συγκεκριμένα, η αμέλεια της πρώτης εναγομένης συνίσταται στο ότι αυτή, δια των αρμοδίων οργάνων της, δεύτερου εναγομένου και νομίμου εκπροσώπου της τρίτης εναγομένης (ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης στην από 28.04.2021 αίτηση αναίρεσης και δεύτερης αναιρεσείουσας στην από 17.06.2021 αντίθετη αίτηση αναίρεσης), παρέλειψε, αν και ήταν προς τούτο υποχρεωμένη από τη σύμβαση έργου και από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, να λάβει, όλα τα σχετικά μέτρα ασφαλείας, όπως είναι η συντήρηση της οδού στην οποία εκτελούσε ως ανάδοχος το έργο και η εξομάλυνση των ανωμαλιών αυτής (λακκούβας) ή η τοποθέτηση της κατάλληλης σήμανσής τους, ώστε να αποφευχθεί το ατύχημα.
Περαιτέρω, υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των παραλείψεων της Αναδόχου Κοινοπραξίας και της ζημίας που επήλθε, καθώς αυτές ήταν σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, ικανές κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επιφέρουν το επιζήμιο αποτέλεσμα, δηλαδή τον τραυματισμό του ενάγοντος, αποτέλεσμα το οποίο πράγματι επέφεραν στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Ωστόσο αποδείχθηκε ότι αμελή και παράνομη συμπεριφορά στην επίδικη περίπτωση δεν επέδειξε μόνο η ανάδοχος κοινοπραξία. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας, κατά σαφή παραβίαση των άρθρων 12 παρ.1 και 19 παρ.1 και 2 του Ν.2696/1999, αν και εισήλθε σε χώρο εργοταξίου, που απαγορευόταν η είσοδος στους μη έχοντες εργασία, κινούμενος με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα της οποίας τα ελαστικά ήταν φθαρμένα επί χωμάτινου οδοστρώματος ιδιαίτερα ολισθηρού λόγω των βροχοπτώσεων που είχαν σημειωθεί, δεν κατέβαλε την απαιτουμένη από κάθε μέσο συνετό οδηγό επιμέλεια και προσοχή και δεν ρύθμισε ανάλογα την ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε, ώστε έχοντας τον πλήρη έλεγχο αυτού να έχει τη δυνατότητα σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους κατάλληλους χειρισμούς και να είναι σε θέση είτε να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό είτε να μειώσει στο ελάχιστο την ταχύτητά του και να διέλθει από την προπεριγραφείσα λακκούβα και με την παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά του, συνέβαλε αιτιωδώς στην πρόκληση του ατυχήματος.
Ενόψει τούτων, εκτιμώντας το Δικαστήριο, κατά τα άνω εκτεθέντα, τη βαρύτητα υπαιτιότητας καθενός των εμπλακέντων, οδηγείται στην κρίση ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια κατά ποσοστό 70% της αναδόχου κοινοπραξίας και 30% του ενάγοντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, κατά τη νόμιμη και εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσίαν ένσταση εκ της διατάξεως του άρθρου 300 του ΑΚ περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος οδηγού στην επέλευση του ατυχήματος, την οποία προέβαλαν οι εναγόμενοι ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων οδηγός της μοτοσικλέτας δεν έφερε στην κεφαλή του... προστατευτικό κράνος μοτοσικλετιστή κατά το χρόνο του ατυχήματος, κατά παράβαση της σχετικής υποχρέωσής του που επιβαλλόταν από τα άρθρα 12 παρ.6 και 101 παρ.2 του ν.2696/1999(ΚΟΚ). Η χρήση του προστατευτικού κράνους ήταν δυνατόν να αποτρέψει και σε κάθε περίπτωση να μειώσει την βαριά κρανιοπροσωπική και κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη ο ενάγων από το ατύχημα.
Εκτιμάται υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες και περιστάσεις ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η παράλειψη του παθόντος ενάγοντος να φέρει-χρησιμοποιήσει προστατευτικό κράνος μοτοσικλετιστή κανονικά προσδεμένο σε σχέση με το επελθόν αποτέλεσμα και ειδικότερα την έκταση των σωματικών βλαβών που υπέστη από τον τραυματισμό του που εντοπίζονται όλες στο κεφάλι και συγκεκριμένα υποσκληρίδιο αιμάτωμα κροταφοβρεγματικά δεξιά με παρεκτόπιση των δομών της μέσης γραμμής και συνοδό εγκεφαλικό αιμάτωμα μετωποβρεγματικά αριστερά καθώς και πολλαπλά κατάγματα προσωπικού κρανίου...
κατέστησε αυτόν συνυπαίτιο στην επέλευση του τραυματισμού του κατά ποσοστό 30%. Τούτο, διότι η χρήση του προστατευτικού κράνους θα μείωνε τουλάχιστον σημαντικά τη βαρύτητα των σωματικών κακώσεων που υπέστη στο κρανίο, και εντεύθεν η παράλειψη χρήσης αυτού θεμελιώνεις συντρέχον πταίσμα του παθόντος καθώς υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης αυτής και του επελθόντος αποτελέσματος, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων είναι αβάσιμα.
Συνεπώς, το συνολικώς διαμορφωθέν ποσοστό συνυπαιτιότητας των εμπλεκομένων μερών τόσο για την επέλευση του ατυχήματος όσο και για τον τραυματισμό του ενάγοντος, διαμορφώνεται σε 40% για την ανάδοχο κοινοπραξία και 60% για τον ενάγοντα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επομένως, που προσδιόρισε το ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος στην επέλευση της σύγκρουσης και στην έκταση του τραυματισμού του στο συνολικό ποσοστό 50% και της αναδόχου κοινοπραξίας σε 50%, κατά μερική παραδοχή της από το άρθρο 300 ΑΚ υποβληθείσας από τους εναγόμενους ένστασης περί συνυπαιτιότητας του παθόντος-ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος και την έκταση του εν λόγω τραυματισμού του, την οποία προέβαλαν παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρουν με τους σχετικούς λόγους της έφεσής τους, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω νομικών διατάξεων και την εκτίμηση των αποδείξεων και για το λόγο τούτο πρέπει, αφού απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί αποκλειστικής υπαιτιότητας των εναγομένων, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, κατά το σχετικό με την υπαιτιότητα κεφάλαιο της, αλλά και κατά το κεφάλαιο της που αφορά το ύψος της επιδικασθείσας υπέρ του ενάγοντος αποζημίωσης, που συνέχεται με το κεφάλαιο της υπαιτιότητας...
κατά παραδοχή ως κατ' ουσίαν βασίμων των σχετικών λόγων της έφεσης των εναγομένων και μετ' απόρριψη, ως αβασίμου στην ουσία, του αντίθετου λόγου της έφεσης του ενάγοντος και ακολούθως, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο για ουσιαστική εκδίκαση των επι μέρους κονδυλίων της από 16-7-2013... αγωγής.
Ας σημειωθεί ότι για το επίδικο βιοτικό συμβάν ο δεύτερος των εναγομένων, που δικάστηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής, κατηγορούμενος για το αδίκημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο σε βάρος του ενάγοντος, κηρύχθηκε, τελεσίδικα, ένοχος ανεξάρτητα του βαθμού συνυπαιτιότητας του παθόντος και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε(5)μηνών...
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων τραυματίσθηκε λόγω της ανατροπής της δίκυκλης μοτοσικλέτας του και της πρόσκρουσης στον τσιμεντένιο ογκόλιθο(μπλόκι) και αμέσως μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Χαλκιδικής και κατόπιν στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο ¨ΑΧΕΠΑ¨ στη Θεσσαλονίκη, όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, βαρεία κρανιοπροσωπική κάκωση, κάταγμα αριστερής κερκίδας και πηχεοκαρπικής άρθρωσης και κάταγμα μεταταρσίων οστών δεξιάς άκρας χειρός και νοσηλεύθηκε στη Β' ΜΕΘ έως την 14-4-2008, χρονικό διάστημα κατά το οποίο παρέμεινε διασωληνωμένος με μηχανική και φαρμακευτική υποστήριξη των ζωτικών του λειτουργιών, οπότε και μεταφέρθηκε στη Νευροχειρουργική Κλινική του ιδίου Νοσοκομείου, όπου παρέμεινε έως την 13-10-2008 όταν και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Χαλκιδικής, όπου νοσηλεύθηκε για χρονικό διάστημα πέντε μηνών οπότε εξήλθε και συνεστήθη, λόγω της βαρύτητας της κατάστασης της υγείας του, η εισαγωγή του σε ειδικό κέντρο αποκατάστασης.
Ακολούθως, την 4-3-2009, εισήχθη σε κλινική αποκατάστασης στη Γερμανία όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος έως την 22-1-2010 οπότε και εισήλθε στο Δημόσιο Κέντρο Αποκατάστασης των Ιωαννίνων, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος κατά τα χρονικά διαστήματα από 22-1-2010 έως 26-3-2010, από 4-5-2010 έως 26-5-2010 και από 21-9-2011 έως 27-10-2011, οπότε και εξήλθε με οδηγίες για συνεχή υποβολή του σε φαρμακευτική και φυσιοθεραπευτική αγωγή κατ' οίκον.
Σύμφωνα με την με αριθμό 1104/2-3-2010 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ιωαννίνων, το με αριθμό 5213/25-2-2010 πιστοποιητικό νοσηλείας της Κλινικής Φυσικής Αποκατάστασης του ΠΓΝ Ιωαννίνων και τη με αριθμό 35848/2013 γνωμάτευση του ΠΓΝ Ιωαννίνων, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων πάσχει από Κ.Ε.Κ. με τετραπληγία, έκτοπη οστεοποίηση ισχίων άμφω, κρίσεις ¨Ε¨ και συμφασία σε έδαφος παλαιάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης(που προκλήθηκε από τον επίδικο τραυματισμό του), με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί και να χρήζει παρουσίας έτερου προσώπου όλο το εικοσιτετράωρο.
Τελεί σε πλήρη ακινησία όλο το εικοσιτετράωρο, χρησιμοποιεί ηλεκτροκίνητο κρεβάτι με αερόστρωμα, αναπηρικό αμαξίδιο ανακλινόμενο, τραπεζάκι τροχήλατο νοσοκομειακό, καρέκλα μπάνιου με τροχούς, ορθοστάτη και γερανάκι ηλεκτροκίνητο αδυνατώντας να μετακινηθεί, να σταθεί όρθιος και να βαδίσει... έχει καταστεί ανάπηρος σε ποσοστό 80% και άνω λόγω τετραπληγίας για τρία(3) χρόνια ενώ ακολούθως...
κρίθηκε ότι το συνολικό ποσοστό αναπηρίας του ενάγοντος ανέρχεται σε 85% από 21-11-2012 έως εφ' όρου ζωής. Επομένως, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων από την 14-4-2008, όταν και εξήλθε από τη Β'ΜΕΘ, του ΠΓΝ ¨ΑΧΕΠΑ¨, όπου νοσηλευόταν έως και την 21-1-2013, προ του χρόνου άσκησης της αγωγής, όπως ο ίδιος αιτείται με την αγωγή του, αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και λόγω της κατάστασης της υγείας του, είχε ανάγκη κάποιου άλλου προσώπου κοντά του, για να τον βοηθάει και να τον περιποιείται.
Το ρόλο αυτό ανέλαβαν χωρίς αντάλλαγμα οι γονείς του, Σ. Κ. και Θ. Κ., οι οποίοι ξεπερνώντας τα όρια που θέτουν οι υποχρεώσεις τους ως γονέων, ασχολούντο με τη φροντίδα του ενάγοντος, προσφέροντας του τις σχετικές πρόσθετες υπηρεσίες αποκλειστικού νοσοκόμου και περιποιητού, επιπλέον αυτών που προσέφεραν στο πλαίσιο της σχέσης τους ως γονέων και τέκνου.
Επομένως για το χρονικό διάστημα από 14-4-2008 μέχρι 27-10-2011... που νοσηλευόταν στα ως άνω νοσηλευτικά ιδρύματα καθώς και μετά την έξοδο του από αυτά, ο ενάγων έχρηζε απόλυτης μέριμνας και φροντίδας, εφόσον ήταν σε κατάκλιση, με παραλυσία και αναπηρία άνω του 85%, πλην του διαστήματος, από 22-1-2008 έως 13-4-2008, κατά το οποίο νοσηλευόταν στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, όπου ήταν αδύνατη η πρόσβαση και παροχή υπηρεσιών εκ μέρους των γονέων του.
Οι υπηρεσίες αυτές αποτιμώνται στο ισοδύναμο της δαπάνης που θα κατέβαλε ο παθών(ενάγων) για απασχόληση, όπως είχε δικαίωμα, ατομικής βοηθού-μη εξειδικευμένης νοσοκόμας, όπως και οι γονείς του, η αμοιβή της οποίας ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των 30,00 ευρώ ημερησίως, το οποίο κρίνεται εύλογο από το δικαστήριο για την απασχόληση μη εξειδικευμένου νοσοκόμου.
Το συγκεκριμένο ποσό μπορεί να αξιώσει ο ανωτέρω παθών έστω και αν πράγματι δεν το κατέβαλε στους γονείς του, διότι η μη καταβολή αμοιβής στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να οδηγήσει σε ωφέλεια των υπόχρεων(εναγομένων)προς αποζημίωση και σε αποφυγή από αυτούς της σχετικής αποζημίωσης...
Συνεπώς, για την ανωτέρω αιτία, η ζημία του ενάγοντος ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 52.320,00 ευρώ[30 ευρώ ημερησίως Χ 1744 ημέρες(14/4/2008-21/1/2013)], το οποίο, όμως, πρέπει να περιορισθεί κατά το ποσοστό ευθύνης του ιδίου(παθόντος) για την επέλευση του ατυχήματος και τη σωματική του βλάβη(60%), δηλαδή κατά το ποσό των 31.392,00 ευρώ...
και να του επιδικασθεί το υπόλοιπο ποσό των 20.928,00 ευρώ..., δεκτού γενομένου, ως κατ' ουσίαν βασίμου, κατά ένα μέρος, του σχετικού αγωγικού κονδυλίου και απορριπτομένου τούτου ως προς το υπερβάλλον για το ίδιο χρονικό διάστημα, ως υπερβολικού και κατ' ουσίαν αβασίμου. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση, επεδίκασε υπέρ του ενάγοντος για την ανωτέρω αιτία, για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα (22-1-2008 έως 21-1-2013) το ποσό των 54.750,00 ευρώ, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει ο σχετικός λόγος της έφεσης των εκκαλούντων-εναγομένων να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος και να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο αντίστοιχος λόγος της έφεσης του εκκαλούντος-ενάγοντος, με τον οποίο ζητούσε την επιδίκαση ολόκληρου του αιτηθέντος ως άνω ποσού.
Εξάλλου σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν περί της παρούσας κατάστασης της υγείας του ενάγοντος, που είναι μόνιμη και διαρκής... το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων εξακολούθησε και εξακολουθεί να έχει ανάγκη από βοήθεια κατά την κατ' οίκον νοσηλεία του, ενόψει του ότι αδυνατεί να μετακινηθεί, να σταθεί όρθιος και να βαδίσει.
Έτσι, είναι απαραίτητο να κάνει χρήση των υπηρεσιών των γονέων του τουλάχιστον για χρονικό διάστημα πέντε ετών, ήτοι από 22-1-2013 έως 21-1-2018, υποβαλλόμενος, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο διάστημα αυτό, σε δαπάνη ανερχόμενη στο ποσό των 30,00 ευρώ ημερησίως και συνολικά στο ποσό των 54.750,00 ευρώ... που αποτελεί τη ζημία του, η οποία, όμως, πρέπει να περιορισθεί κατά το ποσοστό ευθύνης του ιδίου(παθόντος) για την επέλευση του ατυχήματος και τη σωματική του βλάβη(60%), δηλαδή κατά το ποσό των 32.850,00 ευρώ...
και να του επιδικασθεί το υπόλοιπο ποσό των 21.900,00 ευρώ... δεκτού γενομένου, ως κατ' ουσίαν βασίμου, κατά ένα μέρος, του σχετικού αγωγικού κονδυλίου και απορριπτομένου τούτου ως προς το υπερβάλλον για το ίδιο χρονικό διάστημα, ως υπερβολικού και κατ' ουσίαν αβασίμου. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση, επεδίκασε υπέρ του ενάγοντος, για την ανωτέρω αιτία, για το ίδιο χρονικό διάστημα, το ποσό των 54.750,00 ευρώ, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει ο σχετικός λόγος της έφεσης των εκκαλούντων-εναγομένων να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος και να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο αντίστοιχος λόγος της έφεσης του εκκαλούντος-ενάγοντος, με τον οποίο ζητούσε την επιδίκαση ολόκληρου του αιτηθέντος ως άνω ποσού...
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, κατά το χρόνο του ατυχήματος, εργαζόταν ως ναυτικός και ήταν ναυτολογημένος στο Ρ/Κ Λέων, ως μηχανικός Γ', με μηνιαίες μικτές αποδοχές, ποσού 2.400,51 ευρώ... Συνεπεία του ατυχήματος και της αναπηρίας του σε ποσοστό 85% εφ' όρου ζωής... ο ενάγων κατέστη ανίκανος για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, που θα παρείχε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είτε στην ίδια επιχείρηση είτε σε άλλη αντίστοιχη με αυτή, λαμβανομένης υπόψη και της παρασχεθείσας ειδικής επαγγελματικής του εκπαίδευσης, για το χρονικό διάστημα από 22-1-2008 έως 21-1-2013, ήτοι προ του χρόνου άσκησης της αγωγής ...
και από 22-1-2013 έως 21-1-2017 και από την εργασία του αυτή θα αποκέρδαινε μηνιαίως το ποσό των 1.500,00 ευρώ, που αντιστοιχεί στο σύνολο των μικτών αποδοχών... που θα ελάμβανε κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, οπότε και θα είχε εισοδήματα από την εργασία του αυτή, ύψους 90.000,00 ευρώ... για το διάστημα προ της άσκησης της αγωγής και 72.000,00 ευρώ...
για το διάστημα της μέλλουσας ζημίας του και συνολικά 162.000,00 ευρώ... Το ποσό αυτό υποχρεούνται να του καταβάλουν οι εναγόμενοι, μειωμένο περαιτέρω κατά ποσοστό 60%, ήτοι αντίστοιχα, κατά το ποσό των 54.000,00 ευρώ... και 43.200,00 ... και συνολικά 97.200,00 ευρώ... λόγω της συνυπαιτιότητάς του στην επέλευση του ατυχήματος και τη σωματική του βλάβη, δηλαδή τελικά πρέπει να του καταβάλουν προς αποζημίωσή του για το λόγο αυτό, αντίστοιχα, το ποσό των 36.000,00 ευρώ...
και 28.800, 00 ευρώ... και συνολικά 64.800,00 ευρώ... δεκτού γενομένου, ως κατ' ουσίαν βασίμου, κατά ένα μέρος, του σχετικού αγωγικού κονδυλίου και απορριπτομένου τούτου ως προς το υπερβάλλον για το ίδιο χρονικό διάστημα, ως υπερβολικού και κατ' ουσίαν αβασίμου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση, επεδίκασε υπέρ του ενάγοντος, για την ανωτέρω αιτία, το ποσό των 129.627,54 ευρώ, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει ο σχετικός λόγος της έφεσης των εκκαλούντων-εναγομένων να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος.
Για το αιτούμενο επιπλέον ποσό, ήτοι για την επιδίκαση απωλεσθέντων εισοδημάτων από 22-1-2017 έως 26-5-2044, ήτοι μέχρι τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας του, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως προώρως ασκηθείσα ενόψει των κατά την κοινή πείρα και τη λογική ευμετάβλητων οικονομικών και νομισματικών συνθηκών που καθιστούν και κατά πιθανολόγηση αδύνατο τον προσδιορισμό του ύψους της απώλειας των εισοδημάτων του ενάγοντος.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση, στην ίδια κρίση οδηγήθηκε και απέρριψε το σχετικό αγωγικό κονδύλιο, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει ο σχετικός λόγος της έφεσης του εκκαλούντος-ενάγοντος να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Για τα ανωτέρω ποσά της αποζημίωσης του ενάγοντος, 21.900,00 και 28.800,00 ευρώ, που αφορούν τη μελλοντική ζημία του (υπηρεσίες πλασματικής αποκλειστικής νοσοκόμου και απώλεια εισοδημάτων), αποδείχθηκε ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι για την εφάπαξ επιδίκασή τους σε κεφάλαιο, οι οποίοι συνίστανται στην ανάγκη εξασφάλισης σ' αυτόν σταθερού εισοδήματος προς βιοπορισμό, με την κατάλληλη αξιοποίηση του οφειλομένου από τους εναγόμενους χρηματικού ποσού αποζημίωσης, γι' αυτό και πρέπει να διαταχθεί η εφάπαξ καταβολή σ' αυτόν της ως άνω αποζημίωσης, όπως άλλωστε και ο ίδιος ζητεί με την αγωγή του....
Περαιτέρω... προέκυψε ότι από τις δυσμενείς επιπτώσεις που είχε ο σοβαρός τραυματισμός του ενάγοντος, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 32 ετών και κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, 41 ετών, στη σωματική και ψυχική υγεία του, υπέστη αυτός ηθική βλάβη και, επομένως, πρέπει, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, του βαθμού του πταίσματος των εναγομένων και του ίδιου(ενάγοντος), της πολύμηνης νοσηλείας του, της βαρύτητας του τραυματισμού του και της ηλικίας του, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, να επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 50.000 ευρώ...
Το ανωτέρω ποσό είναι εύλογο... ήτοι ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινομένης υπόθεσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας... δεκτού γενομένου εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμου του συναφούς αγωγικού κονδυλίου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση, στην ίδια κρίση οδηγήθηκε και επεδίκασε υπέρ του ενάγοντος, για την ως άνω αιτία το ίδιο ποσό, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει οι σχετικοί λόγοι της έφεσης των εκκαλούντων, ενάγοντος και εναγομένων, με τους οποίους ο πρώτος παραπονείται ζητώντας να γίνει καθ' ολοκληρίαν δεκτό το εν λόγω αίτημα του και οι δεύτεροι, παραπονούνται ζητώντας ν' απορριφθεί εξ ολοκλήρου αυτό, να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι...
Από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία, προέκυψε ότι εξαιτίας της σωματικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων από το ένδικο ατύχημα, κατέστη μονίμως ανάπηρος, αφού είναι τετραπληγικός και εμφανίζει υδροκεφαλία, αδυνατεί να βαδίσει, να περπατήσει και να σταθεί όρθιος. Η παραπάνω αναπηρία του είναι βέβαιο ότι θα επιδράσει στο οικονομικό και επαγγελματικό του μέλλον, αφού δεν θα μπορέσει να εργασθεί σε οποιοδήποτε επάγγελμα απαιτεί βάδιση ή και ορθοστασία, ειδικά δε αυτού του μηχανικού πλοίων, για το οποίο έχει πραγματοποιήσει σπουδές καθώς συνεπάγονται την σωματική του καταπόνηση αλλά και λόγω της τετραπληγίας και της υδροκεφαλίας και σε οποιοδήποτε επάγγελμα απαιτεί πνευματική καταπόνηση, με συνέπεια, δεδομένης και της μεγάλης δυσχέρειας για την ανεύρεση εργασίας, ακόμα και από απολύτως αρτιμελή και πνευματικά υγιή άτομα, να περιορίζονται σημαντικά οι επαγγελματικές του επιλογές και δυνατότητες, με σαφή και μεγάλο αντίκτυπο στη μελλοντική οικονομική του κατάσταση.
Ταυτόχρονα, η παραπάνω αναπηρία, αλλά και παραμόρφωση του ενάγοντος, περιορίζει τη δυνατότητα των κοινωνικών του συναναστροφών, με τη συμμετοχή του σε διάφορες δραστηριότητες, ενώ δυσχεραίνει και τις προοπτικές εξέλιξης της προσωπικής του ζωής με τη σύναψη γάμου. Επομένως, αφού αποδείχθηκε ότι η εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος αναπηρία του ενάγοντος επιδρά στο επαγγελματικό, οικονομικό, οικογενειακό και κοινωνικό μέλλον του, χωρίς να χρειάζεται να προκύπτει η πρόκληση συγκεκριμένης μελλοντικής περιουσιακής ζημίας, το Δικαστήριο...
κρίνει ότι πρέπει να του επιδικαστεί(πέρα από τη χρηματική ικανοποίηση που δικαιούται για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης),αφού ληφθεί υπόψη και η συνυπαιτιότητά του... στην πρόκληση της ζημίας και ιδιαίτερη κατά το άρθρο 931 ΑΚ αποζημίωση, το εύλογο ύψος της οποίας ανέρχεται σε 40.000,00 ευρώ, δεκτού γενομένου εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμου του συναφούς αγωγικού κονδυλίου.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση, επεδίκασε για την ίδια αιτία, υπέρ του ενάγοντος, το ποσό των 75.000,00 ευρώ, εσφαλμένα εφήρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει ο σχετικός λόγος της έφεσης των εκκαλούντων-εναγομένων να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος και να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο αντίστοιχος λόγος της έφεσης του εκκαλούντος-ενάγοντος, με τον οποίο ζητούσε την επιδίκαση ολόκληρου του αιτηθέντος ως άνω ποσού.
Συνεπώς, με βάση όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν, η ζημία του ενάγοντος, από τις προαναφερθείσες αιτίες, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 197.628,00 ευρώ (20.928 +21.900 +64.800 +50.000 +40.000)... οι εναγόμενοι ενέχονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον... έναντι του ενάγοντος και ειδικότερα ευθύνονται η πρώτη εναγομένη ως ανάδοχος του έργου κοινοπραξία που ασκεί εμπορική δραστηριότητα, ο δεύτερος εναγόμενος, ως μέλος κοινοπραξίας με την ευθύνη του μέλους της ομόρρυθμης εταιρείας, επιπρόσθετα δε και λόγω της υποχρέωσής του ως εκ της ιδιότητας του συντονιστή ασφαλείας και υγείας που του ανετέθη με το Σχέδιο Ασφάλειας και Υγείας (Σ.Α.Υ.) του έργου και η τρίτη εναγομένη ως μέλος κοινοπραξίας με την ευθύνη του μέλους της ομόρρυθμης εταιρείας.
Μετά ταύτα πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της, κατά ένα μέρος και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 197.628,00 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξόφλησης...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχτηκε τυπικά αμφότερες τις εφέσεις των διαδίκων, και τους πρόσθετους λόγους έφεσης των εκκαλούντων εναγομένων, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του εκκαλούντος-ενάγοντος και τους από 14-12-2017 και με αριθμ.
κατάθ. 22336-3550/15-12-2017 πρόσθετους λόγους της έφεσης των εκκαλούντων εναγομένων, ενώ δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση των εκκαλούντων εναγομένων και τους από 11-7-2017 και με αριθμ. κατάθ. 81/11-7-2017 πρόσθετους λόγους της ίδιας έφεσης των τελευταίων, κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή του αντιδίκου τους ενάγοντος την εξαφάνισε και επαναδικάζοντας την αγωγή δέχθηκε εν μέρει στη συνέχεια αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη, περιορίζοντας το ύψος των επιδικαζόμενων υπέρ του ενάγοντος απαιτήσεων, υποχρεώνοντας τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες-αναιρεσίβλητους, εις ολόκληρον και αλληλεγγύως έκαστος, να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα το προαναφερθέν συνολικό ποσό των 197.628,00 ευρώ, νομιμότοκα.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297,298, 914, 300, 330, 929,931,932 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων και πρώτη αναιρεσείουσα κοινοπραξία, της οποίας μέλη ήταν ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων και η τρίτη αναιρεσίβλητη και δεύτερη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, έπειτα από ανάθεση σ' αυτήν από την τότε Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Χαλκιδικής και ήδη Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, της εκτέλεσης του έργου, που αφορούσε στον εκσυγχρονισμό του ήδη υφιστάμενου λιμένα μικρών σκαφών της Νικήτης και απέβλεπε στη δημιουργία καταφυγίου-λιμένα μικρών σκαφών, παρέλειψε από αμέλεια, δια των αρμοδίων οργάνων της να λάβει τα προστατευτικά εκείνα μέτρα για την ασφαλή διέλευση των κινούμενων στο χώρο του εργοταξίου, και δη να έχει καθημερινή εποπτεία του χώρου ώστε να εντοπίσει τη δημιουργηθείσα μετά προηγηθείσα έντονη βροχόπτωση επικίνδυνη λακκούβα και είτε να έχει λάβει μέριμνα ώστε να την εξομαλύνει με αμμοχάλικο, είτε να τοποθετήσει διακριτικά σημεία γύρω από αυτή, ώστε να καταστήσει αντιληπτό σε οποιονδήποτε διήρχετο, τον κίνδυνο που ελλόχευε μία ενδεχόμενη διέλευση από αυτήν, με αποτέλεσμα ο αναιρεσείων- αναιρεσίβλητος, οδηγώντας τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του και κινούμενος με αυτή προς την έξοδο του λιμενοβραχίονα να επιχειρήσει να τη διασχίσει, αλλά να χάσει τον έλεγχο αυτής, να ανατραπεί και να προκληθεί το ένδικο ατύχημα με το σοβαρό τραυματισμό του οδηγού της, για το οποίο ατύχημα και τον βαρύ τραυματισμό του παθόντος, ωστόσο, ευθύνη βαρύνει και τον ίδιο, ο οποίος, επίσης, επέδειξε αμελή συμπεριφορά, δεχόμενο το Εφετείο ότι, παρότι αυτός, ενώ εισήλθε σε χώρο που απαγορευόταν η είσοδος στους μη έχοντες εργασία και άδεια της λιμενικής αρχής, τον οποίο δεν γνώριζε και κατά την είσοδό του είχε αντιληφθεί τις λακκούβες στο αντίθετο ρεύμα της οδού και γνώριζε πως η κατάσταση των ελαστικών της μοτοσικλέτας του δεν ήταν καλή(ήταν φθαρμένα) και ότι λόγω των καιρικών συνθηκών (έντονη βροχόπτωση) υπήρχε ολισθηρότητα στον χωμάτινο δρόμο (λόγω της λάσπης), δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του κατά την οδήγηση του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαραίτητους χειρισμούς και δεν ρύθμισε την ταχύτητά του στο ελάχιστο δυνατό λόγω και των ως άνω επικρατουσών συνθηκών, προκειμένου είτε να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τ' αριστερά για να αποφύγει την επικίνδυνη αυτή λακκούβα, είτε να μειώσει την ταχύτητά του στο ελάχιστο και να τη διανύσει σχεδόν με μηδενική ταχύτητα ώστε να εκμηδενίσει άλλως να ελαχιστοποιήσει τους ενδεχόμενους κινδύνους που αυτή ελλόχευε, αλλά και επειδή οδηγούσε χωρίς να φορεί προστατευτικό κράνος, θεμελιώνουν υπαίτια συμπεριφορά για την οποία ευθύνονται αμφότερα τα διάδικα μέρη, που συνεπάγεται αφενός την υποχρέωση της εκτελούσας το έργο αναδόχου κοινοπραξίας, λειτουργούσας ως "εν τοις πράγμασι" ομόρρυθμης εταιρείας, και των μελών αυτής ως ομορρύθμων μελών της, επιπρόσθετα δε και του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων με την αποδειχθείσα ιδιότητά του ως υπευθύνου συντονιστή ασφαλείας και υγείας που του είχε ανατεθεί με το Σχέδιο Ασφάλειας και Υγείας (Σ.Α.Υ.) του έργου, να αποκαταστήσουν την περιουσιακή θετική και αποθετική (μελλοντική), αποδειχθείσα και μετά βεβαιότητας ως πιθανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ζημία του παθόντος, και να τον αποζημιώσουν κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητάς τους που δέχθηκε ότι τους βάρυνε, υποχρεώνοντάς τους να του καταβάλουν, επιπλέον, χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης, και για την προαναφερθείσα παράνομη, αμελή και ζημιογόνο συμπεριφορά τους, αφετέρου τη μείωση των διεκδικούμενων αξιώσεων του συνυπαίτιου παθόντος, κατά το αντίστοιχο ποσοστό συνυπαιτιότητας που βάρυνε τον ίδιο και δέχθηκε το Εφετείο, τόσο ως προς την επέλευση του ατυχήματος, όσο και ως προς τη βαρύτητα του εξ αυτού προκληθέντος τραυματισμού του.
Δικαιολογούν δε την εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, στις οποίες ορθά υπήχθησαν από το Εφετείο τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά. Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν, ο μεν αναιρεσείων της από 28.04.2021 αίτησης αναίρεσης με τα αντίστοιχα σκέλη των πρώτου και δεύτερου λόγων του αναιρετηρίου του, οι δε αναιρεσείουσες της από 17.06.2021 αντίθετης αίτησης αναίρεσης, με το αντίστοιχο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης του δικού τους αναιρετηρίου, με τα οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.
Περαιτέρω με βάση τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που δικαιολογούν το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 298,300,330,914 και 929 ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι, της από 28.04.2021 αίτησης αναίρεσης, κατά τα αντίστοιχα σκέλη τους από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος. Επίσης, σημειώνεται, ότι δεν είναι ελλιπής η αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, όσον αφορά τον υπολογισμό του κονδυλίου αποζημίωσης του παθόντος αναιρεσείοντος από την αποστέρηση των προσόδων της εργασίας του, συνεπεία του τραυματισμού του, εκτιμωμένων και υπολογιζομένων προς 1.500 ευρώ μηνιαίως, αντί του μηνιαίου ποσού των 2.400,51 ευρώ, που δέχθηκε ότι ελάμβανε προ του ατυχήματος εργαζόμενος ως ναυτικός, ναυτολογημένος στο Ρ/Κ Λέων με την ειδικότητα του μηχανικού Γ', καθόσον το Εφετείο το μεν αναφέρει ότι το τελευταίο ποσό αποτελεί τις μικτές του αποδοχές, το δε ότι δεν αποτελεί αναμφισβήτητα το μόνιμο και σταθερό εισόδημα που θα ελάμβανε μελλοντικά εργαζόμενος αποκλειστικά στον ίδιο εργοδότη, δοθέντος ότι δέχεται ότι το ανωτέρω ποσό των 1.500 ευρώ είναι αυτό που, τελικά, θα αποκέρδαινε, μελλοντικά από την άσκηση του ίδιου επαγγέλματος, που θα παρείχε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είτε στην ίδια επιχείρηση είτε σε άλλη αντίστοιχη με αυτή.
Επομένως και ο τρίτος λόγος της από 28.04.2021 αίτησης αναίρεσης, εκτιμώμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος. Οι ίδιοι ως άνω λόγοι της από 28.04.2021 αίτησης αναίρεσης, κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους, και ειδικότερα ως προς το καταλογιζόμενο ποσοστό συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος παθόντος και ως προς την εσφαλμένη μείωση των ποσών αποζημίωσης που του επιδικάστηκαν για κάθε μία εκ των αξιώσεών του για τις περιουσιακές του ζημίες (θετικές και αποθετικές), είναι απαράδεκτοι, καθόσον με αυτές πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Εφετείου, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω, με τα αντίστοιχα σκέλη των τέταρτου και πέμπτου λόγων της κρινόμενης από 28.04.2021 αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις με βάση τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 931 και 932 ΑΚ, αντίστοιχα, τις οποίες εφήρμοσε εσφαλμένα, μη λαμβάνοντας υπ' όψη του την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγµατος) και επιδίκασε δυσανάλογα μικρού ύψους αφενός πρόσθετη αποζημίωση για την αναπηρία του, και αφετέρου, χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από ένδικο ατύχημα, σε σχέση με τα υψηλότερα ποσά που ισχυρίζεται ότι εδικαιούτο, με βάση, κυρίως, την ηλικία του και το μόνιμο χαρακτήρα της αναπηρίας του.
Με την προαναφερθείσα κρίση του, ωστόσο, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την οφειλόμενη, κατά το άρθρο 931 ΑΚ, πρόσθετη αποζημίωση στο προαναφερόμενο ποσό των σαράντα χιλιάδων(40.000) ευρώ, και τη χρηματική ικανοποίησή του, λόγω της προξενηθείσας ηθικής βλάβης, στο προαναφερόμενο ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 931 και 932 ΑΚ και την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, λαμβανομένου υπόψη και του σημαντικού βαθμού συνυπαιτιότητάς του στην επέλευση του ατυχήματος και της βαρύτητας του τραυματισμού του εξ αυτού, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, είναι εύλογα και δεν υστερούν και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις οφειλής σχετικής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτών.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι προαναφερθέντες τέταρτος και πέμπτος, κατά το πρώτο τους σκέλος, βασιζόμενοι στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αναίρεσης. Τέλος, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, μη απαιτουμένης της παραθέσεως και άλλων, αλλά και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή ή μη των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 931 και 932 του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Επομένως και, κατά τα αντίστοιχα σκέλη τους, οι ως άνω τέταρτος και πέμπτος λόγοι του εν λόγω αναιρετηρίου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνονται αβάσιμοι. Κατά δε τις λοιπές αιτιάσεις τους οι ίδιοι ως άνω λόγοι, καθό μέρος με τα αντίστοιχα σκέλη τους, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτοι.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει(ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμίας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων(ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών(ΑΠ 1120/2007), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λ.π., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421- 425/2009).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τους τρίτο, πέμπτο και έκτο λόγους της από 17.06.2021 αιτήσεως αναίρεσης των αναιρεσειουσών, αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες συνίστανται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από τις ήδη αναιρεσείουσες στα δικαστήρια της ουσίας και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του, τους ισχυρισμούς τους, προς αντίκρουση της εξ αδικοπραξίας βάσης της αγωγής του αναιρεσίβλητου, που τέλεσαν σε βάρος του και συγκεκριμένα που αφορούν κυρίως στον ισχυρισμό τους περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του τελευταίου στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, άλλως στον ισχυρισμό τους περί θεμελίωσης συντρέχοντος πταίσματος του εν λόγω παθόντος αναιρεσίβλητου στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος του προκληθέντος ατυχήματος κατά την οδήγηση της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του, κατά ποσοστό 99%, καθώς, επίσης, και τους ισχυρισμούς τους περί επιδίκασης υπερβολικού ύψους χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της ηθικής του βλάβης, και περί έλλειψης οποιασδήποτε αδικοπρακτικής τους ευθύνης προς αποζημίωση αυτού (αναιρεσίβλητου), αλλά απόδοσης πλήρους ευθύνης στον ομόδικό τους στα δικαστήρια της ουσίας(ήδη δεύτερο των αναιρεσιβλήτων στην από 28.04.2021 αίτηση αναίρεσης και μη έχοντος ασκήσει ο ίδιος αίτηση αναίρεσης) Γ.
Κ., υπό την ιδιότητά του ως μηχανικού ασφαλείας του έργου και υπεύθυνου για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας στο εν λόγω έργο. Οι λόγοι, όμως, αυτοί αναίρεσης, με βάση τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, κατά μεν το σκέλος του τρίτου λόγου, που αφορά τον ισχυρισμό των αναιρεσειουσών περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσίβλητου στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και του εξ αυτού προκληθέντος τραυματισμού του, τον πέμπτο λόγο, που αφορά παράπονο περί επιδίκασης υπερβολικού ύψους χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της ηθικής βλάβης του παθόντος, και τον έκτο λόγο, που αφορά ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών περί έλλειψης οποιασδήποτε αδικοπρακτικής τους ευθύνης προς αποζημίωση του αντιδίκου τους αναιρεσίβλητου, και απόδοσης πλήρους ευθύνης προς αποζημίωση στον ομόδικό τους στα δικαστήρια της ουσίας Γ.
Κ., είναι απαράδεκτοι, και ως εκ τούτου απορριπτέοι, καθόσον οι επικαλούμενοι ως άνω ισχυρισμοί πλην του ισχυρισμού περί συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού ο μεν ισχυρισμός περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, οι δε λοιποί ισχυρισμοί, αποτελούν απλώς αρνητικούς ισχυρισμούς των εν λόγω αναιρεσειουσών εναγομένων προς αντίκρουση της ένδικης αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου ενάγοντος, ενώ ο μεν τρίτος λόγος, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, με το οποίο αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν έλαβε υπόψη της τη νομίμως προβληθείσα ένσταση συντρέχοντος πταίσματος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος του ίδιου του ενάγοντος, και δη κατά ποσοστό 99%, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως προεκτέθηκε, προκύπτει σαφώς ότι η επικαλούμενη ένσταση ελήφθη υπόψη και έγινε εν μέρει δεκτή από το Εφετείο, κατ' ουσία, κρίνοντας συνυπαίτιο τον ενάγοντα αναιρεσίβλητο τόσο για την επέλευση του ατυχήματος, όσο και για τον τραυματισμό του, κατά ποσοστό 60%.
Κατά δε τα λοιπά και καθό μέρος με τους παραπάνω λόγους, υπό την επίκληση των ανωτέρω παραβιάσεων, πλήττεται η ουσιαστική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο(άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), οι λόγοι αυτοί τυγχάνουν απαράδεκτοι. Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους αμφότερες οι αιτήσεις αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε από εκάστη πλευρά των αναιρεσειόντων για την άσκηση της δικής της αίτησης αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).
Επίσης πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ.106,176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις από 28.04.2021 και 17.06.2021 αντίθετες αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 112/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αμφότερες.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα Γ. Κ. του Θ., για την άσκηση της από 28.04.2021 αίτησης αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον ως άνω αναιρεσείοντα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει, συνολικά, στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε από τις αναιρεσείουσες Κοινοπραξία με την επωνυμία "..." και ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", για την άσκηση της αντίθετης από 17.06.2021 αίτησης αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις ως άνω αναιρεσείουσες να πληρώσουν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ