Legislator Case Law & Legislation
303/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil court award for mental distress damages in traffic accident case.

Case Number 303/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a final judgment awarding them mental distress damages following a traffic accident. The appellants argued the award was disproportionate and exceeded judicial discretion, while the appellees contended the amount was reasonable based on established practice. The court ruled that the awarded sum did not violate the principle of proportionality and fell within the court's discretionary limits, thus rejecting the appeal as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 566, 564, 577, 559, 932 of the Code of Civil Procedure and Articles 176, 180, 183, 189, 191, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a civil court's award for mental distress damages is inadmissible if the amount does not violate the principle of proportionality and remains within the bounds of judicial discretion.

Keywords

AI generated
mental distress damages traffic accident liability judicial discretion principle of proportionality civil appeal procedure mental suffering compensation discretionary limits

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 566, 564 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 932 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 20/05
AP 69/16
1454/14
115/12
1221/12
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 303 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 303/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)….. και 10)… , κατοίκων ... Ηλείας, ατομικά καθένας για τον εαυτό του και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων, κατά το 1/10 καθένας, εξ αδιαιρέτου, της αρχικής ενάγουσας και ήδη αποβιωσάσης στις 3-8-2015 Μ. χας Ν. Π., το γένος Λ. Α., εκ των οποίων η 5η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Κρίκο και οι 1ος, 2ος, 3ος, 4η, 6η, 7η, 8ος, 9ος και 10ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Κρίκο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. του Λ., κατοίκου ... Ηλείας και 2) ανώνυμης ελληνικής εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σταυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2010 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 14-9-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και της ήδη αποβιωσάσης Μ. χας Ν. Π.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2409/2013 μη οριστική και 1059/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3832/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-10-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 10-10-2019 (αριθμ. καταθ. 1117/2019) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3832/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556, 558, 566 παρ. 1, 564 παρ.3 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ Ολομ. 10/2017, 9/2015).

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο-παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 747/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ, επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον του υπό έρευνα λόγο αναίρεσης μέρος της, τα εξής: "Στις 10-8-2010 και περί ώρα 10.30 περίπου, στην 75,200 χιλιομετρική θέση της Ν.Ε.Ο.

Πατρών - Πύργου και στο ρεύμα αυτής που οδηγεί προς Πάτρα, έλαβε χώρα σύγκρουση, μεταξύ του με αρ. κυκλ. ΗΑΜ - 4343 Ι.Χ.Ε αυ/του, που οδηγούσε ο ενάγων της πρώτης αγωγής και πρώτος εναγόμενος της δεύτερης αγωγής Δ. Κ. και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην δεύτερη εναγόμενη της δεύτερης αγωγής ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ και του με αρ.

κυκλ. ΗΑΙ - 0798 τρίκυκλο (τετράκυκλο) όχημα, τύπου "γουρούνα", που οδηγούσε ο Χ. Π., υιός της πρώτης ενάγουσας και αδελφός των λοιπών εναγόντων της δεύτερης αγωγής και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην εναγόμενη της πρώτης αγωγής, ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ..., η άδεια λειτουργίας της οποίας ανακλήθηκε και στην θέση της υπεισήλθε το ν.π.ι.δ., με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ.

Η παραπάνω σύγκρουση έλαβε χώρα κάτω από τις ακόλουθες συνθήκες: η ανωτέρω οδός στο σημείο που έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή στον άξονα της οδού, με πλάτος οδοστρώματος στο ρεύμα πορείας προς Πάτρα 3,80 μέτρα και ασφάλτινο έρεισμα πλάτους 2,20 μέτρων και πέραν αυτού χωμάτινο πρανές πλάτους 4,10 μέτρων και στο ρεύμα πορείας προς Πύργο 3,90 μέτρα, με ασφάλτινο έρεισμα πλάτους 2,20 μέτρα.

Η οδός είναι ευθεία, η άσφαλτος ήταν πεπατημένη και ξηρά, επικρατούσε καλοκαιρία και η ορατότητα δεν περιοριζόταν, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας για τους οδηγούς που κινούντο σ'αυτή, είναι αυτό των 90χ/ωρα. Ο οδηγός Κ., εκινείτο επί της προαναφερομένης οδού με κατεύθυνση, προς Πάτρα. Ο οδηγός του τρίκυκλου, Χ.

Π. που εκινείτο και αυτός με κατεύθυνση προς Πάτρα, είχε σταθμεύσει προσωρινά το ανωτέρω όχημά του στο ευρισκόμενο στο ανωτέρω σημείο χωμάτινο πρανές, στα δεξιά της οδού σε σχέση με την πορεία αμφοτέρων των οχημάτων. Κατά τον προαναφερόμενο χρόνο, από την παραπάνω θέση ο οδηγός του τρικύκλου, χωρίς να ειδοποιήσει προς τούτο, άρχισε να διασχίζει κάθετα το οδόστρωμα του ρεύματος πορείας της ανωτέρω οδού, που οδηγεί προς Πάτρα, με σκοπό, αφού διέλθει αυτό να κατευθυνθεί στη συνέχεια στο αντίθετο της ανωτέρω οδού ρεύμα κυκλοφορίας που οδηγεί προς Πύργο.

Κατά την κίνηση του αυτή, ο οδηγός Π., ελέγχοντας την κίνηση των οχημάτων που εκινούντο στην παραπάνω οδό με κατεύθυνση προς Πάτρα, προφανώς αντελήφθη την κίνηση του αυτ/του του οδηγού Κ., λόγω της ευθείας που υπήρχε εκεί και του μη περιορισμού της ορατότητας του το οποίο τη στιγμή εκείνη βρισκόταν σε απόσταση 80 περίπου μέτρων.

Εκτίμησε όμως λαθεμένα την ταχύτητα αυτού και πιστεύοντας ότι προλαβαίνει να διέλθει το επίδικο οδόστρωμα, άρχισε να διασχίζει κάθετα αυτό. Την στιγμή όμως αυτή, το επίδικο σημείο προσέγγισε ο οδηγός Κ., που εκινείτο όπως προαναφέρθηκε στο ρεύμα πορείας που οδηγεί προς Πάτρα. Ο τελευταίος, κινούμενος με ταχύτητα 140 περίπου χ/ω, ήτοι κατά πολύ ανώτερη του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας, αντελήφθη την ως άνω κίνηση του τρικύκλου από απόσταση 80 μέτρων περίπου, πλην όμως, λόγω της υπερβολικής ταχύτητας με την οποία εκινείτο δεν κατάφερε να ακινητοποιήσει το όχημά του, ενήργησε βέβαια αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά επειδή όμως ο οδηγός του τρικύκλου συνέχισε την πορεία του, προσέκρουσε με την εμπρόσθια δεξιά γωνία του αυτ/του του, στην εμπρόσθια αριστερή γωνία του τρικύκλου, το οποίο έκανε περιστροφή και προσέκρουσε με τον οπίσθιο αριστερό τροχό του στο δεξιό πλευρικό μέρος του αυτ/του και στη συνέχεια εκτινάχτηκε προς το εμπρόσθιο και δεξιό μέρος του, εκτράπηκε δε προς τα δεξιά και κατέληξε σε χάνδακα ευρισκόμενο πέραν του χωμάτινου πρανούς, ενώ ο οδηγός αυτού Χ.

Π. αρχικά επέπεσε στο παρμπρίζ του αυτ/του και στην συνέχεια εκτινάχτηκε σε απόσταση 12,30 μέτρων στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προς Πύργο. Το δε αυτ/το του οδηγού Κ. λόγω της πρόσκρουσης υπέστη φθορές στο ελαστικό του δεξιού τροχού, ένα τμήμα του οποίου απεκόπη και μπλοκάρησε ο δεξιός τροχός, με αποτέλεσμα να εκτραπεί προς τα αριστερά και με τον τροχό σε εμπλοκή αφού διήνυσε απόσταση 27,20 μέτρων εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας του και κατέληξε στο ασφάλτινο έρεισμα.

Αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν η πρόκληση εκτεταμένων υλικών ζημιών σε αμφότερα τα εμπλακέντα οχήματα και ο βαρύτατος τραυματισμός του οδηγού του τρικύκλου, ο οποίος υπέστη βαρύτατες κακώσεις κεφαλής και αυχένος, εκ των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός του. Η σύγκρουση των δύο ανωτέρω οχημάτων έλαβε χώρα εντός του ρεύματος πορείας προς Πάτρα και σε απόσταση 0,90 μ.

περίπου από την διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας γραμμή. Σημειωτέον ότι ο οδηγός Κ. καταδικάστηκε αμετάκλητα για την προκληθείσα σε βάρος του Χ. Π. ανθρωποκτονία εξ αμελείας σε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών, με την με αρ. 747/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αμαλιάδας, πλην όμως συνυπολογίστηκε στην ως άνω κρίση και το μεγάλο ποσοστό συνυπαιτιότητας του ίδιου του θανόντος.

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η επίδικη σύγκρουση, οφείλεται κυρίως σε υπαιτιότητα του οδηγού του τρικύκλου Χ. Π., ο οποίος, οδηγώντας το όχημά του, χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, επιχείρησε αιφνίδια ελιγμό κάθετα προς τα αριστερά, προκειμένου να κατευθυνθεί στην αντίθετη κατεύθυνση της ανωτέρω οδού, χωρίς να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεση του αυτή με τη χρησιμοποίηση του αντίστοιχου δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης.

Επιπλέον, εάν και είχε την πρόθεση να ενεργήσει ελιγμό προς τα αριστερά δεν βεβαιώθηκε ότι μπορούσε να το πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού οι οποίοι κινούνταν πίσω και αριστερά του, όπως ο ανωτέρω οδηγός του αυτ/του Κ., λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά του, αλλά εντελώς αιφνιδιαστικά εισήλθε στην πορεία του, κατά παράβαση συνδεόμενη αιτιωδώς με το ατύχημα των διατάξεων των άρθρων 12 παρ 1,19 παρ 1 και 23 παρ 2 ΚΟΚ.

Ποσοστό συνυπαιτιότητας όμως στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος βαρύνει και τον οδηγό του αυτ/του, ο οποίος εκινείτο στην παραπάνω οδό με κατά πολύ ανώτερη του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητα με συνέπεια, να μην δυνηθεί να ακινητοποιήσει το όχημά του, παρότι αντελήφθη από ικανή απόσταση την ως άνω παράνομη κίνηση του οδηγού Π.

και να μην αποφευχθεί η επί δίκη σύγκρουση. Η βαρύνουσα καθένα των ανωτέρω οδηγών συνυπαιτιότητα ανέρχεται σε ποσοστό 70% για τον οδηγό του τρικύκλου και 30% για τον οδηγό του αυτ/του. Πρέπει κατά συνέπεια να γίνει εν μέρει δεκτή κατά το ανωτέρω ποσοστό η προταθείσα παραδεκτά στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και νομίμως επαναφερόμενη στην παρούσα δίκη από το εναγόμενο της πρώτης των ανωτέρω αγωγών, ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος της ιδίας αγωγής στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος και η προταθείσα παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και νομίμως επαναφερόμενη στην παρούσα δίκη, από τους εναγόμενους της δεύτερης των ανωτέρω αγωγής, ένσταση συνυπαιτιότητας του ανωτέρω θανόντος συγγενούς των εναγόντων της ιδίας αγωγής στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος...

Αποδείχτηκε ακόμη ότι ο ανωτέρω οδηγός του τρικύκλου χωρίς κουβούκλιο οχήματος Χ. Π., δεν φορούσε στην κεφαλή του προστατευτικό κράνος, κατά παράβαση της δίατάξεως του άρθρου 12 παρ.6 του. ΚΟΚ. Οι ανωτέρω σοβαρές σωματικές κακώσεις του θανατωθέντος, που επικεντρώνονται στην κεφαλή (βαριές κακώσεις κεφαλής και αυχένος), θα αποφεύγονταν ή θα ήταν σαφώς ελαφρότερες με τη χρήση του προστατευτικού κράνους.

Υπάρχει δε αιτιώδης συνάφεια, μεταξύ της εκ μέρους του θανόντος παράλειψης χρήσης του προστατευτικού κράνους και του θανάσιμου τραυματισμού του, εφόσον σοβαρές βλάβες εντοπίζονται στην κεφαλή αυτού.

Συνεπώς η προβληθείσα παραδεκτά πρωτοδίκως και νομίμως επαναφερόμενη με σχετικό λόγο εφέσεως, ένσταση των εναγομένων της δεύτερης των ανωτέρω αγωγής περί συντρέχουσας αμέλειας του θανόντος στην έκταση της ζημίας του για το λόγο ότι δεν έφερε προστατευτικό κράνος, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη για ποσοστό 25%...

Όπως προαναφέρθηκε από το επίδικο ατύχημα τραυματίστηκε θανάσιμα ο οδηγός του τρικύκλου Χ. Π., υιός της πρώτης ενάγουσας της δεύτερης των ανωτέρω αγωγής και αδελφός των λοιπών εναγόντων της ιδίας αγωγής, ηλικίας κατά τον χρόνο του ατυχήματος 43 ετών. Ο ανωτέρω δεν άφησε διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την μητέρα του -πρώτη ενάγουσα της δεύτερης αγωγής και τα αδέλφια του- λοιποί ενάγοντες της ιδίας αγωγής.

Στην συνέχεια απεβίωσε και η αρχικώς πρώτη ενάγουσα, όπως προαναφέρθηκε και οι λοιποί ενάγοντες δήλωσαν την συνέχιση της δίκης γι'αυτή, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, ιδιότητα την οποία δεν αμφισβητούν οι εναγόμενοι. [......]. Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο αποβιώσας στο ένδικο ατύχημα ανωτέρω συγγενής των εναγόντων Χ.

Π., ήταν, κατά τον χρόνο του θανάτου του, 43 ετών και είχε ιδιαίτερους ισχυρούς δεσμούς αγάπης, στοργής και αφοσίωσης τόσο με την πρώτη ενάγουσα μητέρα του, με την οποία συγκατοικούσε αλλά και με τους λοιπούς ενάγοντες αδέλφια του. Μετά τον αιφνίδιο θάνατό του με τον παραπάνω τρόπο, τα ανωτέρω πρόσωπα υπέστησαν βαθύ πόνο, έντονη θλίψη και ψυχική οδύνη, προς απάμβλυνση της οποίας αυτά δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση.

Επομένως, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα ο θάνατος του Χ. Π., τον βαθμό υπαιτιότητας του υπαιτίου πρώτου εναγομένου οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, την συντρέχουσα και σε μεγάλο ποσοστό αμέλεια του θανόντος στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, την συντρέχουσα υπαιτιότητά του στην έκταση της ζημίας του, την ηλικία του θανόντος, το είδος της προσβολής και το ισχυρό σοκ που δέχθηκαν τα, ως άνω, συγγενικά του πρόσωπα, τη διάρκεια, την ένταση και το μέγεθος της θλίψης και του ψυχικού άλγους που δοκίμασαν αυτά, το βαθμό συγγένειας και τον συναισθηματικό δεσμό εκάστου- με τον θανόντα, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, κρίνει ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση των, ως άνω, εναγόντων πρέπει να καθοριστεί αντίστοιχα, στο ύψος των 10.000 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα μητέρα του, το οποίο θα επιμεριστεί στους λοιπούς δέκα ενάγοντες και στο ποσό των 5.000 ευρώ, για κάθε ένα των λοιπών εναγόντων αδελφών του... [....]".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτές τις συνεκδικασθείσες αντίθετες εφέσεις κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 1059/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του οδηγού του αυτοκινήτου Δ. Κ. και είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή των συγγενών του οδηγού του τρικύκλου Χ.

Π., και την οποία (απόφαση) εξαφάνισε και στη συνέχεια κρατώντας και δικάζοντας κατ'ουσίαν την υπόθεση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των αναιρεσειόντων συγγενών του οδηγού του τρικύκλου Χ. Π., επιδικάζοντας τους τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα ποσά. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, λόγω ψυχικής οδύνης, στα παραπάνω ποσά δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την συνείδηση για το δίκαιο, δεν υστερούν, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως.

Επομένως, ο σχετικός, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττομένη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του 932 του Α.Κ., τους επιδίκασε, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, από τον θάνατο του οικείου τους Χ.

Π., τα ποσά αυτά, τα οποία, όμως, είναι δυσανάλογα μικρά σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο δεύτερος εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ επικαλούμενος από τους αναιρεσείοντες λόγος, αφού δεν αναφέρουν το κατά την εκδοχή τους ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας και δεν εξειδικεύεται στο αναιρετήριο αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, ή ανεπαρκή ή αντιφατική αιτιολογία, και στις τελευταίες περιπτώσεις ποια αναγκαία στοιχεία για την επάρκεια της λείπουν ή σε τι συνίσταται η αντίφαση, όπως απαιτείται για το ορισμένο και εντεύθεν παραδεκτό του λόγου αυτού (ΟλΑΠ 20/05, Απ 69/16, 1454/14, 115/12, 1221/12).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ β) εδ. δ του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.10.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1117/2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3832/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ