Legislator Case Law & Legislation
303/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence review grounds, ruling lower court properly considered all submitted proof.

Case Number 303/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding a mandate contract dispute. The appellant argued the lower court failed to consider specific evidence, but the court found the appellate court had properly evaluated all submitted documents, including extrajudicial admissions. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the opposing parties' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c), 561(1) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the lower court failed to consider evidence presented by the parties, and the appellate court's decision is valid if it is evident from the whole judgment that all relevant evidence was duly taken into account.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence review mandate contract unjust enrichment legal costs appellate court civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 335, 338-340 and 346 of the Code of Civil Procedure
Article 352(2) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 495(3), 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1633/2009

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 303 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 303/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας Α. συζ. Κ. Μ., κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Στυλιανό Σταματόπουλο και Δημήτριο Κουκουράκη.

Των αναιρεσιβλήτων: α) Π. Π. Λ., β) Ε. συζ. Π. Λ., κατοίκων ..., γ) Χ. Π. Μ., κατοίκου ... και δ) Α. Π. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παναγιώτα Χαλκίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2015 αγωγή της αναιρεσείουσας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 265/2017 του παραπάνω Δικαστηρίου και 5236/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 11-12-2018 αίτησή της. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Κατά την εκδίκαση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν της αναιρεσείουσας την παραδοχή και των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική τους δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 5236/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 265/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, απερρίφθη αγωγή λογοδοσίας κλπ της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων, η οποία, ως προς το κύριο αίτημα λογοδοσίας, είχε γίνει δεκτή με την πρωτοβάθμια απόφαση, λόγω ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

1. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/2009).

Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008).

Όπως προαναφέρθηκε, για να ιδρυθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, θα πρέπει ο ισχυρισμός, τον οποίο αφορά το αποδεικτικό μέσο, να ασκεί ουσιώδη επίδοση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 335 ΚΠολΔ, αφού μόνο ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002). Δεν ιδρύεται, όμως, ο παραπάνω λόγος, αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε μεν υπόψη του το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, πλην δεν το υιοθέτησε, διότι έκρινε πειστικότερα άλλα, αντίθετα προς αυτό, αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είνα όχι κάθε ομολογία, αλλά εκείνη που γίνεται ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, με σκοπό αποδοχής του και είναι σαφής και ορισμένη, ενώ κάθε άλλη ομολογία, όπως και εκείνη που έγινε στα πλαίσια άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο. (ΑΠ 137/2012).

Η αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη εξώδικη ομολογία απορρίπτεται ως αβάσιμη, αν από την απόφαση προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται, κατά τον αναιρεσείοντα, η ομολογία (AΠ 1456/2009).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ήτοι ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δεν έλαβε υπόψη του, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για μη ύπαρξη μεταξύ των αντιδίκων της σχέσης εντολής που είχε επικαλεσθεί η αναιρεσείουσα με την αγωγή της αναφορικά με την υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων για παροχή λογοδοσίας σε αυτή, αφενός μεν τα παρακάτω έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, αφετέρου δε τη δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων που περιέχεται στα έγγραφα αυτά και, συγκεκριμένα:

α) την 70732/1968/2014 αγωγή των δυο τελευταίων και του πρώτου αναιρεσιβλήτων κατά του συζύγου της αναιρεσείουσας, στην οποία ομολογούν, ότι "σε αρκετές περιπτώσεις, ιδίως στην διανομή μεταξύ μας των εισπραττομένων μισθωμάτων από καταστήματα που ανήκαν στην εταιρεία, το ταμείο κρατούσε ο τρίτος από εμάς", β) τις από 17-9-2013 προτάσεις, την από 20-9-2013 προσθήκη - αντίκρουση και την από 18-10-2013 αξιολόγηση μαρτυρικών καταθέσεων των ανωτέρω, με τις οποίες ομολογούν, ότι "τα εισπραττόμενα μισθώματα από ακίνητα που ανήκαν στην εταιρεία, το ταμείο κρατούσε ο δ'", γ) τις από 10-12-2014 προτάσεις των ανωτέρω στο Εφετείο Αθηνών για την απόκρουση έφεσης του συζύγου της αναιρεσείουσας, με τις οποίες ομολογούν, ότι "των εισπραττομένων μισθωμάτων από καταστήματα που ανήκαν στην εταιρεία, το ταμείο κρατούσε ο γ'", δ) την από 20-10-2015 έφεση των δυο τελευταίων και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων κατά της 5186/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του συζύγου της αναιρεσείουσας, με την οποία ομολογούν, ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη "ασχολείτο κυρίως με τα θέματα που αφορούσαν τις εκμισθώσεις των ακινήτων της εταιρείας", ε) τις από 22-10-2015 προτάσεις της δεύτερης αναιρεσίβλητης κατά του συζύγου της αναιρεσείουσας, με τις οποίες ομολογεί, ότι "ασχολούμουν κυρίως με τα θέματα που αφορούσαν τις εισπράξεις ενοικίων των εκμισθωμένων ακινήτων της εταιρείας", στ) το από 12-5-2014 υπόμνημα του τρίτου αναιρεσιβλήτου στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με το οποίο ομολογεί, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος "κατόπιν σχετικής εντολής και εξουσιοδότησής μας και ενεργών ταυτόχρονα και για λογαριασμό του ως συγκύριος εισέπραττε όλα τα μισθώματα των άνω αδιανεμήτων ακινήτων", ζ) την 3880/2014 ένορκη βεβαίωση του τρίτου αναιρεσιβλήτου στη συμβολαιογράφο ...

Σ. Φ., για την υποστήριξη της αναφερόμενης μήνυσης, με την οποία ομολογεί ότι "από τη στιγμή της μισθώσεως των ιδιοκτησιών αυτών, τα μισθώματα στο σύνολό τους και όχι για κάθε ιδιοκτησία ξεχωριστά, τα εισέπραττε ο πρώτος αναιρεσίβλητος και μετά γινόταν μεταξύ μας διανομή", η) την 6421/2015 ένορκη βεβαίωση του τετάρτου αναιρεσιβλήτου στην Ειρηνοδίκη Αθηνών, για την αντίκρουση αγωγής του συζύγου της αναιρεσείουσας, με την οποία ομολογεί, ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη "ασχολείτο με τα ενοίκια που εισπράτταμε από τα ακίνητα της εταιρείας" και θ) την 2718/2013 ένορκη βεβαίωση του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην Ειρηνοδίκη Αθηνών, για την αντίκρουση αγωγής του συζύγου της αναιρεσείουσας, με την οποία ομολογεί, ότι "εισπράτταμε τα μισθώματα των εν λόγω αδιάθετων ιδιοκτησιών και εγώ κατέγραφα τα έσοδα από την εκμίσθωσή τους".

Σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ως προς τα δυο σκέλη του, πρωτίστως, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη του και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία, αφού δεν αφορούν την προκείμενη δίκη, αλλά τις ανωτέρω αναφερόμενες στον ερευνώμενο λόγο διάφορες δίκες, τα όσα παραπάνω αναφέρονται σε αυτά δεν συνιστούν δικαστική, αλλά, σε κάθε περίπτωση, εξώδικη ομολογία, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (άρθρ. 352§2 ΚΠολΔ).

2. Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε με αυτή, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, δεν αποδείχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμησή του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), η σύμβαση εντολής μεταξύ της αναιρεσείουσας αφενός και των αναιρεσιβλήτων αφετέρου, για την είσπραξη από τους τελευταίους των μισθωμάτων των ακινήτων της πρώτης.

Την εν λόγω σύμβαση είχε επικαλεσθεί η αναιρεσείουσα με την ένδικη αγωγή της, για τη θεμελίωση του αιτήματός της παροχής λογοδοσίας από τους αναιρεσίβλητους ως προς την είσπραξη των παραπάνω μισθωμάτων και για την απόδοση του καταλοίπου της λογοδοσίας αυτής, τόσο κατά την κύρια βάση του, όσο και κατά την επικουρική, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, βάση του, αφού αναφέρει σχετικά στην αγωγή της αυτή, που παραδεκτά επισκοπείται, ότι "επικουρικώς δε, οι αντίδικοι οφείλουν να μου αποδώσουν το αποτέλεσμα της λογοδοσίας μου ως εντολοδόχοι μου βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ.

ΑΚ", ήτοι η αναιρεσείουσα την επικουρική, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, βάση της αγωγής της για την απόδοση από τους αναιρεσίβλητους του κατάλοιπου της λογοδοσίας τους στήριξε στην ιδιότητα των τελευταίων ως εντολοδόχων της, δηλαδή στη σύμβαση εντολής μεταξύ της ιδίας και των αντιδίκων της, που επικαλέσθηκε με την αγωγή της.

Κατόπιν αυτών, αφού δεν πλήττεται επιτυχώς από την αναιρεσείουσα η παραπάνω παραδοχή του Εφετείου, ότι δεν αποδείχτηκε η ανωτέρω σύμβαση εντολής, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμο, λόγω του επιβοηθητικού χαρακτήρα της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, το παραπάνω επικουρικό αίτημα της αγωγής.

Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-12-2018 αίτηση της Α. συζ. Κ. Μ., για αναίρεση της 5238/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ