Supreme Court quashes lower court decision for failure to specify exact forest areas in ownership dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the Third-instance Court of Appeals' decision regarding a forest ownership dispute between the State and private parties. The lower court failed to precisely identify which specific portions of the large estate constituted forest land versus pasture or agricultural land. Consequently, the court ruled that this procedural omission constituted a reversible error under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 2, and 3 of the Decree of 17 November 1830; Article 559, paragraph 1, number 19 of the Code of Civil Procedure: The court must explicitly determine the specific boundaries and nature of the disputed land to apply the presumption of public ownership; failure to do so renders the judgment voidable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 303 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 303/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι. Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Χ. Π. του Ι., 2)Ε. Π. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σταυρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/1/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 172/2013 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 2/1/2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης, ανέγνωσε την από 14/1/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17.11. /1.12.183ο "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες.
Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνται δημόσια δάση.
Έτσι, με τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω Β. Δ/τος θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.33), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18:1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3.) του προϊσχύσαντος Β. Ρ. Δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις.
Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλ'απλώς με καλή πίστη ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με τη κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ'ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.20 παρ.12 πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16) τη συνδρομή της οποίας, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6 /3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προς εκείνες του ν.
ΔΞΗ 71912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του, και ακόμη του άρθρου 21 του ν. δ. της 22.4 /26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539 /1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες απαγορεύτηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26.5.1926 και εφεξής, συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δημόσια δάση, είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σ' αυτά με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915 (Ολ.
Α. Π. 75 /1987). Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δάσος ή σε δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11.9.1915, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 § 1 του ν.998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κ.λ.π., το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματος του" (Α.Π. 975 /2008).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Β. Δ/τος 3 /15.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 -1834" όλα τα λιβάδια, δηλαδή οι βοσκότοποι, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο "ταπί", εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Η διάταξη αυτή αφορά στη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία, προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ της 31.1.718.2.1864 "περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.
ΨΝΖ της 27.3. /1.4.1880 "περί κοινοτικών και εθνικών λίβαδίων" κατά την οποία το Δημόσιο, ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων εγένοντο μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί λίβαδίων ή βοσκοτόπων υπό ιδιωτών, εφόσον αυτοί τους ενέμοντο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και της 11.9-1915 (Α.Π. 1.281 /2002, Α.Π. 956/1990).
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου η αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο έχει εμβαδόν 210.060 τ.μ, βρίσκεται στη θέση "Κατσαρού Ποδάρια" της γενικότερης θέσης "Οδρίτσες" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Αστακού Αιτωλοακαρνανίας, εμφαίνεται στο από Μαΐου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα της τεχν.
Πολ. Μηχανικού Α. Κ. με τα στοιχεία Α-Α1-Α2-Β-Τ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Α και συνορεύει Ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Η. Γ., Βόρεια με συνιδιοκτησία Β. Σ. κλπ., Δυτικά με θάλασσα και Νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Η. Γ.. Το ακίνητο αυτό εκτείνεται σε υψόμετρο από 0-95 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας, έχει κλίσεις εδάφους από 45%-70%, κατά θέσεις ήπιες, ιδίως σε μικρή παραλιακή κοιλάδα στο βορειοδυτικό μέρος του, εμβαδού 8.000 τ.μ.
περίπου και σε υψίπεδο στο βορειοανατολικό του μέρος, έχει (το επίδικο) έδαφος ημιβραχώδες έως βραχώδες κατά θέσεις, με το μητρικό πέτρωμα να προεξέχει της επιφάνειας του εδάφους, διασχίζεται από ρέμα εποχικής παροχής που καταλήγει στη θάλασσα. Η κοιλάδα το έτος 1945 και μέχρι το 1972 είχε χορτολιβαδική μορφή, αποτελούμενη από χαμηλή βλάστηση, από το έτος δε 1985 και μέχρι το έτος 2006 καλυπτόταν από βλάστηση αείφυλλων - πλατύφυλλων με υπόροφο ασφάκας και μεμονωμένα άτομα αγριελιάς (διαμέτρου 45-65 εκ.
περίπου). Την ίδια μορφή (χορτολιβαδική) είχε και το υψίπεδο μέχρι το έτος 1972, από το έτος δε αυτό μέχρι και το έτος 2006 ήταν γυμνό από βλάστηση, με έντονη έξαρση του μητρικού ασβεστολιθικού πετρώματος. Η υπόλοιπη έκταση (με κλίσεις 45 - 70%) το έτος 1945 και μέχρι το 1985 καλυπτόταν τόσο από χορτολιβαδική βλάστηση (ασφάκες), όσο και από φυτοδιαπλάσεις αειφύλλων - πλατύφυλλων, και από διάσπαρτα αραιά δέντρα δρυός και αγριελιών, το έτος δε 2006 χαρακτηριζόταν από έντονη παρουσία αείφυλλων - πλατύφυλλων με υπόροφο ασφάκας ενώ στο Β/ΒΑ μέρος του υπήρχε αραιό δάσος δρυός με υπόροφο ασφάκας και αραιά αείφυλλα πλατύφυλλα.
Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από την 18-7-2006 έκθεση φωτοερμηνείας του Δ. Θ., Δασολόγου Β' βαθμού, ο οποίος, προέβη σε στερεοσκοπική παρατήρηση ζευγών αεροφωτογραφιών, που λήφθηκαν κατά τα έτη 1945, 1960, 1972 και 1986 και απεικονίζουν την επίδικη έκταση, την οποία το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο επικαλείται και προσκομίζει.
Το ακίνητο αυτό περιήλθε στις ενάγουσες, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθεμία αυτών, από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 2001 πατέρα τους Ι. Π. του Κ., δυνάμει της από 10-9-2001 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα 1646/2002 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την 634/2002 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την οποία κληρονομιά αποδέχθηκαν οι ενάγουσες με την .../2005 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβ/φου Ξηρομέρου Δημητρίου Παναγιωτόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αστακού (τ. 84 και α/α …).
Το ακίνητο αυτό οι ενάγουσες αφότου περιήλθε σ' αυτές μέχρι σήμερα συγκατέχουν και συννέμονται με νόμιμο τίτλο, διάνοια κυρίων και καλή πίστη και ενεργούν επ' αυτού από κοινού συνέχεια και χωρίς διακοπή όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στον προορισμό του, ως ακινήτου αποτελούμενου από μη καλλιεργήσιμη και από πεδινές και ως εκ τούτου επιδεκτικές καλλιέργειας εκτάσεις, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανέναν, σε συνέχεια της από αμνημονεύτων ετών και δη πλέον της 150ετίας περίπου όμοιας νομής και κατοχής των αμέσων και απώτερων δικαιοπαρόχων τους.
Ειδικότερα το ακίνητο αυτό αρχικά ανήκε στην κυριότητα, νομή και κατοχή του Κ. Χ., ο οποίος το νεμόταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας από το έτος 1850 περίπου, ο οποίος ενεργούσε επ' αυτού όλες τις διακατοχικές πράξεις που είναι σύμφωνες προς τη φύση και τον προορισμό του, ανεπίληπτα και χωρίς διακοπή μέχρι το έτος 1875 περίπου, οπότε το μεταβίβασε ατύπως, ενόψει του τότε γάμου της με τον Β.
Π., στην κόρη του Α., η οποία έκτοτε το κατείχε και το νεμόταν ενεργώντας επ' αυτού τις ίδιες όπως και ο δικαιοπάροχος πατέρας της διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ανενόχλητα και χωρίς διακοπή μέχρι το έτος 1906, οπότε το μεταβίβασε λόγω δωρεάς με το .../1906 συμβόλαιο του τ. συμβ/φου Αστακού Παντελή Στεργιάτου στον υιό της Π.
Π., ο οποίος συνέχισε να κατέχει, να νέμεται και να κυριεύει με τα ίδια, όπως και η δικαιοπάροχος μητέρα του, προσόντα, ήτοι με διάνοια κυρίου, καλή πίστη, ανεμπόδιστα και να ενεργεί τις ίδιες με εκείνη διακατοχικές πράξεις συνέχεια και χωρίς διακοπή μέχρι το έτος 1919, που πέθανε χωρίς διαθήκη και κληρονομήθηκε από τα τέκνα του Κ., Γ.
και Ο. Π.. Οι τελευταίοι, ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πατέρα τους, υπεισήλθαν και αναμείχθηκαν στην κληρονομιά, στοιχείο της οποίας ήταν και το επίδικο, με πρόθεση κληρονόμου, το οποίο έκτοτε από κοινού και αδιαίρετα συνέχισαν να νέμονται με τα ίδια όπως και οι δικαιοπάροχοι τους προσόντα και να ενεργούν επ' αυτού τις ίδιες με εκείνους διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίων και καλή πίστη συνεχώς μέχρι το έτος 1924, οπότε διένειμαν άτυπα μεταξύ τους την περιουσία που κληρονόμησαν από τους γονείς τους και έτσι το επίδικο περιήλθε στον εξ αυτών Κ.
Π.. Αυτός έκτοτε συνέχισε να νέμεται το ακίνητο αυτό με τα ίδια όπως και οι δικαιοπάροχοι του προσόντα και να ενεργεί επ' αυτού τις ίδιες με εκείνους διακατοχικές πράξεις, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη συνέχεια μέχρι το έτος 1944, οπότε πέθανε χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Χ.
και τα τέκνα του Π., Β., Α. και Ι., οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά και αναμείχτηκαν σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμων κατά τα νόμιμα ποσοστά του εξ αδιαιρέτου ο καθένας, έκτοτε δε από κοινού και αδιαίρετα συνέχισαν οι ίδιοι να νέμονται το επίδικο με διάνοια συγκυρίων και καλή πίστη ενεργώντας σ' αυτό τις ίδιες πράξεις που ασκούσαν και οι δικαιοπάροχοι τους, μέχρι το έτος 1969, οπότε πέθανε ο εξ αυτών Β.
χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη μητέρα του Χ. και τα λοιπά αδέλφια του, οι οποίοι συνέχισαν να νέμονται το επίδικο με τις ίδιες όπως και οι δικαιοπάροχοι τους πράξεις νομής μέχρι το έτος 1970, οπότε πέθανε η μητέρα τους Χ. χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τα παραπάνω εν ζωή τέκνα της Ι., Α.
και Π.. Οι τελευταίοι συνέχισαν να νέμονται το ακίνητο ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής μέχρι το έτος 1979 που πέθανε ο εξ αυτών Π. Π. χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τα αδέλφια του Ι. και Α., μόνους εν ζωή κληρονόμους του, οι oποίοι συνέχισαν να νέμονται το επίδικο με τις ίδιες πράξεις νομής χωρίς να ενοχληθούν από κανέναν μέχρι το έτος 2001 οπότε πέθανε και η εξ αυτών Α.
χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τον αδελφό της Ι., πατέρα των εναγουσών, μόνο εν ζωή κληρονόμο της, ο οποίος συνέχισε να νέμεται ολόκληρο πλέον το επίδικο με τα ίδια, όπως και οι δικαιοπάροχοι του προσόντα μέχρι το θάνατό του. Να σημειωθεί ότι με την προαναφερόμενη δήλωση αποδοχής κληρονομιάς οι ενάγουσες αποδέχθηκαν την κληρονομιά και για λογαριασμό του άμεσου και των παραπάνω απώτερων δικαιοπαρόχων τους των αποβιωσάντων μετά την εισαγωγή του ΑΚ.
Το επίδικο ακίνητο οι ενάγουσες αφότου περιήλθε σ' αυτές κατείχαν και νέμονταν συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής. Όλοι δε οι παραπάνω αναφερόμενοι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγουσών νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου κα L καλή πίστη διαδοχικά και με αδιάσπαστη σειρά το επίδικο ακίνητο, ασκώντας, με την πεποίθηση ότι ενεργούν ως κύριοι, με την προσμέτρηση στη νομή επ' αυτού καθενός από αυτούς και της νομής του προηγούμενου και τέλος με την προσμέτρηση της νομής όλων αυτών (δικαιοπαρόχων τους) στη δική τους νομή επ' αυτού, από το έτος 1850 και για χρονικό διάστημα 150 ετών περίπου, όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση του.
Ειδικότερα μέχρι τον πόλεμο του 1940 στα επιδεκτικά καλλιέργειας τμήματα καλλιεργούσαν με τσαπιά και ζώα σιτάρι, ρεβίθια και φακές, είτε οι ίδιοι μέχρι το έτος 1906, είτε, μετά το χρόνο αυτό, εκμισθώνοντας αυτά σε τρίτους ντόπιους ή Κεφαλλονίτες, εκμίσθωναν προς κτηνοτρόφους τη χορτονομή του μη καλλιεργήσιμου τμήματος, φροντίζοντας τα υπάρχοντα σ' αυτό ελαιόδεντρα, κατασκευάζοντας πεζούλες για τη συγκράτηση του εδάφους πέριξ αυτών, συλλέγοντας τον ελαιόκαρπο και κατασκευάζοντας αποθήκη για την αποθήκευση των προϊόντων τους.
Μετά τον πόλεμο του 1940 οι δικαιοπάροχοι των εναγουσών έπαυσαν να καλλιεργούν το ακίνητο αυτό, συνέχισαν όμως να το εκμισθώνουν σε διάφορους κτηνοτρόφους για βοσκή των ζώων τους, ενώ από το έτος 1950 η εκμίσθωση γινόταν για λογαριασμό τους από την συγγενή της Χ. χας Κ. Π., Ε. Κ., η οποία εισέπραττε και το μίσθωμα και γενικά το επέβλεπε και το επιτηρούσε για λογαριασμό τους, ενώ και η Αγροφυλακή το προστάτευε ως ιδιωτική ιδιοκτησία.
Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται στις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης Ν. Μ. και κυρίως του Π. Ν., κατοίκου ... από τη γέννηση του, γεννημένου το έτος 1925 και Θ. Κ. - Π. επίσης κατοίκου ... από τη γέννηση του, που γεννήθηκε το έτος 1931, (οι καταθέσεις των δύο τελευταίων περιέχονται στις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις), οι οποίοι (οι δυο τελευταίοι) βεβαίωσαν με σαφήνεια, πληρότητα και μετά λόγου γνώσεως τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αναφερόμενοι για το πριν τη γέννηση τους χρονικό διάστημα σε μαρτυρίες μεγαλύτερων συγχωριανών τους.
Επίσης η ανωτέρω κρίση στηρίζεται και στο περιεχόμενο των εγγράφων που οι ενάγουσες επικαλούνται και προσκομίζουν και ιδίως το προαναφερόμενο .../1906 συμβόλαιο, την 354/1983 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου που αναγνώρισε τον Η. Γ., με αντίδικο το Ελληνικό Δημόσιο, κύριο ακινήτου στην θέση "ΚΑΤΣΑΡΟΥ ΠΟΔΑΡΙΑ", στην Ίδια δηλαδή θέση με το επίδικο, αναφέροντας ως νότιο όριο του ακινήτου αυτού (του Η.
Γ.) ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Π., ήτοι το επίδικο, το .../1964 συμβόλαιο του τ. συμβ/φου Ξηρομέρου Κωνσταντίνου Παπανικολάου, με το οποίο μεταβιβάζεται στον Β. Σ. (ιδιοκτήτη του όμορου προς το επίδικο ακίνητο που αποτελεί το βόρειο όριο αυτού) "αγρολειβάδιον" στη θέση "Μακρή - Σπηλιά", με αναφερόμενο όριο δυτικά ιδιοκτησία κληρονόμων Π.
Π., το .../1964 συμβόλαιο του τ. συμβ/φου Ξηρομέρου Κωνδτσντίνου Παπανικολάου, με το οποίο μεταβιβάζεται στον Ν. Μ. "αγρολειβάδιον" στη θέση "Μακρή - Σπηλιά" με αναφερόμενο όριο δυτικά ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Π. (να σημειωθεί ότι η θέση "Μακρή - Σπηλιά" βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή "Οδρίτσες"), τα …/1894 και .../1927 συμβόλαια του τ.
συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Ξηρομέρου και του τ. συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδικούντος Γραμματέως Ξηρομέρου Εμμανουήλ Κοράλλη αντίστοιχα, με το πρώτο των οποίων μεταβιβάζεται αγρός στη θέση "Οδρίτσα" και με το δεύτερο γίνεται διανομή κληρονομιάς στην οποία συμπεριλαμβάνεται και λειβάδιον στη θέση "Οδρίτσα", προκύπτει δηλαδή από αυτά ότι στην ευρύτερη αυτή θέση όπου βρίσκεται και το επίδικο υπήρχαν ανέκαθεν ιδιοκτησίες, το 486/1990 έγγραφο του Δασαρχείου Αμφιλοχίας, από το οποίο προκύπτει ότι αυτό ενέκρινε τον καθαρισμό αγρού του Ι.
Γ. εκτάσεως 40 στρεμμάτων περίπου στη θέση "Οδρίτσα" από τους αραιούς και μεμονωμένους θάμνους ασφάκας και αγριοαχλαδιάς που φύονται μέσα σ' αυτόν και ότι δασικά προϊόντα δεν θα παραχθούν, την 756/2001 πράξη χαρακτηρισμού έκτασης του Δασαρχείου Αμφιλοχίας, με την οποία χαρακτηρίζεται ως μη δασική έκταση 19.121,22 τ.μ.
της Α. Κ., στη θέση "Οδρίτσες" και τις μη αμφισβητηθείσες από το εναγόμενο, ως προς το ότι απεικονίζουν το επίδικο, φωτογραφίες που προσκομίζουν οι ενάγουσες, στις οποίες απεικονίζονται ξερολιθιές και πεζούλες εντός του επιδίκου. Η κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου Δ. Θ., δασολόγου, δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση, αφού αυτός κατέθεσε μόνο για τη μορφή του επιδίκου από το έτος 1945 και μετά και συγκεκριμένα κατέθεσε ότι από το 1945 και έκτοτε είχε δασική μορφή, η κατάθεση όμως αυτή έρχεται σε αντίθεση με την προαναφερόμενη έκθεση φωτοερμηνείας του ίδιου, στην οποία διατυπώνει ως συμπέρασμα ότι η όλη έκταση, λόγω της μορφολογίας του εδάφους της (κατά τόπους βραχώδεις εξάρσεις) ήταν ανεπίδεκτη καλλιέργειας (αν και ενώ δέχεται ότι το επίδικο έχει και δύο τμήματα με ήπιες κλίσεις 0-5% σε μικρή παραλιακή κοιλάδα στο ΒΔ μέρος του επιδίκου και σε υψίπεδο στο ΒΑ μέρος αυτού, δεν εξηγεί γιατί αυτά δεν θα μπορούσαν να καλλιεργηθούν) και είχε τη χρήση του βοσκότοπου, όπως ισχύει και για την ευρύτερη περιοχή που είναι της ίδιας μορφής.
Επίσης τα παραπάνω περιστατικά δεν αναιρούνται από τα έγγραφα που προσκομίζει το Ελληνικό Δημόσιο, ήτοι α) την παραπάνω έκθεση φωτοερμηνείας και την από 23-2-2006 έκθεση τεχνικού συμβούλου του δασολόγου Α. Π., αφού η περιγραφόμενη σ' αυτά βλάστηση αείφυλλων -πλατύφυλλων και ασφάκας στο επικλινές τμήμα και η χαμηλή βλάστηση στα πεδινά τμήματα του επιδίκου, αναφέρεται στο έτος 1945 και μετέπειτα, η ύπαρξη των οποίων δικαιολογείται από την εγκατάλειψη κατά την έναρξη του πολέμου του 1940 της καλλιέργειας και της βόσκησης στο ακίνητο αυτό, και β) από τα 2445/1989 και 7494/1977 έγγραφα του Δασαρχείου Αμφιλοχίας, στα οποία περιγράφεται η μορφή των εκτάσεων στις οποίες αναφέρονται αυτά, κατά το χρόνο έκδοσης τους και δεν μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα για τη μορφή αυτών πριν από την έκδοση του από 17/29-11-1836 Διατάγματος "περί ιδιωτικών δασών".
Από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητα των εναγουσών, οι οποίες έγιναν συγκυρίες αυτού με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, αφού αυτές και οι δικαιοπάροχοι τους νεμήθηκαν αυτό από το έτος 1850 μέχρι την άσκηση της αγωγής και το επίδικο τουλάχιστον από το έτος αυτό (1850) αποτελούσε κατά το μεγαλύτερο μέρος του βοσκότοπο, ενώ δύο τμήματα αυτού καλλιεργούνταν παλαιότερα με δημητριακά και ψυχανθή, ουδέποτε δε αποτελούσε δασική έκταση και δεν αποδεικνύεται ότι αυτό κατά την απελευθέρωση του Ελληνικού Έθνους κατελήφθη από το Ελληνικό Δημόσιο ως εκταταλελειμμένη ιδιοκτησία Οθωμανών, ούτε ότι αποτελούσε λιβάδι ή βοσκότοπο πριν από το έτος 1833, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο προέβη ποτέ σε τοποθετήσεις κτηνοτρόφων εντός αυτού, ούτε αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο άσκησε ποτέ επ' αυτού οποιαδήποτε πράξη νομής, όπως ισχυρίζεται.
Υπέρ της παραπάνω κρίσης συνηγορεί επίσης και το γεγονός α) ότι με την 85/1977 απόφαση του το Κοινοτικό Συμβούλιο της Κοινότητας Αστακού απαντώντας σε αιτήσεις κτηνοτρόφων της περιοχής, οι οποίοι επεδίωκαν να αναγνωριστούν εκτάσεις στην περιοχή του επιδίκου, όπως ισχυρίζονται οι ενάγουσες και δεν αμφισβητεί το εναγόμενο, ως δημόσια δασική έκταση αποφάσισε ομόφωνα ότι αυτές είναι ιδιωτικές και ανέκαθεν κατέχονταν από ιδιώτες και β) με τις 1141/2001, 304/2001, 507/2004, 413/2005, 1158/2006 αποφάσεις του Εφετείου Πατρών και την 839/1998 απόφαση του ίδιου Εφετείου που επικυρώθηκε με την 687/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, κρίθηκε ότι ακίνητο, στην ίδια θέση με το επίδικο δεν είναι δασικές εκτάσεις και ότι ανήκουν σε ιδιώτες, τόσο δε κατά τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγουσών που προαναφέρθηκαν, όσο και την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου, αλλά και προαναφερόμενη έκθεση φωτοερμηνείας το επίδικο έχει την ίδια μορφή με τα ακίνητα της ευρύτερης περιοχής.
Έσφαλε επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του δέχθηκε ότι το επίδικο ήταν ανέκαθεν δασική έκταση και ότι οι ενάγουσες δεν απέκτησαν την κυριότητα αυτού, διότι οι δικαιοπάροχοι τους δεν νεμήθηκαν αυτό επί τριάντα έτη μέχρι την 12-9-1915 καL απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Γι' αυτό, πρέπει, κατά τους βάσιμους λόγους της έφεσης, να εξαφανιστεί......να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, και, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ' ουσίαν, να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη κατά πλειοψηφία και να αναγνωριστούν οι ενάγουσες συγκυρίες του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρετού η καθεμία".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών πιο πάνω διατάξεων για τα δάση, τα λιβάδια και τους βοσκοτόπους (του Β.Δ. της 17.11/1.12.1836 κ.λπ) και μάλιστα των προεκτεθεισών διατάξεων του προϊσχύσαντος βρδ για την έκτακτη χρησικτησία, ώστε να δύναται να κριθεί εάν οι δικαιοπάροχοι των εναγουσών (ήδη αναιρεσιβλήτων) είχαν νεμηθεί το επίδικο επί τριάντα (30) χρόνια μέχρι τη 12.9.1915 με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και είχαν καταστεί ή όχι κύριοι με βάση τον πρωτότυπο αυτό τρόπο και εν τέλει οι ίδιες - ενάγουσες - με παράγωγο τρόπο, ήτοι από κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 14.12.2001 πατέρα τους Ι.
Π., δυνάμει της από 10.9.2001 ιδιόγραφης διαθήκης του που δημοσιεύθηκε νόμιμα, εφόσον αποδέχθηκαν την κληρονομία και μετέγραψαν την περί αποδοχής δήλωσή τους, που αποτελούσαν τις βάσεις της ένδικης αναγνωριστικής συγκυριότητας του επίδικου ακινήτου - από 23.1.2006 - αγωγή τους. Συγκεκριμένα - το Εφετείο - ενώ δέχτηκε, ότι το επίδικο ακίνητο "εκτείνεται σε υψόμετρο από 0-95 μ.
από την επιφάνεια της θάλασσας, έχει κλίσεις εδάφους από 45% - 70%, κατά θέσεις ήπιες, ιδίως σε μικρή παραλιακή κοιλάδα στο βορειοδυτικό μέρος του, εμβαδού 8.000 τ.μ. περίπου και σε υψίπεδο στο βορειοανατολικό του μέρος....έδαφος ημιβραχώδες έως βραχώδες κατά θέσεις, με το μητρικό πέτρωμα να προεξέχει της επιφάνειας του εδάφους, διασχίζεται (δε) από ρέμα εποχικής παροχής που καταλήγει στη θάλασσα", έκρινε ακολούθως ότι "από το έτος 1850 αποτελούσε κατά το μεγαλύτερο μέρος του βοσκότοπο....ουδέποτε δασική έκταση....ενώ δύο τμήματα αυτού καλλιεργούνταν παλαιότερα με δημητριακά και ψυχανθή..." και ότι νεμήθηκαν αυτό διαδοχικά οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων (εναγουσών), εφόσον "μέχρι τον πόλεμο του 1940 στα επιδεκτικά καλλιέργειας τμήματα καλλιεργούσαν σιτάρι, ρεβίθια και φακές με τσαπιά και ζώα, είτε οι ίδιοι μέχρι το έτος 1906, είτε, μετά το χρόνο αυτό, εκμισθώνοντας αυτά σε τρίτους ντόπιους ή Κεφαλλονίτες (και) προς κτηνοτρόφους τη χορτονομή του μη καλλιεργήσιμου τμήματος...", χωρίς, όμως, να προσδιορίσει συγκεκριμένα κατά θέση και έκταση τα καλλιεργούμενα και μη καλλιεργούμενα τμήματά του και μάλιστα τα "δύο τμήματά του (τα οποία κατά τα άνω) καλλιεργούνταν παλαιότερα με δημητριακά και ψυχανθή", δεδομένης μάλιστα και της μεγάλης έκτασής του (210.060 τ.μ.) ούτε τις εκμισθώσεις προς τρίτους και ειδικότερα "τους τρίτους ντόπιους ή Κεφαλλονίτες και τους κτηνοτρόφους", στους οποίους οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων εκμίσθωναν το επίδικο.
Επομένως - το Εφετείο - κρίνοντας έτσι, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, κατά τους βάσιμους λόγους αναίρεσης πρώτο και τρίτο από τον αριθμό 19 - και όχι 1 - και δεύτερο από τον αριθμό 19 επίσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 172/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ