Supreme Court partially allowed appeal against security measure decision regarding indefinite-term employment contracts post-2001. The court ruled that the lower court violated constitutional and EU directives for applicants hired after April 2001, but dismissed the appeal for the applicant hired before that date.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the prosecutor's appeal against a first-instance security measure decision regarding indefinite-term employment contracts. While the lower court was found to have violated constitutional and EU directives for applicants hired after April 2001, the appeal was dismissed for the applicant hired before that date. Consequently, the decision was annulled for the latter group and remitted for further trial, while remaining in force for the former.
Legislator headnote
AI generatedArticles 699 of the Code of Civil Procedure; Articles 7 and 8 of Article 103 of the Constitution; Council Directive 1999/70/EC: The Supreme Court held that security measure decisions violating post-2001 employment protection laws are appealable, whereas those concerning pre-2001 contracts are final and non-appealable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 303 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 303/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρο Μαντακιοζίδη.
Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Κ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 2) Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 3) Δ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 4) Θ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 5) Ν. Σ. του Μ., κατοίκου ..., 6) Κ. Ε. του Μ., κατοίκου ... και 7) Α. Ν. του Δ., κατοίκου ... . Οι 1ος, 2ος, 3ος και 5η των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία - Μαγδαληνή Τσίπρα. Οι 6η και 7η των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Κούρεντα και ο 4ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο δικηγόρο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-7-2006 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η 9115/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την από 20-3-2007 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τις 21-9-2010, αναβλήθηκε όμως για την 1η Μαρτίου 2011, οπότε και ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 12-7-2011 κλήση των καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 6-9-2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 699 του Κ.Πολ.Δ. όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του από το άρθρο 50 του ν. 3994/2011 και έχει εφαρμογή στην κρινόμενη περίπτωση ως εκ του χρόνου δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης, με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, απόφασης (άρθρο 24 Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ.), "αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων ή αιτήσεις για ανάκληση ή για μεταρρύθμιση των μέτρων αυτών δεν προσβάλλονται με κανένα ένδικο μέσο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά. "Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση εναντίον κάθε απόφασης, αν κατά την κρίση του δημιουργούνται ζητήματα με γενικότερο ενδιαφέρον, η οποία εκδίδεται σε αιτήσεις λήψης, μεταρρύθμισης ή ανάκλησης των ασφαλιστικών μέτρων και στην οποία διάδικοι είναι το Δημόσιο, οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο.
Οι αποφάσεις αυτές επιδίδονται υποχρεωτικά επί ποινή ακυρότητας και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ως προς την προθεσμία γα άσκηση αναίρεσης και ως προς τη διαδικασία της εκδίκασής της ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 552 επ. Κ.Πολ.Δ.. Η απόφαση η οποία εκδίδεται για την αναίρεση αυτή παράγει γα τους διαδίκους τα αποτελέσματα τα οποία προβλέπονται από τα άρθρα 579 έως και 582 Κ.Πολ.Δ..
Η προθεσμία της αναίρεσης, καθώς και η άσκησή της αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης". Από τη διατύπωση των πιο πάνω διατάξεων και το σκοπό που με αυτές επιδιώκεται, ο οποίος συνίσταται στον έλεγχο της νομικής ορθότητας των αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων, όταν διάδικος είναι το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δηλαδή πρόσωπα τα οποία, στην πραγματικότητα, διοικούν ή έχουν στην κυριότητά τους και διαχειρίζονται την κρατική περιουσία, προκύπτει ότι η δυνατότητα που παρασχέθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για την άσκηση αναίρεσης κατά των πιο πάνω αποφάσεων, που δεν έχει τη νομική φύση της αναίρεσης υπέρ του νόμου, δεν τον καθιστά διάδικο στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η απόφαση και συνακόλουθα ούτε οιονεί ομόδικο του διαδίκου εκείνου, ο οποίος θα ωφεληθεί από την αναίρεση της απόφασης, ούτε οιονεί αντίδικο του διαδίκου, τον οποίο η αναίρεση βλάπτει, αφού ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ενεργεί ως ανεξάρτητος δικαστικός λειτουργός και ως εκπρόσωπος της Πολιτείας, υποχρέωση της οποίας είναι να περιφρουρεί τη δημόσια περιουσία, και δικαιούται να ασκεί αναίρεση εναντίον κάθε απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, όταν διάδικος είναι το Δημόσιο ή κάποιο από τα προαναφερόμενα νομικά πρόσωπα, σε περίπτωση που κατά την κρίση του προκύπτει ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, δηλαδή εναντίον όχι μόνον της απόφασης, στην οποία το Δημόσιο ή ένα από τα πιο πάνω πρόσωπα έχει ηττηθεί, αλλά και της απόφασης, στην οποία αυτά έχουν νικήσει.
Και ναι μεν με τη δυνατότητα που έχει ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου να ασκεί αναίρεση υπέρ του νόμου, χωρίς αποτελέσματα για τους διαδίκους, διασφαλίζεται πάγια και ομοιόμορφη εφαρμογή του νόμου, πλην όμως με τα ασφαλιστικά μέτρα συχνά ρυθμίζονται θέματα ιδιαίτερα σοβαρά ως προς την αληθινή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, με σοβαρές επιπτώσεις για το Δημόσιο ή τα άλλα προαναφερόμενα νομικά πρόσωπα, στα οποία έτσι, χωρίς τη δυνατότητα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να ασκεί αναίρεση με παραγωγή αποτελεσμάτων και για τους διαδίκους, ουδεμία προστασία εξασφαλίζεται, ενόψει και του ότι ο νομοθέτης κρίνει, για να αποφευχθεί αύξηση της επιβάρυνσης του Αρείου Πάγου, να μη δοθεί δικαίωμα άσκησης αναίρεσης σε όλες τις υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων, γι` αυτό άλλωστε, με τη δικονομική μεταρρύθμιση του έτους 1971 (ν.δ. 958/71) καταργήθηκε η αρχική δυνατότητα των διαδίκων να ασκούν αναίρεση κατά αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων, ενώ μια ενδεχόμενη ρύθμιση για την παροχή δυνατότητας μόνο στο Δημόσιο ή στα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, να ασκούν αναίρεση εφόσον έχουν ηττηθεί, θα καθιέρωνε μια δικονομική ανισότητα.
Με όλα τα παραπάνω δεδομένα, η ήδη, με τις προαναφερόμενες διατάξεις, παρεχόμενη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δυνατότητα, για άσκηση αναίρεσης κατά των πιο πάνω αποφάσεων με παραγωγή αποτελεσμάτων για τους διαδίκους, δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας των δικονομικών όπλων και δεν αντίκεινται έτσι οι διατάξεις αυτές στις περί ισότητας διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά ούτε και στις διατάξεις του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974.
Περαιτέρω, οι ίδιες πιο πάνω διατάξεις δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1, 25 παρ. 1, 94 παρ. 4, 95 παρ. 5 του Συντάγματος, ούτε στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και τα πολιτικά δικαιώματα που μαζί με το προαιρετικό Πρωτόκολλό του κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, αφού με τις διατάξεις αυτές δεν στερείται το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, ούτε παρεμποδίζεται από κρατικά όργανα η αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων αυτών και η δυνατότητα γενικά δικαστικής προσφυγής ή η αναγκαστική εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, εφόσον βέβαια αυτές καταστούν απρόσβλητες από ένδικα μέσα που ο νόμος καθιερώνει, ούτε αναιρείται η υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις (Ολ.ΑΠ. 20/2007).
Επομένως, η κρινόμενη από 20-3-2007 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 9115/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο, να αποδέχεται προσωρινά, ως ασφαλιστικό μέτρο, τις υπηρεσίες των αναιρεσιβλήτων και μετά τη λήξη των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, με τις οποίες είχαν προσληφθεί, είναι παραδεκτή.
Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή τη επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει' από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26§3 και 87§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο,το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα.
Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8§3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25§§1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, ΟλΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/2006).
Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις.
Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ.
και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων των αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτοί, ισχυριζόμενοι ότι οι συνδέουσες αυτούς με το Ελληνικό Δημόσιο διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, αποτελούν στην πραγματικότητα για τον καθένα από αυτούς μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, ζήτησαν να υποχρεωθεί το τελευταίο να αποδέχεται την εργασία τους με βάση την επικαλούμενη αυτή εργασιακή σχέση, δέχτηκε τα ακόλουθα:
Το καθού Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Ειδικής Αγωγής του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, απασχόλησε με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των αιτούντων, ως οδηγούς και τις, πέμπτη, έκτη και έβδομη των αιτουσών, ως συνοδούς, σε σχολικά λεωφορεία (που ανήκαν κατά κυριότητα στις οικείες Σχολικές Επιτροπές, οι οποίες αποτελούν ν.π.δ.δ.
χρηματοδοτούμενα από το πιο πάνω Υπουργείο), για τη μεταφορά μαθητών με ειδικές ανάγκες από τις κατοικίες τους προς τις δημόσιες Σχολικές Μονάδες Ειδικής Αγωγής και αντιστρόφως. Συγκεκριμένα, απασχολήθηκαν με ωράριο 6.30 - 9.30 και 11.30 - 15.30 για τέσσερις ημέρες την εβδομάδα και 6.30- 16.00 για μία ημέρα την εβδομάδα, α) ο πρώτος αιτών τα χρονικά διαστήματα 12/9/2002 - 10-7-2003, 10/9/2003 - 10/7/2004, 13/9/2004 - 10/7/2005 και 12/9/2005 - 12/7/2006 στο ειδικό Γυμνάσιο/Λύκειο Ιλίου, β), Ο δεύτερος τα διαστήματα 10/9/2003 - 10/7/2004, 10/9/2004 - 10/7/2005 και 12/9/2005 - 12/7/2006 στα Ειδικά Γυμνάσια/Λύκεια Ιλίου και Ηλιούπολης και στο Ειδικό Δημοτικό Σχολείο Αργυρούπολης αντιστoίχως, γ) ο τρίτος τα διαστήματα 13/11/2002 - 10/7/2003, 10/9/2003 - 10/7/2004, 10/9/2004 - 10/7/2005 και 12/9/2005 - 12/7/2006 στο Ειδικό Γυμνάσιο/Λύκειο Ηλιούπολης, δ) ο τέταρτος τα διαστήματα 10/9/2003 - 10/7/2004, 11/9/2004 - 10-7-2005 και 12/9/2005 - 12/7/2006 στο Ειδικό Δημοτικό Σχολείο Αλμυρού Ν.
Μαγνησίας, ε) η πέμπτη, τα διαστήματα 15/9/2000 - 15/7/2001, 11/9/2002 - 10/7/2003, 10/9/2003 - 10/7/2004, και 12/9/2005 - 12/7/2006, στ) η έκτη, τα διαστήματα 11/9/2002 - 10/7//2003, 10/9/2003 - 10/7/2004 και 12/9/2005 - 12/7/2006 στο Ειδικό Δημοτικό Σχολείο Αργυρούπολης και το Ειδικό Γυμνάσιο/Λύκειο Ιλίου και ζ) η έβδομη, τα διαστήματα 11/9/2002 - 10/7/2003, 10/9/2003 - 10/7/2004 και 12/9/2005 - 12/7/2006 στο Ειδικό Δημοτικό Σχολείο Αργυρούπολης.
Ότι αν και η ως άνω εργασία των αιτούντων κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες των Σχολικών Μονάδων Ειδικής Αγωγής το καθ' ου δεν κατάρτισε με αυτούς σύμβαση αορίστου χρόνου, αλλά τους απασχολούσε από της προσλήψεώς τους με τις εκτιθέμενες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου με βάση τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 3 του ν. 2190/1994 κατά την οποία η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου για περιοδική απασχόληση προσωπικού σχολείων και εκπαιδευτηρίων του Δημοσίου ...
πέραν του εκπαιδευτικού και διδακτικού προσωπικού, μπορεί να είναι ίση με την αντίστοιχη σχολική περίοδο αποκλειόμενης σε κάθε περίπτωση της αναγνώρισής τους ως συμβάσεων αορίστου χρόνου", και ότι, με βάση τα ανωτέρω, και κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, οι επίδικες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας των αιτούντων, ανεξάρτητα από το νομοθετικό χαρακτηρισμό τους ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, συνιστούν κατ' ουσία, ενόψει του ότι ο εν λόγω χαρακτηρισμός επιβλήθηκε με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας που διέπουν τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με έναρξη την ημερομηνία προσλήψεως καθενός από τους αιτούντες.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο κατά το μέρος που η αίτηση αφορούσε την πέμπτη εξ αυτών Ν. Σ., σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που ισχύει από 17-4-2001, καθώς και την 1999/70/ΕΚ Οδηγία του Συμβουλίου της 28/6/1999 που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την 10-7-1999 και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, οι οποίες δεν είχαν εφαρμογή στην κρινόμενη περίπτωση, αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αίτηση οι επικαλούμενες από την αιτούσα αυτή συμβάσεις εργασίας, φέρονται ότι καταρτίστηκαν πριν την 17-4-2001 και ήταν στην πραγματικότητα συμβάσεις αορίστου χρόνου, αφού με την εργασία της κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, καταρτίστηκαν δε ως ορισμένου χρόνου προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ν. 2112/1920 και ως εκ τούτου η αίτηση ήταν νόμιμη.
Κατά το μέρος όμως που η αίτηση αφορούσε τους λοιπούς αιτούντες, οι επικαλούμενες συμβάσεις εργασίας των οποίων καταρτίστηκαν μετά την 17-4-2001, δηλαδή μετά την ισχύ της ως άνω οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις αυτές, αφού μετά την 18-4-2001 απαγορεύεται ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανόμενου ως άνω προσωπικού ή η μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου ακόμη και στην περίπτωση που οι εργαζόμενοι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ως προς την πέμπτη αναιρεσίβλητη, είναι όμως βάσιμος και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους. Κατ' ακολουθίαν πρέπει α) να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως προς την Πέμπτη αναιρεσίβλητη και β) να γίνει δεκτή ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, έκτη, έβδομη και όγδοη εκ των αναιρεσιβλήτων και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 669 εδ.
ε, που προστέθηκε με το άρθρο 4Ε παρ. 4 του ν. 3388/2005 και 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-3-2007 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9115/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), ως προς την πέμπτη αναιρεσίβλητη Ν. Σ..
Δέχεται την ίδια αίτηση ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους ήτοι: 1) Κ. Κ., 2) Κ. Μ., 3) Δ. Α., 4) Θ. Σ., 5) Κ. Ε., 6) Α. Ν..
Αναιρεί την 9115/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων) ως προς τους αμέσως πιο πάνω αναιρεσιβλήτους.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ