Supreme Court allows appeal against appeal dismissal due to failure to consider lawyer acceptance of first-instance judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's dismissal of the appeal. The appellant argued that the lower court failed to consider a valid objection that the appellant's lawyer had accepted the first-instance judgment, rendering the subsequent appeal inadmissible. The court found the lower court erred by ignoring this substantive procedural fact and ordered the case remitted for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(8) of the Code of Civil Procedure; Art. 297, 298, 299, 523(1), 524 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the party accepted the first-instance judgment, and a court's failure to consider such a valid objection constitutes grounds for appeal under Art. 559(8).
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 303 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 303/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Β. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωστόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ ΔΡΟΜΟΚΑΪΤΕΙΟ", που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιβανό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 220/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 6233/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-11-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 29-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δευτέρου λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του τρίτου λόγου αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων (η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, η) η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι παραδεκτά προβαλλόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθ. 297, 298, 299, 523 §1 και 524 ΚΠολΔ, η αποδοχή της απόφασης πριν από την άσκηση ενδίκου μέσου κατ' αυτής, η οποία μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρά, επιφέρει την απώλεια του δικαιώματος άσκησης αυτού και συνεπάγεται την απόρριψη του ως απαραδέκτου, ο σχετικός δε ισχυρισμός αποτελεί ένσταση.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής (άρθ. 561 §2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι κατά την ενώπιον του Εφετείου Αθηνών συζήτηση σε δεύτερο βαθμό της αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος (για την καταβολή αποζημίωσης λόγω οικειοθελούς αποχώρησης του από την θέση εμμίσθου δικηγόρου), ύστερ' από έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ, ο αναιρεσείων ενάγων (και τότε εφεσίβλητος) με τις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις του ισχυρίσθηκε, ότι μετά την δημοσίευση της εκκληθείσης 220/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία του επιδικάσθηκε ολόκληρη η ζητηθείσα αποζημίωση (90.9306), το αναιρεσίβλητο εναγόμενο με εξώδικη δήλωσή του κοινοποιηθείσα σ' αυτόν την 10-9-2008 του δήλωσε "...
σας επιδικάσθηκε το κονδύλιο της αιτουμένης αποζημιώσεως και η σχετική δαπάνη ... σας διαβεβαιώσαμε προφορικά με τον πληρεξούσιο δικηγόρο μας ότι η απαίτηση σας ουδόλως κινδυνεύει και θα ικανοποιηθεί πλήρως και εντόκως προσπαθούμε να επισπεύσουμε την όλη διαδικασία ώστε να πληρωθείτε το συντομότερο δυνατό λάβετε υπόψη σας ότι συναινέσαμε στην παραδοχή της αγωγής σας να εκδοθεί η σχετική απόφαση", ότι δηλ.
το εναγόμενο δήλωσε σαφώς ότι αποδέχεται απόλυτα και χωρίς επιφύλαξη ή αντιρρήσεις εξ ολοκλήρου και ως προς όλες τις παραγράφους του σκεπτικού και του διατακτικού της και ως καθόλα νόμιμη την ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως εκ τούτου δε η μετά ταύτα ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση ήταν απαράδεκτη.
Ο ισχυρισμός αυτός με το ως άνω περιεχόμενο (ενόψει και του ότι δεν αναφέρεται ότι η ως άνω εξώδικη δήλωση υπογράφεται από δικηγόρο) αποτελεί νόμιμη καταρχήν δικονομική ένσταση περί απαραδέκτου της ασκηθείσης έφεσης, ερειδομένη στις προπαρατεθείσες διατάξεις. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την ως άνω ένσταση και δεν απάντησε καθοιονδήποτε τρόπο σ' αυτήν, με την απόρριψη ή την παραδοχή της, καθόσον δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτή λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν χωρίς περαιτέρω αιτιολογίες (εκ του πράγματος) με την παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι η έφεση "ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις", διότι η κρίση αυτή, όπως συνάγεται και από την παράθεση στην προσβαλλομένη απόφαση συγκεκριμένων διατάξεων, αναφέρεται μόνο στην συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων για την νομότυπη και παραδεκτή άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης, που είναι (α) η κατάθεση δικογράφου έφεσης, με τ' αναφερόμενα στα άρθ. 118-120 ΚΠολΔ στοιχεία και τους λόγους έφεσης, στην.
γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, που απευθύνεται στο αρμόδιο δικαστήριο, συντασσόμενης σχετικής έκθεσης (άρθ. 19, 495§§ 1 και 2, 520§ 1 ΚΠολΔ) (β) το εκκλητό της προσβαλλομένης απόφασης (άρθ. 511, 513§ 1 ΚΠολΔ) (γ) η νομιμοποίηση του εκκαλούντος και εφεσίβλητου (άρθ. 516 και 517 ΚΠολΔ) και (δ) η τήρηση της καθοριζομένης από το νόμο προθεσμίας (άρθ. 518 ΚΠολΔ), και όχι και στην έλλειψη της αρνητικής προϋπόθεσης της μη αποδοχής της πρωτόδικης απόφασης, η ύπαρξη της οποίας (αποδοχής) δεν αποκλείεται αναγκαίως από την συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων (της άσκησης δηλ.
της έφεσης εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις). Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης αληθώς μόνο από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ., παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής, ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580§3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6233/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ