Legislator Case Law & Legislation
303/2010 AI generated

Supreme Court partially annuls appeal judgment, rejects restitution request due to partial payment and unclear refund calculation.

Case Number 303/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially annulled the Thessaloniki Court of Appeal's judgment regarding labor compensation and interest payments. The appellant had voluntarily paid the full judgment amount, including disputed portions, but the court found the restitution claim unresolvable because the exact refundable sum could not be determined from the mixed payments. Consequently, the court rejected the request to restore the case to its pre-execution state, ordering the respondent to cover the appellant's legal costs instead.

Legislator headnote

AI generated

Articles 226 § 4, 573 § 1, 576 § 2 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: When a judgment is partially annulled and the appellant has already paid the full amount including disputed parts, a request for restitution of the pre-execution state is inadmissible if the specific refundable sum cannot be clearly identified, requiring the matter to be clarified by the referring court.

Keywords

AI generated
partial annulment restitution of case voluntary payment indeterminate refund legal costs labor compensation interest calculation

Cited Legislation

AI generated
Article 226 § 4 of the Code of Civil Procedure
Article 573 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 576 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 303 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 303/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΜΟΙΛ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καλαβρό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15344/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 577/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-7-2007 αίτησή της, με το δε από 9-12-2008 δικόγραφο ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 25-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αναίρεσης κατά τα σκέλη Α, Β, Γ αριθμ. 1 και 3 και την απόρριψη αυτής κατά τα λοιπά.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως προκύπτει από την .../4-9-2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ... ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με πράξη προσδιορισμού της αρχικά ορισθείσης δικασίμου της 16-12-2008, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο, καθώς και κλήση για συζήτηση κατά την δικάσιμο εκείνη, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο και επομένως εφόσον αυτός δεν παρέστη καθοιονδήποτε τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με την σειρά της από το οικείο πινάκιο και για την οποία δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή του, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να χωρήσει παρά την απουσία του (άρθ. 226 § 4, 573 § 1, 576 § 2 ΚΠολΔ).

II. Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 9 του αρθ. 559 ΚΠολΔ, ότι δηλ. επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε καθώς και περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την αναιρεσιβαλλομένη 577/2007 απόφασή του και όπως προκύπτει απ' αυτήν κρίνοντας, ύστερα από την άσκηση αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων, επί της με αριθ.

έκθ. κατ. 30532/2004 αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου, το περιεχόμενο της οποίας επιτρεπτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (αρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ), για την καταβολή οφειλομένων διαφορών από την μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) προσελήφθη από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία (τώρα αναιρεσείουσα), που έχει ως αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητας της την εμπορία πετρελαίου και γενικά πετρελαιοειδών προϊόντων, την 24-1-2000 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, μετατραπείσα στην συνέχεια σε αορίστου χρόνου, για να εργασθεί ως οδηγός βυτιοφόρου οχήματος στο υποκατάστημα της στην ..., ότι οι αμοιβές του καθορίζονταν σύμφωνα με τις ισχύουσες ΣΣΕ του προσωπικού εταιρειών πετρελαιοειδών, ότι εργαζόταν επί πέντε ημέρες την εβδομάδα εκτελώντας δρομολόγια από την ...

για την παράδοση καυσίμων σε πρατηριούχους εντός του νομού ... και στους γύρω νομούς καθώς και στην περιοχή της ..., ότι την 14-1-2002 κατά την εκτέλεση της εργασίας του υπέστη ατύχημα, συνεπεία του οποίου έλαβε μακράς διαρκείας αναρρωτικές άδειες, ότι την 21-4-2004, όταν επανήλθε στην εργασία του μετά την λήξη της τελευταίας, η εναγομένη αρνήθηκε να τον απασχολήσει και τον απέλυσε, χωρίς να του καταβάλει την αποζημίωση απόλυσης, ότι ο ενάγων καθόλη την διάρκεια της απασχόλησής του στην επιχείρηση της εναγομένης εργαζόταν καθημερινά για μία ακόμη ώρα πέραν του οκταώρου, δηλ.

επί εννέα ώρες ημερησίως και επί 45 ώρες την εβδομάδα, και δικαιούται, εκτός των άλλων :

(Α) Για παρασχεθείσα υπερεργασία : (α) Κατά το χρονικό διάστημα από 24/1-29/12/2000 για την πραγματοποίηση 205 συνολικά ωρών υπερεργασίας (41 εβδομάδες χ 5 ώρες) 1.291,21 €. Ο ενάγων, όμως, με την αγωγή του είχε ζητήσει, όσον αφορά το χρονικό αυτό διάστημα, αμοιβή το μεν για 103 μόνον ώρες υπερεργασίας το δε για 364 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας.

Ειδικότερα είχε ζητήσει αμοιβή για τις εβδομάδες πέντε ημερών από : (1) 31/1-4/2/2000 για 1 ώρα υπερεργασίας, επιδικάσθηκαν δηλ. 4 επιπλέον ώρες (2) 7-11/2/2000 για 3 ώρες υπερεργασίας και συνεπώς επιδικάσθηκαν 2 ώρες πέραν αυτών που ζητήθηκαν (3) 21-25/2/2000 για 3 ώρες υπερεργασίας, δηλ. επιδικάσθηκαν 2 επιπλέον (4) 28/2-3/3/2000 για 3 ώρες υπερεργασίας, δηλ.

επιδικάσθηκαν 2 ακόμη (5) 6-10/3/2000 για 4 ώρες υπερεργασίας και επομένως επιδικάσθηκε 1 επιπλέον (6) 20-24/3/2000 για 3 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας και επομένως επιδικάσθηκε άλλο από το αιτηθέν (7) 27-31/3/2000 για 8 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας και συνεπώς επιδικάσθηκε άλλο από το αιτηθέν (8) 3-7/4/2000 για 3 ώρες υπερεργασίας, επιδικάσθηκαν δηλ. 2 ώρες επιπλέον (9) 10-14/4/2000 για 3 ώρες υπερεργασίας, επιδικάσθηκαν δηλ. 2 επιπλέον ώρες (10) 24-28/4/2000 για 4 ώρες υπερεργασίας, επιδικάσθηκε δηλ. 1 ακόμη ώρα (11) 22-26/5/2000 για 2 ώρες υπερεργασίας, επιδικάσθηκαν επομένως 3 ακόμη ώρες (12) 29/5-2/6/2000 για 3 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, επιδικάσθηκε δηλ.

διαφορετικό από το ζητηθέν (13) 5-9/6/2000 για 5 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, επιδικάσθηκε δηλ. άλλο από το ζητηθέν (14) 12-16/6/2000 για 4 ώρες υπερεργασίας και κατά συνέπεια επιδικάσθηκε 1 ακόμη ώρα (15) 19-23/6/2000 για 11 ώρες και 30' παράνομης υπερωριακής εργασίας, επιδικάσθηκε δηλ. διαφορετικό από το ζητηθέν (16) 3-7/7/2000 για 4 ώρες υπερεργασίας, επιδικάσθηκε δηλ. 1 επιπλέον (17) 10-14/7/2000για 10 ώρες υπερωριακής εργασίας, επιδικάσθηκε επομένως διαφορετικό από το ζητηθέν (18) 17-21/7/2000 για 4 ώρες υπερεργασίας και συνεπώς επιδικάσθηκε 1 επιπλέον (19) 24- 28/7/2000 για 4 ώρες υπερεργασίας, επιδικάσθηκε, άρα, 1 ακόμη (20) 31/7-4/8/2000 για 4 ώρες υπερεργασίας και ως εκ τούτου επιδικάσθηκε επιπλέον 1 (21) 14-18/8/2000 για 10.30' παράνομης υπερωριακής εργασίας, επιδικάσθηκε δηλ.

διαφορετικό από το ζητηθέν (22) 21-25/8/2000 για 4 ώρες υπερεργασίας, επιδικάσθηκε δηλ. 1 επιπλέον (23) 28/8-1/9/2000 για 3 ώρες υπερεργασίας και κατά συνέπεια επιδικάσθηκαν επιπλέον 2 ώρες (24) 4-8/9/2000 για 3 ώρες υπερεργασίας, δηλ. επιδικάσθηκαν 2 ακόμη (25) 11-15/9/2000 για 4 ώρες υπερεργασίας, δηλ. 1 επιπλέον (26) 18-22/9/2000 για 3ώρες υπερεργασίας και επομένως επιδικάσθηκαν 2 επιπλέον ώρες (27) 2-6/10/2000 για 2 ώρες υπερεργασίας, άρα επιδικάσθηκαν 3 επιπλέον (28) 9-13/10/2000 για 4 ώρες υπερεργασίας, δηλ.

επιδικάσθηκε 1 ώρα επιπλέον (29) 23-27/10/2000 για 4 ώρες υπερεργασίας, επομένως επιδικάσθηκε επιπλέον 1 (30) 30/10-3/11/2000 για 4 ώρες υπερεργασίας, δηλ. επιδικάσθηκε 1 επιπλέον (31)6-10/11/2000 για 3 ώρες υπερεργασίας, άρα επιδικάσθηκαν 2 περισσότερες (32) 13-17/11/2000 για 4 ώρες υπερεργασίας, επομένως επιδικάσθηκε 1 επιπλέον (33) 20-24/11/2000 για 2 ώρες υπερεργασίας και κατά συνέπεια επιδικάσθηκαν 3 περισσότερες (34) 27/11-1/12/2000 για 8.30' ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, επιδικάσθηκε δηλ.

διαφορετικό από το ζητηθέν (35) 4-8/12/2000 για 5 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, επιδικάσθηκε δηλ. άλλο από το ζητηθέν (36) 11-15/12/2000 για 2 ώρες υπερεργασίας και ως εκ τούτου επιδικάσθηκαν 3 επιπλέον ώρες (37) 18-22/12/2000 για 8 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, δηλ. επιδικάσθηκε διαφορετικό από το ζητηθέν (38) 25-29/12/2000 για 8.30' ώρες υπερωριακής εργασίας, δηλ.

επιδικάσθηκε άλλο από το ζητηθέν.

(β) Κατά το χρονικό διάστημα από 1/1-30/3/2001 για την πραγματοποίηση 55 συνολικά ωρών υπερεργασίας (5 ώρες χ 11 εβδομάδες). Ο ενάγων, όμως, με την αγωγή του είχε ζητήσει όσον αφορά το χρονικό αυτό διάστημα αμοιβή το μεν για 29 ώρες υπερεργασίας το δε για 91 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας. Ειδικότερα είχε ζητήσει αμοιβή για τις εβδομάδες 5 ημερών από : (1) 1-5/1/2001 για 8.30' ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, επιδικάσθηκε δηλ.

διαφορετικό από το ζητηθέν (2) 8-12/1/2001 για 3 ώρες υπερεργασίας, επιδικάσθηκαν δηλ 2 επιπλέον ώρες (3) 15-19/1/2001 για 4 ώρες υπερεργασίας και κατά συνέπεια επιδικάσθηκε 1 επιπλέον ώρα (4) 22-26/1/2001 για 4 ώρες υπερεργασίας και κατά συνέπεια επιδικάσθηκε 1 επιπλέον (5) 5-9/2/2001 για 2 ώρες υπερεργασίας και κατά συνέπεια επιδικάσθηκαν 3 επιπλέον (6) 12-16/2/2001 για 3 ώρες υπερεργασίας, επιδικάσθηκαν δηλ. 2 περισσότερες (7) 19-23/2/2001 για 3 ώρες υπερεργασίας, επιδικάσθηκαν επομένως 2 επιπλέον (8) 26/2-2/3/2001 για 2 ώρες υπερεργασίας και συνεπώς επιδικάσθηκαν 3 περισσότερες (9) 12-16/3/2001 για 2 ώρες υπερεργασίας, δηλ.

επιδικάσθηκαν 3 επιπλέον (10) 19-23/3/2001 για 3 ώρες υπερεργασίας, δηλ. επιδικάσθηκαν 2 περισσότερες (11) 26-30/3/2001 για 3 ώρες υπερεργασίας και επομένως επιδικάσθηκαν 2 επιπλέον (Β) Για ιδιόρρυθμη υπερωριακή και παράνομη υπερωριακή εργασία κατά το χρονικό διάστημα 1/4-31/12/2001 και δη για 75 συνολικά ώρες ιδιόρρυθμης υπερωριακής εργασίας (3 ώρες Χ 25 εβδομάδες), όσες δηλ.

είχαν ζητηθεί, επεδίκασε το ποσό των 577,1 € και για 50 ώρες συνολικά παράνομης υπερωριακής (2 ώρες Χ 25 εβδομάδες) επεδίκασε το ποσό των 641,23 €. Με την αγωγή του ο αναιρεσίβλητος ζήτησε αμοιβή για 205 συνολικά ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας. Και ναι μεν με την προσβαλλομένη απόφαση επιδικάσθηκε συνολικά αμοιβή για λιγότερες ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας από τις ζητηθείσες, πλην όμως λαμβανομένου υπόψη ότι κάθε μία από τις παραπάνω ομοειδείς αξιώσεις είναι αυτοτελής και πρόκειται εδώ για συρροή περισσοτέρων αξιώσεων που θα μπορούσαν ν' ασκηθούν με περισσότερες αγωγές, εφόσον ο ενάγων είχε ζητήσει αμοιβή για την εβδομάδα από (1) 9-13/7/2001 για 1 ώρα παράνομης υπερωριακής εργασίας επιδικάσθηκε αμοιβή για 1 επιπλέον ώρα, δηλ.

περισσότερο από το ζητηθέν και (2) 23-27/7/2001 για 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας επιδικάσθηκε διαφορετικό από το αιτηθέν.

(Γ) Για το χρονικό διάστημα από 1/1-20/12/2002 επιδικάσθηκαν για 37 συνολικά ώρες ιδιόρρυθμης υπερωριακής εργασίας (3 ώρες χ 12 εβδομάδες + 1 ώρα) 305,25 € και για 22 συνολικά ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας (2 ώρες χ 11 εβδομάδες) 151,25 €. Με την αγωγή του ο ενάγων είχε ζητήσει αμοιβή για τις εβδομάδες από (1) 31/12/2001-4/1/2002 για 1 ώρα και 30' ιδιόρρυθμης υπερωριακής εργασίας, επιδικάσθηκε δηλ.

πλέον του ζητηθέντος 1 ώρα και 30' (2) 25-29/11/2002 για 13 ώρες και 30' παράνομης υπερωριακής εργασίας και κατά συνέπεια ουδέν πλέον του ζητηθέντος επιδικάσθηκε (3) 2-6/12/2002 για 30' παράνομης υπερωριακής εργασίας, δηλ. επιδικάσθηκεν επιπλέον 1 ώρα και 30' (Δ) Για το χρονικό διάστημα από 27/1-15/8/2003 επιδικάσθηκε για 73 συνολικά ώρες ιδιόρρυθμης υπερωριακής εργασίας (3 ώρες χ 24 εβδομάδες + 1 ώρα) το ποσό των 608,82 € και για 48 συνολικά ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας (2 ώρες χ 24 εβδομάδες) το ποσό, με την προσαύξηση 15%, των 667,2 €.

Με την αγωγή του ο ενάγων αναιρεσίβλητος είχε ζητήσει αμοιβή: (1) Για 73 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωριακής εργασίας, δηλ. για 3 ώρες επί 24 εβδομάδες και για 1 ακόμη ώρα, όσες ακριβώς και οι επιδικασθείσες και επομένως στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει επιδίκαση πλέον του αιτηθέντος, αφού στην προσβαλλομένη απόφαση απλώς δεν εξειδικεύονται και δεν καθορίζονται χρονολογικά οι εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος εβδομάδες παροχής της ιδιόρρυθμης υπερωριακής εργασίας, τούτο όμως δεν δημιουργεί στην συγκεκριμένη περίπτωση τον ερευνώμενο εδώ λόγο αναίρεσης (2) Για 319 συνολικά ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος.

Και ναι μεν με την προσβαλλομένη απόφαση επιδικάσθηκε συνολικά αμοιβή για λιγότερες ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας από τις ζητηθείσες, δηλ. για 2 ώρες για κάθε μία από τις 24 εβδομάδες που περιλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, πλην όμως λαμβανομένου υπόψη ότι κάθε μία από τις ομοειδείς αυτές αξιώσεις είναι αυτοτελής και θα μπορούσε ν' ασκηθεί με ξεχωριστή αγωγή, εφόσον ο ενάγων είχε ζητήσει αμοιβή για τις εβδομάδες από (α) 28/4-2/5/2003 για 1 ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας, επιδικάσθηκε αμοιβή για μη αιτηθέν (β) 12-16/5/2003 για 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας, επιδικάσθηκε επίσης μη αιτηθέν (γ) 19-23/5/2003 για 30' παράνομης υπερωριακής εργασίας, επιδικάσθηκε 1 ώρα και 30' επιπλέον και (δ) 26-30/5/2003 για 1 ώρα παράνομης υπερωριακής εργασίας, επιδικάσθηκε 1 ώρα πλέον του ζητηθέντος.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά τα ως άνω σκέλη του με στοιχ. Α, Β και εν μέρει κατά τα Γ και Δ, παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου (και τελευταίου) λόγου από τον αριθμό 8 του αρθ. 559 ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη του προβληθέντος πραγματικού ισχυρισμού, ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων συνολικά, για όλη δηλ.

την διάρκεια της εβδομάδας εργαζόταν λιγότερες από 40 ώρες και πολλές φορές λιγότερες και από 20 ώρες, αυτοτελώς στηρίζοντος, κατά την αναιρεσείουσα, την προταθείσα απ' αυτήν ένσταση καταχρηστικής άσκησης των αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος για υπερεργασία και παράνομες υπερωρίες, αφού αναφέρεται (λόγος αυτός αναίρεσης) στα αυτά ως άνω κεφάλαια, ως προς τα οποία γίνεται δεκτός ο πρώτος λόγος (και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης -δηλ.

αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό που συγκροτεί την ιστορική βάση και στηρίζει το αίτημα της ένστασης, -αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ως προς τις αποτελούσες στοιχεία των σχετικών αγωγικών αξιώσεων ώρες υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος, ο οποίος και αποκρούσθηκε με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, κατά τις αντίστοιχες βάσεις και αιτήματα, πραγματικών περιστατικών και δη των αναφερομένων στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ωρών απασχόλησης του αναιρειβλήτου και μάλιστα με την ειδικότερη ρητή παραδοχή ότι αυτός καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα εργαζόταν καθημερινά πέραν των 8 ωρών).

Επομένως, πρέπει ν' αναιρεθεί εν μέρει, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα, η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία επιδικάσθηκαν επίσης στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα και τα ποσά των 2.781,39 € για αποζημίωση απόλυσης και 174,68 € για νυκτερινή εργασία, μη πληττόμενη με σχετικό λόγο αναίρεσης και μη αναιρουμένη κατά τα αντίστοιχα κεφάλαια (που δεν επηρεάζονται από τα υπόλοιπα), να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση αυτή, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (αρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

III. Από τις διατάξεις του αρθ. 579 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προ αποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, δηλ. του επιδικασθέντος κεφαλαίου κλπ. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με την με αριθ. έκθ. κατ. 35/2008 αυτοτελή αίτηση επαναφοράς που κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την 11-12-2008 και επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο την 12-12-2008 (με αριθ. .../12-12-2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ...), δηλ.

πριν και από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 16-12-2008 για την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, και επομένως ασκήθηκε παραδεκτά, εκθέτει ειδικότερα ότι (1) σε εκούσια εκτέλεση της προσβαλλομένης απόφασης και σύμφωνα με τα επιτασσόμενα στην κοινοποιηθείσα σ' αυτήν από 18-7-2007 επιταγή προς πληρωμή κατέβαλε την 30-7-2007 στον αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 12.152,36 € και δη (α) 7.550 € για επιδικασθέν κεφάλαιο (β) 2.221,56 € για τους επ' αυτού νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής (30-9-2004) μέχρι την σύνταξη της επιταγής) (γ) 1.500 € για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη (δ) 306 για κοινοποίηση της επιταγής κλπ. (ε) 50 € για έξοδα λήψης πρώτου απογράφου και (στ) 800 € για αντίγραφο από απόγραφο κλπ. (2) με την προσβαλλομένη απόφαση επιδικάσθηκαν ως πλέον ή άλλο του αιτηθέντος (α) για το έτος 2000 και για 102 ώρες υπερεργασίας 642,45 € (β) για το έτος 2001 για 26 ώρες υπερεργασίας 166,72 € και για 3 ώρες παράνομης υπερωρίας 38,47 € (γ) για το έτος 2002 για 1 ώρα και 30' ιδιόρρυθμης υπερωρίας 12,375 και για 5 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας 68,75 € (δ) για το 2003 για 6 ώρες και 30' παράνομης υπερωριακής απασχόλησης 90,35 και για 2 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας 16,68 6, επιδικάσθηκε δηλ.

συνολικά ως πλέον ή άλλο του ζητηθέντος το ποσό των 1.035,8 € ως κεφάλαιο, το οποίο πρέπει ν' αφαιρεθεί από το ήδη καταβληθέν κεφάλαιο των 7.550,8 € (3) λόγω της μείωσης του επιδικασθέντος κεφαλαίου, κατά τα ως άνω αναφερόμενα, πρέπει να μειωθεί αναλογικά και το ποσό των οφειλομένων νομίμων τόκων, οι οποίοι για κεφάλαιο (7.550,8 - 1.035,8 =) 6.516 € από την επομένη της επίδοσης της αγωγής (30-9-2004) μέχρι την σύνταξη της επιταγής (18-7-2007) ανέρχονται σε 1.934,99 €, ενώ η αναιρεσείουσα έχει ήδη καταβάλει για την αιτία αυτή 2.221,56 €, δηλ.

επιπλέον 286,57 €, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει σ' αυτήν, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αίτησης αυτής, τα ως άνω ποσά, καθώς και το ποσό των 1.500 € που επίσης κατέβαλε για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη.

Ως προς την αίτηση αυτή πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής: (1) Όπως αποδεικνύεται από την από 30-7-2007 έγγραφη απόδειξη, η αναιρεσείουσα σε εκούσια εκτέλεση της αναιρουμένης 577/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατέβαλε πραγματικά στον αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 12.152,36 € και ειδικότερα σύμφωνα με την από 18-7-2007 σχετική επιταγή προς πληρωμή (α) 7.550,8 € για επιδικασθέν κεφάλαιο (β) 2.221,56 € για τους επ' αυτού νομίμους τόκους από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την σύνταξη της επιταγής (γ) 1.500 € για την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη (δ) 30 € για την επίδοση της επιταγής (ε) 50 € για έξοδα λήψης πρώτου απογράφου και (στ) 800 € για αντίγραφο από απόγραφο κλπ. (2) Στα καταβληθέντα ως άνω ποσά περιλαμβάνονται (α) στο ποσό του κεφαλαίου των 7.550,8 € και τα επιδικασθέντα ποσά των 2.781,39 € που αφορά το κεφάλαιο της αποζημίωσης απόλυσης και των 174,68 € που αφορά το κεφάλαιο της αμοιβής νυκτερινής εργασίας, ως προς τα οποία δεν αναιρείται η απόφαση (β) στο συνολικό ποσό των 2.221,56 € για νόμιμους τόκους επί του ως άνω ποσού της επιδικασθείσας απαίτησης και οι αναλογούντες και μη προσδιοριζόμενοι τόκοι για την αποζημίωση για την αποζημίωση απόλυσης και την αμοιβή νυκτερινής εργασίας, ως προς τους οποίους και κατά το ανάλογο μέρος τους επίσης δεν αναιρείται η απόφαση, καθισταμένη ως εκ τούτου αμετάκλητη ως προς τα κεφάλαια αυτά (αποζημίωση απόλυσης και αμοιβή νυκτερινής εργασίας με τους επ' αυτών ανάλογους τόκους) (3) Η απόφαση αναιρείται, αλλά μόνον εν μέρει, ως προς το υπόλοιπο ποσό κεφαλαίου (για υπερεργασία, ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωριακή εργασία) και τους επ' αυτού αναλογούντες και μη προσδιοριζόμενους τόκους.

Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων δεν είναι εφικτός ο προσδιορισμός του καταρχήν επιστρεπτέου ποσού και κατά συνέπεια η σχετική αξίωση δεν είναι εκκαθαρισμένη, ως εκ τούτου δε η αίτηση επαναφοράς πρέπει ν' απορριφθεί για τον λόγο αυτόν, ενώ η επιστροφή του ως άνω ποσού μπορεί να ζητηθεί από το δικαστήριο της παραπομπής μετά την εκκαθάριση των πράγματι οφειλομένων από την αναιρεσείουσα εταιρεία.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 577/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το ως άνω μέρος στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Απορρίπτει την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρουμένης απόφασης.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ