Supreme Court dismisses appeal against insurance agency contract ruling due to vague legal error claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by an insurance agent and his company against a court ruling that declared their agency contract void. The appellant argued the lower court committed a legal error by failing to cite specific statutory provisions regarding the agent's lack of professional license. The court rejected this claim because the appeal's legal grounds were too vague and did not sufficiently connect the alleged error to the final judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(11)(g) of the Code of Civil Procedure; An appeal argument is inadmissible if it fails to clearly specify the legal error and its impact on the judgment, and an appeal regarding unconsidered evidence is unfounded if the lower court explicitly states all submitted evidence was reviewed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 303 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 303/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)..... και 2)Της Εταιρείας με την επωνυμία ".... Ε.Π.Ε." και το διακριτικό τίτλο ".... ", που εδρεύει στα Τρίκαλα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπασίμο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "LE MONDE ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Χαμαλέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1340/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4254/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7 Οκτωβρίου 2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 1 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το Εφετείο, το οποίο δίκασε την έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, εκδοθείσης επί της αγωγής της ήδη αναιρεσιβλήτου κατά των ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία η πρώτη, για τους αναφερόμενους σ αυτή λόγους, εζήτησε να υποχρεωθούν οι τελευταίοι και της καταβάλουν το αναφερόμενο σ αυτή (αγωγή) ποσό, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:
Την 24-5-1999 υπογράφηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της δεύτερης αναιρεσείουσας σύμβαση πρακτορεύσεως, με την οποία παρεχόταν στην τελευταία το δικαίωμα να διαμεσολαβεί στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, με τους όρους που αναλυτικά περιέχονταν σ αυτή.Ότι η σύμβαση αυτή άρχισε να λειτουργεί κανονικά με την διαμεσολάβηση της δεύτερης αναιρεσείουσας στην κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων πελατών της με την αναιρεσίβλητη από αρχές Οκτωβρίου 1999 και λειτούργησε μέχρι την 17-2-2000, οπότε η τελευταία, με την από 15-2-2000 εξώδικη δήλωσή της, την κατήγγειλε και ζήτησε να της αποδοθούν τα ποσά ασφαλίστρων πού είχε εισπράξει (η δεύτερη αναιρεσείουσα) κατά το χρονικό διάστημα της λειτουργίας της.
Ότι η σύμβαση αυτή είναι άκυρη, διότι ο διαχειριστής της δεύτερης αναιρεσείουσας Ε.Π.Ε. εστερείτο της απαραίτητης άδειας επαγγέλματος ασφαλιστικού πράκτορα, δεν ήταν καταχωρημένος στο οικείο μητρώο ασφαλιστικών πρακτόρων του Επιμελητηρίου Τρικάλων και δεν είχε το δικαίωμα να ασκεί το επάγγελμα του ασφαλιστικού πράκτορα, ούτε να εκπροσωπεί την εταιρία σε σύμβαση ασφαλιστικής πρακτορεύσεως.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι με τη σύμβαση αυτή, που, κατά τα άνω, λειτούργησε από αρχές Οκτωβρίου 1999 μέχρι 17-2-2000, πέραν της πρακτορεύσεως, η ήδη αναιρεσίβλητη έδωσε στην δεύτερη αναιρεσείουσα την εντολή να εισπράττει και να της αποδίδει τα ασφάλιστρα των, με τη μεσολάβησή της, συμβληθέντων με αυτή (αναιρεσίβλητη), με σύμβαση ασφαλίσεως, κατοίκων της περιοχής ....
και ότι η εφεσίβλητη εταιρία, ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα, ενεργώντας δια του πρώτου εφεσίβλητου-αναιρεσείοντος διαχειριστή και εκπροσώπου της, ενώ εισέπραξε ως ασφάλιστρα των αναφερόμενων ασφαλιστικών συμβάσεων, με βάση την άνω σύμβαση και μετ'αφαίρεση των ασφαλίστρων των αναφερόμενων και ακυρωθεισών ασφαλιστικών συμβάσεων και των προμηθειών, το ποσό των 3.185.515 δραχμών, κατά παράβαση της εκ της συμβάσεως εντολής υποχρεώσεώς της, παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό αυτό.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε τους ήδη αναιρεσείοντες (Ε.Π.Ε. και τον διαχειριστή και εκπρόσωπό της) να καταβάλουν στην πρώτη το άνω ποσό. Οι άνω αιτιολογίες του Εφετείου είναι επαρκείς και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους και ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ.
πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος.
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ.17 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως δημιουργείται αν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να ιδρυθεί ο άνω λόγος αναιρέσεως πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξ αιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Εξ άλλου, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αόριστος, αν δεν προσδιορίζει ποιες είναι οι προσαπτόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού της. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον εκ του άρθρου 559 αριθ.17 του Κ.Πολ.Δ. πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλουν οι αναιρεσείοντες ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Εφόσον δεν προσδιορίζεται στο λόγο αυτό της αναιρέσεως ποιες είναι οι αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ο λόγος είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 περ.4, 502 παρ.2, 506 παρ.1, 577 παρ.3 και 578 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου(άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής.Διότι μόνο ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό από το οποίο εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (Ολομ.Α.Π. 32/1996, 27/1998).Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον εκ του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ.
δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτουν στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο δέχθηκε την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή της και στη συνέχεια δέχθηκε κατά ένα μέρος ως βάσιμη την αγωγή αυτή, ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και δη των διατάξεων των άρθρων του Ν.Δ. 400/1970, του Ν.1569/1985 και του Π.Δ. 298/1986, χωρίς να αναφέρει το κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα αλλά και τις πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο αυτό ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για την εν μέρει βασιμότητα της αγωγής.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ.11γ του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Επομένως, το Εφετείο έλαβε υπόψη και όλα τα από τους αναιρεσείοντες με επίκληση προσαχθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων τα αναφερόμενα στον τρίτο λόγο της αναιρέσεως. Μετά ταύτα, ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ.11γ του Κ.Πολ.Δ. τρίτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ., νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.Α.Π. 3/1997).Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό έγγραφα, που προσκομίσθηκαν (προτάθηκαν) νόμιμα από αυτούς και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ. Ενόψει του ότι τα άνω έγγραφα (αποδεικτικά μέσα) δεν συνιστούν "πράγματα", κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-10-2004 αίτηση του .... και της Εταιρίας με την επωνυμία ".... Ε.Π.Ε." για αναίρεση της 4254/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ