Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, upholding lower court's evidence evaluation without specific mention of all documents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision of 9008/2003. The appellant argued the lower court failed to properly evaluate evidence and ignored specific documents, while the respondent maintained the court's assessment was legally sound. The court ruled that the appellate court had considered all relevant evidence, including the disputed documents, and that a general reference in the judgment sufficed without itemizing every piece of proof.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335 and 338-341 of the Code of Civil Procedure; The court is obligated to consider all legally presented evidence but is not required to make specific mention of each item, provided the overall judgment indisputably demonstrates that all evidence was taken into account.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 303 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 303/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Τ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μάντεση-Θανάσουλα.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. Ι. Π., συζύγου ήδη Ε. Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κουτσουπιά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-1990 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την 8628/1990 απόφαση του ερήμην του ενάγοντος, ο οποίος άσκησε την από 12-2-1991 ανακοπή ερημοδικίας και η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 20-6-1997 αγωγή της. Τα ανωτέρω δικόγραφα κατατέθηκαν στο ίδιο Δικαστήριο και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9610/1998 μη οριστική, 2524/2003 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 9008/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-3-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αντωνιάδης ανέγνωσε την από 14-12-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως της 9008/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομική αοριστία της αγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής ή της ενστάσεως στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.
Αντίθετα για το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως ως προς την έκθεση σε αυτές των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική τους αιτία (ποσοτική αοριστία), ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει τα δικόγραφα αυτά και αποφαίνεται αν υπάρχει ή όχι ποσοτική αοριστία και σε καταφατική περίπτωση αναιρεί την απόφαση, εφόσον θεμελιώνονται οι λόγοι αναιρέσεως των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολομ.
ΑΠ 17/1995 ). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του, η μεταγενέστερη δε επιδίωξη από αυτόν ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς επιπτώσεις για τον υπόχρεο.
Επίσης πρέπει οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού κατά τους κανόνες της καλής πίστης τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 62/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων-εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, που στήριζε το αγωγικό δικαίωμα κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου σε έκτακτη χρησικτησία, προς απόκρουση της επί του άρθρου 1055 ΑΚ περί εξαιρέσεως από τη χρησικτησία των πραγμάτων που ανήκουν σε πρόσωπα τελούντα υπό γονική μέριμνα κατά τη διάρκεια αυτής της μέριμνας, στηριζόμενης ενστάσεως της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, με τον 2ο, μέρος β', λόγο της εφέσεώς του, πρόβαλε την αντένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος αυτού της εφεσίβλητης, για τη θεμελίωση της οποίας επικαλέστηκε, ότι "αμφότεροι οι εναγόμενοι, δηλαδή τόσον η ώδε αντίδικος όσον και ο εις ούτινος την θέσιν υπεισήλθεν αυτή πατήρ αυτής Ι.
Π., εγνώριζον ότι η κληρονομηθείσα παρ' αυτών εξ αδιαθέτου αδελφή εμού Χαρίκλεια σύζ. Ιωάννου Πανάγου είχε πωλήσει ατύπως εις εμέ το επίδικον οικόπεδο από τον Οκτώβριον του έτους 1965 αντί τιμήματος 100.000 δραχμών, τον οποίον κατέβαλον εις ταύτην τοις μετρητοίς κατά τον χρόνον εκείνον (μάλιστα μέχρι το έτος 1984 εθεώρουν ότι η πώλησις αυτή είχε καλυφθή και δια "συμβολαίου"), ότι εν αρχή του επομένου μηνός Νοεμβρίου 1965 η εν λόγω πωλήτρια και κληρονομηθείσα είτα παρ' αυτών παρέδωσεν εις εμέ και πράγματι την νομήν και κατοχήν αυτού εις εκτέλεσιν της πωλήσεως ταύτης, ότι από της ουτωσεί παραδόσεως εις εμέ εν αρχή του Νοεμβρίου 1965 νομής του επιδίκου οικοπέδου και έκτοτε συνεχώς μέχρι της ασκήσεως της αγωγής μου ενεμόμην τούτο διανοία κυρίου και ανενοχλήτως, ασκών επί τούτου απάσας τας προσιδιαζούσας εις αληθή κύριον και εις την φύσιν και τον προορισμόν αυτού πράξεις νομής (κάθαρσιν κατ' έτος, συνεχή επιτήρησιν αυτού δια τακτικών και συνεχών επισκέψεων, απόκρουσιν τρίτων προσβαλλόντων την επ' αυτού νομήν μου δι' απορρίψεως "μπαζών" κλπ) εν γνώσει τούτων και ότι ούτοι όχι μόνο δεν παρενώχλησαν ποτέ εμέ καθ' όλον το χρονικόν διάστημα τούτο εις την άσκησιν της επ' αυτού νομής μου, αλλά τουναντίον ανεγνώριζον ρητώς, δια δηλώσεών των τόσον προς εμέ όσον και προς ετέρους συγγενείς ημών, ότι αυτό (επίδικον νυν οικόπεδον) είναι "δικό μου", άτινα πραγματικά περιστατικά αληθή υποτιθέμενα-ως είναι όντως αληθή-καθιστούν συνωδά τω άρθρω 281 του Αστικού Κώδικος καταχρηστικήν την άσκησιν (πρότασιν) της ανωτέρω ενστάσεως της αντιδίκου".
Τα περιστατικά αυτά, αληθή υποτιθέμενα, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα, βάσει της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, στοιχεία για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να προτείνει την ένσταση αποκλεισμού από την χρησικτησία του επίδικου ακινήτου, διότι τελούσε, ως ανήλικη, υπό γονική μέριμνα, δεδομένου ότι με την διάταξη του άρθρου 1055 ΑΚ εξαιρούνται από την τακτική και έκτακτη χρησικτησία ακίνητα που ανήκουν σε ανηλίκους και επομένως οποιαδήποτε νομή των ακινήτων αυτών από τρίτο κατά το χρόνο της ανηλικότητας απαγορεύεται, η δε επικαλούμενη αδράνεια της ανήλικης ή του νομίμου εκπροσώπου της, κατά το χρόνο αυτό, δεν μπορεί να θεμελιώσει την αντένσταση αυτή.
Το Εφετείο, που απέρριψε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, την αντένσταση αυτή ως αόριστη, διότι σε σχέση με την ένσταση του άρθρου 1055 ΑΚ "δεν αναφέρεται κανένα πραγματικό περιστατικό που την στηρίζει", δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που το άρθρο 281 ΑΚ απαιτεί για την γένεση του δικαιώματος αυτού, ούτε κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο.
Επομένως ο περί των αντιθέτων 1ος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται αντίστοιχα η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η επικουρικώς προβαλλόμενη με τον λόγο αυτό αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι ο λόγος αυτός δεν θεμελιώνεται όταν η αγωγή ή ένσταση ή επαντέσταση απορριφθεί για τυπικούς λόγους.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ. για να ιδρυθεί ο προβλεπόμενος από αυτό λόγος αναιρέσεως, πρέπει το δικαστήριο παρά το νόμο να έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή να μην έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, εφόσον έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 527 περ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αφού έλαβε υπόψη όλα τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν και την αντένσταση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος της ενάγουσας, απέρριψε αυτήν την αντένσταση ως μη νόμιμη, με το αιτιολογικό, ότι "δεν αρκεί μόνο η επί μακρό χρόνο μη άσκηση του δικαιώματος, αλλά πρέπει να συντρέχουν προσθέτως και άλλα περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου, όσο και του υποχρέου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία να δημιουργείται στον τελευταίο η εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος επιδίωξη ανατροπής της καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί και επί μακρύ χρόνο διατηρηθεί, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες".
Επομένως ο 2ος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 8 περ. β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τον 3ο δε λόγο της αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την ένσταση από το άρθρο 1055 ΑΚ, χωρίς να προταθεί νόμιμα από την εφεσίβλητη (και ήδη αναιρεσίβλητη).
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την εκτίμηση του περιεχομένου των από 6-11-2003 προτάσεων της εφεσίβλητης κατά την συζήτηση της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 561 & 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι παραδεκτώς πρότεινε την τένσταση αυτή ως υπεράσπιση κατά της εφέσεως και επομένως σύννομα το Εφετείο έλαβε αυτήν υπόψη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ. συνάγεται ότι, το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ως αντιστοίχως αποδεικνυόμενο ή ανταποδεικνυόμενο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ.42/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα, που προσκόμισαν νόμιμα με επίκληση οι διάδικοι.
Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό και με το όλο αιτιολογικό της αποφάσεως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα δύο δημόσια έγγραφα που αναφέρονται στον 4ο λόγο της αναιρέσεως, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία αυτών. Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως της 9008/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2006 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ