Legislator Case Law & Legislation
302/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal on property valuation percentage but remands case for further trial.

Case Number 302/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding the sale of a property. The court rejected the argument that the monthly payment schedule was incorrect but accepted the claim that the valuation percentage applied to the primary residence was erroneous. Consequently, the case was remanded to a different judge at the same court for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1), 576(2), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when a specific ground is admissible, rejecting other unsupported arguments, and must remand the case to a different judge for further examination.

Keywords

AI generated
appeal admissibility property valuation percentage primary residence exemption remittal to same court different judge requirement civil procedure code execution proceedings

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 3(b) of Law 3869/2010
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 302 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 302/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στρατή Κουλουρούδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) εταιρείας παροχής υπηρεσιών διαχείρισης με την επωνυμία "..." (πρώην "..."), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ..., ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 30-9-2021 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 1η και 3η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2011 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2517/2012 και 618/2015 εν μέρει οριστικές και 1617/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4854/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-8-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο ?Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ' αριθμ. 1512Β'/7-12-2020 και 1514Β'/7-12-2020 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.

Π., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει την συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 7-8-2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 12859/2020 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (1-10-2021), επιδόθηκαν, νομότυπα και εμπρόθεσμα, αντίστοιχα, στην πρώτη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "..." και στην τρίτη αναιρεσίβλητη εταιρεία παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων, με την επωνυμία "..." με δτ "...", ως διαχειρίστριας της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "...", η οποία έχει καταστεί ήδη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...".

Κατά συνέπειαν, αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητες δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 εδάφ. α' και β' του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 παρ. 1 ν. 4161/2013 και ισχύει, άμεσα και χωρίς εξαιρέσεις, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ 143/Α'/14-6-2013), κατ' άρθρο 24 αυτού, άρα και στην ερευνώμενη περίπτωση (πριν αντικατασταθεί, στη συνέχεια, με το άρθρο 1 παρ. 18 της ΥΠΟ ΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 ν. 4336/2015 και, ακολούθως, με το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 4346/ 2015, του οποίου η εφαρμογή αρχίζει από 1-1-2016 και δεν καταλαμβάνει εκκρεμείς υποθέσεις, καθώς και αιτήσεις που έχουν κατατεθεί έως και 31-12-2015, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 11 αυτού), "ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης, ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας. Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για να εξαιρεθεί, κατά πρόταση του οφειλέτη, η κύρια κατοικία του από την εκποίηση, πρέπει η κατοικία αυτή να έχει ορισμένα κρίσιμα χαρακτηριστικά και, συγκεκριμένα, θα πρέπει η αντικειμενική αξία της να μην υπερβαίνει το όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας που προβλέπεται από τις διατάξεις που ισχύουν, προσαυξημένο κατά 50%.

Με βάση αυτά, ο οφειλέτης θα καταβάλλει σε δόσεις συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται, κατά το δίκαιο που ισχύει στην ερευνώμενη περίπτωση, μέχρι και το 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, μετά την πιο πάνω τροποποίησή του με το ν. 4161/2013, που ορίζει ρητά για καταβολές που ορίζονται μέχρι και στο 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, ενώ, υπό την αρχική της διατύπωση, η διάταξη του άρθρου τούτου (9 παρ. 2 εδάφ.

β' ν. 3869/2010) προέβλεπε ότι "το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) της εμπορικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας, όπως αυτή αποτιμάται από το δικαστήριο". Από το απολύτως σαφές γράμμα της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 εδάφ.

α' και β' του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 παρ. 1 ν. 4161/2013 που ορίζει ότι "το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας...", προκύπτει ότι η εν λόγω διάταξη παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα κατά τον προσδιορισμό των μηνιαίων δόσεων προς διάσωση της πρώτης κατοικίας, να καθορίζει κατά την κρίση του και μικρότερο (του 80% της αντικειμενικής αξίας) ποσό ως καταβλητέο για τη διάσωση της κύριας κατοικίας, το δε εν συνεχεία ανακύπτον κενό αναφορικά με τα κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους των μηνιαίων καταβολών δέον, όπως καλυφθεί με ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 5 του ν. 3869/2010.

Ειδικότερα, από την απολύτως σαφή γραμματική και μόνο διατύπωση της ως άνω διάταξης, η οποία αναφέρεται "σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας" και όχι "σε συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας" συνάγεται ευθέως ότι το ποσό των απαιτήσεων που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας κατ' ανώτατο ύψος και όχι κατά κατώτατο.

Επομένως, το ποσό των απαιτήσεων που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται και σε ποσοστό κατώτερο του 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας. Και ναι μεν ο νόμος δεν παραθέτει στη συνέχεια, ειδικά κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους των μηνιαίων καταβολών για το χρέος αυτό, που επιβάλλεται στον οφειλέτη ως πρόσθετο, ώστε να επωφεληθεί από την εξαίρεση της εκποίησης της κύριας κατοικίας, πλην όμως τα κριτήρια αυτά συνάγονται με συστηματική ερμηνεία από την ανάλογη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 5 του ν. 3869/2010, και είναι ιδίως, η χρόνια ανεργία χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη, σοβαρά προβλήματα υγείας, ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του οφειλέτη ή άλλοι λόγοι ίδιας τουλάχιστον βαρύτητας.

Η από την προεκτεθείσα διάταξη προβλεπόμενη εξαίρεση της κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση, η οποία άλλωστε δεν παρέχεται σε όλους τους οφειλέτες, αλλά σε αυτούς που η αξία της κατοικίας τους δεν υπερβαίνει ένα όριο, εκπορεύεται καταρχάς από την ανάγκη προστασίας του, ώστε να αποκατασταθεί γενικά η κοινωνική συνοχή (που αποτελεί πάντοτε σκοπό του θετού δικαίου), η οποία έχει διαρραγεί, λόγω του μεγάλου αριθμού ιδιωτών οφειλετών στο κοινωνικό πεδίο των συμβατικών εννόμων σχέσεων προς πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και ειδικά, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα σε έκαστο υπερχρεωμένο κοινωνό (φυσικό πρόσωπο), να αποτελέσει εκ νέου δυναμικό παράγοντα της οικονομικής-συναλλακτικής κοινωνίας.

Δικαιολογείται, όμως, ειδικότερα από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας του, η οποία, υπό την έννοια της οικογενειακής στέγης, ως κοινωνικό αγαθό, απολαμβάνει συνταγματικής προστασίας, κατ' άρθρο 21 του Συντάγματος (ΑΠ 488/2021, ΑΠ 494/2020, ΑΠ 120/2020). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών..".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΟλΑΠ 8/2005).

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ. Ενώ, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 560 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 550/2019, ΑΠ 273/2018, ΑΠ 969/2011).

Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση. Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (ΑΠ 70/2020, ΑΠ 633/2019, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 704/2017).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη 4854/2019 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (ΚΠολΔ 561 § 1), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκείμενη δίκη: "Ο εκκαλών-αιτών, ηλικίας σήμερα 58 ετών είναι νυμφευμένος με την Ε.

Σ., έχοντας αποκτήσει από το γάμο τους δύο ενήλικες ήδη θυγατέρες, την Ε. και τη Ζ., ηλικίας 27 και 20 ετών, αντίστοιχα, εκ των οποίων η Ε. τυγχάνει άνεργη και η Ζ. είναι φοιτήτρια. Ο εκκαλών κατοικεί από κοινού με τη σύζυγό του και τις δύο θυγατέρες τους σε διαμέρισμα ιδιοκτησίας του, που βρίσκεται σε υπερυψωμένο ισόγειο-ανώγειο της επί της οδού ...

αρ…., στην πόλη της Θ… οικοδομής και χρησιμοποιείται από αυτούς ως κύρια κατοικία τους. Ο εκκαλών εργαζόταν έως τον Ιανουάριο του 2011 ως ιδιωτικός υπάλληλος στην εταιρεία με τον διακριτικό τίτλο "...", εν συνεχεία, ωστόσο, η σύμβαση του καταγγέλθηκε και μέχρι τον Μάιο του 2016 παρέμεινε άνεργος. Έκτοτε εργάζεται ως υπάλληλος σε επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών καθαρισμού και δη μέχρι τον Οκτώβριο του 2017 απασχολήθηκε στην επιχείρηση με τον διακριτικό τίτλο "...", με μηνιαίο μισθό ύψους 510,46 ευρώ, ενώ ήδη από τον Νοέμβριο του 2017 εργάζεται στη, με το αυτό αντικείμενο, επιχείρηση του Κ.

Σ., με μηνιαίο μισθό ύψους 473,26 ευρώ. Η σύζυγός του ουδέποτε απασχολήθηκε σε θέση εργασίας, ασχολούμενη με τα οικιακά και την ανατροφή των θυγατέρων της, ήδη δε τυγχάνει μακροχρόνια άνεργη, ούσα εγγεγραμμένη στο μητρώο ανέργων του ΟΑΕΔ. Το οικογενειακό τους εισόδημα, συνεπώς, κατά τον χρόνο έκδοσης της εκκαλουμένης προερχόταν μόνο από το μισθό που λάμβανε ο αιτών (510,46 ευρώ), ο οποίος, κατά τα προεκτεθέντα, από τον Νοέμβριο του 2017 έχει μειωθεί.

Ο εκκαλών, εξάλλου, εμφανίζει σημαντικό πρόβλημα υγείας, αφού από το έτος 2011 πάσχει από σοβαρού βαθμού στεφανιαία νόσο, για την οποία μάλιστα υποβλήθηκε σε αγγειοπλαστική τον Ιανουάριο του 2012, καθώς κι σακχαρώδη διαβήτη, αρτηριακή πίεση και δυσλιπιδαιμία, που περιορίζουν σημαντικά την αρτηριακή του ικανότητα...Λόγω της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης στην οποία έχουν περιέλθει ο εκκαλών και η οικογένειά του, σιτίζονται μονίμως από το ενοριακό συσσίτιο, ενώ λαμβάνουν και έκτακτη οικονομική βοήθεια για την πληρωμή των λογαριασμών ύδρευσης και ηλεκτρικής ενέργειας (ΕΥΑΘ και ΔΕΗ) από το Ενοριακό Φιλόπτωχο Ταμείο του Ιερού Ναού Αγίου Παντελεήμονος Αμπελοκήπων...

Ο εκκαλών τυγχάνει κύριος της προαναφερόμενης οριζόντιας ιδιοκτησίας-διαμερίσματος, επιφανείας 52,80 τ.μ., που αποτελεί την κύρια κατοικία του και ευρίσκεται στον υπερυψωμένο ισόγειο-ανώγειο όροφο της κείμενης επί της οδού ... αρ. 4 οικοδομής, ενώ δεν διαθέτει οιαδήποτε άλλη περιουσία. Αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι ο εκκαλών ευρέθη σε μόνιμη και γενική αδυναμία εξόφλησης των χρηματικών του υποχρεώσεων, οι οποίες προέρχονται στο σύνολό τους από συναφθείσες σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την υποβολή της υπό κρίση αίτησης δανειακές συμβάσεις.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις μη προσβαλλόμενες με λόγο έφεσης παραδοχές της με αριθμό 1617/24-2-2017 οριστικής απόφασης και των εν μέρει οριστικών με αριθμό 2517/6-4-2017 και 618/9-2015 αποφάσεων, το συνολικό ύψος των χρεών του εκκαλούντος ανέρχεται στο ποσό των 51.209,38 ευρώ, προερχόμενο από : α) την...σύμβαση στεγαστικού δανείου...από την οποία υφίσταται οφειλή ύψους 12.009,11 ευρώ...β) την...σύμβαση καταναλωτικού δανείου...από την οποία υφίσταται οφειλή ύψους 10.798,03 ευρώ, γ) την...σύμβαση καταναλωτικού δανείου και δύο συμβάσεις πιστωτικών καρτών, από τις οποίες αποδεικνύονται οφειλές ύψους 9.560,49 ευρώ, 612,96 ευρώ και 4.615,22 ευρώ, αντιστοίχως, δ) την...σύμβαση καταναλωτικού δανείου...από την οποία υφίσταται οφειλή ύψους 2.308,56 ευρώ, και ε) την..σύμβαση καταναλωτικού δανείου..από την οποία υφίσταται οφειλή ύψους 11.305,01 ευρώ, χωρίς οι σχετικές κρίσεις να πλήττονται με λόγο έφεσης.

Το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε την αίτηση του ως άνω αιτούντος, με τη με αριθμό 2517/6-4-2012 εν μέρει οριστική απόφασή του, έκρινε ότι κατά τον κρίσιμο τότε χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης (30-11-2011) συνέτρεχαν οι εξαιρετικές περιστάσεις της διάταξης του του άρθρου 8 παρ.5 του ν.3869/2010 στο πρόσωπό του και συνακόλουθα α) ρύθμισε τα χρέη του, προσδιορίζοντας μηνιαίες καταβολές μικρού ύψους 170 ευρώ...., β) όρισε νέα δικάσιμο αυτή της 31-1-2013 για να ελεγχθεί η τυχόν μεταβολή της περιουσιακής κατάστασης και των εισοδημάτων του και να εξετασθεί το ενδεχόμενο επαναπροσδιορισμού των δόσεων και γ) εξαίρεσε από την εκποίηση την προπεριγραφείσα κύρια κατοικία, με την επιφύλαξη οι δόσεις του άρθρου 9 παρ.2 του ν. 3869/2010 να γίνουν στη δίκη επανακαθορισμού των δόσεων της παρ. 5 του άρθρου 8.

Η υπόθεση εκδικάσθηκε...εκδόθηκε η με αριθμό 618/9-2-2015 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία καθορίσθηκαν μηδενικές πλέον καταβολές, ενώ ορίσθηκε και νέα (τρίτη) δικάσιμος η 10-2-2016 για την επανάκριση του οικείου ζητήματος υπό τα τυχόν νέα δεδομένα, που θα προέκυπταν μετά την πάροδο του ως άνω χρονικού διαστήματος.

Το Δικαστήριο που δίκασε τελικά την υπόθεση κατά τη μετ'αναβολή ορισθείσα δικάσιμο της 19-2-2016, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που αφορούσαν την οικονομική κατάσταση του αιτούντος κατά το κρίσιμο τότε χρόνο επαναπροσδιορισμού των δόσεων του άρθρου 8 παρ.2 του ν. 3869/2010, με την με αριθμό 1617/24-2-2017 οριστική απόφασή του, ενέμεινε στην προηγούμενη κρίση του ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του αιτούντος των εξαιρετικών περιστάσεων του άρθρου 8 παρ.5 του ν. 3869/2010, απεφάνθη όμως, ότι δεν ήταν πλέον δυνατός ο προσδιορισμός μηνιαίων καταβολών, καθώς ήδη τον Απρίλιο του 2016 είχε συμπληρωθεί η τετραετία και επέβαλλε περαιτέρω σε αυτόν προς διάσωση της κύριας κατοικίας του, την υποχρέωση καταβολής του συνολικού ποσού των 22.752,58 ευρώ (ή ποσοστό 80% επί της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του, που ανέρχεται στο ποσό των 28.440,72 ευρώ) και δη σε διάστημα 10 ετών και σε 120 μηνιαίες δόσεις ύψους εκάστης 189,61 ευρώ, καταβλητέες εντός του πρώτου δεκαημέρου εκάστου μηνός....

Οι διατάξεις της εκκαλουμένης με αριθμό 1617/2017 οριστικής απόφασης και των εν μέρει οριστικών αποφάσεων με αριθμό 2517/2012 και 618/2015 αποφάσεων, που αφορούν στην πληρωμή των προϋποθέσεων υπαγωγής του εκκαλούντος στους όρους του ν.3869/2010 και στον καθορισμό μικρού ύψους και μηδενικών μηνιαίων δόσεων για τα αντίστοιχα οριζόμενα σε κάθε μία απόφαση, μέχρι το τέλος της τετραετίας (άρθρο 8 παρ.5 ν. 3869/2010), χρονικά διαστήματα, δεν προσβάλλονται ούτε από τον εκκαλούντα, που ούτως ή άλλως θα στερείτο και εννόμου συμφέροντος να αμφισβητήσει την αιτουμένη από τον ίδιο υπαγωγή των οφειλών του σε ρύθμιση, και ο οποίος περιορίζεται μόνο στην υποβολή παραπόνων ως προς τις καθορισθείσες μηνιαίες δόσεις για τη διάσωση της κατοικίας του, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ.2 του ν. 3869/2010, ούτε όμως, και από τις πιστώτριες εταιρείες, οι οποίες δεν άσκησαν αυτοτελή, δική τους έφεση παραπονούμενες είτε για την υπαγωγή σε ρύθμιση των οφειλών του εκκαλούντος, είτε για τις προσβληθείσες από αυτές σε πρώτο βαθμό ενστάσεις δόλου και ανειλικρινούς δήλωσης, οι οποίες απορρίφθηκαν ως αβάσιμες κατ'ουσίαν.

Καθόσον, εξάλλου, αφορά στο μεταβιβαζόμενο στο παρόν Δικαστήριο κεφάλαιο της εξαίρεσης της κύριας κατοικίας του εκκαλούντος με τη ρύθμιση των μηνιαίων δόσεων στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 πρέπει ν'αναφερθούν τα ακόλουθα: Η ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 2 και 5 (μηνιαίες καταβολές ύψους 170,00 ευρώ από τον Απρίλιο του 2012 μέχρι τις 31-1-2013 και μηδενικές καταβολές για το εναπομείναν μέχρι την παρέλευση της τετραετίας χρονικό διάστημα) συνδυάστηκε με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 (μηνιαίες δόσεις για τη διάσωση της κατοικίας του αιτούντος) ρύθμιση, εφόσον προβλέφθηκε ότι με τις καταβολές της πρώτης ρύθμισης δεν θα επέλθει πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτριών του αιτούντος.

Συγκεκριμένα έγινε δεκτό ότι εφόσον μετά τη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 2 και 5 θα παραμείνει ανεξόφλητη οφειλή του αιτούντος ύψους [51.209,38 -(10 μήνεςΧ170 ευρώ/μήνα=1.700)=] 49.509,38 ευρώ, η ικανοποίηση των πιστωτριών τραπεζών έπρεπε να γίνει με περαιτέρω καταβολές, προς διάσωση της κύριας κατοικίας του, μέχρι το ποσό που αντιστοιχεί στο 80% της αντικειμενικής της αξίας, υποχρεώνοντας αυτόν (αιτούντα) στην καταβολή του ποσού των (28.440,72Χ80%=)22.752,58 ευρώ σε δέκα έτη, ήτοι σε 120 μηνιαίες δόσεις, ύψους εκάστης 189,61 ευρώ, καταβλητέας....

Με τον, κατ'εκτίμηση, τρίτο λόγο της έφεσής του, ο εκκαλών παραπονείται ότι εσφαλμένα διατάχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση να καταβάλει για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας του ποσό ίσο με το 80% της αντικειμενικής αξίας αυτής, ήτοι ποσό (28.440,72 ευρώΧ80%) 22.752,58 ευρώ, παρά το γεγονός ότι στην περίπτωσή του συνέτρεχαν οι αναφερόμενοι στην αίτησή του και ήδη στην έφεσή του εξαιρετικοί λόγοι, που δικαιολογούσαν τον καθορισμό μικρότερου ποσού για τη διάσωσή της.

Ωστόσο, το Δικαστήριο, κατά τον προσδιορισμό των μηνιαίων δόσεων, στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, δεν είχε τη δυνατότητα εκ του νόμου να κατέλθει του οριζομένου στο νόμο ποσοστού του 80% της αντικειμενικής αξίας του παραπάνω ακινήτου, αφού και αυτή ακόμα η συνδρομή των όρων της διάταξης του άρθρου 8 παρ.5 του ν. 3869/2010, δεν ήταν δυνατό κατά το νόμο να οδηγήσει σε προσδιορισμό μηνιαίων δόσεων για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του αιτούντος οφειλέτη, που συνολικά θα υπολείπονται του ισόποσου του 80% της αντικειμενικής της αξίας...η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 εισάγει ευνοϊκή εν προκειμένω ρύθμιση υπέρ του εκκαλούντος οφειλέτη, αφού του παρέχει τη δυνατότητα εξαίρεσης της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση και τη διαδικασία του πλειστηριασμού, η οποία θα μπορούσε να διαταχθεί κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, πλην όμως του επιβάλλει την πρόσθετη υποχρέωση να καταβάλλει ποσό, που δεν υπολείπεται του ισόποσου του 80% της αντικειμενικής της αξίας.

Το ποσό των 22.752,58 ευρώ, συνεπώς, αποτελεί το οριζόμενο στο νόμο αντιστάθμισμα, που πρέπει να καταβληθεί από τον εκκαλούντα, ανεξαρτήτως των εισοδημάτων του, προκειμένου να εξαιρεθεί η άλλως υποκείμενη σε εκποίηση για την ικανοποίηση των χρεών, που ο ίδιος δημιούργησε, κύρια κατοικία του. Η αντίθετη ερμηνεία της διάταξης θα μπορούσε να οδηγήσει το μεν σε απαλλαγή του ανωτέρω από τα χρέη του, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ.5 του ν. 3869/2010, το δε σε διατήρηση από μέρους του, του σημαντικού περιουσιακού στοιχείου του χρησιμοποιούμενου ως κύρια κατοικία του, με πραγματοποίηση μικρότερου ύψους καταβολών στο πλαίσιο ρύθμισης του άρθρου 9 παρ.2 και δη με αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ.5, παρά τη μη διαπίστωση ακούσιου νομοθετικού κενού και τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των διατάξεων των άρθρων 8 και 9 του ν. 3869/2010, που περισσότερο επιτρέπουν τη συναγωγή εξ αντιδιαστολής επιχειρήματος, παρά την πλήρωση ενός ανύπαρκτου κενού με μία αναλογία νόμου, οι όροι πραγματοποίησης της οποίας δεν πληρούνται.

Επιπλέον, θα είχε ως συνέπεια τη στέρηση των εφεσίβλητων από την αξιοποίηση ενός σημαντικού περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη τους για την ικανοποίηση μέρους, έστω των απαιτήσεών τους. Τούτο, όμως, αντίκειται στον ίδιο τον σκοπό του ν.3869/2010, όπως αυτός συνάγεται τόσο από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 που δίνει τη δυνατότητα στο δικαστήριο να διατάξει την εκποίηση της κύριας κατοικίας, όσο και από αυτή του άρθρου 4 παρ. 1 στ.

γ', που επιβάλλει στον οφειλέτη την υποχρέωση στο σχέδιο διευθέτησης των οφειλών, που υποβάλλει, να λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση τόσο τα συμφέροντα των πιστωτών, όσο και την περιουσία και τα εισοδήματά του. Το γεγονός ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο άλλως έκρινε αναφορικά με τον εκκαλούντα κατά τον προσδιορισμό των μηνιαίων δόσεων στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, οπότε και έκρινε ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 5 του ίδιου ως άνω νόμου, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί και αποτελεί αντίφαση ανεκτή κατά τον ΚΠολΔ, στο μέτρο που αφορά σε έτερο και μη προσβαλλόμενο εν προκειμένω κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης.

Μοναδική περίπτωση μη καταβολής ποσού, ανερχόμενου στο 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας, τυγχάνει ασφαλώς η αυτονόητη, αν και σπάνια περίπτωση, όπου τα ρυθμιστέα χρέη του οφειλέτη δεν υπερβαίνουν το ανωτέρω ποσό, αλλά υπολείπονται αυτού, όπερ εν προκειμένω δεν συμβαίνει κατά προαναφερθέντα.

Ορίζοντας, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως καταβλητέο το παραπάνω ποσό, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο εκκαλών δεν έχουν έρεισμα στο νόμο, απορριπτομένου συνακόλουθα του οικείου λόγου έφεσης ως νόμω αβασίμου. Ωστόσο, κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο όρισε χρονικό ορίζοντα δέκα (10) μόνο ετών για την αποπληρωμή του παραπάνω ποσού, ήτοι σε 120 μηνιαίες δόσεις ύψους εκάστης 189,61 ευρώ, όπως βασίμως παραπονείται σχετικώς ο εκκαλών με τους πρώτο και δεύτερο λόγους έφεσης.

Όπως ήδη ανωτέρω επισημάνθηκε, με βάση την αντικειμενική αξία του ακινήτου ενόψει του χρόνου δημοσίευσης της εκκαλουμένης (24-2-2017), οπότε και ήδη ίσχυε ο ν.4161/2013 (βλ. σχετικώς άρθρα 19 και 24 αυτού), το σύνολο των καταβλητέων από τον εκκαλούντα μηνιαίων δόσεων πρέπει να ανέλθει στο ποσό των (28.449,72Χ80%=) 22.752,58 ευρώ, το οποίο, λαμβανομένων υπόψη των χρεών του εκκαλούντος-αιτούντος, της διάρκειας των δανείων (έως και 15 ετών), της ηλικίας του (57 ετών), της κατάστασης της υγείας του, της παρούσας οικονομικής του κατάστασης και των μικρών προοπτικών βελτίωσής της, δέον, όπως αποπληρωθεί σε χρονικό ορίζοντα 17 ετών, ήτοι σε 204 μηνιαίες δόσεις ύψους εκάστης (22.752,58 : 204=) 111,53 ευρώ.

Σημειωτέον ότι η κατά λοιπά νέα (και ριζικά διαφοροποιούμενη) διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 του ν. 3869/2010, ως αυτή διαμορφώθηκε μετά την αντικατάστασή της αρχικά από την παρ. 18 του άρθρου 1 της υποπαρ. Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 και εν τέλει από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ.1 του ν. 4346/2015, δεν εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση (υφ' οιαδήποτε εκ των άνω νέων μορφών της) λαμβανομένου υπόψη ότι κατά μεν την παρ. 5 του άρθρου 2 της υποπαρ.

Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, η πρώτη εκ των ως άνω διατάξεων καταλαμβάνει τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου, δηλαδή μετά από την υπογραφή από τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της παρ. Β'του άρθρου 3 του ν. 4336/2015, κατά δε την παρ. 6 του άρθρου 2 της υποπαρ.

Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 "...έως την έκδοση της απόφασης του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, όπως αντικαθίσταται από την παρ. 18 του άρθρου 1 της παρούσας ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α4, εξακολουθεί να εφαρμόζεται η διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του καταργουμένου άρθρου", ενώ κατά το άρθρο 14 παρ. 11 του επακολουθήσαντος ν. 4346/2015 "Η εφαρμογή του παρόντος άρθρου αρχίζει από 1-1-2016 και δεν καταλαμβάνει εκκρεμείς υποθέσεις, καθώς και αιτήσεις που έχουν κατατεθεί έως και 31-12-2015", ως η ένδικη....

Η αποπληρωμή των ανωτέρω δόσεων από τον εκκαλούντα για τη διάσωση της κύρια κατοικίας του, θα γίνεται...Η έναρξη δε της ρύθμισης αυτής ανατρέχει στον ορισθέντα με την εκκαλουμένη απόφαση χρόνο, ήτοι εξακολουθεί αφετηριαζόμενη στον χρόνο από τον πρώτο μήνα, μετά τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης, όπως ορίσθηκε με αυτήν, δεδομένου ότι διαφορετική αντιμετώπιση με έναρξη από το χρόνο δημοσίευσης της παρούσας απόφασης, πέραν των οποίων δογματικών επιφυλάξεων θα μπορούσαν να διατυπωθούν ενόψει του χαρακτήρα του ενδίκου βοηθήματος της έφεσης, θα κατέληγε και σε μία έμμεση επιμήκυνση της διάρκειας της ρύθμισης.

Ενόψει, άλλωστε, του γεγονότος ότι εν προκειμένω λαμβάνει χώρα μείωση και όχι αύξηση της καταβλητέας, μηνιαίας δόσης δεν τίθεται θέμα αιφνιδιασμού και υπέρμετρης επιβάρυνσης του οφειλέτη, ο οποίος ούτως ή άλλως ευρίσκετο αντιμέτωπος με την άμεση εκτελεστότητα της εκκαλουμένης απόφασης ήδη από της εκδόσεώς της και πλέον καλείται να καταβάλει μικρότερο απλώς ποσό μηνιαίως σε σχέση με το αρχικώς ορισθέν...

Αντίθετα, δεν κρίνεται αναγκαία η χορήγηση περιόδου χάριτος για την τακτοποίηση των δημιουργηθεισών στον ενδιάμεσο χρόνο οφειλών του αιτούντος λόγω της προηγηθείσης μακροχρόνιας ανεργίας του, όπως ο τελευταίος ισχυρίζεται με τον τέταρτο λόγο έφεσής του...σκοπός της περιόδου χάριτος είναι η ελάφρυνση του οφειλέτη, ώστε να μην συμπέσουν χρονικά οι καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 και οι καταβολές του άρθρου 9 παρ.2 και συνεπώς θεωρείται σκόπιμο να χορηγείται στον οφειλέτη περίοδος χάριτος τόσης διάρκειας ώστε ο οφειλέτης να μπορεί να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις τόσο του άρθρου 8 παρ.2, όσο και τις υποχρεώσεις του άρθρου 9 παρ.2 του νόμου και να μην επιβαρύνεται συγχρόνως με καταβολές και από τις δύο πηγές.

Εν προκειμένω, όμως, οι ως άνω δύο ρυθμίσεις δεν συμπίπτουν, αφού με τη με αριθμό 2517/2012 εν μέρει οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ο αιτών διατάχθηκε, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ.2 και 5 του ν. 3869/2010, να καταβάλει στις πιστώτριές του για δέκα (10) μήνες και δη από τον Απρίλιο του 2012 μέχρι και τις 31-1-2013, μηνιαίες δόσεις ύψους 170,00 ευρώ, ενώ με τη με αριθμό 618/2015 εν μέρει οριστική απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, προσδιορίσθηκαν μηδενικές καταβολές για το εναπομείναν, μέχρι το πέρας της τετραετούς ρύθμισης χρόνο, ήτοι μέχρι τον Απρίλιο του 2016.

Κρίνοντας, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση ότι δεν ήταν δυνατόν να χορηγηθεί περίοδος χάριτος για τις καταβολές του άρθρου 9 παρ.2,..ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε και τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο εκκαλών με τον οικείο λόγο έφεσης τυγχάνουν αβάσιμα και εντεύθεν απορριπτέα...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο επί της εφέσεως του αναιρεσείοντος -αιτούντος, δέχτηκε και ως κατ' ουσία βάσιμη την από 12-4-2017 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 1617/2017 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και των συμπροσβαλλομένων με αυτήν εν μέρει οριστικών υπ' αριθμούς 2517/2012 και 618/2015 αποφάσεων, τις οποίες και εξαφάνισε και, στην συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος και αφενός ρύθμισε τα χρέη του προσδιορίζοντας μηνιαίες καταβολές προς τις πιστώτριες, όπως ακριβώς αναφέρεται στο σκεπτικό αυτής, αφετέρου εξαίρεσε της εκποίησης την κύρια κατοικία αυτού και επέβαλε σε αυτόν την υποχρέωση να καταβάλει, για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, το ποσό των 22.752,58 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας αυτής, όπως ομοίως είχε κρίνει και το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, που είχε προσδιορίσει στο ίδιο ποσοστό (80%) της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του (αιτούντος) τις καταβολές αυτού για την μερική ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτριών και ήδη αναιρεσιβλήτων προς διάσωση της εν λόγω κατοικίας.

Με τον τρίτο λόγο της ένδικης αναιρέσεως, όπως ορθά εκτιμάται το περιεχόμενό του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ.1α ΚΠολΔ, ήτοι της ευθείας παραβιάσεως του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, με το να κρίνει, ότι προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση, η κύρια κατοικία του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος, υποχρεούται αυτός να καταβάλει στις αναιρεσίβλητες ποσοστό 80% επί της αντικειμενικής αξίας του ως άνω ακινήτου, αφού, το ποσό των απαιτήσεων που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας κατ' ανώτατο ύψος και όχι κατά κατώτατο.

Έτσι που έκρινε το, ως Εφετείο δίκασαν Πρωτοδικείο, και ειδικότερα, με το να ορίσει, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως η παρ. 2 ισχύει μετά την αντικατάσταση του δευτέρου εδαφίου της από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.1 του ν. 4161/2013, η οποία υπό την τελευταία της μορφή ισχύει άμεσα από της θεσπίσεώς της ακόμα και για τις υποβληθείσες πριν από τη θέσπισή της και εκκρεμείς κατά το χρόνο αυτό αιτήσεις (όπως εν προκειμένω η ένδικη από 30-11-2004 αίτηση), ότι το συνολικό ποσό που οφείλει να καταβάλει ο αιτών για τη διάσωση του ακινήτου του, πρέπει να είναι το ποσοστό του 80% της αντικειμενικής αξίας του, δεδομένου ότι δεν υπήρχε δυνατότητα εκ του νόμου να κατέλθει του οριζόμενου στο νόμο ποσοστού του 80% της αντικειμενικής αξίας του ως άνω ακινήτου, παραβίασε την πιο πάνω διάταξη του ουσιαστικού δικαίου και γι' αυτό, ο από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ'ουσία, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη εκτέθηκαν.

Ακολούθως, με τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης, προβάλλεται η πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ.1β' ΚΠολΔ, και δη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, που αφορά το κεφάλαιο εξαίρεσης από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του αναιρεσείοντος.

Συγκεκριμένα, ότι κατά τον υπολογισμό του ποσού, ήτοι των 111,53 ευρώ, που τον υποχρέωσε να καταβάλει μηνιαίως για την διάσωση της κύριας κατοικίας του, δεν έλαβε υπόψη της την προσωπική, οικογενειακή και οικονομική του κατάσταση (μακροχρόνια ανεργία του ίδιου, πενιχρότητα εισοδημάτων του, ανεργία συζύγου του, συντηρήσεως της τετραμελούς οικογενείας του, ήτοι και των δύο θυγατέρων τους, ηλικίας 19 και 25 ετών, προβλήματα υγείας που ο ίδιος αντιμετωπίζει -στεφανιαία νόσος, διαβήτης, αρτηριακή υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, το γεγονός ότι για την αποπληρωμή των παγίων εξόδων προς ΔΕΗ και ΕΥΑΘ λαμβάνει βοήθεια από την εκκλησία, σε συσσίτια της οποίας συμμετέχει) σε συνδυασμό με την πασίδηλη οικονομική κρίση και προσδιόρισε ποσό 111,53 ευρώ, ενώ αποδείχθηκε ότι αδυνατεί να καταβάλει υπό τα υφιστάμενα οικονομικά δεδομένα, ποσό μεγαλύτερο των 100 ευρώ μηνιαίως (1ος λόγος).

Επίσης, ότι παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας κατά τον προσδιορισμό της περιόδου εξόφλησης των δόσεων, ορίζοντας μόλις 204 ισόποσες μηνιαίες δόσεις, ήτοι 17 έτη, μη συνεκτιμώντας την διάρκεια των επιδίκων συμβάσεων, οι οποίες υπερβαίνουν τα δέκα έτη, τη γενικευμένη οικονομική κρίση, την εργασιακή του αστάθεια, την ηλικία του, τα πενιχρά του εισοδήματα, τις οικογενειακές του ανάγκες, την μακροχρόνια ανεργία της συζύγου του και όλα όσα ομοίως στον πρώτο λόγο αναιρέσεως αναφέρει (2ος λόγος).

Τέλος, ότι επίσης παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, μη ορίζοντας περίοδο χάριτος προς έναρξη της ως άνω μηνιαίας καταβολής (τέταρτος λόγος). Οι λόγοι αυτοί, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σκέψη, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, το μεν διότι δεν αναφέρονται ποία είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία η προσβαλλόμενη παραβίασε, σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση, με ποίο τρόπο παραβιάστηκαν, τo δε διότι τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα ως διδάγματα της κοινής πείρας, όπως έχουν εκτεθεί αναλυτικά προηγουμένως, δεν αφορούν την ερμηνεία ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αλλά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, στο κεφάλαιο για την διάσωση της κύριας κατοικίας και συνεπώς, υπό την επίκληση της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 1 περ.

β' ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, αφορούν δηλαδή την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν μπορούν να ελεγχθούν αναιρετικά.

Κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016 και καταλαμβάνει και τον προβαλλόμενο με την παρούσα αναίρεση πέμπτο λόγο, αφού αυτή κατατέθηκε στις 13.8.2020, ως η σχετική πράξη καταθέσεώς της (1433/2020), αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο προβάλλεται η αιτίαση της παραβάσεως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο με τρόπο αντιφατικό ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος, προσδιορίζοντας: "μηνιαίες καταβολές προς τις πιστώτριες τράπεζες για το χρονικό διάστημα από 30-4-2012 έως 31-1-2013 και συγκεκριμένα σε δέκα (10) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, οι οποίες θα καταβάλλονται το τελευταίο δεκαήμερο εκάστου μηνός, αρχής γενομένης από το τελευταίο δεκαήμερο του μηνός Απριλίου 2012... ", πλην όμως, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ο προσδιορισμός αυτός είναι εσφαλμένος διότι, οι μηνιαίες δόσεις του ως άνω διαστήματος, ορθά υπολογιζόμενες είναι εννέα (9) και όχι δέκα (10).

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, επακριβώς δέχεται ότι η πρώτη δόση αρχίζει από το τελευταίο δεκαήμερο του μηνός Απριλίου 2012, περιλαμβάνεται δηλαδή και ο μήνας Απρίλιος 2012, στον συνολικό αριθμό των μηνιαίων δόσεων, επομένως είναι δέκα (10) μηνιαίες δόσεις, καταβαλλόμενες το τελευταίο δεκαήμερο εκάστου μηνός (Απριλίου, Μαίου, Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2012 και Ιανουαρίου 2013) και όχι όπως αντιθέτως εσφαλμένως, με τον ως άνω πέμπτο λόγο της αναιρέσεως του, υπολογίζει ο αναιρεσείων εννέα (9) μηνιαίες δόσεις, αρχόμενες από 30-4-2012 έως 30-5-2012 (ήτοι από Μάιο 2012) και εφεξής.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου τρίτου λόγου της αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., που αφορά το κεφάλαιο της προσβαλλομένης απόφασης για καθορισμό ποσοστού επί της αντικειμενικής αξίας της πρώτης κύριας κατοικίας του αιτούντος, προκειμένου να εξαιρεθεί αυτή (πρώτη κατοικία) από την εκποίηση.

Ακολούθως, πρέπει, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.). Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, σε αυτόν (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ.

ε` του Κ.Πολ.Δικ.). Στην παρούσα απόφαση δεν περιλαμβάνεται διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δικ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ.

β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 636/2017, ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4854/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας και ειδικότερα ως προς το ποσοστό επί της αντικειμενικής αξίας της πρώτης κύριας κατοικίας του αιτούντος, που ορίσθηκε για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών αυτού, προκειμένου να εξαιρεθεί αυτή (κατοικία) από την εκποίηση.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση. Και Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ