302/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ έλλειψη μείζονος πρότασης στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η παράλειψη, δηλαδή, παράθεσης των διατάξεων, στις οποίες στηρίζεται το αίτημα της αγωγής ή ένσταση, όπως και η ατελής ή η αντιφατική παράθεση των διατάξεων αυτών ή η παντελής έλλειψη αιτιολόγησης της ερμηνευτικής εκδοχής του δικαστηρίου της ουσίας σε σχέση με την αγωγή ή την ένσταση ή η ελλιπής ή αντιφατική σχετική αιτιολόγηση ως προς την ερμηνευτική εκδοχή, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα για τους λόγους των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Legislator headnote
AI generated302/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως αιτιολογίες, όμως, νοούνται στη σχετική διάταξη μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές βάσει των αποδειχθέντων ή μη πραγματικών γεγονότων, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου και όχι τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου κατά το στάδιο αξιολόγησης των αποδείξεων.
Full text
Απόφαση 302 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 302/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας Α. συζ. Χ. Δ., το γένος Δ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φυλακτό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου Μ. Δ. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Ταρπινίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2014 αγωγή της αναιρεσείουσας στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 286/2017 του παραπάνω Δικαστηρίου και 1923/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 14-1-2019 αίτησή της. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.
Κατά την εκδίκαση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 1923/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της 286/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, απερρίφθη, κατά την κύρια βάση της, περί κλήρου αγωγή νόμιμης μοίρας της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου, η οποία, ως προς τη βάση της αυτή, είχε γίνει δεκτή με την πρωτοβάθμια απόφαση, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή η παραπάνω αγωγή ως προς την επικουρική της βάση μέμψης άστοργης δωρεάς. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
1. Η έλλειψη μείζονος πρότασης στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η παράλειψη, δηλαδή, παράθεσης των διατάξεων, στις οποίες στηρίζεται το αίτημα της αγωγής ή ένσταση, όπως και η ατελής ή η αντιφατική παράθεση των διατάξεων αυτών ή η παντελής έλλειψη αιτιολόγησης της ερμηνευτικής εκδοχής του δικαστηρίου της ουσίας σε σχέση με την αγωγή ή την ένσταση ή η ελλιπής ή αντιφατική σχετική αιτιολόγηση ως προς την ερμηνευτική εκδοχή, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα για τους λόγους των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Και τούτο, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως αιτιολογίες, όμως, νοούνται στη σχετική διάταξη μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές βάσει των αποδειχθέντων ή μη πραγματικών γεγονότων, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου και όχι τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου κατά το στάδιο αξιολόγησης των αποδείξεων.
Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα κλπ αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 900/2011).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που συνίσταται στο ότι "παραλείπει στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού να προσδιορίσει τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου επί του κρισίμου ζητήματος της υπαγωγής και ενσωμάτωσης του όρου του άρθρου 2 του νόμου 5638/1932 στην από 26-9-2011 σύμβαση κοινού καταθετικού λογαριασμού μεταξύ της μητέρας μας Π.
Σ. και του ήδη αναιρεσιβλήτου" και έτσι "δεν πληροφορούμαι τον κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε από το Δικαστήριο της ουσίας σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της υπαγωγής και ενσωμάτωσης του όρου του άρθρου 2 του νόμου 5638/1932 στην από 26-9-2011 σύμβαση" και με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι "παραλείπεται πλήρως από την αιτιολογία της ο νομικός χαρακτηρισμός της επίδικης έννομης σχέσης, ήτοι οι εφαρμοστέες διατάξεις για την υπαγωγή και την ενσωμάτωση του ως άνω όρου στην επίδικη σύμβαση, δηλαδή δεν αποσαφηνίζεται εάν η in concreto εφαρμογή του στηρίζεται στις διατάξεις περί συμβατικών ενοχών του ΑΚ ή στις αντίστοιχες ρυθμίσεις του νόμου 2251/1994 περί των ΓΟΣ ή ακόμη και σε κάποια ειδική ρύθμιση του νόμου 5638/1932, οπότε και παραλείπεται επιπλέον η παραπομπή στις ειδικότερες ρυθμίσεις του ως άνω νόμου".
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, η επικαλούμενη μη παράθεση στη μείζονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης των νομικών διατάξεων, που φέρονται, ότι λείπουν, δεν στοιχειοθετεί τους λόγους αυτούς.
2. Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 608/2013).
Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση, που διατύπωσε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης για τα ζητήματα που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες παραδοχές το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά διατυπώθηκαν ως εκ περισσού ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος που προβάλλεται με την αγωγή κλπ και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε ισχυρισμό των διαδίκων που δεν προτάθηκε ως ένσταση ή αντένσταση αυτών, τότε οι αιτιάσεις που προβάλλονται για τη θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010).
Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΟλΑΠ 20/2005), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 112/2016).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε με αυτή, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), πλην άλλων και ότι "η Π. χήρα Δ. Σ., κάτοικος όσο ζούσε …, απεβίωσε στην …, στις 18-4-2013, κατέλειπε δε μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τα τέκνα της, την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη- θυγατέρα της και τον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα- υιό της, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τον καθένα.
Η αποβιώσασα, ήδη από ετών, διατηρούσε στην Τράπεζα με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" τον ... κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου, στον οποίο συνδικαιούχοι ήταν η ίδια και τα προαναφερθέντα τέκνα της. Ακολούθως, στις 5-10-2011, το χρηματικό ποσό του εν λόγω λογαριασμού, ύψους 117.000 ευρώ, μεταφέρθηκε στον ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό, με συνδικαιούχους πλέον μόνον την αποβιώσασα και τον εναγόμενο, ταυτόχρονα δε έγινε προθεσμιακή κατάθεση, ποσού 100.000 ευρώ, με συνδικαιούχους τους τελευταίους, ο λογαριασμός δε της προθεσμιακής αυτής κατάθεσης των 100.000 ευρώ ήταν "συνδεδεμένος" και είχε πιστούμενο λογαριασμό τον κοινό ..., καθώς ο τελευταίος αυτός κοινός καταθετικός λογαριασμός χρεώθηκε στις 5-10-2011 για να πραγματοποιηθεί η συγκεκριμένη προθεσμιακή κατάθεση, ενώ από το πιο πάνω χρόνο έως 19-3-2013, οι τόκοι της προθεσμιακής αυτής κατάθεσης πιστώνονταν στον πιο πάνω κοινό λογαριασμό.
Κατά το χρόνο θανάτου της μητέρας των διαδίκων (18-4-2013), η οποία δεν προέκυψε ότι αντιμετώπιζε κάποια σοβαρή εκφυλιστική νόσος του εγκεφάλου, το ποσό που ήταν κατατεθειμένο στον ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό και στο συνδεδεμένο με αυτόν λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης, ανέρχονταν συνολικά σε 101.407,62 ευρώ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι πιο πάνω λογαριασμοί (πρώτος κοινός λογαριασμός και ο επίδικος κοινός λογαριασμός), τροφοδοτούνταν αποκλειστικά με χρήματα της αποβιώσασας μητέρας των διαδίκων, που προέρχονταν κυρίως από την είσπραξη και αποταμίευση των μηνιαίων συντάξεων του προαποβιώσαντος συζύγου της, χωρίς ο εναγόμενος και συνδικαιούχος του κοινού λογαριασμού να έχει οποιαδήποτε χρηματική συνεισφορά σε αυτόν (λογαριασμό), γεγονός άλλωστε που δεν αρνείται και ο τελευταίος.
Επιπλέον, όπως αποδείχθηκε, όταν στις 26-9-2011 η μητέρα των διαδίκων και ο εναγόμενος άνοιξαν στο κατάστημα … της τράπεζας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" τον ... επίδικο κοινό λογαριασμό, υπέγραψαν αμφότεροι την από 26-9-2011 αίτηση ανοίγματος λογαριασμού, με συνδικαιούχους τους ίδιους, αφού έλαβαν γνώση και αντίγραφο του εντύπου Πλαισίου Συνεργασίας-Όρων Διενέργειας Τραπεζικών Συναλλαγών με τα στοιχεία "Ιδιωτών Έκδοση 1.0/2010", στο οποίο (έντυπο) περιείχοντο οι όροι από τους οποίους διέπονταν οι συναλλαγές του εν λόγω λογαριασμού, όπως προκύπτει τόσο από την …/6-11-2017 επιστολή της ALPHA BANK ΑΕ, κατάστημα …, προς τον εναγόμενο, όσο και κυρίως, ρητά αναφέρεται στο σχετικό βιβλιάριο λογαριασμού "ΚΟΙΝΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ Ν. 5638/32", που τους χορηγήθηκε από την πιο πάνω τράπεζα, στο οποίο επίσης ρητά αναφέρεται ότι η χρήση του λογαριασμού καθώς και του βιβλιαρίου, συνιστά αποδοχή των όρων του Πλαισίου Συνεργασίας-Όρων Διενέργειας Τραπεζικών Συναλλαγών.
Στο ως άνω Πλαίσιο Συνεργασίας-Όροι Διενέργειας Τραπεζικών Συναλλαγών στο κεφάλαιο με αριθμό 2.7 με τίτλο "Κοινός Καταθετικός Λογαριασμός" αναφέρονται, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα εξής: "2.7.1. Ως Κοινός Καταθετικός Λογαριασμός νοείται ο Καταθετικός Λογαριασμός του οποίου δικαιούχοι είναι περισσότερα του ενός φυσικά ή νομικά πρόσωπα. 2.7.2.
ί. Καταθέσεις σε και αναλήψεις από Κοινό Διαζευκτικό Καταθετικό Λογαριασμό μπορεί να γίνουν από οποιονδήποτε από τους συνδικαιούχους, χωρίς τη σύμπραξη του ή των λοιπών και χωρίς ποσοστικούς περιορισμούς, διέπονται δε από το ν. 5638/1932, όπως εκάστοτε ισχύει... iii Σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από τους συνδικαιούχους, ο Κοινός Διαζευκτικός Καταθετικός Λογαριασμός συνεχίζει να ισχύει στο όνομα του ή των επιζώντων συνδικαιούχων μέχρι του τελευταίου από αυτούς... 2.7.5.
Σε οποιαδήποτε περίπτωση αμφιβολίας για το είδος του Κοινού Καταθετικού Λογαριασμού και εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη ρητή συμφωνία των συνδικαιούχων, ο Κοινός Λογαριασμός θεωρείται Διαζευκτικός". Σύμφωνα με τα παραπάνω, παρότι στην από 26-9-2011 αίτηση ανοίγματος του ... κοινού καταθετικού λογαριασμού, την οποία συνυπέγραψαν οι ως άνω συνδικαιούχοι αυτού, δεν αναφέρεται ρητά ότι είχε τεθεί ο πρόσθετος όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, κατά τον οποίο "επί των καταθέσεων τούτων (εις κοινόν λογαριασμό) δύναται να τεθεί προσθέτως ο όρος ότι άμα τω θανάτω οιονδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου τούτων", ο επίδικος κοινός λογαριασμός διεπόταν από τους όρους που περιλαμβάνονταν στο Πλαίσιο Συνεργασίας-Όροι Διενέργειας Τραπεζικών Συναλλαγών, μεταξύ των οποίων ο ανωτέρω αναφερόμενος υπό στοιχεία 2.7.2. iii όρος, δηλαδή τύγχανε εφαρμογής επ' αυτού (λογαριασμού) ο πρόσθετος όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, του οποίου όρου οι συνδικαιούχοι του λογαριασμού έλαβαν γνώση κατά το άνοιγμά του με τη χορήγηση σε αυτούς από την άνω τράπεζα του εντύπου με τον τίτλο "Πλαίσιο Συνεργασίας-Όροι Διενέργειας Τραπεζικών Συναλλαγών", ανεξαρτήτως του ότι το έντυπο δεν φέρει την υπογραφή τους, καθώς μόνη η χρήση του λογαριασμού καθώς και του σχετικού βιβλιαρίου καταθέσεων, που επίσης τους χορηγήθηκε από την ίδια τράπεζα, συνιστά αποδοχή των προβλεπόμενων όρων.
Η πιο πάνω κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, στην από 26-9-2011 αίτηση ανοίγματος του ένδικου κοινού λογαριασμού που υπέγραψαν οι συνδικαιούχοι και στο τέλος αυτής εν είδει σημειώσεως αναγράφεται "Πέραν του συμψηφισμού σύμφωνα με το Πλαίσιο Συνεργασίας-Όροι Διενέργειας Τραπεζικών Συναλλαγών ρητά συμφωνείται ότι σε τυχόν περίπτωση επιβολής κατασχέσεως επί του εκάστοτε υπολοίπου του καταθετικού λογαριασμού μου από οποιονδήποτε δανειστή στα χέρια της Τραπέζης ως τρίτης, η Τράπεζα, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων περί μισθών και συντάξεων, δικαιούται να συμψηφίζει με το υπόλοιπο της καταθέσεως κάθε απαίτησή της εναντίον μου, ακόμη και μη ληξιπρόθεσμη ή υπό αναβλητική αίρεση, από οποιαδήποτε αιτία και αν προέρχεται", και τούτο διότι από την απλή ανάγνωση της πιο πάνω σημείωσης προκύπτει ότι, αυτή ρυθμίζει αποκλειστικά το δικαίωμα της Τράπεζας σε περίπτωση επιβολής κατασχέσεως στα χέρια της, ως τρίτης, από δανειστές των συνδικαιούχων, να προβεί σε συμψηφισμό των απαιτήσεων της ίδιας σε βάρος των συνδικαιούχων, πέραν του συμψηφισμού σύμφωνα με το Πλαίσιο Συνεργασίας-Όροι Διενέργειας Τραπεζικών Συναλλαγών, από τους όρους του οποίου, ο επίδικος κοινός λογαριασμός διέπονταν, όπως προαναφέρθηκε, σε καμία δε περίπτωση από την πιο πάνω ειδική αναφορά στο συμψηφισμό, ως όρο του Πλαισίου Συνεργασίας-Όροι Διενέργειας Τραπεζικών Συναλλαγών, δεν συνάγεται ότι οι συμβαλλόμενοι αποδέχθηκαν μόνο το συγκεκριμένο όρο περί συμψηφισμού και όχι γενικά όλους ανεξαιρέτως τους όρους του Πλαισίου.
Συνεπώς ο εναγόμενος νομίμως, μετά το θάνατο της μητέρας του και συγκεκριμένα, στις 29-4-2013, κάνοντας χρήση του σχετικού, ερειδομένου στο άρθρο 2 ν. 5638/1932 δικαιώματός του, που διείπε τη σύμβαση του επίδικου κοινού λογαριασμού, μετέφερε το ποσό των 101.407,62 ευρώ του πιο πάνω λογαριασμού, στον 872002101095429 λογαριασμό της ίδιας τράπεζας. Σύμφωνα δε με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, η κληρονόμος της αποθανούσας καταθέτιδος, δεν μπορεί να στραφεί κατά του εναγομένου και να αξιώσει το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογούσε σ' εκείνη, όπως θα συνέβαινε αν δεν είχε τεθεί ο προαναφερόμενος όρος. Και τούτο διότι το ποσό της κατάθεσης και ο λογαριασμός περιήλθε αυτοδικαίως και εξ ιδίου δικαίου στον εναγόμενο, ως επιζώντα συνδικαιούχο του λογαριασμού, έναντι του οποίου η ενάγουσα, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιώσασας μητέρας της, δεν έχει δικαίωμα να στραφεί και να αξιώσει, κατά το λόγο της κληρονομικής της μερίδας (1/2 εξ αδιαιρέτου), το κατά τις εσωτερικές σχέσεις των συνδικαιούχων μέρος της κατάθεσης, που αναλογούσε στη θανούσα, όπως θα συνέβαινε αν δεν είχε τεθεί ο προαναφερόμενος όρος.
Συνεπώς, το ανωτέρω ποσό μετά το θάνατο της Π. χήρας Δ. Σ. περιήλθε στον εναγόμενο λόγω της ως άνω ιδιότητάς του ως συνδικαιούχου του ανωτέρω λογαριασμού, η δε ερειδόμενη στο άρθρο 2 του ν. 5638/1932 ένσταση, που προέβαλε ο εναγόμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και την οποία επαναφέρει με τους σχετικούς λόγους έφεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αποδεικνύεται ως βάσιμη και κατ ουσία ...".
Ήτοι, δέχτηκε το Εφετείο, ότι ο παραπάνω κοινός τραπεζικός λογαριασμός μεταξύ της μητέρας των αντιδίκων και του αναιρεσιβλήτου διέπεται από τον όρο του άρθρου 2 του νόμου 5638/1932, αφενός μεν διότι, κατά το άνοιγμα του λογαριασμού αυτού, έλαβαν γνώση οι ανωτέρω και τους χορηγήθηκε το αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση έντυπο του Πλαισίου Συνεργασίας, με τους όρους από τους οποίους διέπεται ο λογαριασμός που άνοιξαν, μεταξύ των οποίων όρων και εκείνος του παραπάνω άρθρου 2, τον οποίο, συνεπώς, όρο αποδέχτηκαν με τον τρόπο αυτό, αφετέρου δε διότι στο βιβλιάριο που τους χορηγήθηκε από την Τράπεζα σχετικά με τον παραπάνω λογαριασμό τους, αναφέρεται ότι η χρήση του λογαριασμού και του βιβλιαρίου συνιστά αποδοχή των όρων του παραπάνω Πλαισίου, μεταξύ των οποίων και εκείνος του άρθρου 2 και ότι, συνεπώς, με τη χρήση του λογαριασμού και του βιβλιαρίου, σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αποδέχτηκαν οι ανωτέρω και τον παραπάνω όρο.
Σύμφωνα με αυτά, ο τρίτος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για εκ πλαγίου παραβίαση από το Εφετείο με την παραπάνω κρίση του του άρθρου 2 του νόμου 2251/1994 για τους Γενικούς Όρους Συναλλαγών, για ανεπάρκεια αιτιολογίας, λόγω μη αναφοράς συγκεκριμένων ενεργειών, από τις οποίες "τεκμαίρεται η μεταγενέστερη αποδοχή του Πλαισίου" που προαναφέρθηκε και για αντίφαση της αιτιολογίας "για μεταγενέστερη της κατάρτισης της σύμβασης αποδοχή του Πλαισίου με τη χρήση του λογαριασμού και του βιβλιαρίου" προς την αιτιολογία, ότι "το Πλαίσιο κατέστη γνωστό κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης", πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, πρωτίστως, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις, ήτοι στο ότι το Εφετείο εφάρμοσε τον παραπάνω νόμο για τους ΓΟΣ, τον οποίο, όμως, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, ούτε εφάρμοσε, ούτε, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών του, ήταν αυτός εφαρμοστέος και σε ανύπαρκτες παραδοχές του Εφετείου αφενός μεν για τεκμαιρόμενη, αφετέρου δε για μεταγενέστερη (προφανώς, του ανοίγματος του λογαριασμού) αποδοχή του Πλαισίου με τον παραπάνω όρο από τη μητέρα των αντιδίκων και τον αναιρεσίβλητο, αλλά και για μεταγενέστερη χρήση του βιβλιαρίου και του λογαριασμού από τους ανωτέρω σε σχέση με την κατάρτιση της σύμβασης.
3. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτά καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και όταν, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, σύμφωνα με το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αυτά αποδεικτικά μέσα ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι αυτά έχουν, αφού η εκτίμηση αυτή είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 ΚΠολΔ, οι ιατρικές βεβαιώσεις ή γνωματεύσεις και όταν εκδίδονται από ιατρό που ασκεί δημόσια λειτουργία, μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, έχουν δεσμευτική αποδεικτική δύναμη και ειδικότερα αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, μόνο για όσα βεβαιώνονται σε αυτές ότι έγιναν από το συντάκτη τους ή ότι έγιναν ενώπιόν του και επίσης αποτελούν πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, μόνο ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτές, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους.
Όμως, ως προς τις επιστημονικές εκτιμήσεις και γνώμες του συντάκτη τους, που περιέχονται στις βεβαιώσεις αυτές, ακόμη και σχετικά με τις επιπτώσεις που τα ευρήματα που αναφέρονται στις εν λόγω βεβαιώσεις, έχουν στην πνευματική και σωματική κατάσταση εκείνου στον οποίο αναφέρονται, οι εν λόγω ιατρικές βεβαιώσεις και γνωμοδοτήσεις εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, όπως, άλλωστε, ισχύει, σύμφωνα με τα άρθρα 387 και 390 ΚΠολΔ και για τις γνωμοδοτήσεις των ιατρών πραγματογνωμόνων που διόρισε το δικαστήριο ή με τις γνωμοδοτήσεις, που συντάχθηκαν με αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, από ιατρούς, ως πρόσωπα με ειδικές επιστημονικές γνώσεις (ΑΠ 1660/2009).
Σύμφωνα με αυτά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τέταρτος, από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν προσέδωσε στην …/20-7-2012 βεβαίωση του Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "Γ. Παπανικολάου", στην οποία αναφέρεται, ότι η μητέρα των αντιδίκων "έπασχε από άνοια τύπου αλτσχάϊμερ από 6ετίας, με αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης και διαταραχές πολλών νοητικών λειτουργιών", πλήρη απόδειξη ως προς τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι "η μητέρα τους δεν εδύνατο να κατανοήσει και κατ' επέκταση να συμφωνήσει για τη θέση του όρου του άρθρου 2 του νόμου 5638/1932 στη σύμβαση", αφενός μεν διότι το ανωτέρω γεγονός της αδυναμίας κατανόησης του παραπάνω όρου δεν αναφέρεται στην ανωτέρω βεβαίωση ούτε ως συνέπεια της εκεί αναγραφόμενης πάθησης της μητέρας των αντιδίκων, αφετέρου δε διότι και αν ακόμη η παραπάνω αδυναμία συνιστούσε επίπτωση της ανωτέρω πάθησης, η σχετική επιστημονική εκτίμηση του συντάκτη της βεβαίωσης ιατρού, δεν προσδίδει στην εν λόγω βεβαίωση δεσμευτική αποδεικτική δύναμη (πλήρη απόδειξη) αλλά εκτιμάται ελεύθερα.
4. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1827, 1831, 1832 και 1833 ΑΚ, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας οποιουδήποτε μεριδούχου, η οποία συνίσταται στο μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας του, λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή συνυπολογίζονται όλα τα δεκτικά κληρονομικής διαδοχής περιουσιακά στοιχεία που υπάρχουν κατά το χρόνο αυτό στην κληρονομιά (πραγματική κληρονομική ομάδα), προσθέτονται δε και θεωρούνται ότι υπάρχουν στην κληρονομιά (πλασματική κληρονομική ομάδα), με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής, ο,τιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα, σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που έκανε ο κληρονομούμενος στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.
Έτσι, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου: α) εκτιμάται η αξία όλων των αντικειμένων της κληρονομίας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, β) προσθέτονται με την αξία που είχαν κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν οι πιο πάνω παροχές του κληρονομούμενου προς τους μεριδούχους ή τρίτους, γ) με βάση την αυξημένη (πλασματική) κληρονομική ομάδα, που προσδιορίζεται κατά τον ανωτέρω τρόπο, βρίσκεται η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου και δ) σχηματίζεται ένα κλάσμα με αριθμητή το ποσό της νόμιμης μοίρας που βρίσκεται με τον παραπάνω τρόπο και παρανομαστή την αξία των στοιχείων της πραγματικής ομάδας, από τα οποία θα λάβει ο μεριδούχος τη νόμιμη μοίρα του ή το ποσοστό που απαιτείται για τη συμπλήρωσή της.
Το κλάσμα αυτό ή ο δεκαδικός αριθμός που προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμητή με τον παρανομαστή παριστά το ποσοστό που πρέπει να πάρει ο μεριδούχος αυτούσιο σε κάθε αντικείμενο της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς, για να λάβει έτσι τη νόμιμη μοίρα του (ΟλΑΠ 1404/1984).
Συνεπώς, αν, κατά τον ενάγοντα μεριδούχο, υπάρχουν παροχές του κληρονομουμένου σε μεριδούχους ή τρίτους, από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 1831 παρ. 1 εδ. 2 ΑΚ, για να ληφθούν υπόψη κατά τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου, πρέπει αυτός να τις επικαλεσθεί με την αγωγή του, αναφέροντας την πραγματική αξία που είχαν κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν (ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 1440/2010).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Κατά δε το άρθρο 224 ΚΠολΔ, "είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής.
Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής επέρχεται όταν στις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση γίνεται προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (ΟλΑΠ 2/1994).
Σύμφωνα δε με την παρ. 2 του παραπάνω άρθρου, επιτρέπεται στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης ή με προφορική δήλωση όσα ουσιώδη γεγονότα αποτυπώθηκαν ανεπαρκώς ή με ασάφεια στην αγωγή του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της (ΑΠ 389/2010).
Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη πραγματικού ισχυρισμού ιδρύει λόγο αναίρεσης, βάσει του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, μόνο αν ο ισχυρισμός αυτός έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τέτοια όμως επίδραση δεν έχει ο ισχυρισμός που προτείνεται απαράδεκτα ή είναι μη νόμιμος και συνεπώς η μη απάντηση σε τέτοιο ισχυρισμό δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2001).
Εν προκειμένω, με τον πέμπτο, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι, κατά τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας της αναιρεσείουσας, δεν λήφθηκαν υπόψη οι αναφερόμενες, συνολικού ποσού, 21.792,38 ευρώ, δωρεές εν ζωή της μητέρας των διαδίκων προς τον αναιρεσίβλητο και με τον έκτο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίφαση αιτιολογιών, που συνίσταται στο ότι ενώ δέχεται, ότι το αναφερόμενο ποσό των 3.200 ευρώ αποτελεί δωρεά εν ζωή της μητέρας των αντιδίκων προς τον αναιρεσίβλητο, εντούτοις δεν το υπολογίζει για τον προσδιορισμό της νόμιμης μοίρας της αναιρεσείουσας, τις οποίες δωρεές είχε επικαλεσθεί η τελευταία με τις προτάσεις της. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, κατά το αναιρετήριο, οι παραπάνω δωρεές προτάθηκαν, όχι με την αγωγή, όπως, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, θα έπρεπε, (ως στοιχείο της ιστορικής βάσης αυτής), αλλά με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας και συνεπώς, ο σχετικός ισχυρισμός της τελευταίας ήταν απαράδεκτος, διότι επέφερε μεταβολή, ως προς το στοιχείο αυτό, της βάσης της αγωγής. Επομένως, το Εφετείο, μη συνυπολογίζοντας τις ανωτέρω δωρεές, στην πλασματική κληρονομία της κληρονομούμενης, δεν υπέπεσε στις παραπάνω πλημμέλειες που του αποδίδονται.
Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-1-2019 αίτηση της Α. συζ. Χ. Δ., το γένος Δ. Σ., για αναίρεση της 1923/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ