302/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη- Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated302/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στον Ε. Μ. Μ., γεωπόνο, πατέρα των διαδίκων, περιήλθαν κατά κυριότητα, κατόπιν αγοράς τους από τους αληθείς κυρίους, δυνάμει των νομίμως μεταγεγραμμένων υπ' αριθ. …010/1949 και ….253/1950 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Η.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 302 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 302/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη- Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Νοεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καθης η κλήση: 1. Μ. συζ. Σ. Δ., θυγ. Ε. Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Παναγιώτη Γκλαβίνη Των καθων η κλήση: 1.... με την επωνυμία "..." που εδρεύει στα …. και εκπροσωπείται νόμιμα , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ιωάννα Τόγελου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. 2. Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, 3. της ΔΥΟ …, νομίμως εκπροσωπουμένης που δεν παραστάθηκε. Του αναιρεσίβλητου: Μ. Μ. του Ε., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεέργιο Διαμαντόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:32/2014 του ιδίου Δικαστηρίου, 64/2017 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 16-6-2017 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1019/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Με την από 20-7-2018 κλήση του αναιρεσίβλητου επανήλθε προς συζήτηση η υπόθεση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται νομίμως με την από 20-7-2018 κλήση του αναιρεσίβλητου η κρινόμενη από 16-6-2017 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 64/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που αφορά αγωγή δικαστικής διανομής, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1109/2018 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της, διότι δεν αποδείχθηκε η κλήτευση εκ των προσεπικληθεισών, ως αναγκαίων ομοδίκων των διαδίκων, στη δευτεροβάθμια δίκη α) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", ως ενυπόθηκης δανείστριας επί των επικοίνων ακινήτων και β) ΔΟΥ …, που έχει επιβάλει αναγκαστική κατάσχεση επί των ιδίων (επικοίνων) ακινήτων (άρθρα 76 παρ. 1 και 3, 491 παρ. 1 ΚΠολΔ). Όπως δε προκύπτει από τις υπ' αριθ. ….78 ΣΤ/10-9-2018 και ….82 ΣΤ/10-9-2018 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Λάρισας Γ. Τ. αντίγραφο της ανωτέρω κλήσης με ενσωματωμένο το δικόγραφο αναίρεσης επιδόθηκε στις προαναφερόμενες προσεπικληθείσες στη δευτεροβάθμια δίκη τράπεζα και ΔΟΥ αντίστοιχα, οι οποίες δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Αντίθετα η τρίτη προσεπικληθείσα στη δευτεροβάθμια δίκη, ως αναγκαία ομόδικος τούτων, "..." παρέστη και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει νομίμως η έρευνα της υπό κρίση αναίρεσης. Κατά τα άρθρα 974, 976 και 979 ΑΚ, άσκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητάς του με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του και είναι δηλωτικές της βούλησης του κατόχου να εξουσιάζει το πράγμα ως ιδικό του. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785-787, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ, προκύπτει ότι ο συγκληρονόμος που κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα λογίζεται νεμόμενος αυτό στο όνομα και των λοιπών συγκληρονόμων και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή πριν καταστήσει σ` αυτούς γνωστή τη βούλησή του, με οποιοδήποτε τρόπο να νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό (ΑΠ 43/2014). Τούτο, όμως, προϋποθέτει την ύπαρξη κοινωνίας κατά το χρόνο που άρχισε να νέμεται αποκλειστικώς στο όνομα του, ως κύριος, το επίδικο ο συγκοινωνός που προβάλλει την κτητική ή αποσβεστική παραγραφή.
Συνεπώς, η αρχή αυτή δε έχει εφαρμογή στην περίπτωση που ο κληρονομούμενος, προ του θανάτου του, μεταβίβασε το επίδικο με άτυπη σύμβαση (παραχώρηση) σ' εκείνον, που το νέμεται έκτοτε για δικό του λογαριασμό, δηλαδή σε χρόνο που δεν υπήρχε ακόμη κοινωνία των κληρονόμων αυτού επί των κληρονομιαίων αντικειμένων, η οποία λαμβάνει ύπαρξη από το θάνατο του κληρονομουμένου (ΑΠ 1268/1997, ΑΠ 1229/1997).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Ο ανωτέρω λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στον Ε. Μ. Μ., γεωπόνο, πατέρα των διαδίκων, περιήλθαν κατά κυριότητα, κατόπιν αγοράς τους από τους αληθείς κυρίους, δυνάμει των νομίμως μεταγεγραμμένων υπ' αριθ. …010/1949 και ….253/1950 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Η.
Κ. αγροτεμάχια εμβαδού 154 στρεμμάτων και 270 τετρ. μέτρων και 90 στρεμμάτων, αντίστοιχα, που βρίσκονται στη θέση "…." της κτηματικής περιφέρειας ….της ομώνυμης κοινότητας του τέως Δήμου ..., όπως στους εν λόγω τίτλους κτήσης τους τα άνω αγροτεμάχια, συνεχόμενα μεταξύ τους κατ' ουσίαν, προσδιορίζονταν κατά τα όριά τους.
Ήδη, μετά τις επανειλημμένες απαλλοτριώσεις τμημάτων των άνω αγροτεμαχίων, γενόμενες κατά τα έτη 1965 και 2006 για τη διάνοιξη της Ε.Ο …. και μετά νεότερη καταμέτρησή τους, τα επίδικα προς διανομήν ακίνητα είναι 1) αγροτεμάχιο, εμβαδού ....., που αποτυπώνεται με τα στοιχεία...... στο από Οκτωβρίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Χ.
Π., οριζόμενο....... και 2) αγροτεμάχιο, συνολικού εμβαδού....., που αποτυπώνεται στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό ως δύο τεμάχια, ήτοι α) το τμήμα.... και β) το τμήμα.... Ο πατέρας των διαδίκων Ε. Μ., γεωπόνος, ήταν κύριος σημαντικής ακίνητης περιουσίας, αγροτικής και αστικής, έχοντας εισοδήματα τόσον από τη συστηματική καλλιέργεια και εκμετάλλευση, με τη βοήθεια των εκάστοτε προστηθέντων υπ' αυτού προσώπων, των επιδίκων αγροτεμαχίων και άλλων, όσον και από την εκμίσθωση των αστικών ακινήτων του.
Περί τις αρχές του έτους 1986, διαισθανόμενος το βιολογικό τέλος του, καθόσον γνώριζε ότι έπασχε από την επάρατο νόσο, ζήτησε από το γιο του - εναγόμενο, επί πτυχίω σπουδαστή τότε σε σχολή υπομηχανικών στα Κ.Α.Τ.Ε.Ε …., να εγκαταλείψει τις σπουδές του και να επιστρέψει στα …προκειμένου επαγγελματικά να ασχοληθεί με την καλλιέργεια και εκμετάλλευση των αγρών τους.
Ο τελευταίος, ανταποκρινόμενος στη βούληση του πατέρα του και, αφού επέσπευσε την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, υπηρετώντας το μεγαλύτερο μέρος της θητείας του στην πόλη των …, εγκαταστάθηκε μόνιμα πλέον στα …. Από το χρόνο εκείνο, περί τον Ιανουάριο του έτους 1986, ο πατέρας, προσβλέποντας στο πρόσωπο του γιου του το συνεχιστή της αγροτικής παράδοσης της οικογένειας, παρέδωσε σ' αυτόν εκουσίως τη νομή των επιδίκων και έκτοτε ο εναγόμενος μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής καταγίνεται αποκλειστικά και συστηματικά με την καλλιέργεια των επιδίκων αγρών, που αποτελεί το βιοποριστικό του επάγγελμα, ασκώντας επ' αυτών όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό τους διακατοχικές πράξεις με διάνοια αποκλειστικού κυρίου.
Συγκεκριμένα ο εναγόμενος, μετά τον κατά την 29.07.1986 επελθόντα θάνατο του πατέρα του, ο ίδιος, με τη βοήθεια των εκάστοτε προστηθέντων υπ' αυτού προσώπων, καλλιεργούσε τα επίδικα αγροτεμάχια αρχικά με βαμβάκι, τεύτλα και σίτο και στη συνέχεια κατά κύριο λόγο με βαμβάκι, αγόραζε τα φάρμακα, λιπάσματα και σπόρους και πωλούσε τις παραγόμενες ποσότητες των εν λόγω καλλιεργειών, κατά τα έτη 1986 - 1987 προέβη στην ανόρυξη τη πρώτης γεώτρησης, βάθους 70 μέτρων, με πομώνα και ανάλογο ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό για την άρδευση των αγροτεμαχίων, μεταγενέστερα πραγματοποίησε τη μεταφορά της άνω πρώτης πομώνας, λόγω βλάβης του κεντρικού σωλήνα της, όλως δε πρόσφατα το έτος 2008, λόγω της απαλλοτρίωσης μέρους του αγροτεμαχίου και της μη δυνατότητας άντλησης νερού από το παρακείμενο ποτάμι, προέβη σε νέα γεώτρηση, βάθους 55 μέτρων.
Παράλληλα, κατασκεύασε τρεις οικίσκους από τσιμεντόπλινθους και μπετόν για την προστασία των πομώνων και του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού τους, προέβη δε σε εκτεταμένες επισκευές - ανακαινίσεις των υπαρχόντων προ του έτους 1950 δύο αποθηκών, όπου φυλάσσονται τα γεωργικά μηχανήματα και του οικίσκου του προσωπικού.
Ήδη από 3.11.1986 ο εναγόμενος υπέβαλε προς το Κατάστημα … της …. αίτηση για την εγγραφή του ως πιστούχου, δηλώνοντας ως ιδιόκτητη αυτού αγροτική περιουσία, αγροτεμάχια ποτιστικά, έκτασης 260 στρεμμάτων στη θέση "…." και 20 στρεμμάτων στη θέση "…", από 21.1.1987 ασφαλίστηκε ως αγρότης στον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α), εκδοθέντος και του αντιστοίχου βιβλιαρίου υγείας του, ενώ με την υπ' αριθ. 627/15.11.1990 σύμβαση πίστωσης δι' ανοικτού λογαριασμού, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και των εκπροσώπων του Καταστήματος ….
της … παρασχέθηκε σ' αυτόν πίστωση ύψους 3.000.000 δραχμών για την ενάσκηση της γεωργικής του δραστηριότητας και δη ποσό 2.000.000 δραχμών προς αντιμετώπιση των αναγκών της εκμετάλλευσης σε κεφάλαια κίνησης και ποσό 1.000.000 δραχμών για την πραγματοποίηση επενδύσεων, όπως αρδευτικά και εγγειοβελτιωτικά έργα, κτιριακές κατασκευές, αγορά μηχανημάτων και εργαλείων.
Ο εναγόμενος ήδη από το έτος 1989 (χρήση 1988) υπέβαλε δήλωση φορολογίας εισοδήματος, δηλώνοντας καθαρό εισόδημα, ύψους 412.000 δραχμών, από γεωργικές εκμεταλλεύσεις και είδος καλλιέργειας βαμβάκι και τεύτλα. Το ίδιο έπραττε στο εξής και όλα τα επόμενα έτη, δηλώνοντας και φορολογούμενος αντίστοιχα για τα εκάστοτε καθαρά έσοδα που εμφάνιζε από τη γεωργική εκμετάλλευση, μεταξύ άλλων και των επιδίκων και των εκάστοτε επιπλέον αγροτεμαχίων που μίσθωνε προς καλλιέργεια.
Κατά το πρώτο έτος 1997 καθιέρωσης της υποβολής στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. δήλωσης στοιχείων ακινήτων ο εναγόμενος, μεταξύ άλλων, δήλωσε ότι είναι αποκλειστικός κύριος αγρού, έκτασης 230.000 τ.μ. στη θέση "…", την ίδια δε δήλωση επανέλαβε και το έτος 2005. Στους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής, όπου τα επίδικα αγροτεμάχια, κοινή πεποίθηση όλων είναι ότι ο εναγόμενος είναι ο αποκλειστικός κύριος των εν λόγω αγροτεμαχίων, τόσον εξαιτίας του ότι μόνον αυτόν, μετά το θάνατο του πατέρα του, έβλεπαν να ασχολείται με την καλλιέργειά τους, την επισκευή και ανακαίνιση των υπαρχόντων σ' αυτά εγκαταστάσεων, όσον και εκ του ότι μόνος αυτός συναλλάσσονταν με το προσλαμβανόμενο προσωπικό για την εκμετάλλευσή τους και αυτόν αποκλειστικά θεωρούσαν υπόλογο για την καταβολή των αμοιβών τους για τις παρεχόμενες εργασίες.
Επιπλέον, με την υπ' αριθ. 1/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, ο εναγόμενος πιθανολογήθηκε, παρά την προς τούτο ασκηθείσα εκ μέρους της ενάγουσας παρέμβαση, ως κύριος απαλλοτριούμενου τμήματος 1.262,16 τ.μ. του υπό στοιχ. 2 των επιδίκων και συνακόλουθα αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της ορισθείσας προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης.
Όλα τα ανωτέρω προκύπτουν από την πληθώρα των προσκομιζόμενων από τον εναγόμενο εγγράφων, από τα οποία καταδεικνύεται ότι μόνος αυτός από το χρόνο του θανάτου του πατέρα του και εντεύθεν μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής καλλιεργούσε για ίδιον λογαριασμό τα επίδικα αγροτεμάχια, μόνος αυτός αποφάσιζε για το είδος της καλλιέργειας επί των επιδίκων και ασκούσε την εν γένει διοίκηση της γεωργικής εκμετάλλευσης αυτών.
Ενδεικτικά, μεταξύ άλλων, αναφέρονται αφενός το πρόχειρο σημειωματάριο, στο οποίο ο εναγόμενος κατά το πρώτο χρονικό διάστημα των ετών 1987 - 1992, άπειρος τότε με τις γεωργικές καλλιέργειες, ιδιοχείρως αναλυτικά κατέγραφε τόσον τις εκάστοτε δαπάνες του (αμοιβές, μεταξύ άλλων και των.... για τις διάφορες καλλιεργητικές εργασίες τους, μέρος των οποίων αφορούσαν και καλλιέργειες έτους 1986, όργωμα, σβάρνισμα, σπορά, λίπανση, ποτίσματα, συγκομιδή παραγωγής, πληρωμές στη Δ.Ε.Η., πληρωμές για την επισκευή και ανακαίνιση των αποθηκών, την αγορά φυτοφαρμάκων, πληρωμές στην Α.Τ.Ε.
έναντι του δανείου, που είχε λάβει), όσον και την ακριβή παραγωγή του σε τόνους κατά το έτος 1988 από την καλλιέργεια τεύτλων και βάμβακος και τα έσοδά του από την καλλιέργεια καρπουζιών και βάμβακος κατά το έτος 1990 και τις επιδοτήσεις που ελάμβανε από την καλλιέργεια σίτου. Προσκομίζονται, επίσης, αποδείξεις καταβολής στον Ιωάννη Γεωργολόπουλο στις 30.10. 1986 ποσού 400.000 δραχμών έναντι λογαριασμού πομώνας, ποσού 540.000 δραχμών στον ίδιο στις 13.6.1988 προς εξόφληση ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού πομώνας (σημειωτέον ότι ο εναγόμενος και στο άνω πρόχειρο σημειωματάριό του αναγράφει ότι εξέδωσε σε διαταγή του τελευταίου δύο συναλλαγματικές ποσού 270.000 δραχμών εκάστη), στο Θ.
Π. στις 5.1.1988, ποσού 385.000 δραχμών για λογαριασμό συλλεκτικής μηχανής, στο Β. Σ., ως πρόεδρο του συνεταιρισμού, στις 19.12.1991, ποσού 500.000 δραχμών έναντι λογαριασμού συλλεκτικής μηχανής, στην εδρεύουσα στα … ΕΠΕ με την επωνυμία "... Ε.ΙΊ.Ε", αντικείμενο εργασιών της οποίας είναι η πώληση γεωργικών φαρμάκων, σπόρων, λιπασμάτων και εργαλείων στις 31.1.1990 ποσού 1.470.000 δραχμών, στις 9.1.1991, ποσού 740.000 δραχμών και στις 12.3.1991, ποσού 2.000.000 δραχμών για εξόφληση λογαριασμών γεωργικών φαρμάκων.
Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι τα επίδικα αγροτεμάχια περιλαμβάνονται στην κληρονομιαία περιουσία του πατέρα τους, που περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του (στη μητέρα αυτής Μ. Μ., στην ίδια και τον αδελφό της) κατά το αναλογούν στον καθένα ιδανικό μερίδιο, μετά δε τον κατά τις αρχές του έτους 1992 επισυμβάντα θάνατο και της μητέρας της, η οποία, επίσης, απεβίωσε αδιάθετη, η ίδια είναι συγκύρια αυτών κατ' ισομοιρία με τον αδελφό της, αρνούμενη ότι ο πατέρας της κατά το προ του θανάτου του χρόνο, λόγω άτυπης γονικής παροχής παρέδωσε τη νομή των επιδίκων στον αδελφό της.
Υποστηρίζει ότι ουδέποτε ο πατέρας της εξέφρασε τη βούληση να περιέλθουν τα επίδικα αγροτεμάχια κατά κυριότητα αποκλειστικά στον αδελφό της, πολλώ δε μάλλον ότι ο πατέρας της κατέστησε αυτούς κοινωνούς της βούλησής του περί του τρόπου της διανομής της περιουσίας του, καθόσον εάν πράγματι ο πατέρας της είχε τοιαύτη πρόθεση, ως μορφωμένος, κοινωνικά έμπειρος και συγκροτημένος άνθρωπος, θα είχε μεριμνήσει, ενόψει της βεβαρημένης κατάστασης της υγείας του, ώστε να συντάξει ανάλογη διαθήκη.
Υποστηρίζει, επίσης, ότι, κατά τα αμέσως επόμενα του θανάτου του πατέρα της έτη, η μητέρα τους Μ. Μ. ασκούσε την εν γένει διοίκηση και εποπτεία της εκμετάλλευσης των επιδίκων, ότι τόσον η ίδια, όσον και η μητέρα της, συχνά μετέβαιναν στα επίδικα για να συνεννοηθούν, ιδία με τον Α. Σ., τον οποίο και ο δικαιοπάροχος πατέρας της χρησιμοποιούσε ως επιστάτη επί σειράν ετών, για το είδος των καλλιεργειών, να επιτηρήσουν τις εργασίες των προς τούτο προσλαμβανόμενων προσώπων και να καταβάλουν τις αμοιβές τους και ότι ουδέποτε ο αδελφός της εκδήλωσε την πρόθεση ή γνωστοποίησε τόσον στη μητέρα της, όσο ζούσε, όσον και στην ίδια ότι έκτοτε θα νέμεται αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό τα επίκοινα.
Οι ανωτέρω, όμως, ισχυρισμοί της ενάγουσας, πέραν της μαρτυρίας του συζύγου της Σ. Δ. στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και των ενόρκων βεβαιώσεων της φίλης της Β. Ε. Π. και του γιου της Τ. Σ. Δ., που επιβεβαιώνουν τα ανωτέρω, όχι μόνον δεν συνεπικουρούνται από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, αλλά αντίθετα αναιρούνται από το περιεχόμενο όλων των προαναφερθέντων εγγράφων, που προσκομίζει ο εναγόμενος, τις ένορκες βεβαιώσεις των Α.
Τ., Ι. Γ. και Μ. Μ. - πρωτεξαδέλφου του εναγομένου, καθώς και την ένορκη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξέταση της συζύγου του εναγόμενου ως μάρτυρα Ι. Τ., οι μαρτυρίες των οποίων κρίνονται περισσότερον πειστικές, έναντι των όσων αντίθετα καταθέτουν οι προαναφερθέντες μάρτυρες της ενάγουσας, ακριβώς διότι ενισχύονται από τα ανωτέρω αναφερθέντα έγγραφα, καθώς και τα κατωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά:
Ο πατέρας των διαδίκων Ε. Μ. το έτος 1977, ενόψει του επικείμενου γάμου της θυγατέρας του - ενάγουσας, υποσχέθηκε την προικοδότηση αυτής με σημαντικής αξίας ακίνητο, ήτοι τον ισόγειο όροφο - κατάστημα με υπόγειο και ανώγειο, εμβαδού 227 τ.μ. περίπου, οικοδομής, που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης των …, επί της συμβολής των οδών ...φη.
Παρότι δε το σχετικό υπ' αριθ. ….866/18.3.1982 προικοσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Δ. Α. καταρτίσθηκε πολύ μεταγενέστερα, ήδη ευθύς μετά την τέλεση του γάμου της θυγατέρας του το εκ της εκμίσθωσης του εν λόγω καταστήματος μίσθωμα εισέπραττε η θυγατέρα του, προς αντιμετώπιση των οικογενειακών της αναγκών.
Το γεγονός αυτό επιβεβαίωσε ο σύζυγος της ενάγουσας, κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξέτασή του, εξ αυτού δε καταδεικνύεται και ο τρόπος ενέργειας του πατέρα των διαδίκων, ο οποίος, προκειμένης αποκατάστασης της θυγατέρας του, δεν τήρησε τον τύπο, όπως αντίστοιχα μερίμνησε, διαισθανόμενος το τέλος του βίου του και για την αποκατάσταση του γιου του, παραδίδοντας σ' αυτόν εκουσίως τη νομή των επιδίκων, ώστε η καλλιέργεια αυτών να αποτελέσει και τη μελλοντική επαγγελματική του ενασχόληση και από τα έσοδα της εκμετάλλευσης αυτών να βιοπορίζεται.
Το γεγονός ότι αμφότεροι οι διάδικοι και η μητέρα τους υπέβαλαν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. από κοινού τη δήλωση φόρου κληρονομιάς ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πατέρα και συζύγου αυτών, αντίστοιχα, κατά το ιδανικό τους μερίδιο ο καθένας (3/ 8 εξ αδιαιρέτου καθένα των τέκνων και 2/8 η σύζυγος), δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ των ισχυρισμών της ενάγουσας, εφόσον η κατ' άλλον τρόπο τότε υποβολή τοιαύτης δήλωσης δεν ήταν δυνατή, αφού ο αποβιώσας δεν κατέλειπε διαθήκη.
Επισημαίνεται ότι όλοι οι ανωτέρω, προκειμένου να τύχουν της κατ' άρθρο 40 του ν. 814/1978 ευνοϊκής φορολογικής μεταχείρισης, που προϋποθέτει την προσωπική και κατά κύριο επάγγελμα ενασχόληση του κληρονόμου με τη γεωργία (ή την κτηνοτροφία), κατά την υποβολή της από 25.4.1987 συμπληρωματικής δήλωσης φόρου κληρονομιάς του Ε.
Μ. που υπέβαλαν στη Δ.Ο.Υ. … υπευθύνως δήλωσαν ότι αναλαμβάνει καθένας την υποχρέωση επί 15ετία να καλλιεργήσει τα αναλογούντα σ' αυτόν μερίδια αγρών, όπως η άνω διάταξη απαιτεί. Την ίδια δε δήλωση υπέβαλαν και υποχρέωση ανέλαβαν αμφότεροι οι διάδικοι και κατά την υποβολή της από 14.11.1992 δήλωσης φόρου κληρονομιάς της μητέρας τους, που μεταξύ άλλων περιελάμβανε και το φερόμενο ως περιελθόν σ' αυτή 2/8 εξ αδιαιρέτου επί της περιουσίας του συζύγου της, το οποίο η τελευταία είχε αποδεχθεί με τη νομίμως μεταγεγραμμένη υπ' αριθ.
…494/20.2.1990 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Β. Μ.. Η ενάγουσα, παρότι ομολογεί ότι μετά το θάνατο της μητέρας της η ίδια έπαυσε να απασχολείται με τις γεωργικές καλλιέργειες και πλέον την πλήρη χρήση, κάρπωση και εν γένει εκμετάλλευση των επιδίκων επικοίνων παραχώρησε στον αδελφό της, λόγος για τον οποίο και αξιώνει την απόδοση του οφέλους που αυτός αποκόμισε από την αποκλειστική δι' ίδιον αυτού λογαριασμό χρήση τους από το έτος 1993 και εντεύθεν, επικαλείται και προσκομίζει προς απόδειξη διανοία συγκυρίας διακατοχικών πράξεων επί των επιδίκων τέσσερις αποδείξεις ποσοτικής και ποιοτικής παραλαβής σύσπορου βάμβακος από το εκκοκιστήριο της … Α.Ε.Β.Ε. (6.640 κιλών στις 22.10.1992 και 4.850 κιλών στις 23.10.1992, καθώς και 6.298 κιλών στις 11.10.1993 και 1.306 κιλών στις 8.11.1993), στις οποίες παραγωγός φέρεται η ίδια.
Λαμβανομένης, όμως, υπόψη και της προκύπτουσας αντίφασης, εφόσον η ενάγουσα αφενός ομολογεί ότι από το έτος 1993 η ίδια ουδεμία σχέση είχε με την καλλιέργεια των επιδίκων αγροτεμαχίων και αφετέρου με την προσκόμιση των άνω αποδείξεων έτους 1993 επιχειρεί να αποδείξει το αντίθετο, κρίνεται ότι οι ανωτέρω αποδείξεις εκδόθηκαν επ' ονόματί της ώστε να υφίστανται στοιχεία που να αποδεικνύουν και την εκ μέρους της άσκηση γεωργικής δραστηριότητας κατά τη σχετική υποχρέωση που ανέλαβε κατά την υποβολή στη Δ.Ο.Υ.
των άνω δηλώσεων φορολογίας κληρονομιάς. Στα ίδια πλαίσια εντάσσεται και η ασφάλισή της στον Ο.Γ.Α., η εκ μέρους της παρακολούθηση εκπαιδευτικού προγράμματος, που διοργάνωσε η Διεύθυνση Γεωργίας στην … κατά το από 13.2.1989 έως και 10.3.1989 χρονικό διάστημα, και η εγγραφή της ως μέλους σε Αγροτικό Σύλλογο. Τέλος, η σειρά των παραστατικών εγγράφων - διπλοτύπων είσπραξης της Δ.Ο.Υ.
…., που η ενάγουσα προσκομίζει, δεν καταδεικνύει οπωσδήποτε την εκ μέρους της καταβολή φόρου για τα αγροτικά ακίνητα κυριότητας του πατέρα της, στα οποία περιλαμβάνονται και τα επίδικα, όπως επικαλείται, αλλά αφορά την καταβολή φόρου για τη λοιπή αστική ακίνητη κληρονομιά του πατέρα της, που, όλοι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού συμφώνησαν, σεβόμενοι και την εκφρασθείσα βούληση του συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα, να περιέλθει στην ίδια.
Αφορά, επίσης και την καταβολή φόρου για την κληρονομιά της μητέρας της, στην οποία περιλαμβάνεται και το μερίδιο αυτής στο ευρισκόμενο επί της οδού ..8, στο κέντρο της πόλης των …ν, σημαντικής αξίας αστικό ακίνητο (διώροφη οικοδομή, κτισμένη επί οικοπέδου 618 τετρ. μέτρων), για την κυριότητα του οποίου, επίσης, ερίζουν οι διάδικοι.
Συγκεκριμένα η ενάγουσα από το θάνατο του πατέρα της και εντεύθεν, κατά τη συμφωνία τους, χρησιμοποιεί και καρπούται η ίδια τα μισθώματα από την εκμίσθωση δύο καταστημάτων, κειμένων εντός της πόλης των …, κυριότητας του πατέρα της, όσο ζούσε, με επιμέλεια δε του συζύγου της ενάγουσας εκποιήθηκε το έτος 1990 και έτερο οικόπεδο, κυριότητας του πατέρα της, κειμένου εντός της πόλης των …, εμβαδού 180 τετρ.
μέτρων περίπου, το δε τίμημα από την πώληση αυτή εισέπραξε μόνον η ενάγουσα. Θα πρέπει, επίσης, να αναφερθεί ότι η ενάγουσα, παρότι επικαλείται κατ' ισομοιρία συγκυριότητα επί των επιδίκων, επί σειρά ετών δεν προέβη σε δηλώσεις αποδοχής της κληρονομιάς των γονέων της, στην οποία συμπεριλαμβάνονται και τα επίδικα αγροτεμάχια, ουδέ αποδεικνύεται ότι αυτή μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής οποτεδήποτε αξίωσε την καταβολή ωφελημάτων από την αποκλειστική εκ μέρους του αδελφού της εκμετάλλευση των άνω αγρών, ούτε εξάλλου η ίδια επικαλείται κάτι τέτοιο, όπως αντίστοιχα ουδέποτε ο εναγόμενος αδελφός της αξίωσε την καταβολή μέρους των εισπραττόμενων από αυτή μισθωμάτων από την εκμίσθωση των προαναφερθέντων δύο καταστημάτων, ουδέ την καταβολή του αναλογούντος στο μερίδιό του ποσού εκ του τιμήματος της πώλησης του προαναφερθέντος οικοπέδου.
Το γεγονός αυτό οδηγεί στην κρίση ότι τόσον η ενάγουσα θεωρούσε τον εναγόμενο αποκλειστικό κύριο των επιδίκων, όσον και ο εναγόμενος θεωρούσε την αδελφή του κυρία των ανωτέρω αστικών ακινήτων, όπως ρητά μάλιστα ο τελευταίος αναφέρει και ότι η ενάγουσα αδελφή του μετέβαλε άποψη και οδηγήθηκε στη σύνταξη των υπ' αριθ.
…696 και …697/28.7.2005 δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ε. Κ., προκειμένου να εμφανίσει η ίδια και έτερη ακίνητη περιουσία, κυριότητάς της και να περισωθούν έτσι τα εσπευσμένως, μετά την οικονομική κατάρρευση των επιχειρήσεων του συζύγου της, μεταβιβασθέντα από την ίδια στα τέκνα της λοιπά περιουσιακά αυτής, ενόψει του ότι οι προσεπικληθείσες Τράπεζες είχαν ασκήσει σχετικές καταδολιευτικές αγωγές σε βάρος τους.
Με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά και τις προαναφερόμενες σκέψεις κρίνεται ότι δεν αποδεικνύεται η κατ' ισομοιρία συγκυριότητα των διαδίκων επί των επιδίκων, που αποτελεί τη βάση της αιτούμενης αγωγής διανομής, αλλά αντίθετα αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος αδιαλείπτως από τις αρχές του έτους 1986, αφότου ο πατέρας του εκουσίως παρέδωσε σ' αυτόν τη νομή των επιδίκων, εξακολουθεί μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής να ασκεί επ' αυτών τις προμνησθείσες διακατοχικές πράξεις, διανοία κυρίου, γενόμενος έτσι κύριος αυτών με έκτακτη χρησικτησία.
Συνακόλουθα, εφόσον δεν αποδεικνύεται η επικαλούμενη από την ενάγουσα συγκυριότητα επί των επιδίκων, θα πρέπει η ένδικη αγωγή διανομής να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, καθώς και η σωρευόμενη σ' αυτή αγωγή περί απόδοσης της ωφέλειας". Ακολούθως το Εφετείο, δεχόμενο ότι η νομή των επιδίκων ακινήτων παραδόθηκε ατύπως στον αναιρεσίβλητο-εναγόμενο από τον πατέρα του Ε.
Μ., ήδη από τον Ιανουάριο 1986, δηλαδή πριν από τον επισυμβάντα θάνατό του (29-7-1986) και ότι η έναρξη του χρόνου νομής του αναιρεσίβλητου επ' αυτών άρχισε από τότε (αρχές του έτους 1986) και εξακολουθεί μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (2012), απέρριψε την αγωγή διανομής της αναιρεσείουσας. Ετσι κρίνοντας το Εφετείο, αφενός περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα όσον αφορά τις εκτενώς παρατιθέμενες εκ μέρους του αναιρεσίβλητου, επιδηλωτικές της αποκλειστικής νομής του επί των επιδίκων αγρών, διακατοχικές πράξεις του επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και την κτήση αποκλειστικής κυριότητας επ' αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και αφετέρου δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση, η παράδοση της νομής των επιδίκων ακινήτων στον τελευταίο (αναιρεσίβλητο) έλαβε χώρα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, από τον πατέρα του πριν από τον θάνατο τούτου και, συνεπώς, δεν υπήρχε λόγος, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στη μείζονα σκέψη, να καταστήσει γνωστή εκείνος (αναιρεσίβλητος) στην αναιρεσείουσα αδελφή του την απόφασή του να τα νέμεται αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό.
Ως εκ τούτου, ο τ' αντίθετα υποστηρίζων από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος, κατά το σχετικό σκέλος του, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος που αυτός διαλαμβάνει επιχειρήματα της αναιρεσείουσας ως προς τις παραπάνω παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής (και όχι αρνητικός της αγωγής ή της ένστασης) ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του εφεσίβλητου.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 486/2018). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 527 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης ή της παρέμβασης ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει με κυρία παρέμβαση για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη ή παρεμβαίνει με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου.
Κατά τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής ο εφεσίβλητος, που υπήρξε στην πρωτοβάθμια δίκη εναγόμενος, μπορεί, χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 269 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, να προβάλει με τις προτάσεις του ισχυρισμούς που δεν είχε προτείνει ή είχε προβάλει απαραδέκτως στην πρωτοβάθμια δίκη ή είχαν απορριφθεί ως αόριστοι, οι οποίοι τείνουν στην κατάλυση της αγωγής και την υποστήριξη του διατακτικού της εκκαλούμενης απόφασης (ΑΠ 1043/2010).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναίρεσης, νοείται εκείνο που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ΟλΑΠ 96/1985, ΑΠ 194/2018).
Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 533 παρ. 1 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Εφετείο, χωρίς να δεσμεύεται από τη σειρά παράθεσης των λόγων της έφεσης, αρκεί να επιλέξει ένα λόγο της που οδηγεί στην ολική εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, οπότε παρέλκει η έρευνα των λοιπών και στη συνέχεια κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ' ουσίαν, πάντα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος του άρθρου 522 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο: α) δέχθηκε ότι ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος, λόγω της εκπρόθεσμης κατάθεσης των προτάσεών του, δεν παρέστη προσηκόντως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και θα έπρεπε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 271 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, να δικασθεί ερήμην, να θεωρηθούν ως ομολογημένοι οι περιεχόμενοι στην αγωγή πραγματικοί ισχυρισμοί της ενάγουσας-αναιρεσείουσας και να γίνει δεκτή, γι' αυτόν τον λόγο, ως βάσιμη κατ' ουσίαν η αγωγή της και β) δέχθηκε το σχετικό λόγο της έφεσης της ενάγουσας, εξαφάνισε στο σύνολό της την πρωτόδικη απόφαση, θεωρώντας ότι παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων λόγων της, διακράτησε την υπόθεση και ερεύνησε περαιτέρω την αγωγή, την οποία και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κατ' αποδοχή ως βάσιμης της και πρωτοδίκως προβληθείσας από τον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο, καταλυτικής της αγωγής, ένστασης κτήσης ιδίας κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, την οποία (ένσταση) επανέλαβε με τις έγγραφες προτάσεις του στην κατ' έφεση δίκη.
Ετσι που έκρινε το Εφετείο, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται στη μείζονα σκέψη, ορθώς α) μετά την αποδοχή του σχετικού λόγου έφεσης και την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δεν εξέτασε τους λοιπούς λόγους της, κρίνοντας ότι παρέλκει η έρευνά τους και, διακρατώντας την υπόθεση, προχώρησε στην έρευνα της αγωγής της αναιρεσείουσας και β) ερεύνησε την προαναφερόμενη, νομίμως προβληθείσα με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου ένσταση του εναγομένου -εφεσιβλήτου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, χωρίς να είναι αναγκαία προς τούτο η άσκηση αντέφεσης εκ μέρους του και δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθμών 14 και 8 αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων, κατά τα σχετικά σκέλη του, πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τον τρίτο, από τον αριθμό 8 του άρθρο 559 ΚΠολΔ, κατά το σχετικό σκέλος του, λόγο, αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα από την αναιρεσείουσα και προταθέντα με την έφεσή της ισχυρισμό, προς απόκρουση της προαναφερόμενης ένστασης ιδίας κυριότητας του αναιρεσίβλητου, ότι οι προσεπικληθείσες τράπεζες έχουν εγγράψει προσημειώσεις υποθήκης επί του 1/2 μεριδίου συγκυριότητάς της επί των επιδίκων αγρών, πράγμα που γνώριζε ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος και, ειδικότερα, έχουν εγγραφεί α) προσημειώσεις υποθήκης υπέρ της ...
Νομού …, δυνάμει των υπ' αριθ. ..6/23-2-2006 και ..9/23-2-2006 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, στις 24-2-2006, 6-2-2007 και 2-1-2006 (η τελευταία ημερομηνία είναι προφανώς λανθασμένη, καθόσον φέρεται η εγγραφή της προσημείωσης να προηγείται της έκδοσης της διαταγής πληρωμής που έλαβε χώρα στις 23-2-2006) και β) προσημείωση υποθήκης υπέρ της Τράπεζας …., δυνάμει της υπ' αριθ. 209/3-5-2007 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, στις 10-5-2007.
Ο λόγος αυτός, πέραν του ότι αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσίβλητος-εναγόμενος είχε ήδη συμπληρώσει τον απαιτούμενο εικοσαετή χρόνο της έκτακτης χρησικτησίας τον Ιανουάριο του έτους 2006, εφόσον αυτός άρχισε να τρέχει με την παράδοση της νομής των επιδίκων ακινήτων από τον πατέρα του σ' εκείνον τον Ιανουάριο 1986, και συνεπώς, κατά τον χρόνο εγγραφής των προαναφερομένων προσημειώσεων (Φεβρουάριος 2006, Φεβρουάριος 2007 και Μάϊος 2007), είχε ήδη αποκτήσει την αποκλειστική κυριότητά τους, είναι και απαράδεκτος, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, διότι συνιστά άρνηση κατά της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι` αυτά" με το άρθρο 17 παρ.2 του Ν. 2915/2001 λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επ. του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι` αυτά.
Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 232/2018). Με τον δεύτερο, κατά το σχετικό σκέλος του, αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα παραπονείται, κατ' ορθήν εκτίμησή του, διότι το Εφετείο κατέληξε στην αποδοχή της ένστασης κτήσης ιδίας κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία επί των επιδίκων επικοίνων ακινήτων που προέβαλε ο αναιρεσίβλητος, χωρίς απόδειξη.
Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του αυτή, λαμβάνοντας υπόψη του όλες τις με επίκληση προσκομισθείσες εκατέρωθεν αποδείξεις (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα, δικαστικά τεκμήρια), τις οποίες και αξιολόγησε, μνημονεύοντας ειδικώς μερικές εξ αυτών.
Συνεπώς ο λόγος αυτός αναίρεσης, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Εξάλλου, η λόγω της ερημοδικίας του εναγομένου ομολογία (άρθρο 271 παρ. 3 ΚΠολΔ) δεν συνιστά γνήσια δικαστική ομολογία, λαμβανόμενη ως αποδεικτικό μέσο κατά την έννοια των άρθρων 339 και 352 παρ. 1ΚΠοΔ, αλλά πλασματική ομολογία, με την μεθόδευση του σχήματος της οποίας απέβλεψε ο νομοθέτης σε ορισμένες διαδικαστικές ρυθμίσεις και στην επίτευξη των αντίστοιχων πρακτικών συνεπειών (ΑΠ 382/2002).
Συνεπώς, ο πρώτος, κατά σχετικό μέρος του, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του την (πλασματική) ομολογία του αναιρεσίβλητου-εναγομένου, λόγω της προκύψασας, από την εκπρόθεσμη υποβολή των προτάσεών του, ερημοδικίας του στον πρώτο βαθμό, είναι απαράδεκτος.
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ. γ'και α', προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα α) δεν έλαβε υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις με αριθμούς 6871/10-11-2015 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και 5885 και 5886/10-11-2015 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Τρικάλων που προσκόμισε η αναιρεσείουσα ενώπιόν του και που δόθηκαν προς αντίκρουση των υπ' αριθ. 4031/5-11-2015 και 4032/5-11-2015 ενόρκων βεβαιώσεων που προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος και β) έλαβε υπόψη τις 3302, 3303 και 3304/23-8-2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Π.
Κ., οι οποίες είχαν προσκομισθεί στην πρωτόδικη δίκη από τον αναιρεσίβλητο, στην οποία εκείνος ερημοδικάσθηκε. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, ως προς μεν το υπό στοιχείο α' σκέλος του αλυσιτελώς προβάλλεται διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, τις δυο προαναφερόμενες (υπ' αριθ. 4031/5-11-2015 και 4032/5-11-2015) ένορκες βεβαιώσεις του αναιρεσίβλητου, για την αποκλειστική αντίκρουση των οποίων είχαν δοθεί εκείνες της αναιρεσείουσας, ενώ ως προς το υπό στοιχείο β' σκέλος του είναι αβάσιμος, διότι ο αναιρεσίβλητος επανέφερε νομίμως με τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ως αποδεικτικό μέσο, τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, κατ' άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 924/2018). "Έγγραφα" κατά τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ είναι τα, κατά τα άρθρα 339 και 432-465 αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου, ενώ δεν αποτελούν έγγραφα με την ως άνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 152/2015).
Με τον τέταρτο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο "δέχθηκε, ως περιεχόμενο του εγγράφου της αποδοχής κληρονομιάς του πατέρα και της μητέρας της αναιρεσείουσας, πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, το οποίο προκύπτει από το περιεχόμενό του". Όπως, όμως, προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, πέραν του ότι δεν έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα ανωτέρω, φερόμενα ότι παραμορφώθηκαν έγγραφα (υπ' αριθ.
….696/28-7-2005 και ….696/28-7-2005 δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Ε. Κ.), δεν καταχώρησε στην απόφασή του περιεχόμενο αλλοιωμένο, εσφαλμένο ή τροποποιημένο, ούτε απέδωσε στα έγγραφα των αποδοχών περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από το υπάρχον σε αυτές, αλλ' απλώς τις συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, χωρίς να τις εξαίρει, διαλαμβάνοντας στη διαπίστωσή του ότι η αναιρεσείουσα, επί σειρά ετών, δεν προέβη σε δηλώσεις αποδοχής της κληρονομίας των γονέων της και ενισχύοντας έτσι το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, σχετικά με τη θεμελίωση της κτήσης κυριότητας των επιδίκων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία από τον αναιρεσίβλητο.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός ελέγχεται απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-6-2017 αίτηση της Μ. συζ. Σ. Δ., θυγ. Ε. Μ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 64/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανοαυρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ