Legislator Case Law & Legislation
302/2017 AI generated

302/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 302/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 302 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

302/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 302 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
standing of the municipality municipal land political municipality public domain property ownership registration of voters
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 302 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 302/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος ...", που εδρεύει στη …, νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Κατηφόρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Χ. Β. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπυρίδωνα Τσαντίνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 185/2013 Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 6-5-2014 αίτησή του .

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 26-4-2016 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 Α.Κ., όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Προκειμένου για ακίνητο άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ’ αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, η καλλιέργεια, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ ...1992). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ο ενάγων είναι κύριος ενός ακινήτου και δη οικοπέδου, εμβαδού 1.025 τ.μ., που βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως της ..., στη θέση ¨...¨ και στο ..., το οποίο συνορεύει ολόγυρα με δημοτικές οδούς, που φέρουν ΚΑΕΚ ... και ... στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου .... Το εν λόγω ακίνητο αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου -αγροτεμαχίου-το οποίο ανήκε στην κυριότητα του πατέρα του ενάγοντος Α. Β. του Χ., στον οποίο είχε περιέλθει με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον νεμόταν αυτό από το έτος 1923 περίπου με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, ήτοι καλλιεργούσε και κλάδευε τα υπάρχοντα σ’ αυτό ελαιόδεντρα και μάζευε τον καρπό τους, μέχρι το έτος 1988, οπότε το μεταβίβασε άτυπα στον ενάγοντα. Ο τελευταίος έκτοτε το νεμόταν συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής, ασκώντας σ’ αυτό τις ίδιες παραπάνω πράξεις, νομής καθώς και την εποπτεία του, μέχρι μεν το έτος 2000 διά του πατέρα του, μετά δε το έτος αυτό, κατά το οποίο απεβίωσε ο πατέρας του, ο ίδιος αυτοπροσώπως, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί το δικαίωμά του αυτό και χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν. Τα ανωτέρω αποδείχθηκαν από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που περιέχονται στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις και δεν αντικρούστηκαν από την κατάθεση του μάρτυρα του εναγόμενου Δήμου, ούτε από άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Με την …/1995 πράξη εφαρμογής της τέως Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ..., που κυρώθηκε με την ...1998 απόφαση του Νομάρχη ..., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στις 2-8-1999 (τ. ...), το ανωτέρω μείζον ακίνητο ρυμοτομήθηκε, απέμεινε δε το επίδικο τμήμα, εμβαδού 1.025 τ.μ., πέραν της οφειλόμενης εισφοράς σε γη, το οποίο χαρακτηρίστηκε ως κοινωφελής χώρος. Κατά την περίοδο όμως που οι φερόμενοι ιδιοκτήτες ακινήτων στην περιοχή, της οποίας η ένταξη στο σχέδιο πόλεως είχε εγκριθεί και εκκρεμούσε, όφειλαν να προσκομίσουν τους τίτλους ιδιοκτησίας τους προκειμένου να περιληφθούν στους σχετικούς πίνακες και στην πράξη εφαρμογής, ο ενάγων παρέλειψε να δηλώσει το δικαίωμα κυριότητάς του στο επίδικο, διότι τότε δεν είχε ακόμη αποκτήσει την κυριότητα αυτού. Σε σχετική δήλωση όμως δεν προέβη ούτε ο δικαιοπάροχος πατέρας του, στον οποίο ανήκε ακόμη η κυριότητα του ακινήτου. Αποτέλεσμα της παράλειψης αυτής ήταν ότι παρότι ο εναγόμενος Δήμος, όπως συνομολογεί ο ίδιος, αναγνώριζε τον Α. Β. ως φερόμενο ιδιοκτήτη του επιδίκου, κατά την κατάρτιση των πινάκων της πράξης εφαρμογής δεν περιελήφθη το δικαίωμά του αυτό. Να σημειωθεί ότι κατά την κατάρτιση του Κτηματολογίου στην περιοχή, το επίδικο εμφαίνονταν ως "άγνωστου" ιδιοκτήτη, όπως προκύπτει από το από 9-5-2007 κτηματογραφικό απόσπασμα. Ακολούθως, ο Δήμος, εφόσον το ακίνητο κατά τη σύνταξη της πράξης εφαρμογής είχε χαρακτηριστεί ως κοινωφελής χώρος, δήλωσε στο Κτηματολόγιο την έκταση αυτή ως ιδιοκτησία του και στα οικεία βιβλία καταχωρήθηκε σ’ αυτόν με ΚΑΕΚ ... Όμως, ο Δήμος, εφόσον προέβη σε δέσμευση της ιδιοκτησίας αυτής για την ανέγερση κοινωφελών κτιρίων πέραν της οφειλόμενης εισφοράς σε γη, η οποία (δέσμευση), σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν ολοκληρώθηκε με τη γενόμενη μεταγραφή της πράξης εφαρμογής, αλλά θα έπρεπε να προηγηθεί η πλήρης αποζημίωση της θιγόμενης ιδιοκτησίας και μόνο μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας αυτής, με την καταβολή της αποζημίωσης ή τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της παρακατάθεσής της, θα επερχόταν μεταβολή στην κυριότητα του ακινήτου αυτού, συντέλεση η οποία δεν έγινε, αφού ο Δήμος, όπως συνομολογεί, δεν έχει αποζημιώσει τον ενάγοντα, ούτε καν ως κληρονόμο του Α. Β., δεν απέκτησε ποτέ αυτός (ο Δήμος) την κυριότητα του επιδίκου. Επομένως, δεν εμποδιζόταν η χρησικτησία στο επίδικο ακίνητο που απέμεινε στον ενάγοντα, με συνέπεια αυτός να καταστεί κύριος αυτού, με την παρέλευση εικοσαετίας στην άσκηση της νομής αυτού με τις πράξεις που προαναφέρθηκαν, με έκτακτη χρησικτησία. Περαιτέρω, μετά την εγγραφή στο Κτηματολόγιο του εναγόμενου Δήμου ως ιδιοκτήτη του επίδικου ακινήτου, ο ενάγων, ο οποίος είχε καταστεί πλέον κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ξεκίνησε τις απαιτούμενες διαδικασίες προκειμένου να αποζημιωθεί, ο δε Δήμος αναγνώρισε την ύπαρξη του δικαιώματος κυριότητάς του σε αυτό. Ειδικότερα, όπως αποδεικνύεται από το απόσπασμα πρακτικού της …/14-2-2008 συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγόμενου Δήμου, στη συνεδρίαση αυτή ελήφθη η ...2008 απόφασή του, με την οποία αποφασίστηκε να δοθεί στον ενάγοντα, ως αντάλλαγμα για την πλήρη ρυμοτόμηση του ακινήτου του προκειμένου να δημιουργηθεί κοινωφελές οικόπεδο, μέσα στο οποίο θα κατασκευαστεί το Ειδικό Σχολείο, οικόπεδο από τα αδιάθετα της τράπεζας γης του εν λόγω Δήμου με τον αριθμό .... Το ζήτημα ωστόσο που δημιουργήθηκε ήταν η προηγηθείσα αναγραφή του Δήμου ως ιδιοκτήτη του επιδίκου στα οικεία κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικοί Γραφείου ..., το δε δικαίωμα του ενάγοντος ουδόλως αμφισβητήθηκε. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το 6330/2-6-2008 έγγραφο του Δήμου ..., ο ίδιος ο Δήμαρχος αναγνωρίζει το γεγονός ότι ο ενάγων εξακολουθούσε κατά το χρόνο αυτό να βρίσκεται στη νομή του επίδικου ακινήτου καθώς τον ενημέρωνε ότι επίκεινται εκσκαπτικές εργασίες εντός αυτού για την ανέγερση ειδικού σχολείου, όπως είχε αποφασιστεί, και θα έπρεπε να αποσύρει άμεσα οτιδήποτε πολύτιμο αντικείμενο είχε εντός αυτού. Επίσης, με την ίδια επιστολή του ανέφερε ότι δεν υπήρχε η δυνατότητα εκ μέρους του Δήμου να ασκηθεί αίτηση ενώπιον των αρμόδιων Δικαστηρίων για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας και αναγνώριση του ίδιου ως δικαιούχου του δικαιώματος αποζημίωσης, λόγω του ότι στο Κτηματολόγιο φέρεται ως ιδιοκτησία του Δήμου, και τον παρότρυνε, προκειμένου να επιλυθεί το ζήτημα, να ασκήσει αγωγή ενώπιον των πολιτικών Δικαστηρίων, την οποία ο Δήμος στη συνέχεια θα συνομολογούσε, προκειμένου να αναγνωριστεί το δικαίωμα του αποζημίωσης για την κατά τα παραπάνω στέρηση της ιδιοκτησίας του. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι η αρχική εγγραφή στα οικεία Κτηματολογικά βιβλία είναι εσφαλμένη και προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγόμενου αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή και ως κατ’ ουσία βάσιμη και αναγνώρισε τον ενάγοντα αναιρεσίβλητο κύριο του επίδικου ακινήτου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο, αφού διέλαβε πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 Α.Κ., δεχόμενο ειδικότερα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι η άσκηση νομής χρησικτησίας από τον τελευταίο άρχισε από τον Ιούνιο του έτους 1988, οπότε το μεταβίβασε σ’ αυτόν άτυπα ο πατέρας του Α. Β. του Χ., στον οποίο είχε περιέλθει με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον νεμόταν αυτό από το έτος 1923 περίπου με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής (καλλιέργεια, συλλογή ελαιοκάρπου κλπ), και συνεχίστηκε αδιάκοπα μέχρι την άσκηση της αγωγής (Νοέμβριος 2008), αφού δεν συντελέστηκε η απαλλοτρίωση αυτού (επιδίκου) λόγω της μη καταβολής της αποζημίωσης, έχοντας συμπληρώσει εικοσαετία, όπως ορίζει το άρθρο 1045 Α.Κ. για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας σ’ αυτό τις ίδιες παραπάνω πράξεις νομής καθώς και την εποπτεία του, μέχρι μεν το έτος 2000 δια του πατέρα του, μετά δε το έτος αυτό ο ίδιος αυτοπροσώπως, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί το δικαίωμά του αυτό και χωρίς να ενοχληθεί από κανένα, ενώ δεν υπάρχει αιτιολογία ότι ο αναιρεσίβλητος ανέλαβε τη νομή του επιδίκου το έτος 2000. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. αιτίαση, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τον αναιρεσίβλητο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.- Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 14 του προαναφερόμενου άρθρου 559 ΚΠολΔ. Όμως, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ’ εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη. Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου, διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Προκειμένου ειδικότερα περί αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται για το ορισμένο αυτής και ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, τόσο λεπτομερής ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Δεν είναι όμως αόριστο το δικόγραφο της αγωγής, στο οποίο δεν αναφέρεται η ακριβής έκταση του επιδίκου, οι πλευρικές του διαστάσεις ή δεν κατονομάζονται οι γείτονες, εφόσον και χωρίς τα στοιχεία αυτά δε δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της ένδικης αγωγής του αναιρεσίβλητου, το επίδικο ακίνητο περιγράφεται ως οικόπεδο, που βρίσκεται στη θέση " ..." εντός σχεδίου πόλεως ... και απαρτίζει το ..., εκτάσεως μετά τη ρυμοτόμησή του 1.025 τ.μ., το οποίο συνορεύει ολόγυρα με ανώνυμους δημοτικούς δρόμους του σχεδίου πόλεως ..., με αριθμούς ΚΑΕΚ ... και..., το οποίο σύμφωνα με το ρυμοτομικό σχέδιο πόλεως της πόλεως ..., έχει μετατραπεί σε κοινωφελή χώρο και έχει ΚΑΕΚ ... Από το ως άνω περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι το επίδικο, υπό τη σημερινή του μορφή, μετά την κύρωση της 5/1995 πράξεως εφαρμογής του σχεδίου της πόλεως ..., που έχει μεταγραφεί στις 2-8-1999 στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ... (τόμ. ...), περιγράφεται επαρκώς κατά θέση, εμβαδόν και όρια και προσδιορίζεται σαφώς η ταυτότητά του ως αντικείμενο της διαφοράς, ενώ δεν απαιτείται για το ορισμένο αυτής (αγωγής) ο χωρικός συσχετισμός του με το μείζον ακίνητο από το οποίο προήλθε.

Συνεπώς, το Εφετείο, που έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορισμένη την αγωγή και απέρριψε τον περί αοριστίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, λόγω μη ακριβούς περιγραφής του επιδίκου και της δημιουργούμενης αμφιβολίας ως προς την ταυτότητά του από την έλλειψη αυτή, τον οποίο είχε παραδεκτώς προβάλει ως εναγόμενος στην πρωτοβάθμια δίκη προς απόκρουση της αγωγής και επανέφερε στη δευτεροβάθμια δίκη ως εκκαλών, με σχετικό λόγο έφεσης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., επειδή δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας, και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. - Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 εδ. β’ ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή άλλης αίτησης ή ανταίτησης των διαδίκων για παροχή έννομης προστασίας (Ολ. Α.Π. 25/2003). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται σ’ αυτόν "τα πράγματα", που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, παρότι είχαν προταθεί νομίμως από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν αν τα "πράγματα" είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 εδ. β’ ΚΠολΔ., ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα απ’ αυτόν έκτο λόγο έφεσης, που εμπεριέχονταν στην από 14 - 6 - 2010 έφεσή του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν προσδιορίζονται σ’ αυτόν τα "πράγματα" που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα και τα οποία δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, καθώς και τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία θα προέκυπτε, ότι, αν γίνονταν δεκτά, θα επηρέαζαν ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, και ειδικότερα δεν εκθέτει ποιος είναι ο ισχυρισμός, ο οποίος περιλαμβανόταν στον παραπάνω έκτο λόγο της έφεσης, ώστε να εκτιμηθεί αν πρόκειται περί πράγματος, γεγονός που συναρτάται με την ουσιαστική ή μη βασιμότητα του λόγου. Παρεκτός του ότι στον έκτο λόγο της άνω έφεσης διατυπώνεται παράπονο περί μη λήψης υπόψη ισχυρισμού για την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος-εφεσιβλήτου, ο οποίος όμως δεν συνιστά πράγμα υπό την προεκτεθείσα έννοια. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου βαρύνουν τον ηττηθέντα Δήμο (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), πρέπει όμως να επιβληθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 ‘ ‘ Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων’ ‘ , κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-5-2014 αίτηση του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) με την επωνυμία "Δήμος ..." για αναίρεση της υπ’ αριθ. 185/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ