Legislator Case Law & Legislation
302/2016 AI generated

302/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 302/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 302 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 302/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημί...

Legislator headnote

AI generated
302/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 302 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 302/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημί... «ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.»

Keywords

AI generated
sanction against insured claimant flawed psychiatric report overpaid insurance benefits conviction for insurance fraud defective psychiatric assessment unfit notwithstanding health condition

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 302 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 302/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. συζύγου Χ. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Σδούκο.

Της αναιρεσίβλητης: Π. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τζούμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 377/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-3-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 16-9-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4, 216 ΚΠολΔ, 57, 59, 914, 932 299, ΑΚ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία προσβολής της προσωπικότητας με περισσότερες της μιας αξιόποινες πράξεις, δεν απαιτείται επιμερισμός του αιτουμένου ποσού κατά αξιόποινη πράξη, αλλά αρκεί η αναφορά ενός συνολικού χρηματικού ποσού που θεωρεί εύλογο ο παθών για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την συνολική αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου. Επομένως το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, συνιστάμενη στην προσβολή της προσωπικότητας της με επιμέρους αξιόποινες πράξεις (απλή και συκοφαντική δυσφήμιση, εξύβριση, απόπειρα εκβίασης κ.λ.π.), ζήτησε την καταψήφιση και την αναγνώριση της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης στην καταβολή ενός ενιαίου χρηματικού ποσού, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της αγωγής λόγω αοριστίας και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ’ εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Από την όλη δομή του Συντάγματος και ιδίως από τα άρθρα 2 παρ.1 και 25 αυτού συνάγεται ως γενική αρχή και δή αυξημένης τυπικής ισχύος, ότι η έννομη συνέπεια, η οποία είτε προβλέπεται από τον κοινό νομοθέτη in abstracto, είτε απαγγέλεται σε συγκεκριμένη περίπτωση από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το πραγματικό του οικείου κανόνα δικαίου, ήτοι να μην υπερβαίνει τα ακραία ανεκτά όρια, κατά την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 932 Α.Κ. χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αποφασίζεται αναιρετικώς κατ’ αρχήν ανελέγκτως από το ουσιαστικό δικαστήριο, με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία θέτουν στην διάθεσή του οι διάδικοι. Πλήν όμως, επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση, να τηρείται κατά τον καθορισμό του επιδικαζομένου ποσού η αρχή της αναλογικότητας υπό την εκτεθείσα έννοια, ήτοι να μην υπερβαίνει η σχετική κρίση τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της ανωτέρω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 1043/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Οι αντίδικες κατοικούν με την οικογένειά της η κάθε μία, σε διαμερίσματα πολυκατοικίας στην οδό .... Οι σχέσεις τους ήταν και εξακολουθούν να είναι, για λόγους γειτονίας, εχθρικές και τεταμένες. Στις 25-4-2003 η ενάγουσα, λόγω πτώσης της στο έδαφος, υπέστη κάταγμα στην κνήμη του δεξιού της ποδιού, εξαιτίας του οποίου νοσηλεύτηκε στην Ορθοπεδική Κλινική του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων μέχρι τις 19-5-2003 και υποβλήθηκε, υπό γενική αναισθησία, σε χειρουργική επέμβαση εσωτερικής οστεοσύνθεσης, με την τοποθέτηση πλάκας και μοσχεύματος και σε σταθεροποίηση του κνημιαίου κυρτώματος με σύρμα. Μετά την έξοδο της από το Νοσοκομείο, μεταφέρθηκε στην ανωτέρω οικία της με ασθενοφόρο όχημα. Με ίδιο όχημα γινόταν η μετάβασή της, στη συνέχεια, στο Νοσοκομείο, για την παρακολούθηση της εξέλιξης της υγείας της. Λόγω των παραπάνω σωματικών της κακώσεων, κατέστη ανίκανη πλέον για εργασία, ενώ και με σύσταση των θεραπόντων ιατρών της, αναγκάστηκε, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους από την έξοδο της από το Νοσοκομείο, να βαδίζει με βακτηρίες μασχάλης. Τελικά, εξακολουθεί να παρουσιάζει κορμική αστάθεια, αδυναμία στη βάδιση και γρήγορη κόπωση, με συνέπια να αδυνατεί να βαδίσει ελεύθερα και με ασφάλεια και να μεταφέρει ακόμη και τα ψώνια της, πλην ελαχίστων κάθε φορά και χωρίς ουσιαστικό βάρος. Η κατάσταση της αυτή ήταν εμφανής και γνωστή, καθώς επίσης και η περιπέτεια της, σ’ όλους τους ενοίκους της παραπάνω πολυκατοικίας, όπως και στην εναγόμενη. Παράλληλα, η ενάγουσα παρουσίασε και ψυχολογικά προβλήματα. Λόγω των παραπάνω προβλημάτων της υγείας της, με τις διαδοχικές γνωματεύσεις ...2-9-2003, ...22-6-2004 και ...13-6-2006 της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Ιωαννίνων κρίθηκε ανάπηρη με ποσοστό αναπηρίας 80% και έλαβε αναπηρική σύνταξη. Στις 10-7-2006 η εναγόμενη υπέβαλε στο Διοικητή του ΙΚΑ στην Αθήνα αναφορά, με την ίδια ημεροχρονολογία, σε βάρος της ενάγουσας, η οποία περιήλθε στη Διοίκηση του ΙΚΑ στις 11-7-2006 και στην οποία ανέφερε για την ενάγουσα και κατήγγειλε σε βάρος αυτής τα εξής: "Με την παρούσα θα ήθελα να καταγγείλω την έγκριση χορήγησης σύνταξης εκ μέρους του ΙΚΑ Ιωαννίνων στην Μ. Π. συζ. Ο. Π. με αρ. Μητρώου ΙΚΑ ..., ηλικίας 48 ετών, απόφαση η οποία αποτελεί σκάνδαλο, δεδομένου ότι η εν λόγω Κυρία δεν αντιμετωπίζει κανένα σωματικό ή ψυχολογικό πρόβλημα. Παρόλα αυτά και κάτω από ιδιαίτερα περίεργες και πονηρές συνθήκες τα μέλη της δευτεροβάθμιας επιτροπής στις 13-6-2006 στήριξαν την απόφαση σε ύποπτες ιατρικές βεβαιώσεις. Πραγματικά είναι ανεξήγητο σε μένα (και όχι μόνο) πως μια Κυρία για την οποία συγκεκριμένοι γιατροί, γνωστοί στους ιατρικούς κύκλους των Ιωαννίνων, αποφάνθηκαν ότι έχει αναπηρία 80% την ίδια ώρα που η ίδια κουβαλάει μόνη της τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ της γειτονιάς και ζητάει από την γενική συνέλευση της πολυκατοικίας να αναλάβει την καθαριότητα της σκάλας παρουσία εμού, ιατρού, δημοσιογράφου και λοιπών συγκατοίκων της πολυκατοικίας στην οποία διαμένει η εν λόγω Κυρία (...). Επειδή έχω έννομο συμφέρον, αφού είμαι ασφαλισμένη στο Ίδρυμα το οποίο διοικείτε, αιτούμαι την επανεξέταση των συνθηκών συνταξιοδότησης της εν λόγω Κυρίας από Επιτροπή που εσείς θα ορίσετε και από την οποία θεωρώ αυτονόητο ότι θα εξαιρούνται τα μέλη που πήραν αυτήν την σκανδαλώδη απόφαση, για την οποία σε περίπτωση που δεν υπάρξει επανέλεγχος θα υποχρεωθώ να την δημοσιοποιήσω στα τοπικά ΜΜΕ και όχι μόνο. Θα επανέλθω με νεότερα στοιχεία. Παρακαλώ να με ενημερώσετε για τις δικές σας ενέργειες"....Με άλλα λόγια, ανέφερε για την ενάγουσα, ότι αυτή, με τη χρήση υπόπτων ιατρικών βεβαιώσεων και τη συνεργασία γνωστών, για τέτοιες δραστηριότητες, γιατρών, εξαπάτησε το ΙΚΑ, ώστε, αν και δεν παρουσιάζει κάποιο σωματικό ή ψυχολογικό πρόβλημα, αλλά, αντίθετα, είναι υγιής, να χαρακτηρισθεί ανάπηρη με ποσοστό 80% και να της χορηγηθεί παράνομα αναπηρική σύνταξη. Με το .../4-9-2006 έγγραφο της Διοίκησης του ΙΚΑ διατάχτηκε, εξαιτίας της παραπάνω αναφοράς, η επανεξέταση της ενάγουσας από την Υγειονομική Επιτροπή, η οποία, με την ...8-11-2006 γνωμάτευση της, την έκρινε και πάλι ανάπηρη με ποσοστό 80%. Περαιτέρω, το περιεχόμενο της παραπάνω αναφοράς είναι ψευδές, αφού, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν και αντίθετα με όσα διαλαμβάνονται στην αναφορά αυτή: α) η ενάγουσα είναι πραγματικά ανάπηρη με ποσοστό 80%, λόγω των παραπάνω σωματικών και ψυχολογικών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει και συνταξιοδοτήθηκε από το ΙΚΑ νόμιμα, ακριβώς λόγω της αναπηρίας της αυτής, η δε απόφαση για τη συνταξιοδότηση της, ενόψει τούτων, δεν είναι σκάνδαλο, αλλά ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, β) Δεν έκανε χρήση, προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί, υπόπτων ιατρικών βεβαιώσεων, ούτε διαμόρφωσε περίεργες και πονηρές συνθήκες, αλλά συνταξιοδοτήθηκε νόμιμα, επειδή, λόγω των παραπάνω παθήσεων της, ήταν και είναι ανάπηρη με ποσοστό 80%, κάτι που διαπίστωσαν και τα μέλη των υγειονομικών επιτροπών που την εξέτασαν και γι’ αυτό γνωμάτευσαν για τη συνταξιοδότηση της. Και γ) δεν χρησιμοποίησε γνωστούς, για τέτοιες δραστηριότητες, γιατρούς, προκειμένου να αποφανθούν ότι έχει αναπηρία 80%, αφού οι γιατροί που κατέληξαν στην κρίση αυτή είναι εκείνοι οι οποίοι, με απόφαση των αρμοδίων οργάνων, -συγκροτούν τις υγειονομικές επιτροπές που την εξέτασαν, ενώ η παραπάνω, κατά 80%, αναπηρία της είναι πραγματική, εξαιτίας δε αυτής αδυνατούσε, αδυνατεί και ουδέποτε κουβάλησε τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ, πλην εκείνων με ελάχιστο βάρος, ενώ δεν ζήτησε να αναλάβει την καθαριότητα της σκάλας της πολυκατοικίας τους, κάτι που και να ήθελε, δεν μπορούσε, εκ των πραγμάτων, να πράξει. Εξάλλου, η εναγόμενη γνώριζε, ότι τα όσα διαλαμβάνει στην παραπάνω αναφορά της για την ενάγουσα είναι ψευδή, αφού, ως συγκάτοικοι στην ίδια πολυκατοικία, είχε λάβει γνώση του ανωτέρω τραυματισμού της αντιδίκου της, της νοσηλείας της και των χειρουργικών επεμβάσεων στις οποίες αυτή είχε υποβληθεί, την είχε δει να μεταφέρεται στο σπίτι της με ασθενοφόρο, όπως και να μεταβαίνει στη συνέχεια στο Νοσοκομείο με τον ίδιο τρόπο, την έβλεπε να βαδίζει με βακτηρίες μασχάλης για το χρονικό διάστημα που προαναφέρθηκε, την έβλεπε να βαδίζει με αστάθεια και να μην μπορεί να κουβαλήσει ούτε τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ, πλην εκείνων με ελάχιστο βάρος και, συνεπώς, γνώριζε ότι η αντίδικος της παρουσιάζει τα σωματικά αυτά προβλήματα, όπως, επίσης, γνώριζε, πρωτίστως, λόγω της παραπάνω εμφανούς αναπηρίας της, ότι αυτή δεν είχε συνταξιοδοτηθεί με τη χρήση ύποπτων ιατρικών βεβαιώσεων, ούτε εξαιτίας περίεργων και πονηρών συνθηκών τις οποίες είχε διαμορφώσει, πέραν του ότι δεν είχε τις σχετικές δυνατότητες να πράξει κάτι τέτοιο, ενώ γνώριζε και ότι ουδέποτε η αντίδικος της είχε ζητήσει αμέσως ή εμμέσως να αναλάβει η ίδια την καθαριότητα της σκάλας της πολυκατοικίας τους...έτσι ώστε και αν ακόμη μπορούσε να δικαιολογηθεί οποιαδήποτε πίστη της στην ανυπαρξία ψυχολογικών προβλημάτων ή ως προς το ύψος του ανωτέρω ποσοστού αναπηρίας της, να είναι αδύνατη η δικαιολόγηση οποιαδήποτε άγνοιας της ή αμφιβολίας της ως προς την ύπαρξη των σωματικών προβλημάτων της αντιδίκου της. Ενόψει του παραπάνω περιεχομένου της αναφοράς της εναγομένης και των όσων απέδωσε μ’ αυτή στην ενάγουσα, μεταξύ των οποίων, πλην άλλων αξιοποίνων πράξεων και εκείνη, τουλάχιστον, της απάτης σε βάρος του ΙΚΑ, η εναγόμενη επεδίωξε με την αναφορά της αυτή να προκαλέσει και την ποινική δίωξη και τιμωρία της ενάγουσας για την παραπάνω αξιόποινη πράξη. Της αναφοράς αυτής της εναγομένης και των όσων παραπάνω απέδιδε μ’ αυτή στην ενάγουσα έλαβαν γνώση ο Διοικητής του ΙΚΑ, οι υπάλληλοι του Οργανισμού αυτού, οι οποίοι ασχολήθηκαν με την εν λόγω αναφορά, καθώς επίσης και εκείνοι στους οποίους διαβιβάστηκε, για τον έλεγχο των όσων καταγγέλλονταν μ’ αυτή, αλλά και τα μέλη και οι υπάλληλοι της Υγειονομικής Επιτροπής, που επανεξέτασε την ενάγουσα....Επίσης, ενόψει των συνθηκών τέλεσης της ένδικης αδικοπραξίας, όπως αυτές εκτέθηκαν ειδικότερα παραπάνω, της πράξης και των ιδιοτήτων και δραστηριοτήτων που αποδόθηκαν στην ενάγουσα, της απαξίας τους, του έκνομου, προσβλητικού και ανήθικου χαρακτήρα τους για την ίδια, του ότι του ανωτέρω κειμένου και, συνεπώς και των όσων αποδόθηκαν μ’ αυτό στην ενάγουσα, έλαβαν γνώση τα πρόσωπα που προαναφέρθηκαν, των επιπτώσεων του κειμένου αυτού στον ατομικό, οικογενειακό και, γενικά, σ’ ολόκληρο το βίο της ενάγουσας και του είδους, της φύσης, της σπουδαιότητας, της βαρύτητας και της απαξίας των πράξεων και των ιδιοτήτων και δραστηριοτήτων που της αποδόθηκαν με το κείμενο αυτό, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη από την παραπάνω αναφορά και το περιεχόμενο της, για την ικανοποίηση της οποίας, ενόψει των στοιχείων που προαναφέρθηκαν, όπως και των συνθηκών τέλεσης της ένδικης αδικοπραξίας, της βαρύτητας του πταίσματος της εναγομένης, του είδους της προσβολής, την οποία υπέστη η ενάγουσα, του ότι με την 993/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων η εναγόμενη έχει καταδικαστεί σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών για κάθε μία από τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, που διέπραξε σε βάρος της ενάγουσας με την παραπάνω αναφορά της και σε συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, η οποία ανεστάλη για τρία χρόνια και η εκτέλεση της έπαυσε υφ’ όρο και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, οι οποίες, πλην των όσων προαναφέρθηκαν γι’ αυτές, είναι έγγαμες, η δε εναγόμενη Χωρίς τέκνα, ηλικίας 56 ετών, συνταξιούχος πλέον του ιδιωτικού τομέα, απαιτείται το εύλογο ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ.....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων είχε δεχθεί, ότι η παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης συνιστά απλή δυσφήμηση και την είχε υποχρεώσει να καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση το ποσόν των 6.000 ευρώ, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, να καταβάλει στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 15.000 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, καθόσον ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, όσον αφορά το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης να ζητήσει συνολική χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την πολλαπλώς από την ενέργεια της αναιρεσείουσας πληγείσα προσωπικότητά της, κατόπιν δε της αναιρετικώς ανέλεγκτης από το Εφετείο εκτιμήσεως των αποδείξεων, το δικαστήριο δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειάς του, αφού το επιδικασθέν ποσόν δεν αφίσταται - κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση - από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις ποσά. Επομένως, το Εφετείο δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητος και ο υποστηρίζων τα αντίθετα δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά τις αριθμητικώς και μόνον επικαλούμενες αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμ.8, 10 και 19 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, εφόσον δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο τα θεμελιωτικά των πλημμελειών αυτών στοιχεία. Για την ίδια δικαιολογητική αιτία είναι απαράδεκτος και ο τρίτος αναιρετικός λόγος κατά το μέρος του, με το οποίο γίνεται επίκληση των ιδίων, ως άνω ενάριθμων πλημμελειών.

Από το άρθρο 321 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει, ότι όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο, προκύπτει, ότι οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν αποτελούν δεδικασμένο στην πολιτική δίκη. Εξ άλλου, το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ.53/1974, ορίζει στις παραγράφους 1 εδ.α’ και 2 τα ακόλουθα: "1. Πάν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημόσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως. 2. Πάν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται, ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του". Το άρθρο 4 παρ.1 του εβδόμου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. ορίζει, ότι "Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή να καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους, για μία παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με τον νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού". Ομοίου περιεχομένου είναι και η διάταξη του άρθρου 57 παρ.1 ΚΠοινΔ, σύμφωνα με την οποία "Αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ’ αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός". Με τις ανωτέρω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις της Ε.Σ.Δ.Α. και του εβδόμου πρωτοκόλλου αυτής δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητος του κατηγορουμένου. Το τελευταίο δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιάς ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οιουδήποτε άλλου δικαστηρίου το οποίο επιλαμβάνεται μεταγενεστέρως είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος, είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό, για τις ανάγκες της δίκης, ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, η οποία στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα τα οποία εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπον ο οποίος δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγουμένη απαλλαγή του διαδίκου (βλ.ΑΠ 1364/2011). Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και στην περίπτωση του άρθρου 8 παρ.4 εδ.α’ ‘ , β’ Ν.4198/11-10-2013, το οποίο ορίζει: "4.α’ )Ποινές στερητικές της ελευθερίας διάρκειας μέχρι έξι μηνών που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον οι αποφάσεις αυτές δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι επιβληθείσες ποινές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο έτη από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, νέα από δόλο αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών. Σε περίπτωση νέας καταδίκης ο καταδικασθείς εκτίει αθροιστικά, μετά την έκτιση της νέας ποινής και τη μη εκτιθείσα, και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής της μη εκτιθείσας ποινής, ο διανυθείς χρόνος από τη δημοσίευση του νόμου αυτού μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη. β’ ) 0ι μη εκτελεσθείσες κατά τα ανωτέρω αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου. Η παραγραφή των ποινών δεν κωλύει την επιβολή των κατά νόμο προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων στις υποθέσεις αυτές". Δηλαδή στην περίπτωση αυτήν δεν υφίσταται το αναφερθέν ως προστατευόμενο τεκμήριο της αθωότητος του κατηγορουμένου, το οποίο εμποδίζει το δικαστήριο να επιληφθεί και να ερευνήσει τις αστικές αξιώσεις του παθόντος, καθόσον ο κατηγορούμενος δεν έχει κριθεί αμετακλήτως αθώος των αποδιδομένων σε αυτόν ποινικώς κολασίμων πράξεων, οι οποίες αποτελούν και αντικείμενο της αστικής δίκης. Αντιθέτως, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος και επεβλήθη σε αυτόν στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία απλώς παραγράφεται και δεν εκτελείται, εφόσον συντρέξουν οι προβλεπόμενοι από τις ίδιες διατάξεις όροι και μάλιστα εντός χρονικού διαστήματος δύο ετών από της δημοσιεύσεως εκείνου του νόμου. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο όπως αναφέρεται ανωτέρω, έλαβε υπόψη "....ότι με την 993/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων η εναγόμενη έχει καταδικασθεί σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών για κάθε μία από τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, που διέπραξε σε βάρος της ενάγουσας με την παραπάνω αναφορά της και σε συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, η οποία ανεστάλη για τρία χρόνια και η εκτέλεσή της έπαυσε υφ’ όρον..." και ακολούθως δέχθηκε μερικώς την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα την αναφερθείσα χρηματική ικανοποίηση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, καθόσον δεν παραβίασε ευθέως τις αναφερθείσες στην αρχή διατάξεις της Ε.Σ.Δ.Α. και του εβδόμου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής ως προς το προστατευόμενο με αυτές τεκμήριο αθωότητος και ακολούθως ο υποστηρίζων τα αντίθετα τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5 Μαρτίου 2014 αίτηση της Ε. Χ. Κ. για αναίρεση της υπ’ αριθ.377/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Οκτωβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ