302/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αρ. 5409/10-2-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25095/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 415/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-6-2011 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated302/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.
Full text
Απόφαση 302 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 302/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γρηγόριο Λαπατά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Τικόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Χ. συζ. Δ. Β., θυγ. Γ. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αναστασόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αρ. 5409/10-2-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25095/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 415/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-6-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Λαπατάς, ανέγνωσε την από 15-2-2012 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση, Αρεοπαγίτου Μαρίας Βασιλάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Στις 13-11-2013, και πριν από τη διάσκεψη του Δικαστηρίου, ο ορισθείς Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Λαπατάς, υπέβαλε την παραίτησή του από το Δικαστικό Σώμα, λόγο για τον οποίο, ο Πρόεδρος του Τμήματος, Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Νικόλαος Λεοντής, όρισε εισηγητή της υπόθεσης την Αρεοπαγίτη Δημητρούλα Υφαντή και στη θέση του παραιτηθέντος, ως πέμπτο μέλος της σύνθεσης, τον Αεροπαγίτη Γεώργιο Σακκά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 789 ΑΚ με απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών μπορεί να καθορισθεί για το κοινό αντικείμενο ο προσήκων τρόπος τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης. Η πλειοψηφία λαμβάνεται κατά το μέγεθος των μερίδων. Στις εν λόγω πράξεις τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης περιλαμβάνεται και η σύμβαση μίσθωσης του κοινού αντικειμένου, καθώς και κάθε άλλη πράξη, η οποία τείνει στη διατήρηση η άρση των συνεπειών της μισθώσεως, όπως η παράταση, η ανανέωση - αναμίσθωση ή η τροποποίηση της συμβάσεως μισθώσεως ή καταγγελία αυτής.
Η απόφαση της πλειοψηφίας που λήφθηκε μέσα στα πλαίσια του άρθρου 789 ΑΚ δεν αφορά μόνο τις εσωτερικές σχέσεις των κοινωνών, αλλά ενέχει και εξουσία αντιπροσωπεύσεως και συνακόλουθα είναι έγκυρη και δεσμεύει όλους τους κοινωνούς δηλαδή και εκείνους που διαφώνησαν και μειοψήφισαν. (Α.Π. 665/2008, 1259/2007, 255/2000). 'Όπως προαναφέρθηκε πράξεις τακτικής διοικήσεως και διαχειρίσεως του κοινού πράγματος αποτελούν, μεταξύ άλλων, η εκμίσθωση του πράγματος, η παράταση της διάρκειας λήγουσας ή λήξασας μισθώσεως και η ανανέωση αυτής ουσιώδες δε στοιχείο κατά νόμο της συμβάσεως μισθώσεως εκτός από τη χρήση και τη διάρκεια είναι και ο καθορισμός μισθώματος.
Επομένως αποτελεί πράξη τακτικής τακτικής διοικήσεως και διαχειρίσεως τόσο η αρχική σύναψη της μισθώσεως όσο και η παράταση ή ανανέωση αυτής που περιλαμβάνει και καθορισμό μισθώματος, ίσου ή μικρότερου ή υψηλότερου, σε σχέση με το προηγουμένως καταβαλλόμενο που καταρτίζεται εγκύρως στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 789 του Α.Κ.
από την πλειοψηφία των συνεκμισθωτών όχι μόνο για νέα χρονική διάρκεια της μισθώσεως, αλλά και για το καταβλητέο μίσθωμα (μικρότερο ή υψηλότερο σε σχέση με το προηγουμένως καταβαλλόμενο). Δηλαδή η πράξη διοικήσεως - διαχειρίσεως, για την οποία απαιτείται πλειοψηφία των συνεκμισθωτών, περιλαμβάνει τόσο την νέα διάρκεια της μισθώσεως όσο και το νέο μίσθωμα.
Επομένως η νέα μίσθωση, με την έννοια της αναμισθώσεως στο πλαίσιο εφαρμογής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 436, 361 ΑΚ) εφόσον επιτρεπτώς συνάπτεται από την πλειοψηφία των συνεκμισθωτών, δεσμεύει την μειοψηφία τόσο ως προς την διάρκεια όσο και ως προς το ύψος του μισθώματος και όχι μόνο ως προς το πρώτο υπό την έννοια ότι η μειοψηφία των μισθωτών δεν θα δικαιούται να αξιώσει για τη μερίδα της το τυχόν αυξημένο μίσθωμα που καταβαλλόταν πριν από την παράταση ή την ανανέωση της μισθώσεως.
Εξάλλου, το δικαίωμα αναπροσαρμογής του μισθώματος είναι διαπλαστικής φύσεως, παρέχει δηλαδή τη δυνατότητα να επιδιωχθεί με αγωγή η διάπλαση για το μέλλον της έννομης σχέσεως της μισθώσεως, μεταβαλλόμενης ως προς το ύψος του μισθώματος από της ασκήσεως της αγωγής. Όμως, το δικαίωμα τούτο δεν είναι αδιαίρετο κατά την κτήση ή την άσκησή του, αφού μάλιστα η χρηματική παροχή του μισθώματος έχει διαιρετό αντικείμενο.
Συνεπώς, κατά την κρατήσασα στη νομολογία άποψη σε περίπτωση υπάρξεως περισσότερων εκμισθωτών, καθένας, από αυτούς, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 480 ΑΚ, δικαιούται να ζητήσει την αναπροσαρμογή του μισθώματος, στο ποσοστό που αντιστοιχεί στην ιδανική του μερίδα επί του κοινού μίσθιου πράγματος (ΑΠ 1746/2006, 871/2003, 588/1995, αντιθ.
ΑΠ 1020/2003) και σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας για τον καθορισμό του μισθώματος μεταξύ του μισθωτή και της πλειοψηφίας των εκμισθωτών, η τελευταία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εκπροσωπεί και τον εκμισθωτή που δεν συμμετείχε στη συμφωνία. Τα προαναφερθέντα όμως ισχύουν κατά την εξέλιξη και λειτουργία της συμβάσεως μισθώσεως μέσα στα νόμιμα όρια που ορίζονται από το π.δ. 34/1995 για τις εμπορικές μισθώσεις αναγκαστικά, και με την προϋπόθεση αναπροσαρμογής στο ίδιο χρονικό διάστημα που ορίζονται από την ίδια ειδική νομοθεσία αλλά και τον ΑΚ (288, 388 ΑΚ), και δεν αφορούν την κατάρτιση νέας συμβάσεως εμπορικής μισθώσεως με την έννοια και της αναμισθώσεως ή ανανεώσεως, η οποία κατά τα προαναφερθέντα αποτελεί πράξη τακτικής διαχειρίσεως καταρτιζόμενη εγκύρως επί κοινωνίας συνεκμισθωτών από την πλειοψηφία τους, η οποία δεσμεύει και τους μειοψηφίσαντες, χωρίς η νέα αυτή συμφωνία σε σχέση με τον καθορισμό του μισθώματος για τη λειτουργία και εξέλιξή της στο μέλλον να ενέχει την έννοια της αναπροσαρμογής μεμονωμένα του μισθώματος που ίσχυε μέχρι τη λήξη της χρονικής διάρκειας της προηγούμενης μίσθωσης.
Τέλος κατά το άρθρο 7 παρ. 6 του ν.2741/1999 (άρθρ. 5 παρ. 1 π.δ., 34/1995 η εμπορική μίσθωση ισχύει για 12 χρόνια ανεξάρτητα από τη θέληση των συμβληθέντων, η δε συνομολόγηση της εμπορικής μίσθωσης για μικρότερο από το νόμο ή για αόριστο χρόνο, ισχύει από το νόμο για τη νόμιμη διάρκεια των 12 χρόνων ανεξάρτητα αν οι συμβαλλόμενοι των ήθελαν ή όχι (Α.Π. 1745/2007).
Η επαγγελματική μίσθωση μπορεί να αναμισθωθεί (ανανεωθεί) κατά τη λήξη της, ως νέο όμως επαγγελματική μίσθωση έχει τη διάρκεια που έχει κάθε επαγγελματική μίσθωση αφού με τη ρύθμιση του πιο πάνω π.δ./τος οι εμπορικές μισθώσεις είναι ορισμένου χρόνου με καθορισμένη διάρκεια. Στο πλαίσιο δε της πιο πάνω καταρτιζομένης ανανεώσεως - αναμισθώσεως οι συμβαλλόμενοι έχουν την ευχέρεια να συμφωνήσουν νέους όρους σε σχέση με τη λήξασα μίσθωση που αφορούν το καταβαλλόμενο μίσθωμα, χωρίς όπως προαναφέρθηκε η επί μέρους αυτή συμφωνία για το νέο μίσθωμα της νέας λόγω ανανεώσεως μισθώσεως να αποτελεί αναπροσαρμογή του μισθώματος που ίσχυε μέχρι τη λήξη της προηγούμενης μίσθωσης.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα είναι συγκύρια σε ποσοστό 33,33 % μιας τριώροφης οικοδομής επί της οδού ... στην ... Συγκύριοι στην οικοδομή αυτή είναι ο Γ. Τ. (εναγόμενος) σε ποσοστό 11,1112%, ο Κ. Τ. σε ποσοστό 11,1112%, ο Α. Τ. σε ποσοστό 11,1112%, ο Γ.
Α. σε ποσοστό 8,33325%, ο Ι. Α. σε ποσοστό 8,33325% και η Β. Α. σε ποσοστό 16,66665%. Με το από 9-1-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό ο εναγόμενος και οι άλλοι συγκύριοι της οικοδομής σύναψαν σύμβαση μισθώσεως με μισθωτή τον εναγόμενο, ο οποίος θα εκμεταλλευόταν το μίσθιο ως ξενοδοχείο Γ' τάξης 24 δωματίων και 45 κλινών. Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε για εννέα χρόνια, μέχρι τις 31.12.2005 με τη δυνατότητα να παραταθεί για τρία ακόμη χρόνια, μέχρι τη συμπλήρωση δωδεκαετίας.
Περαιτέρω παράταση της μισθώσεως μπορούσε να γίνει μόνο εγγράφως έξι μήνες πριν από τη λήξη της δωδεκαετίας. Το μηνιαίο μίσθωμα ορίσθηκε σε 1.300.000 δραχμές, πλέον του χαρτοσήμου από 3,6%, με τη συμφωνία να αναπροσαρμόζεται κατά 10% ετησίως. Ο εναγόμενος εγκαταστάθηκε στο μίσθιο το οποίο κατέχει έως σήμερα, λειτουργώντας το ως ξενοδοχείο, καθώς η μίσθωση παρατάθηκε προφορικά τον Οκτώβριο του 2006 έως τις 31.12.2008, η ετήσια όμως αύξηση του μισθώματος ορίστηκε σε 4%.
Η παράταση αυτή έγινε προφορικά. Τον Οκτώβριο του 2008 (ενόψει προφανώς της συμπληρώσεως δωδεκαετούς διάρκειας συνολικά εκείνης της μίσθωσης) οι εκμισθωτές, πλην της ενάγουσας, υπέγραψαν με τον εναγόμενο νέο ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ανανέωσαν τη μίσθωση έως τις 31.12.2020 (δηλαδή για μια ακόμη δωδεκαετία) και όρισαν μηνιαίο μίσθωμα από 1.1.2009 το ποσό των 12.000 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο κατά 3% ετησίως.
Συμφώνησαν δηλαδή σε αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος και μάλιστα σε μείωση αυτού, καθώς με τις ετήσιες αυξήσεις το μίσθωμα ανερχόταν στις 31.12.2008 σε 15.870 ευρώ, η αναλογία δε που αντιστοιχούσε στο ιδανικό μερίδιο της ενάγουσας ανερχόταν σε 5.290 ευρώ, ποσό που ο εναγόμενος κατέβαλε έως τότε στην ενάγουσα ανελλιπώς.
Σύμφωνα όμως με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη η συμφωνία των λοιπών εκμισθωτών, που εκπροσωπούν το 55,56% των μερίδων και συνεπώς έχουν την πλειοψηφία, να ανανεώσουν τη μίσθωση δεσμεύει την ενάγουσα που δεν μετείχε στη συμφωνία για την ανανέωση, εφόσον πρόκειται για απόφαση που αποβλέπει στη διαχείριση και τη διοίκηση του κοινού πράγματος.
Δεν τη δεσμεύει όμως ως προς τον καθορισμό του μισθώματος που της αναλογεί καθώς, όπως προεκτέθηκε, πρόκειται για δικαίωμα εξ αρχής διαιρετό.
Συνεπώς, η συμφωνία που ισχύει ως προς το μίσθωμα και δεσμεύει τους διαδίκους είναι η προφορική συμφωνία που συνήφθη μεταξύ τους τον Οκτώβριο του 2006, σύμφωνα με την οποία ο εναγόμενος όφειλε στην ενάγουσα από 1.1.2009 μηνιαίο μίσθωμα ύψους 5.502 ευρώ (15.870*33.33%) + 4%) και με την αναλογία του χαρτοσήμου από 3.6% το ποσό 5.700 ευρώ, συνολικά δε για τα μισθώματα Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2009 το ποσό των 11.400 ευρώ (5.700*2).
Ο εναγόμενος της κατέβαλε για την παραπάνω αιτία το ποσό των 8.288 ευρώ και συνεπώς της οφείλει τη διαφορά από 3.112 ευρώ (11.400 - 8.288). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις γι' αυτό και η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή. Στη συνέχεια πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να διακρατηθεί η υπόθεση και η αγωγή, που είναι νόμιμη, να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη για το παραπάνω ποσό με τους νόμιμους τόκους από τότε που κάθε μίσθωμα κατέστη απαιτητό (1η εκάστου μηνός σύμφωνα με το από 9.1.1997 ιδιωτικό συμφωνητικό)".
Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της αντιθέτως (με άλλη όμως αιτιολογία) κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη την οποία τελικά δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση για την καταβολή της διαφοράς του μισθώματος που ίσχυε μέχρι τη λήξη της δωδεκαετούς διάρκειας συνολικά της αρχικής μίσθωσης εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 574, 436, 361, 1113 του ΑΚ, 5 παρ.1 του π.δ/τος 34/1995 όπως αντικ.
από το άρθ. 7 παρ. 1 του ν.2741/1999 καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την κατάρτιση εκ μέρους της πλειοψηφίας των κοινωνών εκμισθωτών της ένδικης μίσθωσης με τον αναιρεσείοντα μισθωτή, ενόψει λήξεως της υποχρεωτικής δωδεκαετούς διάρκειας της αρχικής μισθώσεως νέας συμφωνίας ανανεώσεως-αναμισθώσεως-δωδεκαετούς επίσης διάρκειας με νέο μειωμένο μίσθωμα αναπροσαρμοζόμενο κατά συμβατική ρήτρα κατά διαφορετικό τρόπο από εκείνο της λήξασας προγενέστερης μίσθωσης, δεσμεύουν και τη μη συναινέσασα στην ίδια σύμβαση αναιρεσίβλητη κοινωνό που δεν συνεκέντρωνε στο πρόσωπό της μερίδα πλειοψηφίας, ώστε τελικά η ένδικη αγωγή της ήταν απορριπτέα.
Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ και αλυσιτελώς με το δεύτερο λόγο από το αριθ. 19 του αρθ. 559 ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμα. Πρέπει επομένως ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω έρευνα στο Εφετείο Θεσσαλονίκης αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη ως ηττώμενη στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις (αρθ. 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 415/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος για τον παρόντα βαθμό που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ