Legislator Case Law & Legislation
302/2012 AI generated

302/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 302/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 302 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 302/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και ΔÎ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 302 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 302/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Αστικής επαγγελματικής δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία "Π. ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Δ. - Σ. Π. του Η., κατοίκου Αθηνών. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεράσιμο Απέργη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-9-2007 αγωγή του ήδη 2ου των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 232/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-6-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 10-1-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή με τις παρ. 1 έως 3 της διάταξης του άρθρου 225 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι: 1) Η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή να συστήσουν εμπράγματο δικαίωμα, 2) Η μεταβίβαση του επίδικου δικαιώματος ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος δεν επιφέρει καμία μεταβολή στη δίκη. Ο ειδικός διάδοχος έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση, 3) Αν ο ενάγων μεταβίβασε το επίδικο δικαίωμα δεν μπορεί να προταθεί εναντίον του έλλειψη νομιμοποίησης, εκτός αν η απόφαση που θα εκδοθεί δεν δεσμεύει τον ειδικό διάδοχο. Από το συνδυασμό των προαναφερθέντων διατάξεων προκύπτει ότι, ο στη διάρκεια της αναιρετικής δίκης ειδικός διάδοχος κάποιου από τους διαδίκους νομιμοποιείται μόνο να ασκήσει παρέμβαση, όχι όμως να ενεργήσει για δικό του λογαριασμό και στο όνομά του οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη, που έχει σχέση με τη διεξαγωγή και την πρόοδο της δίκης. Εάν δε ενεργήσει τέτοιες πράξεις, στις οποίες αδιακρίτως περιλαμβάνονται η κατάθεση προτάσεων, επίδοση κλήσης για νέα συζήτηση της υπόθεσης, αλλά και η παραίτηση από το δικόγραφο αυτής είναι άκυρες και η ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπάγγελτα κατά τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 159 παρ. 1 και 160 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Μόνο δε εφ' όσον ασκηθεί εκ μέρους του ειδικού διαδόχου παρέμβαση και συμφωνήσουν οι αρχικοί διάδικοι, ο ειδικός διάδοχος μπορεί να υπεισέλθει στη θέση του μεταβιβάσαντος (άρθ. 85 ΚΠολΔ), ενώ αν ασκήσει μόνο παρέμβαση και δεν υπάρχει η προαναφερθείσα συμφωνία, ο παρεμβάς ειδικός διάδοχος ενεργεί μεν όλες τις διαδικαστικές πράξεις, αλλά προς το συμφέρον του δικαιοπαρόχου του αρχικού διαδίκου σύμφωνα με το άρθρο 82 του ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, ο δεύτερος αναιρεσείων δικηγόρος με την από 13-9-2007 αγωγή του, επικαλούμενος σύμβαση δικηγορικής εντολής και εκτέλεση του ανατεθέντος με την εν λόγω σύμβαση έργου, ζήτησε να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει: α) το ποσό των 75.000 ευρώ ως συμφωνημένη αμοιβή και β) το ποσό των 500.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη εξαιτίας της αναφερόμενης συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου. Κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ενάγων - δεύτερος αναιρεσείων παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ο οποίος με δήλωση του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως, δήλωσε ότι έγινε σύμβαση εκχώρησης απαίτησης και ο ενάγων υποκαταστάθηκε από την Αστική επαγγελματική Εταιρία με την επωνυμία "Π. Δικηγορική Εταιρία" που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία υπεισέρχεται αυτοδικαίως και υποκαθιστά στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του τον αρχικώς ενάγοντα, ο οποίος παρίσταται μόνο για το κονδύλιο της ηθικής βλάβης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο με την υπ' αριθμ. 1/2009 απόφαση του, χωρίς ειδική αιτιολογία παρά την εναντίωση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, δέχτηκε σιωπηρώς την επικαλούμενη αυτοδίκαιη υποκατάσταση της πρώτης αναιρεσείουσας και ακολούθως δέχτηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγή, υποχρέωσε δε το αναιρεσίβλητο να καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ στην πρώτη και αναγνώρισε ότι οφείλει το ποσό των 10.000 ευρώ στον δεύτερο. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις, το εναγόμενο δε αναιρεσίβλητο με τον δεύτερο λόγο της έφεσης του ισχυρίστηκε ότι απαραδέκτως έγινε δεκτή η παράσταση της πρώτης αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση ερμηνεύοντας τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη δικονομικές διατάξεις έκρινε ότι η εκδοχέας πρώτη αναιρεσείουσα, εφόσον δεν άσκησε πρόσθετη ή κύρια παρέμβαση δεν νομιμοποιείται να συνεχίσει τη δίκη στη θέση του εκχωρήσαντα αρχικού διαδόχου κατά το μέρος που ζητεί την καταβολή της αμοιβής από τη σύμβαση της εντολής, δέχτηκε μετά ταύτα ως κατ' ουσίαν βάσιμο τον ως άνω λόγο Εφέσεως και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη κατά το ανωτέρω μέρος της. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά έκρινε έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, ότι η πρώτη αναιρεσείουσα η οποία σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΠΔ 81/2005 είναι Αστική Επαγγελματική Δικηγορική Εταιρία, δεν κατέστη λόγω της επικαλούμενης εκχωρήσεως της ένδικης απαιτήσεως καθολικός διάδοχος του αρχικού ενάγοντος δικηγόρου, ώστε να υποκαθίσταται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ασκήσαντος την αγωγή και δικαιούχου της δικηγορικής αμοιβής δικηγόρου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, αφού από καμία διάταξη του ως άνω Π.Δ. συνάγεται κάτι τέτοιο, ούτε από την επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 11 αυτού, στην οποία ορίζεται ότι "ο δικηγόρος απαγορεύεται να συμμετέχει σε άλλη δικηγορική εταιρία ή να ασκεί ατομική δικηγορία και γενικά να ενεργεί για δικό του ή ξένο λογαριασμό πράξεις αντίθετες με τα συμφέροντα της εταιρίας" μπορεί να συναχθεί ότι η πρώτη αναιρεσείουσα υπεισήλθε αυτοδικαίως ως καθολικός διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αρχικώς ενάγοντος δικηγόρου από την ένδικη σύμβαση εντολής που κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή είχε ολοκληρωθεί πριν της σύσταση της πρώτης αναιρεσείουσας. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 11 του ΠΔ. 81/2005 είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, ενόψει των παραπάνω πρέπει να απορριφθεί και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της πρώτης αναιρεσείουσας περί αυτοδίκαιης υποκατάστασης της, αλλά αντιθέτως δέχτηκε χωρίς να προταθεί ότι υπήρχε προσθήκη νέου διαδίκου και απαράδεκτη διεύρυνση της βάσης της αγωγής, ως αλυσιτελής, ενώ ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επίσης πρέπει να απορριφθεί, αφού με την ως άνω κρίση του το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο, κατά το μέρος που δεν ερεύνησε την αγωγή κατά τη βάση της για καταβολή αμοιβής ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα, αφού κατά τα προαναφερόμενα ο δεύτερος αναιρεσείων με δήλωση του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου παραστάθηκε μόνο για την βάση της αγωγής που αφορούσε τη χρηματική ικανοποίηση η οποία και ερευνήθηκε, δεν υφίστατο δε έστω και επικουρικά αίτημα περί καταβολής σ' αυτόν του ποσού της αμοιβής από τη σύμβαση εντολής. Επειδή η αθέτηση της σύμβασης, καθ' εαυτή, δεν συνιστά αδικοπραξία. Βέβαια αποτελεί πράξη παράνομη, όμως οι έννομες συνέπειες της παραβάσεως ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία του οφειλέτη, πλημμελής εκπλήρωση της συμβάσεως κλπ). Πλην όμως, μερικές φορές είναι δυνατό ένα και το αυτό βιοτικό γεγονός να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις τόσο της αθέτησης της συμβάσεως όσο και της αδικοπραξίας. Στην περίπτωση αυτήν το πραγματικό γεγονός υπόκειται σε πολλαπλή αξιολόγηση και αντιμετωπίζεται από διαφορετικές απόψεις. Όπως δε κρατεί στη νομολογία, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) και ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (Ολ.ΑΠ 967/73). Περαιτέρω από τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ συνάγονται τα εξής: Όποιος παράνομα προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, νοούμενη ως το προστατευόμενο από το σύνταγμα (άρθρ. 2 παρ.1) σύνολο των αξιών που απαρτίζουν την ουσία του ανθρώπου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Σε περίπτωση δε που η παράνομη προσβολή της προσωπικότητας υπήρξε και υπαίτια, το δικαστήριο μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον προσβολέα να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη, που τυχόν έχει επέλθει, ιδίως με πληρωμή χρηματικού ποσού. Προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής. Η προσβολή είναι παράνομη όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο η γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της σύγκρουσης των προστατευόμενων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας των άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για την διακρίβωση της ύπαρξης προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της. Τα έννομα αγαθά που περικλείονται στο δικαίωμα της προσωπικότητας (η τιμή, η ιδιωτική ζωή, η εικόνα, η σφαίρα του απορρήτου κ.ά.) δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα αλλά επιμέρους εκδηλώσεις, εκφάνσεις ή πλευρές του ενιαίου δικαιώματος επί της ιδίας προσωπικότητας, έτσι ώστε η προσβολή οποιασδήποτε εκφάνσεως της προσωπικότητας να σημαίνει και προσβολή της συνολικής έννοιας προσωπικότητα Από αυτά παρέπεται ότι αν εκτός από την υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση κάποιας σύμβασης, συντρέχουν επί πλέον γεγονότα που συνιστούν συμπεριφορά προσβλητική της προσωπικότητας του αντισυμβαλλομένου, κατά την άνω έννοια, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος υπέστη ηθική βλάβη η οποία συνδέεται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά αυτή του υπαιτίου γεννιέται αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 59 και 932 ΑΚ (ΑΠ 1731/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ο ενάγων-δεύτερος αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι πέραν της παράνομης και αντισυμβατικής μη καταβολής της οφειλόμενης και συμφωνημένης αμοιβής του από τη σύμβαση έμμισθης εντολής, που από μόνη της έπληξε σοβαρά το κύρος του στην "αγορά", δηλαδή σε υπάρχοντες και υποψηφίους πελάτες του, τον ζημίωσε οικονομικά και επαγγελματικά σημαντικά, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι η συγκεκριμένη υπόθεση ήταν και η μόνη που από τα μέσα του 2004 και εφεξής του ανατέθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο παρά την επί μακρώ συμμετοχή μου σε παρόμοιες συναλλαγές και την ως εκ τούτου μεγάλη και διεθνώς αναγνωρισμένη σχετική εμπειρία του, επέδειξε επιπλέον δια των αρμοδίων οργάνων του και παντελώς απαξιωτική στο πρόσωπό του συμπεριφορά, εμπαίζοντάς τον επί δυο χρόνια, με προφορικές διαβεβαιώσεις περί καταβολής της αμοιβής του από την μία, αλλά και παντελή αδιαφορία στις επανειλημμένες επίσημες διαμαρτυρίες του από την άλλη. Ότι το εναγόμενο στη σωρεία των εγγράφων διαμαρτυριών και προσκλήσεων που απηύθυνε συμπεριλαμβανομένων δύο εξωδίκων ουδέποτε απάντησε επίσημα αγνοώντας παντελώς και κατά τον πλέον ευτελιστικό τρόπο, τόσο τις νόμιμες διεκδικήσεις του, όσο και την επιτυχημένη και διεθνώς αναγνωρισμένη επαγγελματική αλλά και κοινωνική προσφορά του. Ότι ο ως άνω συνεχιζόμενος εμπαιγμός και η αδιαφορία όλων των αρμοδίων στους οποίους απευθύνθηκε τόσο εγγράφως όσο και προφορικά, προσέβαλαν και προσβάλλουν ανεπανόρθωτα την τιμή, το κύρος και την αξιοπρέπειά του, τόσο ως άτομο, όσο και ως διεθνώς αναγνωρισμένο επιστήμονα - επαγγελματία. Ζητούσε δε με βάση το ιστορικό αυτό να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να του καταβάλει το ποσό των 500.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη δεν είναι νόμιμη, αφού η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του αναιρεσιβλήτου για καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής, καθώς και η παράλειψη των οργάνων του να απαντήσουν στα εξώδικα και τις προσκλήσεις του για καταβολή αυτής, από μόνη της δεν συνιστά προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος αναιρεσείοντος, ούτε εκτίθενται άλλα γεγονότα με βάση τα οποία προκύπτει η επικαλούμενη απαξιωτική συμπεριφορά στο πρόσωπο του. Επομένως, το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα ίδια και ακολούθως εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε κριθεί η βάση αυτή της αγωγής ως νόμιμη και εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη για το ποσό των 10.000 ευρώ απέρριψε δε την αγωγή κατά τη σχετική βάση της ως μη νόμιμη, αφενός μεν ορθά ερμήνευσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις αφετέρου δε έλαβε υπόψη του όλα τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε ο ενάγων στην αγωγή και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. καθώς και ο πέμπτος λόγος από τον αρ. 8 του ίδιου άρθρου είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Τέλος ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τους αριθμούς 11 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι: α) η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης γιατί το Εφετείο απέρριψε το αίτημα της αγωγής για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης με ελλιπείς αιτιολογίες και β) γιατί δεν έλαβε υπόψη τα επικληθέντα από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού οι προβλεπόμενοι από τις ως άνω διατάξεις λόγοι αναιρέσεως αναφέρονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτουν κρίση επί της ουσίας και δεν ιδρύονται όταν, όπως στην κρινόμενη περίπτωση, η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-6-2011 αίτηση των: 1) Αστικής επαγγελματικής εταιρείας με την επωνυμία "Π. ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και 2) Δ. -Σ. Π., για αναίρεση της 232/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ