302/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 302 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 302/2011
Legislator headnote
AI generated302/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 302 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 302/2011
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 302 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 302/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γιαννόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Ι. Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, επειδή είναι δικηγόρος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-5-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3810/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-12-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 16-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 94 § 1 του Συντάγματος η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά δε την § 3 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 του ΚΠολΔ οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων. Κατά το άρθρο 1 § 2 εδ. θ' του Ν. 1406/1983 στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων, και στις κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των Ν.Π.Δ.Δ. οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. Ως "αποδοχές", κατά τη διάταξη αυτή, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Απ' αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον πέμπτο, μέρος πρώτο, λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Δέχθηκε σχετικώς το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η επίδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, διότι η έννομη σχέση που συνδέει τον ενάγοντα δικηγόρο με το εναγόμενο Πάντειο Πανεπιστήμιο χαρακτηρίζεται ως εντολή (άρθρο 63 § 4 σε συνδυασμό με 94 § 1 του Κωδ. Περί Δικηγόρων), χωρίς η ιδιότητα του εναγομένου ως Ν.Π.Δ.Δ. να μεταβάλλει σε τίποτα την σχέση αυτή, γιατί στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπάρχει υπερκείμενη εξουσία βούλησης (του Παντείου Πανεπιστημίου), αλλά ο συμβατικός δεσμός συναρτάται με την έννομη σχέση της εντολής του ιδιωτικού δικαίου. Ότι, συνεπώς, κάθε διένεξη που προκύπτει από τον παραπάνω συμβατικό δεσμό των διαδίκων, ο οποίος συναρτάται με έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου και φυσικά και αυτή που, όπως στην επίδικη υπόθεση, αναφέρεται στην καταβολή της πάγιας αντιμισθίας δικηγόρου (που απορρέει από την έννομη σχέση της έμμισθης εντολής), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 Α § 3 (όπως ισχύει σήμερα) και 94 § 1 του ν. 3026/1954 (Κώδικας Περί Δικηγόρων), εξακολουθεί να υπάγεται στα τακτικά πολιτικά δικαστήρια και όχι στα διοικητικά δικαστήρια, αφού δεν αποτελεί "διοικητική διαφορά ουσίας κατά την έννοια του αριθμού 1 του ν. 1406/ 1983". Το γεγονός, συνεχίζει το Εφετείο, ότι αρχικά μεν, κατόπιν αιτήσεως ακυρώσεως του ενάγοντος, εκδόθηκε η με αριθ. 2548/2001 απόφαση του ΣτΕ, με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση του Πρυτανικού Συμβουλίου περί μη παρατάσεως της θητείας του (ενάγοντος) και στην συνέχεια, επίσης κατόπιν αιτήσεως ακυρώσεως αυτού, εκδόθηκε η με αριθ. 1014/2007 απόφαση του ΣτΕ, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του, καθόσον η απορριπτική απόφαση του Πρυτανικού Συμβουλίου συνιστά απόρριψη αυτοτελούς αιτήματος προσλήψεως στην κενή θέση Νομικού Συμβούλου του Πανεπιστημίου, δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της εμπίπτουσας στο ιδιωτικό δίκαιο έννομης σχέσης της έμμισθης εντολής. Πρέπει να σημειωθεί ότι το παραπάνω Δικαστήριο στην προαναφερθείσα πρώτη απόφαση του (2548/2001) αναφέροντας στο σκεπτικό της απόφασής του ότι "... η ειδική διαδικασία επιλογής του Νομικού Συμβούλου του Παντείου Πανεπιστημίου είναι άσχετη με το γεγονός ότι αυτός προσλαμβάνεται με σχέση έμμισθης εντολής, όπως άλλωστε πάντοτε οι δικηγόροι (άρθρο 63 Κώδικας Περί Δικηγόρων ...)", δέχεται το χαρακτήρα της έννομης σχέσης της έμμισθης εντολής ως ιδιωτικού δικαίου διαφοράς. Όμως η κρίση του ακυρωτικού δικαστηρίου και με τις δύο παραπάνω αποφάσεις του δεν αφορά τη σύμβαση της εντολής που υπεγράφη μεταξύ του ενάγοντος και του Πρύτανη ως νομίμου εκπροσώπου του εναγομένου και η οποία για να λυθεί χρειάζεται καταγγελία και καταβολή της νόμιμης πλήρους αποζημίωσης απολύσεως, σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 63 § 4 και 94 § 1 του Κώδικα Περί Δικηγόρων, αλλά την απόφαση - πράξη του Πρυτανικού Συμβουλίου για την πρόσληψη ή την ανανέωση της θητείας του Νομικού Συμβούλου του Πανεπιστημίου αυτού, δηλαδή του ενάγοντος, που έχει τον χαρακτήρα εκτελεστής διοικητικής πράξης υποκείμενης σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και γι' αυτό κατόπιν των παραπάνω δύο σχετικών αιτήσεων ακυρώσεων του ενάγοντος προέκυψε η διαφορά για την οποία επελήφθη το ΣτΕ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του και, συνεπώς, είναι αβάσιμος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης.
ΙΙ.- Κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 §§ 3, 4 και 5 ν.δ/τος 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στο δικηγόρο η επί παγία, ετήσια ή μηνιαία, αντιμισθία παροχή καθαρώς νομικών εργασιών είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, εκτός άλλων, ότι η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, έστω και αν συνήφθη για ορισμένο, εκτός αν η ορισμένη διάρκεια επετράπη με μεταγενέστερη του Κώδικα των Δικηγόρων ειδική διάταξη νόμου, λύεται δε (η αόριστου χρόνου σύμβαση) με έγγραφη καταγγελία του εντολέα κατά πάντα χρόνο και με καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Κατά δε το άρθρο 94 § 1 του ως άνω ΝΔ "Δικηγόρος παρέχων τας υπηρεσίας αυτού κατά τους όρους του άρθρου 63 § 4 (επί παγία, ετήσια ή μηνιαία, αντιμισθία παροχή καθαρώς νομικών εργασιών είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου), λυομένης της μεταξύ αυτού και του εντολέως συμβάσεως, α) διά καταγγελίας εκ μέρους του εντολέως, β) ... δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως του αποζημίωσιν ίσην ...". Όπως σαφώς προκύπτει από την τελευταία διάταξη την αποζημίωση που ορίζει αυτή δικαιούται ο δικηγόρος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και όταν η σύμβαση λύθηκε με καταγγελία του εντολέα, και όχι όταν η σύμβαση λύθηκε με τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 §§ 1, 3 και 4 του Π.Δ. 479/1990, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 79 §5 του ν. 1566/1985 (Α 167) και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 185 τ. Α', "1. Στη Νομική Υπηρεσία του Πάντειου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών συνιστώνται οι ακόλουθες θέσεις: α. Μία (1) θέση Νομικού Συμβούλου. β. Δύο (2) θέσεις Νομικών Συνεργατών. 3. Ο νομικός Σύμβουλος και οι Νομικοί Συνεργάτες προσλαμβάνονται με απόφαση του Πρυτανικού Συμβουλίου με σχέση έμμισθης εντολής ... 4. Η θητεία του Νομικού Συμβούλου και των Νομικών Συνεργατών είναι τριετής και μπορεί να ανανεώνεται.". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 50 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 (άρθρ. 50 παρ. 5 ν.δ. 170/1973) "περί του Συμβουλίου της Επικρατείας", οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ολομέλειας και Τμημάτων, ακυρωτικές και απορριπτικές, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο, που ισχύει ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής σε κάθε υπόθεση ή διαφορά, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε από το δικαστήριο. Έτσι, η διάγνωση του ΣτΕ ως προς το εκάστοτε κριθέν διοικητικής φύσεως ζήτημα δεσμεύει τον πολιτικό δικαστή. Επομένως γεννάται δεδικασμένο και για τα πολιτικά δικαστήρια ως προς τα διοικητικής φύσεως ζητήματα που κρίθηκαν κυρίως ή παρεμπιπτόντως και αποτελούν ήδη προδικαστικό ζήτημα στην εκκρεμή πολιτική δίκη (oλΑΠ 39/98). Ως προδικαστικό ζήτημα νοείται έτερη έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου από το οποίο εξαρτάται η κρίση περί του κυρίου ζητήματος της δίκης. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 544 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν για την ίδια έννομη σχέση εκδόθηκαν δύο ή περισσότερες αντιφάσκουσες μεταξύ τους δικαστικές αποφάσεις που παράγουν δεδικασμένο μεταξύ των ιδίων προσώπων και δεν χωρεί κατ' αυτών αναίρεση ή αναψηλάφηση, δεν καθίσταται ανενεργείς αλλά ισχύει το δεδικασμένο εκείνο που προέρχεται από τη νεότερη κατ' έκδοση απόφαση. Τέλος, από το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: Με την από 10-9-1991 απόφαση του Πρυτανικού Συμβουλίου του εναγομένου Παντείου Πανεπιστημίου αποφασίστηκε η πρόσληψη του ενάγοντος, δικηγόρου Αθηνών, παρ' Αρείω Πάγο, στη θέση του Προϊσταμένου της Νομικής Υπηρεσίας και Νομικού Συμβούλου, για θητεία τριών ετών, με σχέση έμμισθης εντολής, κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 Π.Δ. 479/1990. Με την ίδια απόφαση, καθορίστηκε και το ύψος των αποδοχών του, το οποίο ορίστηκε στο επίπεδο των πάσης φύσεως αποδοχών μέλους του Διδακτικού και Ερευνητικού προσωπικού (ΔΕΠ) στη βαθμίδα του αναπληρωτή καθηγητή, με τη προσθήκη του επιδόματος 10% που προβλέπεται από την παρ. 3 του άρθρου 12 του Ν. 1813/1988. Μετά ταύτα, μεταξύ του ενάγοντος και του εκπροσωπούντος το εναγόμενο πρυτάνεως, Δ. Κ., υπεγράφη η με το από 24-9-1991 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβαση έμμισθης εντολής, δυνάμει της οποίας ο ενάγων άρχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο, περιληφθέντος σ' αυτήν και του όρου περί του ύψους των αποδοχών του. Η παραπάνω θητεία του ενάγοντος ως Προϊσταμένου της Νομικής Υπηρεσίας και Νομικού Συμβούλου ανανεώθηκε με τη με αριθμ. 285/21-11-1994 πράξη του Πρύτανη, μετά από την από 7-5-1994 απόφαση του Πρυτανικού Συμβουλίου (ΦΕΚ 14/ 26-1-1995 τ.ΝΠΔΔ) για μια εισέτι τριετία από 10-9-1994 και περαιτέρω για μια άλλη τριετία με την 328/6-10-1997 πράξη του Πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου, η οποία εκδόθηκε με την από 21-2-1997 απόφαση του Πρυτανικού Συμβουλίου, από 10-9-1997, με αποδοχές της βαθμίδας καθηγητή Α.Ε.Ι. Στις 18-5-2000, το Πρυτανικό Συμβούλιο του εναγομένου εκπαιδευτικού ιδρύματος, αποφάσισε τη μη ανανέωση της θητείας του ενάγοντος στην ανωτέρω θέση. Αιτιολογικό έρεισμα της απόφασης αυτής, αποτέλεσε η σχετική εισήγηση του τότε Αντιπρύτανη Ακαδημαϊκών Υποθέσεων Γ. Κ., σύμφωνα με την οποία ο ενάγων δεν συμμορφώθηκε με την εντολή αυτού (Αντιπρύτανη), να μην υποστηρίξει στο ΣτΕ μια υπόθεση του Πανεπιστημίου, για την οποία είχε δώσει εντολή παράστασης σε άλλον δικηγόρο, με συνέπεια να προκληθεί ένα μικροεπεισόδιο στο ακροατήριο. Κατά της ανωτέρω απόφασης του Πρυτανικού Συμβουλίου, ο ενάγων άσκησε αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, συνάμα δε με σχετική αίτησή του ζήτησε και την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης από το ίδιο Δικαστήριο, η οποία και έγινε δεκτή. Το Συμβουλίου της Επικρατείας με την αριθμ. 2548/2001 απόφασή του δέχθηκε την αίτηση του ενάγοντος και ακύρωσε την από 18-5-2000 απόφαση του Πρυτανικού Συμβουλίου περί μη ανανέωσης της θητείας του, κρίνοντας ότι η εισήγηση του Αντιπρύτανη, που υιοθετήθηκε από το Πρυτανικό Συμβούλιο και απετέλεσε την αιτιολογία της μη ανανέωσης της θητείας του ενάγοντος, είχε ως βάση ανακριβή στοιχεία, καθόσον ο τελευταίος νομίμως παρέστη στο Δικαστήριο, αφού με έγγραφο του Πρύτανη (από 11-9-1997) αυτός έχει εξουσιοδοτηθεί να παρίσταται ως εκπρόσωπος του Πανεπιστημίου ενώπιον των δικαστηρίων, η δε εξουσιοδότηση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανακλήθηκε από αναρμόδιο όργανο και συγκεκριμένα από τον προαναφερθέντα Αντιπρύτανη. Το εναγόμενο από τις 11-9-2000 έπαυσε να καταβάλλει την συμφωνημένη αμοιβή στον ενάγοντα δικηγόρο, παρά την από 11-8-2000 προσωρινή παραπάνω διαταγή του ΣτΕ περί αναστολής της απόφασης του Πρυτανικού Συμβουλίου περί μη ανανέωσης της θητείας του. Συνέχισε δε να πράττει το ίδιο και μετά την ακύρωσή της από το ΣτΕ και παρά την όχλησή του με τα από 31-1-2001 και 15-10-2001 έγγραφα που του απηύθυνε ο ενάγων. Προς τούτο ο τελευταίος προσέφυγε κατά του εναγομένου στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με δύο αγωγές του ζητώντας την καταβολή των οφειλόμενων αντιμισθιών για τα έτη 2001 (από 11-9-2001), 2002, 2003 (έως 30-5-2003). Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε τις δύο παραπάνω αγωγές με τις 202/2002 και 272/2003, αντίστοιχα, αποφάσεις του. Στη συνέχεια το εναγόμενο προσέφυγε στο Εφετείο Αθηνών το οποίο εκδίκασε και τις δύο εφέσεις του από 17-9-2003 και 2-3-2004 κατά την δικάσιμο της 19-10-2004 και τις απέρριψε με την 8804/2004 απόφασή του, για την οποία δεν ασκήθηκε αναίρεση και κατέστη αμετάκλητη, όπως προκύπτει από το με αριθμ. πρωτ. 325/2-5-2005 πιστοποιητικό του Εφετείου Αθηνών. Η υπ' αριθμ. 8804/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έκρινε με δύναμη δεδικασμένου ότι "το εναγόμενο, σε κάθε περίπτωση, οφείλει την αμοιβή του ενάγοντος από τότε που έπαυσε ως άνω να του την καταβάλλει, εφόσον δεν κατάγγειλε τη σύμβαση έμμισθης εντολής και δεν κατέβαλε σε αυτόν τη νόμιμη αποζημίωση (άρθρα 63 § 4 και 94 § 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων). Αλλά και αν ως καταγγελία ήθελε θεωρηθεί η από 18-5-2000 απόφαση του Πρυτανικού Συμβουλίου και πάλι το εναγόμενο οφείλει την αμοιβή του ενάγοντος από 11-9-2000, εφόσον ακόμη δεν του έχει καταβάλει την οριζόμενη από άρθρο 94 § 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων αποζημίωση". Από την προαναφερόμενη, λοιπόν, με αριθμό 8804/2004 τελεσίδικη απόφαση υπάρχει δεδικασμένο για τις αξιώσεις που ασκούνται με την ένδικη αγωγή και αναφέρονται στην αντιμισθία από τη σύμβαση έμμισθης εντολής, αφού οι αξιώσεις αυτές που αφορούν μεταγενέστερο χρονικό διάστημα (1-6-2003 μέχρι 30-4-2007) προέρχονται από την ίδια ιστορική και νομική αιτία από την οποία γεννήθηκαν και εκείνες που ασκήθηκαν με τις δύο παραπάνω προηγούμενες αγωγές, προϋποθέτουν δε τα δικαιώματα του ενάγοντος που κρίθηκαν στις προγενέστερες δίκες, χωρίς να μεταβληθεί στο μεταξύ το νομικό καθεστώς που διέπει την έννομη σχέση ή τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία παρήχθη. Έτσι, με δύναμη δεδικασμένου έχει κριθεί ότι οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος από διαφορές πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας που απορρέουν από την ίδια σύμβαση έμμισθης εντολής, εφόσον δεν την κατάγγειλε το εναγόμενο, ούτε μέχρι σήμερα του καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση, για το χρονικό διάστημα από 1-6-2003 μέχρι 30-4-2007, διέπονται από το ίδιο νομικό καθεστώς που διείπε τη σχέση αυτή κατά το χρονικό διάστημα από 11-9-2000 μέχρι 30-5-2003, η δε παραπάνω σύμβαση έμμισθης εντολής δεσμεύει το εναγόμενο Πανεπιστήμιο. Περαιτέρω, όσον αφορά τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι βάσει της νεότερης με αριθμ. 1014/2007 απόφασης του ΣτΕ, που απέρριψε αίτηση του ενάγοντος για ανανέωση της θητείας του ως Προϊσταμένου της Νομικής Υπηρεσίας του Πανεπιστημίου και ως Νομικού Συμβούλου αυτού που αφορούσε το επίδικο χρονικό διάστημα, από 1-6-2003 μέχρι 30-4-2007, για το λόγο ότι η σχετική από 12-6-2003 αίτηση του ενάγοντος προς το Πρυτανικό Συμβούλιο έχει χαρακτήρα αυτοτελούς αιτήσεως για πρόσληψη στην κενή θέση του Νομικού Συμβούλου για την επόμενη τριετία, ουδεμία ασκεί επιρροή επί του επιδίκου ζητήματος, ούτε άλλωστε μπορούσε να ασκήσει κάποια έννομη επιρροή στην επίδικη δίκη, αφού τόσον αυτή η απόφαση (1014/2007), όπως και η προηγούμενη με αριθμ. 2548/2001 του ΣτΕ, αναφέρονται αποκλειστικά στην πράξη ανανέωσης ή πρόσληψης και, επιπλέον, δέχονται τον χαρακτήρα της έννομης σχέσης ως διαφοράς του ιδιωτικού δικαίου (αξιούμενη πάγια αντιμισθία δικηγόρου από σύμβαση έμμισθης εντολής). Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, παρά το νόμο δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο που καλύπτει και τις ένδικες αξιώσεις από 10-9-2003 έως 30-4-2007 της μεταγενέστερης αγωγής του αναιρεσίβλητου, από την υπ' αριθμ. 8804/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, παρά την ύπαρξη του μεταγενέστερου δεδικασμένου που απορρέει από την υπ' αριθμ. 1014/2007 απόφασης του ΣτΕ και για τα πολιτικά δικαστήρια ως προς το διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε από αυτήν και αφορά τη, λόγω της απορρίψεως της αυτοτελούς αιτήσεως του αναιρεσιβλήτου για πρόσληψή του σε κενή θέση ως Προϊσταμένου της Νομικής Υπηρεσίας του Πάντειου Πανεπιστημίου και ως Νομικού Συμβούλου του για το χρονικό διάστημα από 10-9-2003 μέχρι 30-4-2007, λήξη της ορισμένου από το νόμο (π.δ. 479/1990) χρόνου σύμβασης του αναιρεσιβλήτου. Με το απορρέον από την 1014/2007 απόφαση του ΣτΕ δεδικασμένο για τη λήξη της σύμβασης και της μη ύπαρξής της κατά το χρονικό διάστημα από 10-9-2003 μέχρι 30-4-2007 μεταβλήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία είχε παραχθεί δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. 8804/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και συγκεκριμένα, μεταβλήθηκε το πραγματικό περιστατικό της ύπαρξης ενεργούς σύμβασης έμμισθης εντολής του αναιρεσιβλήτου. Το περιστατικό αυτό αποτελεί και προδικαστικό ζήτημα στην προκείμενη εκκρεμή πολιτική δίκη.
Συνεπώς, αυτό καλύπτεται από το νεότερο δεδικασμένο της 1014/2007 απόφασης του ΣτΕ, το οποίο και έπρεπε να θέσει ως βάση η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού με αυτό καταργήθηκε ως προς το προαναφερόμενο ζήτημα το προηγούμενο δεδικασμένο από την 8804/2004 απόφαση. Περαιτέρω, το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 63 § 4 και 94 § 1 του "Κώδικα περί Δικηγόρων" και 1 και 2 του Π.Δ. 479/1990, σύμφωνα με τις οποίες, ενόψει του ανωτέρω νεότερου δεδικασμένου, ο αναιρεσίβλητος, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 10-9-2003 ως 30-4-2007, δεν συνδεόταν με το αναιρεσείον με σύμβαση έμμισθης εντολής, αφού αυτή είχε λυθεί, και δεν δικαιούταν της αποζημιώσεως του άρθρου 94 § 1 του Κώδικα Δικηγόρων, η οποία προϋποθέτει καταγγελία ενεργούς σύμβασης και όχι λύση αυτής με την πάροδο του χρόνου διάρκειάς της. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 16, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Μετά από αυτά και ενόψει του ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔ). Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικαστεί και στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί για το χρονικό διάστημα από 10-9-2003 έως 30-4-2007 την υπ' αριθμ. 3810/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ