Supreme Court dismisses appeal on partner's claim for business value share due to lack of liquidation proof.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his claim for 75,000 euros representing his share of the dissolved partnership's business value. The appellant argued that the partner continued operating the tutoring center individually after the partnership's dissolution, creating excess value based on reputation and clientele. The court ruled that the claim was inadmissible because the appellant failed to prove the partnership was fully liquidated, a prerequisite for determining the distribution of assets and excess value among partners.
Legislator headnote
AI generatedArticles 285 et seq. of Law 4072/2012; Articles 361, 719, 741 et seq., 758 and 762 of the Commercial Code: A partner's claim for excess value distribution is inadmissible if the partnership has not been fully liquidated, as asset distribution can only occur after liquidation completion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 301 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 301/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Ζ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τουσιάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Ζ. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Βαλτούδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-10-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7377/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1211/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-8-2021 αίτησή του και τους από 17-12-2022 και 7-1-2023 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 23-8-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1211/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 7-10-2015 αγωγή του, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ανέφερε ότι το μήνα Αύγουστο 2012 συνέστησε με την εναγόμενη-αναιρεσίβλητη αφανή εταιρία με σκοπό την εκμετάλλευση φροντιστηρίου μέσης εκπαίδευσης, με την αναιρεσίβλητη ως εμφανή εταίρο και τον ίδιο ως αφανή και αναλογία στα κέρδη 15% και 75% αντίστοιχα, και ότι την 16-9-2015 η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε την εταιρία άκαιρα και χωρίς σπουδαίο λόγο και συνέχισε να ασκεί ατομικά την επιχείρηση του φροντιστηρίου.
Ζήτησε δε, μετατρέποντας εν μέρει το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του σε αναγνωριστικό, α) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει 22.950 ευρώ ως αποζημίωση για την αναλογία του στα κέρδη, που με πιθανότητα προσδοκούσε να εισπράξει κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από τη λειτουργία της αφανούς εταιρίας κατά το διδακτικό έτος 2015-2016, και απώλεσε εξαιτίας της λύσης της, και να αναγνωρισθεί ότι αυτή οφείλει να του καταβάλει επιπλέον 22.950 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη του διδακτικού έτους 2016-2017, β) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει 4.200 ευρώ για τους μισθούς, που θα αποκόμιζε ο αναιρεσείων εργαζόμενος ως καθηγητής στο φροντιστήριο κατά το έτος 2015-2016, και απώλεσε, και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει επιπλέον 4.200 ευρώ για τους απολεσθέντες μισθούς του έτους 2016-2017, γ) να υποχρεωθεί να του καταβάλει 10.000 ευρώ για τον εξοπλισμό του φροντιστηρίου, που ιδιοποιήθηκε παράνομα, δ) να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει 75.000 ευρώ για την αναλογία του στην υπεραξία της επιχείρησης φροντιστηρίου, την οποία δικαιούται στα πλαίσια της απόδοσης της αξίας της συμμετοχής του στην εταιρία, και ε) να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη του οφείλει 50.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 7377/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία αναγνώρισε ότι η αναιρεσίβλητη οφείλει στον αναιρεσείοντα 7.500 ευρώ για την αναλογία του στην υπεραξία της επιχείρησης και απέρριψε κατά τα λοιπά την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Μετά από έφεση του αναιρεσείοντος και αντέφεση της αναιρεσίβλητης εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 1211/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτήν στο σύνολό της, ειδικότερα δε απέρριψε το κονδύλιο των 75.000 ευρώ για την αναλογία του αναιρεσείοντος στην υπεραξία της επιχείρησης ως μη νόμιμο.
Κατά το άρθρο 569 § 2 ΚΠολΔ, όπως η εν λόγω παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε δυνάμει των άρθρων 37 και 120 του ν. 4842/2021, εφαρμόζεται δε η παράγραφος 2, κατά την παρ. 2β του άρθρου 116 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 § 2 ν. 4912/2022, και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων, "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα".
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 §§ 2 και 3, και 570 § 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης απαιτούνται δύο προϋποθέσεις, η κατάθεση του δικογράφου τους στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοσή του στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους εντός της ίδιας ως άνω προθεσμίας πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης.
Ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης νοείται εκείνη που ορίζεται στο άρθρο 281, ήτοι αυτή κατά την οποία άρχισε η εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης. Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων πριν από την τριακονθήμερη αυτή προθεσμία ή της επίδοσής του πριν από αυτή σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης, συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτών, με συνέπεια την απόρριψή τους κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (Ολ.
Α.Π. 143/1984, Α.Π. 154/2022, Α.Π. 1192/2018, Α.Π. 949/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 23-8-2021 αίτησης για αναίρεση της 1211/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ορίστηκε η δικάσιμος της 30-1-2023, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (15-1-2024), ο δε αιτών άσκησε α) πρόσθετους λόγους με το από 17-12-2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 22-12-2022 (βλ.
την 187/22-12-2022 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέως του Αρείου Πάγου κάτω από το δικόγραφό τους) και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη την 23-12-2022, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη 7824/23-12-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Μπακαβού και τις συνημμένες σε αυτήν από 23-12-2022 απόδειξη παραλαβής εγγράφου του αξιωματικού υπηρεσίας του Α.Τ.Τ. ...
και από 23-12-2022 βεβαίωση της υπαλλήλου των ΕΛ.ΤΑ, και β) πρόσθετους λόγους με το από 7-1-2023 δεύτερο ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την 13-1-2023 (βλ. την 12/13-1-2023 έκθεση του Γραμματέως του Αρείου Πάγου κάτω από το δικόγραφό τους) και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη την 17-1-2023, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη 7895/16-1-2023 έκθεση επιδόσεως του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή και τις συνημμένες σε αυτήν από 16-1-2023 απόδειξη παραλαβής εγγράφου του αξιωματικού υπηρεσίας του Α.Τ.Τ. ...
και από 17-1-2023 βεβαίωση της υπαλλήλου των ΕΛ.ΤΑ. Οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού τα δικόγραφά τους κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου και επιδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την ημέρα της συζήτησης της αναίρεσης κατ' άρθρο 281 ΚΠολΔ, δηλαδή πριν από τη σημερινή δικάσιμο, κατά την οποία άρχισε η εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.
Πρέπει, συνεπώς, να εξετασθούν περαιτέρω, συνεκδικαζόμενοι με την ως άνω αίτηση αναίρεσης κατ' άρθρο 246 ΚΠολΔ.
Κατά την έννοια της ως άνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 569 § 2 ΚΠολΔ, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα, είτε ως προς την ιστορική βάση, είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν.
Αντίθετα, πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο δίκης και επομένως και για το ίδιο κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα, όσο και ως προς την ιστορική βάση. Εξάλλου, αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια, είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε δημιουργείται κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του.
Πρόσθετοι λόγοι που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της παραπάνω διάταξης του άρθρου 569 § 2 ΚΠολΔ απορρίπτονται ως απαράδεκτοι (Α.Π. 2067/2022, Α.Π. 1812/2022, Α.Π. 319/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσής του ο αναιρεσείων προβάλλει ότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 285 επ. ν. 4072/2012, 361, 719, 741 επ., 758 και 762 Α.Κ.
το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημά του περί αναγνώρισης ότι η αναιρεσίβλητη του οφείλει 75.000 ευρώ για την αναλογία του στην υπεραξία της επιχείρησης μετά τη λύση της αφανούς εταιρίας. Με τους από 17-12-2022 πρόσθετους λόγους, ο αναιρεσείων αναφέρει ότι το Εφετείο κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 281, 288, 297, 298, 299, 767 § 2, 914, 919, 932 Α.Κ.
και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχτηκε ότι η καταγγελία της αναιρεσίβλητης έγινε για σπουδαίο λόγο, οφειλόμενο σε δική του υπαιτιότητα, και ότι αυτός κατά συνέπεια δεν έχει δικαίωμα αποζημίωσης, ότι, με την παραδοχή ότι η καταγγελία έγινε για σπουδαίο λόγο, το Εφετείο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, και ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, και συγκεκριμένα τα έγγραφα, που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε προκειμένου να αποδείξει το αβάσιμο των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης περί ύπαρξης σπουδαίου λόγου καταγγελίας, δηλαδή προβάλλει πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 19, 10 και 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Επίσης, με τους από 7-1-2023 πρόσθετους λόγους του αναφέρει ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, και συγκεκριμένα ότι η καταγγελία της εταιρίας έγινε για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο σε κακή διαχείριση των οικονομικών της εκ μέρους του αναιρεσείοντος, παραβάσεις σχετικά με τις αμοιβές και ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων και πρόσληψη προσώπων εν αγνοία της αναιρεσίβλητης, και ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, και συγκεκριμένα δύο ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε προκειμένου να αποδείξει το αβάσιμο των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης περί ύπαρξης σπουδαίου λόγου καταγγελίας, δηλαδή προβάλλει περαιτέρω πλημμέλειες από τους αριθμούς 10 και 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ωστόσο, με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης θίγεται αποκλειστικά το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, που αφορά την απόρριψη ως μη νόμιμου του αγωγικού αιτήματος του αναιρεσείοντος περί απόδοσης της αναλογίας του στην υπεραξία της επιχείρησης, ενώ με όλους ανεξαιρέτως τους πρόσθετους λόγους θίγονται τα κεφάλαια περί αποζημίωσης λόγω άκαιρης καταγγελίας.
Το αίτημα για απόδοση της υπεραξίας έχει ως ιστορική και νομική αιτία τη λύση της εταιρίας, που ήταν άμεση εκ του νόμου συνέπεια της καταγγελίας της αναιρεσίβλητης, ανεξαρτήτως του άκαιρου ή μη αυτής, ενώ τα αιτήματα για επιδίκαση αποζημίωσης έχουν ως ιστορική και νομική αιτία τον άκαιρο χαρακτήρα της καταγγελίας και τις επιζήμιες συνέπειες, που αυτή επέφερε στον αναιρεσείοντα.
Επομένως, τα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορούν τα ανωτέρω ζητήματα και θίγονται με την αίτηση αναίρεσης αφενός, και τους πρόσθετους λόγους αφετέρου, δεν ταυτίζονται, επειδή δεν έχουν την ίδια ιστορική και νομική αιτία και αίτημα, αλλά συνιστούν χωριστά αντικείμενα δίκης στα πλαίσια της ίδιας διαφοράς.
Επίσης, δεν αποτελούν αναγκαίως συνεχόμενα κεφάλαια, αφού δεν βρίσκονται μεταξύ τους σε σχέση προδικαστικότητας, αποτελώντας προκριματικό ζήτημα το ένα για το άλλο, ούτε υπάρχει κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων σε περίπτωση τυχόν διαφορετικής δικαστικής κρίσης επί του κεφαλαίου, που θίγεται με την αίτηση αναίρεσης, και αυτών, που θίγονται με τους πρόσθετους λόγους.
Κατά συνέπεια οι πρόσθετοι λόγοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 569 § 2 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Κατά το άρθρο 285 του ν. 4072/2012, που ισχύει από 11-4-2012 κατά το άρθρο 330 § 2 αυτού και εφαρμόζεται εν προκειμένω, επειδή η αφανής εταιρία μεταξύ των διαδίκων συστήθηκε το μήνα Αύγουστο 2012, "1. Με τη σύμβαση της αφανούς εταιρίας ο ένας από τους εταίρους (εμφανής εταίρος) παραχωρεί σε άλλον ή άλλους εταίρους (αφανείς εταίρους) δικαίωμα συμμετοχής στα αποτελέσματα μιας ή περισσότερων εμπορικών πράξεων ή εμπορικής επιχείρησης, που διενεργεί στο όνομα του, αλλά προς το κοινό συμφέρον των εταίρων. 2.
Η αφανής εταιρία δεν έχει νομική προσωπικότητα και δεν καταχωρίζεται στο ΓΕ.Μ.Η. Οι όροι της εταιρικής συμφωνίας αποδεικνύονται μόνο με έγγραφη συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών. Για τη συμφωνία αυτή εφαρμόζεται η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 393 Κ.Πολ.Δ. 3. Στην αφανή εταιρία εφαρμόζονται οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εταιρία, εκτός από εκείνες που δεν συμβιβάζονται με τη φύση της αφανούς εταιρείας." Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αφανής εταιρία, στην οποία εφαρμόζονται, εφόσον δεν αντιτίθενται στον ιδιάζοντα χαρακτήρα της, οι διατάξεις περί εταιρειών του Α.Κ., δηλαδή τα άρθρα 741 επ.
αυτού, είναι η προσωπική, χωρίς νομική προσωπικότητα και εταιρική περιουσία εταιρία, με απουσία ανάπτυξης του εταιρικού δεσμού προς τα έξω, στην οποία ο μεταξύ των εταίρων εταιρικός δεσμός καταλαμβάνει τις προς τα έσω σχέσεις των εταίρων. Ειδικότερα, οι αφανείς εταίροι μετέχουν μόνον ενοχικά στα αποτελέσματα της δραστηριότητας του εμφανούς εταίρου και όχι ως κοινωνοί των δικαιωμάτων και συνοφειλέτες των υποχρεώσεων που δημιουργεί η δράση του εμφανούς, συμμετέχοντας μόνο στη κατανομή των κερδών και ζημιών που προκύπτουν από τη δράση του εμφανούς, ενώ προς τα έξω εμφανίζεται ένας εταίρος (ή περισσότεροι), που ονομάζεται εμφανής, προς διάκριση από τους αφανείς, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητα έναντι των τρίτων ιδίω ονόματι (Α.Π. 1234/2015).
Η αφανής εταιρία συνιστάται ατύπως και δεν έχει δική της περιουσία, διαφορετική από την περιουσία των εταίρων. Οι εταιρικές εισφορές, για τις οποίες υπάρχει υποχρέωση όλων των εταίρων, δεν μεταβιβάζονται στην εταιρεία, αλλά χρησιμοποιούνται από τον εμφανή εταίρο για την πραγματοποίηση του εταιρικού σκοπού, ο εταίρος δε αυτός υποχρεούται να καταστήσει κοινό όλων των εταίρων ο,τιδήποτε αποκτά στο όνομά του ως διαχειριστής, κατά το λόγο της εταιρικής μερίδας εκάστου (Α.Π. 227/2012).
Η αφανής εταιρεία λύεται για τους ίδιους λόγους για τους οποίους λύεται και η αστική εταιρεία με εφαρμογή των άρθρων 765 επ. Α.Κ., μεταξύ δε των λόγων λύσης της εταιρείας περιλαμβάνεται και η καταγγελία, που επιφέρει τα αποτελέσματα της, έστω και αν δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις του άρθρου 767 §§ 1 και 2 Α.Κ., που εφαρμόζονται και επί αφανούς εταιρείας, προκύπτει ότι αν ο εταίρος τέτοιας εταιρίας, που έχει συσταθεί για αόριστο χρόνο, την καταγγείλει άκαιρα και χωρίς σπουδαίο λόγο, που να δικαιολογεί το άκαιρο της καταγγελίας, ευθύνεται σε αποζημίωση των λοιπών εταίρων, τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι η καταγγελία επιφέρει τα αποτελέσματά της, δηλαδή τη λύση της εταιρίας, ακόμη και αν δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος.
Μετά τη λύση της αφανούς εταιρείας, υπό το νομικό καθεστώς, που ίσχυε μέχρι την έναρξη της ισχύος του ν. 4072/2012, δεν απαιτείτο να επακολουθήσει υποχρεωτικά στάδιο εκκαθάρισης ελλείψει εταιρικής περιουσίας, εφόσον ο εμφανής εταίρος εμπορεύεται ατομικά έναντι των τρίτων, με αποτέλεσμα να είναι παραδεκτή η άσκηση αγωγής εκ μέρους του αφανούς εταίρου, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 779 έως 782 Α.Κ.
σε συνδυασμό με το άρθρο 719 Α.Κ., κατά του εμφανούς εταίρου προς απόδοση της ανήκουσας σε αυτόν μερίδας από τα εταιρικά κέρδη, καθώς και της εισφοράς του, χωρίς να προηγηθεί εκκαθάριση, εκτός αν είχε συμφωνηθεί το αντίθετο μεταξύ των εταίρων ή αν το δικαστήριο έκρινε ότι είναι απαραίτητη η εκκαθάριση, διότι από την παράλειψή της επέρχεται σύγχυση.
Ήδη, κατά το άρθρο 291 § 1 εδ. β' του ανωτέρω ν. 4072/2012, τη λύση της αφανούς εταιρίας ακολουθεί πάντοτε η εκκαθάριση, την οποία διενεργεί ο εμφανής εταίρος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, εφόσον προβλέπεται υποχρεωτικά στάδιο εκκαθάρισης μετά τη λύση της αφανούς εταιρίας, η ολοκλήρωση της διαδικασίας της εκκαθάρισης αποτελεί πλέον προϋπόθεση της αξίωσης του αφανούς εταίρου για απόδοση της εταιρικής του εισφοράς (Α.Π. 1876/2022, Α.Π. 1381/2021, Α.Π. 1355/2019).
Η εκκαθάριση συνίσταται στην απόδοση στον αφανή εταίρο της αξίας της συμμετοχής του μειωμένης κατά τις ζημίες που του αναλογούν. Ως περιουσία αποκτηθείσα από την εταιρική δραστηριότητα νοείται και η υπεραξία της εταιρικής επιχείρησης ως συνόλου, που δημιουργείται επιπλέον της τρέχουσας συναλλακτικής αξίας των συγκροτούντων αυτήν επί μέρους υλικών περιουσιακών στοιχείων και οφείλεται στην καλή φήμη, την πελατεία και την καλή πορεία των εταιρικών υποθέσεων, σε συνδυασμό με την επωνυμία ή το σήμα της επιχείρησης που έχουν επικρατήσει στην αγορά.
Η υπεραξία θεωρείται ότι υφίσταται ανά πάσα στιγμή, η εξ αυτής ωφέλεια όμως αποκτάται μόνο σε περίπτωση μεταβίβασης της επιχείρησης λόγω πώλησης, συγχώνευσης ή μεταβίβασης της εταιρικής μερίδας στους απομένοντες ή σε νέο εταίρο, εφόσον ο τελευταίος εξακολουθεί να ασκεί την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα χρησιμοποιώντας την ίδια επωνυμία ή άλλα διακριτικά στοιχεία της εταιρίας, ενώ δεν υφίσταται υπεραξία στην περίπτωση της λύσης και παύσης της δραστηριότητας της εταιρίας (Α.Π. 263/2023, Α.Π. 1192/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αίτημα της αγωγής περί αναγνώρισης ότι η αναιρεσίβλητη οφείλει να καταβάλει στον αναιρεσείοντα 75.000 ευρώ για την αναλογία του στην υπεραξία της επιχείρησης απορρίφθηκε ως μη νόμιμο με την προσβαλλόμενη απόφαση, με την αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων-ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή του ότι μετά τη λύση της αφανούς εταιρίας επακολούθησε και ολοκληρώθηκε η εκκαθάριση.
Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 285 επ. ν. 4072/2012, 361, 719, 741 επ., 758 και 762 Α.Κ., με την αιτίαση ότι το ανωτέρω αίτημά του εσφαλμένα απορρίφθηκε ως μη νόμιμο, ενώ αυτό ήταν νόμιμο, δεδομένου ότι στην αγωγή αναφέρεται ότι η αναιρεσίβλητη εξακολούθησε και μετά την καταγγελία και τη λύση της εταιρίας να ασκεί την επιχείρηση φροντιστηρίου, ως ατομική επιχείρηση, επομένως υπήρχε υπεραξία λόγω της καλής φήμης και της πελατείας της και έπρεπε να λάβει την αναλογία του σε αυτήν για την αξία της συμμετοχής του στην εταιρία.
Ωστόσο, το παραπάνω αίτημα του αναιρεσείοντος δεν απορρίφθηκε ως μη νόμιμο με την αιτιολογία ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν υφίσταται υπεραξία, επειδή η επιχείρηση της αφανούς εταιρίας έπαυσε να λειτουργεί μετά τη λύση της, αλλά επειδή δεν γίνεται επίκληση ότι μετά τη λύση της εταιρίας διενεργήθηκε εκκαθάριση, δεδομένου ότι μόνον μετά την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης διαπιστώνεται τί δικαιούται να λάβει κάθε εταίρος κατά τη διανομή και, άρα, μέχρι τότε δεν μπορούν να ασκηθούν αυτοτελώς οι αξιώσεις του εταίρου από την εταιρική σχέση.
Επομένως ο λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-8-2021 αίτηση και τους από 17-12-2022 και 7-1-2023 πρόσθετους λόγους του Χ. Ζ., για την αναίρεση της 1211/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ