Supreme Court dismisses appeal against family compensation verdict for mental anguish in traffic accident case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by parents and relatives against a lower court's compensation award for mental anguish following a traffic accident. The appellants argued the amounts exceeded legal discretion, but the court found the sums reasonable based on judicial practice and the severity of the loss. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Compensation for mental anguish must be proportional to the circumstances and within the bounds of judicial discretion, and excessive claims are rejected if the awarded sum aligns with common judicial practice.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 301 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 301/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Κ. του Σ., 2) Π. Α. του Γ., κατοίκων ..., ενεργούσης η πρώτη ατομικά και ως ασκούσης από κοινού μετά του δευτέρου τη γονική μέριμνα και επιμέλεια και ενεργούντων εν προκειμένω ως εκπροσώπων και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους Γ. Α. του Π., 3) Ι. Κ. του Σ., 4) Ι. Λ. του Δ., κατοίκων ..., ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα και επιμέλεια και ενεργούντων εν προκειμένω ως εκπροσώπων και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους Σ. Κ. του Ι. και 5) Α. - Μ. συζ. Κ. Μ., το γένος Β. Β., κατοίκου Χωρίου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ρίζο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "MARFRE ASSISTANCIA INTERNATIONAL DE SEGUROS Y REASEGUROS SA", που εδρεύει στην Μαδρίτη Ισπανίας, διατηρεί υποκατάστημα στην Ελλάδα, στην Αγία Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Β. Π. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Γεωργόπουλο και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1045/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 250/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-6-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των 1ης και 2ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Επίσης οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.
για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 76/2014, Α.Π. 2181/2013). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 1715/2010). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ.
Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε.
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Α.Π. 1416/2012, Α.Π. 1208/2011, Α.Π. 44/2003, Α.Π. 1702/2001).
Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 151/2014, Α.Π. 1942/2013, Α.Π. 2075/2007, ΑΠ 44/2003). Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Α.Π. 1361/2013, 1266/2011).
Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 271/ 2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης 1045/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι οφείλουν να καταβάλουν τους ήδη ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, έκαστος εις ολόκληρον, τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν ποσά ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης για τον θάνατο της θανούσας συγγενούς τους Α.
Κ., σε αυτοκινητικό ατύχημα, στο οποίο ενεπλάκησαν η θανούσα, που οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας …. Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο και ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος Β. Π., οδηγός του ασφαλισμένου στην τρίτη εναγομένη και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με αριθμό κυκλοφορίας ….
Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, αφού απέδωσε την πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος σε συγκλίνουσα αμέλεια και των δύο οδηγών, κατά ποσοστό 80% του οδηγού του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου και 20% της θανούσας. Το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς το ζήτημα των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα: "Στις 28-11-2013 και περί ώρα 12:05 περίπου η Α.
χήρα Σ. Κ., μητέρα της πρώτης και τρίτου των εναγόντων, πεθερά της τέταρτης εξ αυτών, γιαγιά των ανηλίκων Γ. Α. και Σ. Κ., τα οποία στην παρούσα δίκη εκπροσωπούνται νομίμως από τους ασκούντες την επιμέλεια αυτών γονείς τους και αδελφή της πέμπτης των εναγόντων, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας …. Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της, που ήταν έμφορτο στον εσωτερικό χώρο με είδη οικιακού εξοπλισμού, εκινείτο με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα (περί τα 50-60 χλμ/ώρα) επί της δεξιάς λωρίδας της Ν.
Εθνικής Οδού (Ν.Ε.Ο) Αθηνών - Κορίνθου, με κατεύθυνση προς Αθήνα. Πλησιάζοντας στο 41° χλμ η Ν.Ε.Ο. Αθηνών - Κορίνθου είναι αυτοκινητόδρομος και στην ως άνω χιλιομετρική θέση το συνολικό πλάτος του προς Αθήνα ρεύματος πορείας της οδού είναι 11.20 μ., με τρεις (3) λωρίδες κυκλοφορίας πλέον της Λωρίδας Έκτακτης Ανάγκης (Λ.Ε.Α.), πλάτους 4,80 μ.
Στην εν λόγω χιλιομετρική θέση τα δύο ρεύματα πορείας του αυτοκινητόδρομου χωρίζονται με υπερυψωμένο τσιμεντένιο διαχωριστικό στηθαίο ασφαλείας, ενώ το ανώτατο όριο ταχύτητας ήταν για τα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα 120 χλμ/ώρα και για τα φορτηγά αυτοκίνητα με ρυμουλκούμενο σε 85 χλμ/ώρα, κατ' άρθρο 20 παρ. 2 Κ.Ο.Κ. Κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρά, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή και η ορατότητα δεν περιοριζόταν από τεχνητά ή φυσικά εμπόδια.
Κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, ο Β. Π., εκκαλών - εφεσίβλητος, προστηθείς στην οδήγηση από την εκκαλούσα - εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "MARFE ASSISTANCIA Α.Ε.", οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας … Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, γερανοφόρο, ιδιοκτησίας της ως άνω εταιρείας, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία "Generalli Hellas Α.Ε.", εκκαλούσα - εφεσίβλητη, εκινείτο όπισθεν του ανωτέρω οχήματος που οδηγούσε η Α.
Κ., επί της δεξιάς λωρίδας, με ταχύτητα 90 χλμ/ώρα. Ειδικότερα, η ως άνω ανώνυμη εταιρεία έχει στην κυριότητά της το ως άνω γερανοφόρο όχημα οδικής βοήθειας, οδηγός του οποίου ήταν ο Β. Π., ο οποίος εργαζόταν για λογαριασμό της προστηθείσας ως άνω εργοδότριας εταιρείας και μετέφερε έτερο όχημα, μάρκας PEGEUOT, το οποίο είχε ακινητοποιηθεί και είχε παραλάβει από την περιοχή των Μεγάρων.
Σε προηγούμενο χρόνο, ήτοι πριν διέλθουν τα παραπάνω οχήματα από την ως άνω χιλιομετρική θέση, το με αριθμό κυκλοφορίας … Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο χρηματαποστολής, με οδηγό τον Κ. Κ. και συνοδηγό την Α. Ζ., εκινείτο στο 41° χιλιόμετρο της ΝΕΟ Αθηνών - Κορίνθου, με κατεύθυνση προς Αθήνα και επί της Λωρίδας Έκτακτης Ανάγκης, προκειμένου να πραγματοποιήσουν χρηματαποστολή σε πρατήριο καυσίμων στα ΣΕΑ Μεγάρων προς Αθήνα.
Όταν ο οδηγός της χρηματαποστολής Κ. Κ. αντιλήφθηκε από απόσταση 300.00 μ. στην πορεία του ένα αδέσποτο σκύλο να κινείται επί της Λ.Ε.Α., με κατεύθυνση προς Αθήνα, ανέκοψε την ταχύτητα του οχήματός του, ενεργοποίησε τα φώτα έκτακτης ανάγκης (αλάρμ) και αντιλήφθηκε το σκύλο να διασχίζει κάθετα το ρεύμα κυκλοφορίας προς Αθήνα, από δεξιά προς αριστερά.
Εκείνη τη στιγμή ένα όχημα κόκκινου χρώματος, κινούμενο με αυξημένη ταχύτητα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Ν.Ε.Ο. Αθηνών Κορίνθου, με κατεύθυνση προς Αθήνα, χτύπησε το αδέσποτο σκυλί, το οποίο ακολούθως άρχισε να περιστρέφεται στις λωρίδες και να ακινητοποιείται στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Όταν η οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου, Α. Κ., έφτασε στην ανωτέρω χιλιομετρική θέση, αντιλαμβανόμενη το αδέσποτο σκυλί να παρεμβάλλεται αιφνίδια στην πορεία της, ελάττωσε σταδιακά την ταχύτητα του οχήματός της, και προκειμένου να αποφύγει την πρόσκρουση με το τραυματισμένο σκυλί, ακινητοποίησε το όχημά της, επί της λωρίδας κυκλοφορίας της, ελάχιστα μέτρα προ αυτού.
Αποτέλεσμα τούτου ήταν ο δεύτερος εναγόμενος - εκκαλών - εφεσίβλητος, ο οποίος δεν τηρούσε την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο όχημα της Α. Κ., να επιπέσει με σφοδρότητα, χωρίς να τροχοπεδήσει, με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματός του στο οπίσθιο μέρος του οχήματος της Α. Κ., το οποίο, ακολούθως, εξαιτίας της σφοδρής πρόσκρουσης, εξετράπη αριστερά της πορείας του και, αφού διένυσε απόσταση 35 μ.
από το σημείο της σύγκρουσης, ακινητοποιήθηκε στην αριστερή λωρίδα της Ν.Ε.Ο. Αθηνών - Κορίνθου, με κατεύθυνση προς Αθήνα, προσκρούοντας στο τσιμεντένιο διαχωριστικό των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας στηθαίο ασφαλείας. Αποτέλεσμα της ανωτέρω πρόσκρουσης ήταν να προκληθούν στην ως άνω οδηγό του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, από τις οποίες ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός της (βλ.
υπ' αρ. …/…-1-2014 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του ιατροδικαστή Ν. Κ.). Εξάλλου, με την αρ. πρωτ. …/…-1-2016 έγγραφη απάντησή του ο ως άνω ιατροδικαστής αποφάνθηκε, κατόπιν σχετικής αιτήσεως των τέκνων της αποβιωσάσης (πρώτης και τρίτου των εναγόντων) προς την Ιατροδικαστική Υπηρεσία Αθηνών, ότι από την ένταση των κακώσεων με πρόκληση κακώσεων στο εσωτερικό της βάσης του κρανίου και την πρόκληση καθολικής αιμορραγίας στην εγκεφαλική ουσία, ο μηχανισμός πρόκλησης συνάδει με γενεσιουργό αιτία το τροχαίο ατύχημα.
Τα παραπάνω περιστατικά σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος συνάγονται, μεταξύ άλλων, από την έκθεση αυτοψίας με το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, τα οποία συνέταξαν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα του Τ.Τ. Αυτοκ/μων Αττικής, από τις προανακριτικές καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων Κ. Κ. και Α. Ζ., που περιλαμβάνονται στην ποινική δικογραφία που σχηματίστηκε, τις φωτογραφίες που προσκομίζονται όπου απεικονίζονται ο τόπος του ατυχήματος και τα εμπλακέντα σ' αυτό οχήματα, η τελική θέση αυτών και τα σημεία σύγκρουσης αυτών, αλλά και από την αρ.
…/…-12-2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το Τμ. Τροχαίας Αυτοκ/μων Αττικής πραγματογνώμονα Ε. Μ.. Ειδικότερα, ως προς την πορεία των εμπλεκομένων οχημάτων ο αυτόπτης μάρτυρας, Κ. Κ. στην από 28-11-2013 προανακριτική του κατάθεση, καταθέτει ότι το αυτοκίνητο της αποβιωσάσης Α. Κ., μάρκας LANCIA, τον προσπέρασε - καθ' ον χρόνο αυτός εκινείτο επί της Λ.Ε.Α.
για να μεταβεί σε παρακείμενο κατάστημα "AVIN" - ενώ αυτό δεν κινείτο με μεγάλη ταχύτητα, ότι η οδηγός είδε το σκυλί μπροστά της, τροχοπέδησε και ακριβώς από πίσω της προσέκρουσε ένα φορτηγάκι οδικής βοήθειας, με αποτέλεσμα να εκτιναχθεί το επιβατικό αυτοκίνητο στη θέση που βρέθηκε από την Τροχαία, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, κάθετα σ' αυτήν.
Σημείο σύγκρουσης των δύο εμπλεκομένων οχημάτων είναι αυτό που αποτυπώνεται στη συνταχθείσα έκθεση αυτοψίας των επιληφθέντων του ατυχήματος αστυνομικών οργάνων της Τροχαίας Αυτοκ/μων Αττικής, ήτοι η δεξιά λωρίδα και όχι η μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, όπως έκρινε εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση, όπου εμφαίνεται ο θανατωθείς σκύλος και η τελική θέση του Ι.Χ.Φ.
αυτοκινήτου. Πρέπει να σημειωθεί ότι αμέσως μετά το χτύπημα του ζώου, αυτό, αφού εκτινάχθηκε, ακινητοποιήθηκε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και, ενόψει της χαμηλής σχετικά ταχύτητας με την οποία κινείτο τη στιγμή εκείνη η Α. Κ., αυτή όταν αντελήφθη το ζώο να βρίσκεται χτυπημένο στην πορεία της, θα μπορούσε να κάνει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά και να κινηθεί επί της Λ.Ε.Α.
όπου δεν κινούντο άλλα οχήματα. Από την άλλη πλευρά, ο οδηγός του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, Β. Π., γνωρίζοντας ότι έχει φορτωμένο στο όχημά του ένα άλλο όχημα (ΙΧΕ αυτοκίνητο) με αποτέλεσμα να αυξάνεται η κινούμενη μάζα - όγκος αυτού, όφειλε αφενός μεν να έχει ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματός του στα 60 το πολύ 70 χλμ/ώρα, αφετέρου να διατηρεί απόσταση ασφαλείας τουλάχιστον 50-60 μέτρων από τα προπορευόμενα οχήματα, εκείνος, όμως, μη λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες αυτές συνθήκες (φορτίο στο όχημά του, επαρκής απόσταση ασφαλείας, μειωμένη ταχύτητα οχήματός του) δεν οδηγούσε με την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή, εκινείτο με ταχύτητα 90 χιλ/ώρα, χωρίς να τηρεί την ως άνω απόσταση ασφαλείας, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί ότι το προ αυτού κινούμενο όχημα που οδηγούσε η Α.
Κ., μείωσε σταδιακά και διέκοψε εν τέλει την πορεία του, για τον προαναφερόμενο λόγο και εξαιτίας αυτού να επιπέσει με σφοδρότητα επ' αυτού με τα ως άνω αποτελέσματα. Με βάση τα περιστατικά αυτά, η υπαιτιότητα στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια και των δύο οδηγών, ήτοι της θανούσας Α.
Κ. και του Β. Π.. Ειδικότερα, η αμέλεια του δευτέρου εναγομένου - εκκαλούντος - εφεσιβλήτου Β. Π., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας … Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, συνίσταται στο ότι δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις. Συγκεκριμένα, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία στο όχημά του, ώστε να είναι σε θέση κάθε στιγμή να εκτελεί με ασφάλεια όλους τους απαιτούμενους χειρισμούς για την αποφυγή ατυχήματος, ούτε ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, δεδομένου ότι το γερανοφόρο όχημά του ήταν έμφορτο με άλλο όχημα (ΙΧΕ), και ενώ υποχρεούτο να τηρεί απόσταση ασφαλείας τουλάχιστον 50-60 μέτρων από το προπορευόμενο όχημα, για την αποφυγή της σύγκρουσης, αν το προ αυτού κινούμενο όχημα, μειώσει ξαφνικά την ταχύτητά του ή διακόψει την πορεία του, αυτός δεν το έπραξε και, επίσης, ενώ το όριο ταχύτητας για το όχημά του ήταν έως 85χλμ/ώρα, αυτός κινείτο με ταχύτητα 90 χλμ/ώρα, όπως αυτό προκύπτει από τον ταχογράφο του οχήματός του κατά την ώρα του ατυχήματος (βλ.
και την από 29-12-2013 έκθεση πραγμ/νης του Ε. Μ., η οποία συνετάγη κατ' εντολή του Τ.Τ. Αυτ/μων Αττικής), με συνέπεια, λόγω και της μικρής απόστασής του από το προπορευόμενο όχημα (20-30 μέτρα) να μην καταστεί δυνατό να τροχοπεδήσει, ενέργεια που πάντως θα καθιστούσε άκρως επικίνδυνη την ασφάλεια του δικού του οχήματος, αφού αυτό λόγω του φορτίου του θα είχε τον κίνδυνο να απωλέσει την ισορροπία του και να αναποδογυρίσει, και συνακόλουθα, να προσκρούσει με σφοδρότητα στο προ αυτού κινούμενο όχημα της Α.
Κ. και να προκληθεί στην τελευταία ο θανάσιμος τραυματισμός, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι, παρά την αντίθετη περί τούτου κρίση της εκκαλουμένης απόφασης, η ταχύτητα των 90 χλμ/ώρα που εκινείτο ο δεύτερος εναγόμενος τελεί σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών, καθόσον η ταχύτητα αυτή σε συνδυασμό με το φορτίο (αυτοκίνητο) που είχε τοποθετηθεί σ' αυτό και επέφερε αύξηση του όγκου του και τη μη τήρηση της απαιτούμενης, κατά τα ανωτέρω, απόστασης ασφαλείας από το προπορευόμενο όχημα, συνετέλεσαν αιτιωδώς στη μη δυνατότητα παντελούς αντίδρασης εκ μέρους του οδηγού του γερανοφόρου οχήματος και στη σφοδρότητα της πρόσκρουσης του οχήματος αυτού επί του αυτοκινήτου της Α.
Κ.. Συνυπαίτια, όμως, για την πρόκληση του ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών είναι και η οδηγός Α. Κ., η οποία τη δεδομένη στιγμή του ατυχήματος, δεν ασκούσε τον προσήκοντα έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός της, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί με ασφάλεια όλους τους απαιτούμενους χειρισμούς προς αποφυγή τροχαίου ατυχήματος, με αποτέλεσμα όταν αντιλήφθηκε από απόσταση 50 περίπου μέτρων το χτυπημένο ζώο να παρεμβάλλεται στο ρεύμα πορείας της, κινούμενη με ταχύτητα 50 χλμ/ώρα περίπου, ενώ ελάττωσε σταδιακά την ταχύτητά της και ηδύνατο να πραγματοποιήσει ασφαλή ελιγμό προς τα δεξιά όπου βρισκόταν η Λ.ΕΑ.
και να συνεχίσει την πορεία της επί της λωρίδας αυτής, εκείνη ακινητοποίησε το όχημά της προ του χτυπημένου ζώου, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα ο δεύτερος εναγόμενος, Β. Π., να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματός του στο οπίσθιο μέρος του οχήματός της (άρθρα 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 ΚΟΚ), με τα προαναφερόμενα αποτελέσματα.
Με βάση τα παραπάνω περιστατικά, το ποσοστό υπαιτιότητας ανέρχεται για μεν τον οδηγό Β. Π. σε 80% και για την οδηγό Α. Κ. (αποβιώσασα) σε 20%, κατά μερική αποδοχή των προβληθεισών πρωτοδίκως και επαναφερομένων με λόγους εφέσεως ενστάσεων συνυπαιτιότητας των εναγομένων - εκκαλούντων των από 23-7-2017 και 1-11-2017 εφέσεων [...........].
Όσον αφορά τον οδηγό του φορτηγού αυτοκινήτου, Β. Π., πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από τις προσκομισθείσες φωτογραφίες όπου απεικονίζεται το ως άνω εμπλακέν στο ατύχημα όχημα, η θέση στην οποία αυτός βρισκόταν στο εσωτερικό του αμαξώματος ήταν πιο υπερυψωμένη σε σχέση με το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο της Α.
Κ., και, εξαιτίας αυτού, θα μπορούσε να είχε πιο άμεση αντίληψη της εκσφενδόνισης του χτυπημένου ζώου, από την αριστερή στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, απ' ό,τι θα είχε η τελευταία ως άνω οδηγός, ώστε να ελαττώσει την ταχύτητά του, πράγμα, που, όπως ήδη προαναφέρθηκε, δεν έπραξε. Εφόσον δε αυτός προέβαινε σε μείωση της ταχύτητάς του, ακόμη και αν δεν αποφεύγετο η σύγκρουση των δύο οχημάτων, σε κάθε περίπτωση αυτή η πρόσκρουση θα ήταν ασθενέστερη, με συνέπεια να καθίσταται σφόδρα πιθανή η αποφυγή του θανάσιμου τραυματισμού της Α.
Κ.. Τέλος, προέκυψε ότι κατά του ως άνω εναγόμενου - οδηγού, Β. Π.υ, σχηματίσθηκε ποινική δικογραφία για ανθρωποκτονία από αμέλεια σε βάρος της Α. Κ. και παραπέμφθηκε αυτός να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο με την 39193/2017 απόφασή του κήρυξε τον ανωτέρω ένοχο της παραπάνω πράξης, καταδικάζοντάς τον σε φυλάκιση ενός έτους.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση τόσο από τον κατηγορούμενο, όσο και από την Εισαγγελέα της έδρας ως προς την ποινή, η οποία και εκκρεμεί......". Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 300, 330, 914 του Α.Κ. και των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1,2,7 και 20 παρ. 2 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), ως προς τα ζητήματα που εν προκειμένω έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα των περιστάσεων και των ειδικοτέρων συνθηκών της συγκρούσεως των οχημάτων και ιδιαίτερα στο κρίσιμο θέμα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο τροχαίο ατύχημα οδηγών και της υπάρξεως του ουσιώδους συνδέσμου μεταξύ των παραλείψεων των οδηγών των οχημάτων και της συγκρούσεως που επακολούθησε, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.
Συγκεκριμένα, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του για αμφοτέρους τους οδηγούς ότι οδηγούσαν χωρίς να ασκούν τον έλεγχο και την εποπτεία των οχημάτων τους, ώστε να μπορούν κάθε στιγμή να εκτελούν με ασφάλεια όλους τους απαιτούμενους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματος, ενώ επιπλέον: α) για τον οδηγό του φορτηγού (γερανοφόρου) αυτοκινήτου (διέλαβε) ότι αυτός, αν και γνώριζε ότι το όχημά του είναι φορτωμένο με άλλο όχημα, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η κινούμενη μάζα - όγκος αυτού και ότι, συνακολούθως, όφειλε, αφ' ενός μεν να ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματός του στα 60 το πολύ 70 χιλιόμετρα την ώρα, αφ' ετέρου δε να τηρεί απόσταση ασφαλείας τουλάχιστον 50-60 μέτρων από τα προπορευόμενα οχήματα, οδηγούσε το όχημά του χωρίς να καταβάλει την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις, κινούμενος με ταχύτητα 90 χιλιομέτρων την ώρα, αν και το όριο ταχύτητας για το όχημά του ήταν έως 85 χ/ω και χωρίς να τηρεί την αναγκαία ως άνω απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο όχημα, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί ότι το προ αυτού κινούμενο όχημα, το οποίο οδηγούσε η Α.
Κ., μείωσε σταδιακά την ταχύτητά του και εν τέλει διέκοψε την πορεία του και εξ αιτίας αυτού να επιπέσει με σφοδρότητα επ' αυτού, αιτιολογώντας περαιτέρω ότι η ταχύτητα των 90 χιλιομέτρων την ώρα, με την οποία αυτός εκινείτο, τελεί σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών, καθ' όσον η ταχύτητα αυτή σε συνδυασμό με το φορτίο (Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο) που μετέφερε, το οποίο επέφερε αύξηση του όγκου του, και η μη τήρηση της αναγκαίας, κατά τα άνω, αποστάσεως ασφαλείας από το προπορευόμενο όχημα συνετέλεσαν αιτιωδώς στη μη δυνατότητα παντελούς αντιδράσεως εκ μέρους του και στη σφοδρότητα της συγκρούσεως, καθώς επίσης και ότι αυτός θα μπορούσε να έχει αμεσότερη αντίληψη της εκσφενδονίσεως του χτυπημένου ζώου από την αριστερή στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, λόγω της θέσεώς του εντός του εσωτερικού του αμαξώματος του γερανοφόρου οχήματος, η οποία ήταν ψηλότερα σε σχέση με τη θέση της οδηγού του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου, ώστε να ελαττώσει την ταχύτητά του, πράγμα, όμως, που δεν έπραξε, προσέτι δε ότι αν είχε μειώσει την ταχύτητά του, ακόμη και αν δεν αποφεύγετο η σύγκρουση των δύο οχημάτων, η επί του προπορευόμενου οχήματος πρόσκρουση του γερανοφόρου θα ήταν ασθενέστερη, με συνέπεια να καθίσταται σφόδρα πιθανή η αποφυγή του θανάσιμου τραυματισμού της οδηγού του επιβατικού αυτοκινήτου και β) για την οδηγό του επιβατικού αυτοκινήτου διέλαβε ότι αυτή, όταν αντιλήφθηκε από απόσταση 50 περίπου μέτρων το χτυπημένο ζώο να παρεμβάλλεται στη λωρίδα κυκλοφορίας της, κινούμενη με ταχύτητα 50 χιλιομέτρων την ώρα περίπου, ενώ ελάττωσε σταδιακά την ταχύτητα του οχήματός της και μπορούσε να πραγματοποιήσει ασφαλή ελιγμό προς τα δεξιά, όπου βρισκόταν η Λωρίδα Έκτακτης Ανάγκης και να συνεχίσει την πορεία της επί της λωρίδας αυτής, στην οποία κατά τη στιγμή εκείνη δεν εκινούντο άλλα οχήματα (βλ. 6ο φύλλο, 8η σειρά από το τέλος, της προσβαλλομένης αποφάσεως) αυτή ακινητοποίησε το όχημά της προ του χτυπημένου ζώου, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας.
Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτοί (αναιρεσείοντες) διατείνονται δεν αιτιολογείται επαρκώς: Α] αν η θανούσα είδε ή μπορούσε να δει: α) το σε απόσταση αναπνοής κινούμενο όπισθεν αυτής γερανοφόρο όχημα και β) ότι το όχημα χρηματαποστολής που οδηγούσε ο Κ.
Κ. είχε εξέλθει από τη Λ.Ε.Α. και ότι, συνεπώς, αυτή (Λ.Ε.Α.) κατ' εκείνη τη στιγμή ήταν ελεύθερη και Β] γιατί ο οδηγός του γερανοφόρου οχήματος δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα αριστερά, αφού είχε δύο λωρίδες κυκλοφορίας (τη μεσαία και την αριστερή) στη διάθεσή του και η οδός ήταν ελεύθερη από οχήματα.
Τούτο δε διότι οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες, ως άνω υπό στοιχ. Α και Β, ως ανεπάρκειες και αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν συνιστούν τέτοιες, ανάγονται σε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτούς εκδοχής περί των συνθηκών της συγκρούσεως, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.
Σε κάθε περίπτωση οι προαναφερόμενες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι απαράδεκτες, διότι, με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθ' όσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.
Απαράδεκτες επίσης και απορριπτέες είναι και οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι το ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος του οδηγού του γερανοφόρου οχήματος ανέρχεται μόνο σε 80%, αφού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, η σχετική κρίση του Εφετείου, η οποία εν τέλει είναι επαρκώς αιτιολογημένη, είναι ασφαλώς κρίση περί τα πράγματα και, συνεπώς, αναιρετικά ανέλεγκτη (βλ.
και Α.Π. 1361/2013). Κατ' ακολουθίαν, ο συναφής πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' αμφότερα τα μέρη του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέος, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Kατά την διάταξη του άρθρου 932 εδ.
α' και β' του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.. (Α.Π.
Ολομ. 9/2015). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 142/2019, Α.Π. 747/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον υπό έρευνα δεύτερο λόγο αναιρέσεως μέρος της, τα εξής: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η Α. Κ. κατά το χρόνο του θανάτου της ήταν 61 ετών, η υγεία της ήταν πολύ καλή, ζούσε μαζί με την κόρη της Π. Κ., στη ... και συνδεόταν με στενό ψυχικό δεσμό με όλους τους ενάγοντες - συγγενείς της.
Συνεπεία του απροσδόκητου και κάτω από τις προαναφερθείσες συνθήκες θανάτου αυτής, οι ενάγοντες (τέκνα, εγγόνια, νύφη και αδελφή) υπέστησαν ψυχική οδύνη για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικασθεί σε αυτούς χρηματική ικανοποίηση. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το εν λόγω ατύχημα, το βαθμό συνυπαιτιότητας των συνυπαιτίων οδηγών στο ατύχημα αυτό, το βαθμό της συναισθηματικής σύνδεσης εκάστου εξ αυτών μαζί της, την ένταση και τη διάρκεια του ψυχικού τους πόνου, την ηλικία των δικαιούχων, σε συνδυασμό με την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, πλην αυτής της εναγομένης- εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας, αφού η ευθύνη της τελευταίας είναι εγγυητική, κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης:
α) στην πρώτη ενάγουσα Π. Κ. και στον τρίτο ενάγοντα Ι. Κ., τέκνα της θανούσας, το ποσό των 40.000 ευρώ σε καθένα από αυτούς, β) στον ανήλικο Γ. Α. του Π., εγγόνι της θανούσας, νόμιμα εκπροσωπούμενο από τους γονείς του Π. Κ. και Π. Α., το ποσό των 17.000 ευρώ, γ) στον ανήλικο Σ. Κ. του Ι., εγγόνι της θανούσας, νόμιμα εκπροσωπούμενο από τους γονείς του Ι.
Κ. και Ι. Λ., το ποσό των 15.000 ευρώ, δ) στην τέταρτη των εναγόντων, Ι. Λ., νύφη της θανούσας, το ποσό των 10.000 ευρώ και ε) στην πέμπτη των εναγόντων, Α. - Μ. Μ., αδελφή της θανούσας, το ποσό των 17.000 ευρώ, πέραν του ποσού των 44 ευρώ, το οποίο επιφυλάσσονται να αναζητήσουν για την ως άνω αιτία, η πρώτη και τρίτος των εναγόντων παριστάμενοι ως πολιτικώς ενάγοντες στα ποινικά δικαστήρια, απορριπτομένων των σχετικών κονδυλίων κατά το επιπλέον, ως ουσιαστικά αβάσιμων.....".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και καθορίζοντας την χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης στα ποσά των 40.000 ευρώ για καθένα από τα τέκνα της θανατωθείσας, 17.000 ευρώ για τον ανήλικο εγγονό της Γ. Α., 15.000 ευρώ για τον ανήλικο εγγονό της Σ. Κ., 10.000 ευρώ για τη νύφη της και 17.000 ευρώ για την αδελφή της, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση δεν υπολείπονται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο συναφής δεύτερος (και τελευταίος), από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, με την επίκληση των διατάξεων αυτών, αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 (εδ.
δ' ) του Συντάγματος και 932 του Α.Κ., επιδίκασε σ' αυτούς (αναιρεσείοντες) ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, από το θανάσιμο τραυματισμό της συγγενούς τους Α. Κ., τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία, όμως, είναι καταφανώς μικρότερα εκείνων που επιδικάζονται συνήθως σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων, κατά ομάδας, με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο, αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.6.2019 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 576/2019 αίτηση για αναίρεση της 250/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης εκάστης ομάδας των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για καθεμιά ομάδα απ' αυτές.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ