301/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated301/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν έχει σημασία αν οι ισχυρισμοί αυτοί περιέχονται στο εισαγωγικό της δικής έγγραφο ή στις προτάσεις των διαδίκων. Αρκεί το ότι προβλήθηκαν εγκαίρως, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και είναι ορισμένοι από νομική και ουσιαστική πλευρά. Ωσαύτως κατά τον αρ. 9 του ίδιου άρθρ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.
Full text
Απόφαση 301 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 301/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 18η Δεκεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Α. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χρήστο Πραματευτάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ Του αναιρεσίβλητου: Γ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Χαζιράκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2016 οριστική του παραπάνω Δικαστηρίου, 65/2018 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-8-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο από τον αρ.1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Ακόμα, αναιρετικός λόγος θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. " Πράγματα" κατά την έννοια του αρ.8 του άνω άρθρ. είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν έχει σημασία αν οι ισχυρισμοί αυτοί περιέχονται στο εισαγωγικό της δικής έγγραφο ή στις προτάσεις των διαδίκων. Αρκεί το ότι προβλήθηκαν εγκαίρως, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και είναι ορισμένοι από νομική και ουσιαστική πλευρά. Ωσαύτως κατά τον αρ. 9 του ίδιου άρθρ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.
Ως αίτηση κατά την εν λόγω έννοια θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι η αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων, πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολο της, οπότε θεωρείται ότι η πιο πάνω αίτηση δεν αφέθηκε αδίκαστη.
Προσέτι, κατά τον αρ. 11 γ του άνω άρθρ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Επίσης, κατ' αρ. 17 του ίδιου άρθρου στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, που αντιφάσκουν μεταξύ τους ενόλω ή εν μέρει, που αφορούν στις κύριες αιτήσεις ή αυτές και τις παρεπόμενες και η αντίφαση τούτων πρέπει να είναι τέτοια, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της απόφασης ή η παραγωγή και η ανάπτυξη των λοιπών συνεπειών αυτής.
Περαιτέρω, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 24/92).
Οι παραπάνω από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Τέλος, από τον αριθμό 20 του προαναφερθέντος (559 ΚΠολΔ) άρθρου ιδρύεται λόγος αναιρετικός, αν το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ως έγγραφα η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ ως αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Επομένως, δεν αποτελούν έγγραφα με την έννοια των άνω άρθρων, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, τα πρακτικά συνεδρίασης, που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων, τα τοπογραφικά διαγράμματα που συντάσσονται με αίτηση του δυαδικού από ιδιώτη και φέρουν το χαρακτήρα γνωμοδοτήσεως, κατ/ άρθ 390 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο η πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ Πολ Δ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης δεν αρκεί να αναφέρεται (μόνον) ενάριθμα η καταλογιζόμενη πλημμέλεια, αλλά πρέπει (πάντοτε) επακριβώς να αναπτύσσεται κατά το περιεχόμενό της, (όπως λ.χ. όταν αποδίδεται το παράπονο της ευθείας παραβίασης ουσιαστικού κανόνα ή όταν επιρρίπτεται αντιφατικότητα διατάξεων κ.ο.κ. Ήτοι, πρέπει να γίνεται αναφορά στα επιμέρους εννοιολογικά στοιχεία, κατά την ανωτέρω παρατεθείσα ανάλυση.
ΙΙΙ. Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, 65/2018, του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, επιτρεπτώς επισκοπούμενες, έχουν ως εξής: Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, οι οποίες δόθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι είτε για άμεση και έμμεση απόδειξη, είτε ως δικαστικά τεκμήρια αποδεικνύονται τα εξής :
Ο Α. Α. του Ε., κάτοικος, όσο ζούσε του οικισμού Κ. του Δήμου Πλατανιά Χανίων, νεμόταν για χρονικό διάστημα τουλάχιστον είκοσι (20) ετών έως και το χρόνο θανάτου του, ο οποίος επήλθε στις 12-6-2005, έναν πορτοκαλεώνα, ο οποίος βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... του Δήμου Πλατανιά Χανίων. Ο αγρός συνορεύει βόρεια με τα υπ' αριθμό ...
γεωτεμάχια, νότια με την παλιά εθνική οδό ...Χανίων, ανατολικά με την υπ' αριθμό ... ιδιοκτησία του εναγομένου και δυτικά με γεωτεμάχια που φέρουν αριθμούς .... Ο πορτοκαλεώνας αποτυπώνεται με σαφήνεια, με στοιχεία ... και με κλίμακα 1:200 στο από Νοεμβρίου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο ..., Τοπογράφος Μηχανικός, κάτοικος Χανίων.
Οι διάδικοι ομολογούν ότι ο πατέρας της ενάγουσας είχε δικαίωμα κυριότητας στον αγρό που προαναφέρθηκε. Το αγροτικό αυτό ακίνητο συνορεύει από την ανατολική του πλευρά με το επίδικο, το οποίο αποτυπώνεται στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία ..., έχει εμβαδόν 393,05 τετραγωνικών μέτρων και συνορεύει από την ανατολική του πλευρά με ιδιοκτησία που νέμεται ο εναγόμενος.
Ο πατέρας της ενάγουσας νεμόταν τον πορτοκαλεώνα που προαναφέρθηκε έως και το φυσικό του όριο με την επίδικη ιδιοκτησία. Το όριο αυτό ήταν πάντα μια πυκνή και αυτοφυής συστάδα καλαμιών, η οποία διέκρινε τον αγρό του πατέρα της ενάγουσας με τον επίδικο ελαιώνα, τον οποίο νέμονταν αρχικά - έως και το έτος 1990 - οι δικαιοπάροχοι του εναγομένου, Σ.
Κ. του Θ. και η σύζυγός του, Α. Κ.-Κ. του Ε., κάτοικοι Κ. ... Χανίων και έκτοτε έως σήμερα ο εναγόμενος (βλ. και το υπ' αριθμό .../19-6-1990 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Χανίων Γ. Μ.-Α., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα). Ο πατέρας της ενάγουσας το έτος 2004 κατέστρεψε το φυσικό όριο των δύο αγροτικών ακινήτων, κατέλαβε τον επίδικο ελαιώνα και έκτοτε έως και το χρόνο θανάτου του - στις 12-6-2005 - επικαλείτο εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας σε αυτόν, χωρίς όμως να ασκεί μόνιμα και συστηματικά πράξεις νομής στον αγρό.
Οι διάδικοι ομολογούν ότι τα δύο (2) ακίνητα είχαν πάντα φυσικό όριό τους τις καλαμιές, οι οποίες χωρίζουν και διακρίνουν τα ακίνητα σε όλη την ευρύτερη αγροτική περιοχή. Το ίδιο καταθέτει με σαφήνεια και ο μάρτυρας, Β. Μ. του Δ., κάτοικος Κ., ο οποίος καλλιεργεί όμορο με τα επίδικα ακίνητα από τη βόρειά τους πλευρά.
Ο μάρτυρας αυτός που εξετάσθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αναφέρει στην κατάθεσή του : "Είμα[στε] χωριανοί [εννοεί με τους διαδίκους] (. . . ) Ήμουν οκτώ χρόνια Αντιπρόεδρος. Είχε πορτοκαλιές (...) ήταν περιφραγμένο και είχε καλαμιώνες (...)". Ο ίδιος μάρτυρας μάλιστα αναφέρει επιπλέον ότι το επίδικο εμπίπτει στην ιδιοκτησία του εναγομένου : "(...) [τα 300 μέτρα αναφέρει - είναι ανατολικά του χωραφιού της Α. (...)".
Ο εναγόμενος μάλιστα αντέδρασε στην ενέργεια του πατέρα της ενάγουσας και κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χανίων αίτηση με αντικείμενο να αναγνωρισθεί προσωρινά νομέας του επιδίκου. Η αίτησή του ωστόσο αυτή απορρίφθηκε, επειδή δεν συνέτρεχε επείγουσα περίπτωση να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα (άρθρο 682 παρ. 1 ΚΠολΔ, βλ.
την υπ' αριθμό 83/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χανίων). Η ενάγουσα επικαλείται ότι ο πατέρας της από την άνοιξη του έτους 2004 είχε αποκτήσει την πεποίθηση ότι ο πορτοκαλεώνας του καταλάμβανε και το επίδικο ακίνητο, επειδή από την εφαρμογή επί εδάφους αγροτικού χάρτη της περιοχής - τον οποίο είχε συντάξει το έτος 1938 η αρμόδια τότε υπηρεσία του Υπουργείρυ Συγκοινωνίας - προκύπτει ότι το ακίνητό του πρέπει να περιλαμβάνει και την επίδικη έκταση (βλ.
και την κατάθεση του μάρτυρα Α. Π. του Ι., Τοπογράφου Μηχανικού, κατοίκου Χανίων, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χανίων). Οι διάδικοι όμως δεν αμφισβητούν ότι το παλιό αυτό τοπογραφικό διάγραμμα δεν αποτελεί τίτλο κυριότητας, αλλά απλό χάρτη της περιοχής, ο οποίος αποτύπωσε τότε τις αγροτικές ιδιοκτησίες σύμφωνα με τα όρια που υπέδειξαν οι ιδιοκτήτες των αγρών.
Αποδεικνύεται μάλιστα ότι, αν εφαρμοσθούν επί εδάφους οι νόμιμα μεταγεγραμμένοι τίτλοι ιδιοκτησίας, τους οποίους προσάγουν και επικαλούνται οι διάδικοι και, συγκεκριμένα, α) η υπ' αριθμό ...-10-2008 αποδοχή κληρονομίας που συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Χανίων και β) το υπ' αριθμό .../19-6-1990 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Χανίων Γ.
Μ. - Α., τα ακίνητα των διαδίκων επικαλύπτονται (βλ. και την από 6-7-2016 τεχνική έκθεση που συνέταξε ο Χ. Α., Αγρονόμος-Τοπογράφος Μηχανικός, κάτοικος Χανίων). Το κρίσιμο εν πάση περιπτώσει ζήτημα στην παρούσα δίκη είναι αν ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας ασκούσε έως το θάνατό του στις 12-6-2005 νομή στο επίδικο και, συνεπώς, αν απέκτησε ή όχι σε αυτό δικαίωμα κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία (άρθρα 974, 976, 1000, 1033, 1041 επ., 1045 επ., 1192, 1193, 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1769, 1771, 1774 και 1846 ΑΚ).
Αποδεικνύεται επομένως ότι ο πατέρας της ενάγουσας Α. Α. του Ε., κάτοικος, όσο ζούσε του οικισμού Κ. του Δήμου Πλατανιά Χανίων, δεν νεμήθηκε και μάλιστα για χρονικό διάστημα τουλάχιστον είκοσι (20) ετών έως και το χρόνο θανάτου του στις 12-6-2005 το επίδικο ακίνητο και, συγκεκριμένα, έναν ελαιώνα με εμβαδόν 393,05 τετραγωνικά μέτρα, ο οποίος βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ...
του Δήμου Πλατανιά Χανίων και αποτυπώνεται με κλίμακα 1:200 και με στοιχεία ... στο από Νοεμβρίου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο ..., Τοπογράφος Μηχανικός, κάτοικος Χανίων. Το Πρωτοβάθμιο συνεπώς Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε ότι η ενάγουσα απέκτησε με κληρονομική διαδοχή δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα επικαλείται ο εκκαλών-εναγόμενος με την έφεσή του, η οποία για το λόγο αυτό πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της".
Μετά ταύτα το Μονομελές Εφετείο Κρήτης κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσίβλητου εξαφάνισε την 86/16 οριστική απόφαση του Μ. Πρ. Χανίων που είχε δεχθεί, την αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσείουσας και απέρριψε την αγωγή αυτή κατ'ουσίαν.
IV. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην κατ'άρθρ. 559 αρ. 9 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και απέρριψε την αγωγή της με την αιτιολογία, ότι ο πατέρας της Α. Α. του Ε. δεν νεμήθηκε και μάλιστα για χρονικό διάστημα τουλάχιστον είκοσι (20) ετών έως και το χρόνο θανάτου του στις 12-6-2005 το επίδικο ακίνητο και συγκεκριμένα έναν ελαιώνα με εμβαδόν 393,05 τμ.
Η πλημμέλεια συνίσταται, κατά την αναιρεσείουσα, στο ότι με την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της αιτείται να αναγνωριστεί κυρία εδαφικής έκτασης 301,50 τμ και όχι 393,05 τμ, δηλαδή έκτασης 91,55 τμ μεγαλύτερης του αντικειμένου της δίκης. Ως εκ τούτου, (όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα) το Εφετείο την αίτηση για αναγνώριση της κυριότητάς της επί των 301,50 τμ, την άφησε αδίκαστη, καθόσον ουδόλως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη το αίτημα για τα 301,50 τμ αλλά για μεγαλύτερη έκταση.
Ήτοι, κατά την αναιρεσείουσα, το δικαστήριο (του δευτέρου βαθμού) δεν δίκασε επί των 301,50 τμ που δίκασε η πρωτόδικη απόφαση αλλά 393,05 τμ που δεν ήταν αντικείμενο της δίκης, ούτε και της έφεσης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει αντίθετα και συνεπώς, δεν άφησε αδίκαστο το πιο πάνω αγωγικό αίτημα, έστω και αν υπάρχει σφάλμα ως προς την έκταση του επίδικου ακινήτου που οφείλεται σε προφανή παραδρομή του δικαστηρίου.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στις κατ'αρθρ. 559 αρ. 17, 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες. Ειδικότερα αυτή υποστηρίζει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, "ενώ δέχθηκε ότι έως και την άκρη του καλαμιώνα που ήταν εντός του ακινήτου της ο πατέρας της νεμόταν τον όλο αγρό που, κατά τον χάρτη του Κ.
ήταν 2098 τμ και κατά το αίτημά της λόγω της εμφιλοχώρησασας διαπλάτυνσης της Παλαιάς Εθνικής Οδού Χανίων Κισσάμου 2049,64 τμ, στη συνέχεια δέχθηκε ότι ο πατέρας της το έτος 2004 κατέστρεψε το φυσικό όριο των δύο αγροτικών ακινήτων, κατέλαβε τον επίδικο ελαιώνα και έκτοτε έως το θάνατό του στις 12-6-2005 επικαλείτο εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας σε αυτόν, χωρίς όμως να ασκεί μόνιμα και συστηματικά πράξεις νομής στον αγρό".
Κατ' αυτόν τον τρόπο, (όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα), η αναιρεσιβαλλομένη περιέχει αντιφατικές διατάξεις και δεν έχει αιτιολογίες και, σε κάθε περίπτωση, έχει αντιφατικές αιτιολογίες στο ουσιώδες ζήτημα της κτήσης - κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον δικαιοπάροχο πατέρα της αναιρεσείουσας με έκτακτη χρησικτησία.
Και τούτο, διότι, (όπως περαιτέρω αιτιάται η αναιρεσείουσα), " ο πατέρας της εκρίζωσε τις πορτοκαλιές το 2004, εκρίζωσε και κατέστρεψε τον καλαμιώνα που ήταν εντός του ακινήτου του που ίδιος είχε φυτέψει, αλλά δεν επεκτάθηκε ούτε χιλιοστό πέραν του καλαμιώνα, του ανατολικού ορίου του ακινήτου του και φύτεψε ελαιόδενδρα σε όλο το ακίνητο.
Δεν κατέλαβε, (όπως ακόμα υποστηρίζει αναιρεσείουσα), τμήμα του ελαιώνα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος είχε μεγάλα ελαιόδενδρα 30 ετών". Ισχυρίζεται ακόμη αυτή, ότι " το 2004 ο πατέρας της ξερίζωσε τις πορτοκαλιές και το φυσικό από όλες τις πλευρές φράκτη αυτών από τα καλάμια που είχε φυτέψει και περιορίστηκε στο χώρο αυτών.
Δεν εισήλθε, (κατά την αναιρεσείουσα), στον ελαιώνα του αναιρεσιβλήτου, δεν ξερίζωσε ελαιόδενδρα ή ελαιόδενδρα του αναιρεσιβλήτου ηλικίας 30 ετών και (όπως επίσης ισχυρίζεται αυτή), η επίδικη έκταση είναι αποκλειστικά και μόνο ο χώρος που καταλαμβάνει ο φράχτης από τα καλάμια". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Συγκεκριμένα, καθόσον αφορά στο μέρος που συναρτάται με την υπ' αρ. 17 του άνω άρθρου αιτίαση διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αναφέρεται σε αντίφαση μεταξύ των διατάξεων, αλλά μεταξύ των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης. Σε σχέση δε με το μέρος που αφορά στην πλημμέλεια του αρ. 19 του πιο πάνω άρθρου, το απαράδεκτο συνίσταται στο ότι υπό την επίφαση της προειπωθείσας πλημμέλειας (της μη αιτιολόγησης και σε κάθε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογικών) πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Με τον τρίτο λόγω αναίρεσης η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στις κατ' άρθρο 559 αρ. 1, 20 ΚΠολΔ πλημμέλειες, διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεσης του μάρτυρα της Β. Μ. και τα 86/2016 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων υποπίπτοντας στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης σε αυτή περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό.
Εξαιτίας δε αυτού, (κατά την αναιρεσείουσα), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο γιαυτήν, αφού δέχθηκε ότι ο μάρτυράς της κατέθεσε ότι το επίδικο ανήκει στην ιδιοκτησία του αναιρεσιβλήτου, ενώ στην πραγματικότητα αυτός κατέθεσε ότι το επίδικο ανήκει στην αναιρεσείουσα. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι:
κατά το μέρος που αφορά στην πλημμέλεια του αρ. 1 του άνω άρθρου, είναι παντελώς αόριστος, αφού δεν αρκεί (μόνο) η ενάριθμη μνεία της πλημμέλειας, αλλά πρέπει να παρατίθεται εξειδικευμένα το περιεχόμενό της, και, ιδίως, ποια είναι η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, σύμφωνα με την μείζονα σκέψη.
Κατά δε το μέρος που αναφέρεται στην υπ'αριθμόν 20 πλημμέλεια, γιατί δεν αποτελούν έγγραφο κατά την έννοια του άνω άρθρου τα πρακτικά συνεδρίασης, στα οποία αποτυπώνεται το αποδεικτικό μέσο των μαρτύρων, κατά την αντίστοιχη (προηγηθείσα) νομική σκέψη. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειας των αρ. 19 και 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, διότι ειδικότερα: "Χωρίς αιτιολογία δέχθηκε ότι αυτή (ενάγουσα - αναιρεσείουσα) επικαλείται ότι ο πατέρας της από την άνοιξη του έτους 2004 είχε αποκτήσει την πεποίθηση ότι ο πορτοκαλαιώνας του καταλάμβανε και το επίδικο, επειδή από την εφαρμογή επί εδάφους του από 1938 αγροτικού χάρτη του Υπουργείου Συγκοινωνιών προκύπτει ότι το ακίνητό του πρέπει να περιλαμβάνει και την επίδικη έκταση.
Εν τούτοις, κατά την αναιρεσείουσα, σε όλα τα δικόγραφα (αγωγή, προτάσεις και προσθήκες - αντικρούσεις) αναφέρει για πραγματική κατάσταση, για πράξεις και για ενέργειές τους (της αναιρεσείουσας και του πατέρα της) επί του επίδικου ακινήτου συνεχώς και αδιαλείπτως από το 1945". Περαιτέρω, κατά την αναιρεσείουσα, " ο μάρτυρας Α.
Π. ουδόλως στα πρακτικά του Ειρηνοδικείου Χανίων αναφέρεται σε πεποίθηση του πατέρα της, αλλά ότι στο επίδικο ο Α. Α. είχε φυτέψει ντομάτες και ότι ο χάρτης Κ. είναι ορθός και σ' αυτόν βασίζονται όλοι οι τοπογράφοι. Γιαυτό, όπως παραπονείται η αναιρεσείουσα, το Εφετείο, χωρίς αιτιολογία (όπως προαναφέρθηκε) και παραμορφώνοντας το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων, (δικογράφου, προτάσεων, προσθήκης - αντίκρουσης, πρακτικών), δέχθηκε πραγματικά γεγονότα αντίθετα και, σε κάθε περίπτωση, διαφορετικά από εκείνα που περιέχονται στα πιο πάνω έγγραφα.
Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αναφέρεται στην πλημμέλεια του άρ. 19 είναι προεχόντως αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε εκ πλαγίου και σε κάθε περίπτωση είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι οι αποδιδόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων.
Κατά το μέρος δε που αναφέρεται στην υπ'αρ. 20 πλημμέλεια, ο λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσουν ούτε τα άνω διαδικαστικά έγγραφα, ούτε τα πρακτικά συνεδρίασης εμπίπτουν στο εννοιολογικό πεδίο του εν λόγω αρ. 20, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην υπ'αρ. 8 πλημμέλεια, "γιατί δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και δη τα όσα έγιναν δεκτά υπό του Μ.Πρ.Χανίων με την πρωτόδικη 86/16 απόφαση που αφορούν στο χάρτη Κ., τα όσα ανέφερε αυτή στην σελίδα 3 των πρωτοδίκων προτάσεών της αναφορικά με το πιο πάνω χάρτη και τα όσα είχε καταθέσει ο τοπογράφος Α.
Π. στις 23-1-06 στο ειρηνοδικείο Χανίων, που εμπεριέχονται στα 83/06 πρακτικά συνεδρίασης αυτού." Ο λόγος κατά το μέρος αυτό είναι απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω δεν αποτελούν " πράγματα" κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ που πιο πάνω αναλύεται. Περαιτέρω με τον ίδιο λόγο η αναιρεσείουσα επιρρίπτει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (και) την πλημμέλεια του αρ. 19 του ίδιου άρθρου (559 ΚΠολΔ), καθόσον "το από 1938 τοπογραφικό δεν είναι του Υπουργείου Συγκοινωνιών, όπως δέχθηκε το Εφετείο, αλλά του Υπουργείου Γεωργίας, και αφορά ακριβή κτηματογράφηση και βάσει αυτής καταβολή των αρδευτικών τελών στο Δημόσιο και ακόμη δέχθηκε ότι το τοπογραφικό αυτό δεν αποτελεί τίτλο κυριότητας αλλ' απλό χάρτη που συντάχθηκε βάσει των υποδειχθέντων ορίων από τους ιδιοκτήτες των αγρών, αν και τούτο (η εν λόγω υπόδειξη ορίων) εξ ουδενός προέκυψε.
Κατά το μέρος αυτό τα όσα η αναιρεσείουσα επικαλείται στο λόγο αναίρεσης δεν εμπίπτουν στην πρόβλεψη του αρ. 19 του άνω άρθρου και είναι απαράδεκτα καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Έτι περαιτέρω, με τον ίδιο (5ο) λόγο η αναρεσείουσα υποστηρίζει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε (και) στην πλημμέλεια του αρ.20 του άνω άρθρου, αφού με το να δεχθεί τα προειπωθέντα σε σχέση με το χάρτη (τοπογραφικό διάγραμμα) του 1938 που συντάχθηκε από το Υπουργείο Γεωργίας, παραμόρφωσε (κατ' εκτίμηση) το έγγραφο αυτό.
Κατά το αντίστοιχο μέρος ο λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο για την στήριξη της αποδεικτικής του κρίσης ως προς την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στο πιο πάνω χάρτη, αλλά προέβη σε συνεκτίμηση του περιεχομένου του μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν κατέληξε σε εσφαλμένο, κατά την αναιρεσείουσα, αποδεικτικό πόρισμα.
Με τον έκτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι " το Εφετείο, ενώ, δέχεται ότι ο πατέρας της νεμόταν τον πορτοκαλεώνα έως και το φυσικό του όριο, δηλαδή, τον καλαμιώνα και ότι είχε δικαίωμα κυριότητας στον αγρό αυτό, στη συνέχεια δέχεται ότι αυτός τούτος ο Α. Α. δεν νεμήθηκε και μάλιστα για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 20 ετών αυτό τούτο το ακίνητο και όταν αυτή (αναιρεσείουσα) δεν διεκδικεί, δεν ζητεί αναγνώριση ούτε ενός χιλιοστού του μέτρου πέραν του ορίου του τέως φυσικού ορίου (καλαμιώνα) του ακινήτου της, καθίσταται πρόδηλο ότι η αναιρεσιβαλλομένη περιέχει αντιφατικές διατάξεις, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ποια είναι η επίδικη έκταση και ποιας έκτασης με το δικόγραφο της αγωγής ζητείται η αναγνώριση, δηλαδή της έκτασης μέχρι και το φυσικό όριο, τον καλαμιώνα και ουδέν πέραν αυτής".
Έτσι δε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στις πλημμέλειες 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που συναρτάται με την πλημμέλεια του αρ. 17, είναι απαράδεκτος, διότι (όπως προεκτίθεται) η αναιρεσείουσα αναφέρεται μόνο σε αντιφάσεις μεταξύ των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι σε αντιφάσεις του διατακτικού της.
Περαιτέρω, καθόσον αφορά στην πλημμέλεια του αρ. 19 ο λόγος είναι κατά το αντίστοιχο μέρος απαράδεκτος, διότι, (όπως, προαναφέρεται) υπό την επίφαση της πλημμέλειας αυτής πλήττει την περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ακόμη, όσον αφορά στην επικαλούμενη πλημμέλεια του αριθμού 20, κατά το μέρος αυτό ο λόγος είναι παντελώς αόριστος, αφού πέραν της απλής αναφοράς της σχετικής διάταξης δεν εκτίθενται τα αναγκαία για την στοιχειοθέτησή της πραγματικά περιστατικά.
Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες των αρ. 8, 19 και 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, " αφού δέχθηκε ότι κατελήφθη εκ μέρους τους έκταση και (ότι) η αναιρεσείουσα αιτείται αναγνώριση κυριότητας σε έκταση που είναι πέραν του τέως ανατολικού φυσικού ορίου του ακινήτου της, της περίφραξης με καλαμιώνα του ακινήτου, ενώ αυτό είναι εσφαλμένο, αφού αυτή δεν ζητεί αναγνώριση κυριότητας πέραν το ανατολικού φυσικού ορίου και του καλαμιώνα.
Κατ'αυτό τον τρόπο, όπως προσέτι υποστηρίζει η αναιρεσείουσα εντελώς αυθαίρετα και εσφαλμένα, χωρίς αιτιολογίες και χωρίς να έχει προταθεί εκ μέρους της με την αγωγή, τις πρωτόδικες προτάσεις, την επ'αυτών προσθήκη, τις προτάσεις στο Εφετείο, την .../2008 πράξη χαρακτηρισμού της Διεύθυνσης Δασών Χανίων, το από Ιούνιο 2005 τοπογραφικό του τοπογράφου Α.
Π., την από 29-1-2011 Τεχνική έκθεση του ίδιου, το χάρτη Κ., το από 24-1-2016 σημείωμα του Α. Α. στο Ειρηνοδικείο Χανίων και τα 83/2006 πρακτικά του Ειρηνοδικείου αυτού και παραμορφώνοντας όλα τα ανωτέρω, έλαβε υπόψη πράγματα διαφορετικά από το κύριο αίτημα". Ο λόγος, κατά το μέρος που συνάπτεται με τον αρ.8 είναι απαράδεκτος, διότι τα προαναφερόμενα δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής όπως ανωτέρω αναλύθηκε.
Κατά δε το μέρος, που αναδεικνύεται ως κατ/άρ. 19 πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος, διότι (και εδώ) υπό την επίφαση της πλημμέλειας πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση (αναιρετικώς ανέλεγκτη) του δικαστηρίου της ουσίας. Ωσαύτως απαράδεκτος προεχόντως ως αόριστος είναι ο λόγος και κατά το μέρος που προβάλλεται ως πλημμέλεια αυτή του άρ. 20 με την επίκληση της παραμόρφωσης των προρρηθέντων εγγράφων, καθόσον δεν εκτίθεται ποιο είναι το αληθινό περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, πιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχουν τα έγγραφα αυτά, ποια ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωση αυτών και αν αφορά, απόδειξη ουσιώδους (και ποιου) ισχυρισμού.
Με τον όγδοο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες των αρ. 8, 11γ, 17 (και όχι του αριθμ. 12, όπως από προφανή παραδρομή αναφέρεται στο αναιρετήριο) και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και δη "Δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφαση πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με αντιφατικές διατάξεις και με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες υπέπεσε στις εν λόγω πλημμέλειες".
Ήτοι, κατά την αναιρεσείουσα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ "αποδέχεται" το χάρτη Κ., αφού δέχεται ότι το ακίνητό της συνορεύει Β. με τα ... γεωτεμάχια του χάρτη Κ., Ν. με Π.Ε.Ο. Κισσάμου - Χανίων, ΑΝ. με ... ιδιοκτησία αναιρεσιβλήτου και Δυτ. με γεωτεμάχια ... του χάρτη Κ., στη συνέχεια ουδόλως λαμβάνει υπόψη το χάρτη αυτό, ούτε ως προς την καταγραφόμενη έκταση στο χάρτη (Κ.) του ακινήτου της με αριθμό ..., ούτε την καταγεγραμμένη έκταση του ακινήτου του αναιρεσίβλητου, ούτε τη μορφή, ούτε τις διαστάσεις, ούτε το ότι, ως η από 24 - 11 - 2014 τεχνική εκθέση του τοπογράφου Α.
Π. αναφέρει, κατά το χάρτη Κ., η πρόσοψη του αναιρεσιβλήτου στην Π.Ε.Ο. είναι 3μ. και τώρα, (κατά την αναιρεσείουσα), διεκδικεί πρόσοψη 12,60μ, δηλαδή 9,60μ, περισσότερα του χάρτη Κ.". Περαιτέρω, κατά την αναιρεσείουσα, το Εφετείο, "ενώ δέχεται εν αρχή ότι υφίσταται μια αποτυπωμένη σε χάρτη εδαφική έκταση, με αριθμημένα ακίνητα, με συγκεκριμένη έκαστο έκταση και συγκεκριμένες διαστάσεις και ταυτότητα έκαστο εξ'αυτών, εκ του οποίου χάρτη καταδεικνύεται ότι το ακίνητό της (...) έχει έκταση 2098 τμ και του αναιρεσιβλήτου 2745 τμ, στη συνέχεια ουδόλως λαμβάνει υπόψη, ότι αυτή (αναιρεσείουσα) αιτείται αναγνώριση 2049,64 τμ δηλαδή ολιγότερα τμ του χάρτη και ότι ο αναιρεσίβλητος έχει καταλάβει και διεκδικεί έκταση 3221,36 τμ, δηλαδή μεγαλύτερη της έκτασης που αποτυπώνεται στο χάρτη, ήτοι 476,36 τμ." Ο λόγος:
κατά το μέρος που αναφέρεται στον αρ.8 είναι απαράδεκτος, γιατί, καθόσον πρόκειται για τα ανωτέρω, (Χάρτη Κ. και τεχνική εκθέση Π.), δεν είναι " πράγματα" με την αντίστοιχη και πιο πάνω αναλυόμενη έννοια. Κατά το μέρος που αφορά στην πλημμέλεια του αρ. 11 γ είναι αβάσιμος, δοθέντος ότι όχι μόνο στην αρχή του αποδεικτικού πορίσματος γίνεται μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν αλλά και από τις παραδοχές τούτο καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο (ότι όλα λήφθηκαν υπόψη).
Κατά το μέρος που προσάπτεται η πλημμέλεια του άρ. 17 είναι απαράδεκτος, γιατί δεν μνημονεύονται συγκεκριμένα οι (φερόμενες ως) αντιφατικές διατάξεις. Τέλος, κατά το μέρος που αποδίδεται η πλημμέλεια του άρ. 19 ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση της προειπωθείσας πλημμέλειας πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
V. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί στην ηττώμενη αναιρεσείουσα η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, κατά παραδοχή του αιτήματός του (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2, 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) σύμφωνα με το κατώτερο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-8-2018 αίτηση της Α. Α. κατά του Γ. Σ. για αναίρεση της 65/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το ποσό της όποιας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2700) €.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ