301/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated301/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αναιρεσίβλητη με την από 23-11-2015 κλήση της επανέφερε την ως άνω αίτηση για συζήτηση.
Full text
Απόφαση 301 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 301/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καθου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης-καλούσας: Ιερής Μονής ..., που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χαρίλαο Κοψαχείλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, την από 11/10/2004 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της Διευρυμένης Κοινότητας ..., που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή και την από 4/2/2005 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 223/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 509/2008 του Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 15/4/2009 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 2134/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση.
Η αναιρεσίβλητη με την από 23-11-2015 κλήση της επανέφερε την ως άνω αίτηση για συζήτηση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 23-10-2012 έκθεση του αποχωρήσαντος, Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μαζαράκη με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 15/4/2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 509/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, νομίμως εισάγεται προς συζήτηση, μετά την εμπρόθεσμη κατάθεση της 225561/2009 θετικής γνωμοδότησης του Δ’ Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και το βάσιμο των περιεχομένων στην αίτηση αυτή αναιρετικών λόγων, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1, 2 του ν. 2298/1995, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 παρ. 3 του ν. 2579/1998 και το άρθρο 42 του ν. 2721/1999, και ίσχυε μέχρι τις 8/7/1999, πριν την κατάργησή του με το άρθρο 13 παρ. 9 του ν. 3790/2009, αφού η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 28/4/2009, δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος του τελευταίου πιο πάνω νόμου και η εν λόγω γνωμοδότηση κατατέθηκε αρμοδίως στις 13/7/2009, δηλαδή εντός της 3μηνης προθεσμίας από την άσκηση της αναίρεσης (28/4/2009), σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του v.2298/1999.
Για το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται αυτή κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά.
Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το εδάφιο 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, ενώ, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του ανωτέρω άρθρου 559.
Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, εκτός των άλλων, η κυριότητα του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.
Μάλιστα, όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση αυτού του επίδικου τμήματος ακινήτου, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο μεν να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επίδικου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να τάξει το προσήκον θέμα αποδείξεως και να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτελέσεως.
Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις και ο καθ’ όρια προσανατολισμός του, ούτε να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων. Η ακριβής περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα, γιατί έτσι μπορεί και ο εναγόμενος να αμυνθεί και να ταχθούν οι δέουσες αποδείξεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Ιερά Μονή με την ένδικη από 2-2-2003 διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή της κατά της εναγομένης Διευρυμένης Κοινότητας ... Νομού ..., η οποία ανακοίνωσε τη δίκη αυτή στο ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο άσκησε την από 4-2-2005 κύρια παρέμβασή του, την οποία αγωγή εκτιμά, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο ο Άρειος Πάγος, ισχυρίστηκε, ότι είναι κυρία ενός οικοπεδαγρού εμβαδού 13.790 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ...
της εναγόμενης Κοινότητας. Ότι αυτό αποτελείται από τρία επί μέρους τμήματα, τα οποία λεπτομερώς περιγράφονται, και ακολούθως, αφού αναφέρει τα όρια τόσο του επίδικου ακινήτου όσο και των τμημάτων αυτού και τις πλευρές τους, περιγράφοντας μάλιστα αυτά με αποτύπωση σε τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, το οποίο ενσωματώνει στο δικόγραφο της αγωγής, εκθέτει τον πρωτότυπο τρόπο με τον οποίο έγινε κυρία αυτού.
Ότι η εναγομένη Κοινότητα το έτος 2001κατέλαβε αυθαίρετα τα δύο από τα τρία τμήματα του ακινήτου, τα οποία περιγράφει με αποτύπωση στο ενσωματωμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα και ότι την απέβαλε από τα τμήματα αυτά. Ζήτησε δε να αναγνωριστεί η κυριότητά της επί του επίδικου ακινήτου των 13.790 τ.μ.
και να υποχρεωθεί η εναγομένη Κοινότητα και κάθε τρίτος που έλκει από αυτή δικαίωμα να της αποδώσουν τα δύο ως άνω τμήματα. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, διότι περιέχει με λεπτομέρεια τη θέση, την έκταση, τόσο του όλου ακινήτου των 13.790 τ.μ.,όσο και των δύο τμημάτων, καθώς και την ιδιότητά του (οικοπεδαγρός).
Η περιγραφή αυτών έγινε με αποτύπωσή τους στο ενσωματωμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα και επί πλέον προσδιορίζεται και η θέση του επιδίκου των 13.790 τ.μ. στο δυτικό τμήμα της μείζονος έκτασης των 100 στρεμμάτων, που η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίζεται ότι έγινε κυρία με νόμιμα μεταγεγραμμένο πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής μεταξύ των εκπροσώπων της και των εκπροσώπων της Ιεράς Μονής ..., ώστε καμιά αμφιβολία να μην υπάρχει ως προς την ταυτότητα του επιδίκου, μη απαιτούμενων έτσι άλλων επιπλέον στοιχείων.
Το Εφετείο, επομένως, που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την κρινόμενη αγωγή ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου και των δύο καταληφθέντων τμημάτων του και απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσειόντος Ελληνικού Δημοσίου περί αοριστίας της αγωγής, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, γι’ αυτό και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, δηλαδή, της μη απόρριψης της ένδικης αγωγής ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας της ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και ακολούθως να δεχτεί την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης Ιεράς Μονής και την απόρριψη της κύριας παρέμβασης του αναιρεσείοντος, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατωτέρω έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε το αναιρεσείον, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητά του ως δημόσιο δάσος, αποτελώντας αναπόσπαστο μέρος του ευρύτερου δημόσιου δάσους "...", και συγκεκριμένα: 1) τα με αριθμό .../16-3-2004 και .../8-12-2004 έγγραφα του Δασαρχείου …, 2) την από 16-11- 2004 αναφορά του Δασοπόνου του Δασαρχείου ...
Β. Ζ., 3) την με αριθμό .../18-6-2001 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη ..., 4) το με αριθμό ...6-12-2001 έγγραφο της Δ/νσης Δασών ..., 5) το από Ιούλιο 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του Ι. Λ., 6) το με αριθμό ...1883 τεύχος της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, 7) το απόσπασμα χάρτου δημοσίων δασών ... του Σ. Μ., 8) απόσπασμα της διαχειριστικής μελέτης του δημόσιου δασικού συμπλέγματος ..., που εγκρίθηκε με την ...10-2-1993 απόφαση του Νομάρχη ..., 9) την από 3-4-2000 Προγραμματική Σύμβαση "για τη μελέτη και κατασκευή δημοσίων δασοτεχνικών έργων προώθησης δραστηριοτήτων δασικής αναψυχής, ανάδειξης και προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος σε δημόσια δάση και δασικές εκτάσεις στην ευρύτερη περιοχή ...
του Νομού ... και 10) την ...3-2-1986 εγκριτική της μελέτης για την ανωτέρω σύμβαση απόφαση του Νομάρχη ... και το σχετικό από Αύγουστο 1997 τοπογραφικό διάγραμμα της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως .... Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια", δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς να είναι απαραίτητο να μνημονεύσει το καθένα από αυτά χωριστά.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, χωρίς να επιβληθούν δικαστικά έξοδα υπέρ της αναιρεσίβλητης και σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου που ηττήθηκε στην παρούσα δίκη, ελλείψει σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης (191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15/4/2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 509/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ