301/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 301 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated301/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 301 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 301 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 301/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Νακοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-5-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1717/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5399/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-5-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 4-3-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της 5399/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά παραδοχή των πρώτου και έκτου λόγων αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος. Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 686/2011). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2696/ 1999 "...Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...". Κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 του ίδιου νόμου "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες... κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του... πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων.... Την αυτή επίσης υποχρέωση έχει... κατά τη διέλευσή του από κατοικημένες περιοχές, αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας". Κατά τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 4 του ίδιου νόμου "Οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται: α) Αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν... ε) Αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ’ αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του". Από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του νόμου αυτού ορίζεται ότι "Προκειμένου ο οδηγός να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, υποχρεούται να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, αν είναι διπλής κατεύθυνσης και προς το αριστερό άκρο αυτού, αν είναι μονής κατεύθυνσης (μονόδρομος). Για να εισέλθει στην κάθετη οδό πρέπει να πραγματοποιήσει τη στροφή στο κέντρο της διασταύρωσης, ώστε το όχημα να εισέλθει στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος αυτής της οδού". Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 1 και 4 του ως άνω νόμου "1. Όλοι οι οδηγοί πρέπει να αποφεύγουν να συμπεριφέρονται με τρόπο που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τους πεζούς... 4. Οι οδηγοί, οι οποίοι πρόκειται να στρίψουν σε άλλη οδό στην οποία δεν υπάρχουν σημασμένες με πινακίδες διαβάσεις πεζών ή διαγραμμίσεις στο οδόστρωμα, υποχρεούνται να παραχωρούν προτεραιότητα στους πεζούς, οι οποίοι στις περιπτώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 38 του παρόντος Κώδικα, έχουν κατέλθει στο οδόστρωμα της οδού, στην οποία πρόκειται να εισέλθουν οι οδηγοί και σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτουν την πορεία του οχήματός τους". Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκανε δεκτή έφεση του αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου κατά της 1717/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ήτοι οι, μη διάδικοι στην αναιρετική δίκη, Μ. Δ. και Α. Γ. και η ..., στη θέση της οποίας υπεισήλθε το αναιρεσίβλητο ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, λόγω ανάκλησης της αδείας λειτουργίας της, να του καταβάλουν τα διαλαμβανόμενα σ’ αυτήν ποσά, ως αποζημίωση, για τον τραυματισμό του, ο οποίος προκλήθηκε σε αυτοκινητικό ατύχημα από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της δεύτερης εξ αυτών, που ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη των εναγομένων ασφαλιστική εταιρεία. Ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς εκάστου των εμπλεκομένων στο ένδικο ατύχημα και της επέλευσης αυτού το Εφετείο δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα εξής: "Στις 27-11-2009 και περί ώρα 08.45’ ο ενάγων ευρίσκετο πεζός στην διαχωριστική νησίδα που βρίσκεται μεταξύ των δύο αντίθετων ρευμάτων κυκλοφορίας της οδού .... Πρόθεσή του ήταν να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα και να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο σε σημείο όπου δεν υπάρχουν καθορισμένες για τους πεζούς διαβάσεις ή φωτεινοί σηματοδότες. Η ως άνω οδός είναι διπλής κατευθύνσεως συνολικού πλάτους 7 μέτρων. Στο προαναφερόμενο σημείο η οδός είναι ευθεία και η κυκλοφορία πεζών και οχημάτων ήταν αραιή. Ο προαναφερθείς πεζός επιχείρησε να κατέλθει στο οδόστρωμα και να διασχίσει την οδό, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει προσεκτικά την κίνηση των οχημάτων επί του προς ... ρεύματος κυκλοφορίας όπου την στιγμή εκείνη κινούνταν με την κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα το υπ’ αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο. Ειδικότερα το τελευταίο εκινείτο επί της οδού ... στο ρεύμα κυκλοφορίας προς .... Φθάνοντας στην διασταύρωση αυτής με την οδό ... ακινητοποίησε το όχημά του προ του ερυθρού σηματοδότη που είχε στην πορεία του. Όταν ο σηματοδότης άναψε πράσινο, ξεκίνησε και αφού προσπέρασε την οδό ... άναψε το αριστερό φλας του οχήματός του έχοντας την πρόθεση να στρίψει αριστερά στην οδό ... και να κατευθυνθεί προς .... Μόλις ευθυγραμμίστηκε στην ανωτέρω οδό, ο πεζός πιστεύοντας ότι ήταν δυνατόν να διασχίσει το οδόστρωμα και να περάσει απέναντι, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την οδό και βεβαιωθεί ότι δεν θα εμποδίσει την κίνηση των οχημάτων που έβαιναν σ’ αυτή, κατήλθε στο οδόστρωμα, την στιγμή ακριβώς, κατά την οποία διήρχετο το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος με αποτέλεσμα το τελευταίο να προσκρούσει επ’ αυτού με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου, να τον ρίξει στο έδαφος και να τον τραυματίσει. Από τα περιστατικά αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο πεζός ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή που έπρεπε και μπορούσε, όπως θα έκανε κάθε άλλος μετρίως συνετός άνθρωπος, κάτω από παρόμοιες με αυτόν συνθήκες και ο οποίος προκειμένου να διασχίσει την ανωτέρω οδό ... (κεντρική οδό και αρκετά μεγάλης κυκλοφορίας για τα δεδομένα της περιοχής), σε σημείο όπου δεν υπάρχουν καθορισμένες διαβάσεις πεζών, κατήλθε στο οδόστρωμα, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει προσεκτικά την κίνηση των οχημάτων, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην κανονική πορεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο εναγόμενος οδηγός και να χτυπηθεί από το εμπρόσθιο αριστερό μέρος αυτού, κατά παράβαση εκ μέρους του πεζού των άρθρων 12 παρ. 1, 38 παρ. 4 του ΚΟΚ και 330 εδ. β’ του ΑΚ. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι κινήθηκε από το δεξιό πεζοδρόμιο της οδού ... προς την τσιμεντένια διαχωριστική νησίδα δηλαδή από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου. Μάλιστα επικαλείται την προσκομιζόμενη έκθεση αυτοψίας της τροχαίας Καισαριανής όπου στην παράγραφο 14 αυτής (αρχική κατεύθυνση οχημάτων ή πεζών) καταγράφεται ότι "ο πεζός διέσχιζε κάθετα την ... από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του οχήματος". Σύμφωνα όμως με την από 30-3-2010 αναφορά του συντάξαντος την έκθεση αυτοψίας αστυφύλακα Π. Κ. η ορθή πορεία του πεζού απεικονίζεται στο σχεδιάγραμμα το οποίο την απεικονίζει από αριστερά προς τα δεξιά ως προς την πορεία του αυτοκινήτου καθώς και το σημείο ακριβώς από το οποίο ο πεζός επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα. Επίσης ο ανωτέρω αστυφύλακας ανέφερε επί λέξει "εκ παραδρομής ανεγράφη αντίθετη πορεία πεζού στην έκθεση αυτοψίας παρ. 14". Επίσης ο ενάγων επικαλείται την από 9-1-2009 προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Ν. Έ. ο οποίος κατέθεσε ότι ο πεζός διέσχισε κάθετα την οδό ... από δεξιά προς τα αριστερά ως προς την πορεία του αυτοκινήτου. Ο μάρτυς όμως αυτός δεν ήταν αυτόπτης αφού το όνομά του δεν αναγράφεται στην σχετική στήλη της έκθεσης αυτοψίας, η δε μαρτυρία του δεν κρίνεται αξιόπιστη. Άλλωστε και ο συντάξας αστυφύλακας Π. Κ. την έκθεση αυτοψίας αν και έλαβε γνώση της από 9-1-2009 προανακριτικής κατάθεσης του τελευταίου στην από 30-3-2010 αναφορά του διορθώνει την έκθεση αυτοψίας περί της πορείας του πεζού και επιβεβαιώνει την πορεία αυτού που απεικονίζεται στο σχεδιάγραμμα. Αντιθέτως ουδεμία υπαιτιότητα για το ατύχημα βαρύνει τον εναγόμενο οδηγό, ο οποίος αποδείχτηκε ότι έβαινε με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα μικρότερη του ανώτατου επιτρεπομένου ορίου των 50 χιλιόμετρων, δεν ήταν δε σε καμία περίπτωση εκτός των ορίων της επιμελείας μέσου συνετού οδηγού, σε θέση να προβεί σε κάποια αποτρεπτική του ατυχήματος ενέργεια, εφόσον ο πεζός κατήλθε αιφνιδίως στο οδόστρωμα, χωρίς να ελέγξει καθόλου αν ερχόταν κάποιο αυτοκίνητο από τα δεξιά του, ούτε μπόρεσε να προβεί σε κάποια αποτρεπτική του ατυχήματος ενέργεια. Τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνάδουν και προς τα λοιπά ευρήματα τα οποία σημειώνονται στην έκθεση αυτοψίας, συγκεκριμένα δε η όχι μεγάλη ταχύτητα του αυτοκινήτου αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο πεζός δεν εκτινάχθηκε σε μεγάλη απόσταση. Τέλος το ότι ο πεζός εντελώς αιφνιδίως κατήλθε στο οδόστρωμα αποδεικνύεται και από τις μικροπαραμορφώσεις στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αμαξώματος του αυτοκινήτου. Επομένως η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του ατυχήματος τον οδηγό του αυτοκινήτου έσφαλε και πρέπει ο σχετικός λόγος της έφεσης του Επικουρικού Κεφαλαίου να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ’ ουσίαν". Και υπό τις ανωτέρω παραδοχές δέχθηκε την έφεση του Επικουρικού Κεφαλαίου εξαφάνισε την εκκαλουμένη και δικάζοντας την υπόθεση απέρριψε την αγωγή.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ. και του Κ.Ο.Κ. εκ πλαγίου με ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης, συνεπώς δε, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα: Α. Ποια ήταν, κατά προσέγγιση, η κανονική για τις περιστάσεις (νυκτερινή ώρα, προσέγγιση ισόπεδου οδικού κόμβου) ταχύτητα, με την οποία διενήργησε την αλλαγή κατεύθυνσης προς τα αριστερά ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος, δοθέντος ότι η αναφορά στην μη υπέρβαση του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου για κατοικημένη περιοχή (50 χ/ω) δεν συνιστά επαρκή αιτιολόγηση για τον χαρακτηρισμό της ταχύτητας, ως κανονικής, ενόψει των ανωτέρω περιστάσεων. Β. Ποιο είναι το πλάτος του ρεύματος κυκλοφορίας προς ... της οδού ..., όπου συνέβη το ατύχημα. Γ. Εάν ο οδηγός του υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου πραγματοποίησε τη στροφή στο κέντρο της διασταύρωσης, ώστε το όχημα να εισέλθει, όπως επιβάλλει το άρθρο 23 παρ. 2 του ΚΟΚ, στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος του τμήματος της οδού ... προς ... ή εάν, αντιθέτως, πραγματοποίησε ανεπίτρεπτα κλειστή στροφή πλησίον του άκρου της αριστερής πλευράς του οδοστρώματος, συνεπώς δε σε πόση απόσταση από τον πεζό το αυτοκίνητο ευθυγραμμίστηκε στην ανωτέρω οδό. Δ. Ποια ήταν η απόσταση που χώριζε τον πεζό από το ζημιογόνο όχημα, όταν αυτός επιχείρησε να διασχίσει το ρεύμα πορείας της οδού ... προς ... και, περαιτέρω, ποια η απόσταση από την οποία ο οδηγός του ως άνω αυτοκινήτου, έχοντας τεταμένη την προσοχή του, μπορούσε να αντιληφθεί την κίνηση του πεζού, ώστε να προβεί σε αποτρεπτική του ατυχήματος ενέργεια (χρήση τροχοπέδης ή αποφευκτικό ελιγμό). Ε. Ποιο ήταν το ακριβές σημείο, όπου έλαβε χώρα η παράσυρση του πεζού, ήτοι η απόσταση του σημείου αυτού από τη διαχωριστική νησίδα. Λόγω των ασαφειών αυτών δεν μπορεί να διαγνωσθεί, εάν ο εν λόγω οδηγός είχε την δυνατότητα να αποφύγει το ατύχημα, είτε με τροχοπέδηση είτε με αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, εφόσον είχε μειώσει, όπως όφειλε, την ταχύτητα του αυτοκινήτου του πλησιάζοντας τον ισόπεδο οδικό κόμβο και είχε διενεργήσει την αλλαγή κατεύθυνσης προς τα αριστερά σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 23 παρ. 2 του ΚΟΚ, συνακόλουθα δε, εάν επέδειξε αμελή συμπεριφορά, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το ένδικο ατύχημα. Επομένως, τα όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τους πρώτο και έκτο λόγους αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κρίνονται βάσιμα και οι λόγοι αυτοί πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών διατυπουμένων με την ένδικη αίτηση λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Το αναιρεσίβλητο πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικό έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία ορίζει στο ποσό των 3.000 ευρώ, ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 5399/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Μονομελές Εφετείο Αθηνών, αποτελούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ