301/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated301/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Β. και συνορεύει Βόρεια με ιδιοκτησία Μ. Λ., νότια με ιδιοκτησία Ε. συζ. Κ. Ζ., ανατολικά ιδιοκτησία Π. Λ. και δυτικά με ιδιοκτησία Δ. Π.. Το επίδικο κατείχαν και ενέμοντο συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου και καλή πίστη έως την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946), ύστερα δε με διάνοια κυρίου οι 1)Π. Ν. προ του έτους 1880 2)Σ.
Full text
Απόφαση 301 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 301/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Α. χήρας Ν. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Τόρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 205/2005 μη οριστική, 103/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 95/2011 οριστική του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 1/11/2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 14/1/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 πανδ. (41.4), 6 πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 πανδ. (Ι8.1) και 7 παρ. 3 πανδ (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνου του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Σύμφωνα δε, με τις διατάξεις των ν. 20, 12 πανδ (5.8) ν. 27 πανδ. (18.1), 10, 15 παρ. 3, 17 και 48 πανδ. (41.3), 3 και 5 παρ. 1 πανδ. (41.10), 109 πανδ. (50.16) και 2 παρ. 7 και 1 πανδ. (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας του άλλου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 " περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι τα δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915, όπως αυτό προκύπτει, αφενός από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου, που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφετέρου του άρθρου 21 ΝΔ Της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", πλήν όμως προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι τις 11.9.1915, για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα.
Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά της 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις . Επί της έκτακτης χρησικτησίας επί δημοσίου κτήματος, που, κατά τα ανωτέρω, συμπληρώθηκε μέχρι και τις 11.9.1915, δεν είχαν εφαρμογή και δεν ασκούν έννομη επιρροή επί της κυριότητας που αποκτήθηκε με αυτή, οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 " περί δασικού κώδικος" και του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του α.ν 1539/1938 και το άρθρο 16 του α.ν 192/1946, και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ 86/1969 "περί δασικού κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι "στα δημόσια εν γένει κτήματα θεωρείται νομέας το Δημόσιο και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής (ΑΠ 2192/2013).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Εξ ετέρου η απόφαση που αναγνωρίζει κυριότητα σε ακίνητο από χρησικτησία για να μην στερείται νόμιμης βάσης και να δημιουργείται έτσι ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της μεταξύ άλλων στοιχείων της χρησικτησίας και τις πράξεις του νομέα ή του δικαιοπαρόχου του, του οποίου τον χρόνο χρησικτησίας προσμετράει στον δικό του, χωρίς να απαιτείται ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας.
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, παραβιάσθηκε ευθέως ή εκ πλαγίου, κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση - κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του, νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς τη διεκδικητική και δη με παράγωγο από αγοραπωλησία και πρωτότυπο από έκτακτη χρησικτησία τρόπο αποκτήσεως κυριότητας αγωγή της αναιρεσίβλητης και τους αρνητικούς ισχυρισμούς του εναγομένου Δημοσίου περί κυριότητάς του σ' αυτό: " Το επίδικο αγροτεμάχιο, επιφάνειας 4606 τ.μ, βρίσκεται στη θέση "Φυτσικό" των ορίων Δολών, της ομώνυμης τέως κοινότητας, δήμου Αβίας Μεσσηνίας, αποτυπώνεται στο από μηνός Δεκεμβρίου 1979 τυπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Θ.
Β. και συνορεύει Βόρεια με ιδιοκτησία Μ. Λ., νότια με ιδιοκτησία Ε. συζ. Κ. Ζ., ανατολικά ιδιοκτησία Π. Λ. και δυτικά με ιδιοκτησία Δ. Π.. Το επίδικο κατείχαν και ενέμοντο συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου και καλή πίστη έως την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946), ύστερα δε με διάνοια κυρίου οι 1)Π. Ν. προ του έτους 1880 2)Σ.
Ν. από το 1880 και έως το 1917 3)Σ. Ν. από το 1917, ήτοι δυνάμει και από της μεταγραφής του υπ'αριθμ..../1917 προικοσυμφώνου του Ειρηνοδίκη Αβίας Παναγιώτη Παναγόπουλου και έως το 1919 4)Θ. Δ. από το 1919, ήτοι δυνάμει και από της μεταγραφής του υπ'αριθμ. .../1919 συμβολαίου του Ειρηνοδειακού γραμματέα Αβίας Βασιλείου Γαλάτη και έως το 1920 5)Μ.
Λ. ή Λ. του Β. από το 1920, ήτοι δυνάμει και από της μεταγραφής του υπ'αριθμ..../1920 συμβολαίου του Ειρηνοδίκη Αβίας Βασιλείου Χαραλάμπους και έως το 1939 6)Π. Λ. Α. του Μ. από το 1939, ήτοι δυνάμει της υπ'αριθμ. .../6-6-1939 δημόσιας διαθήκης του πατρός του Μ. Λ. ή Λ., που συνέταξε ο συμβ/φος Καλαμάτας Ηλίας Ζαφειράκος και δημοσιεύτηκε με το υπ'αριθμ.78/1940 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας και έως το 1978 7)Μ.
Λ. του Π. από το 1978, ήτοι δυνάμει και από της μεταγραφής του υπ'αριθμ..../1978 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβ/φου Αβίας Παναγιώτη Κορκολιάκου και έως το 1980 8)Χ. Κ. από το 1980, ήτοι δυνάμει και από της μεταγραφής του υπ' αριθμ. .../1980 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβ/φου Αβίας και έως το 1993 και 9)ενάγουσα από το 1993, ήτοι δυνάμει και από της μεταγραφής του υπ'αριθμ. .../1993 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβ/φου Αβίας και έως το 1997, που το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο την απέβαλε από αυτό (επίδικο).
Ειδικότερα οι ανωτέρω ενεργούσαν τις πράξεις νομής και κατοχής, που δήλωναν βούληση εξουσιάσεως, χωρίς στην άσκηση αυτών να παρακωλυθούν από τα όργανα του Δημοσίου. Συγκεκριμένα οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας από το 1880 έως το 1940 καλλιεργούσαν το επίδικο με κηπευτικά, συνέτασσαν συμβόλαια και συνέλεγαν τον καρπό από τα υπάρχοντα σαυτό δέκα (10) ελαιόδενδρα, ύστερα δε και έως το 1993 το επόπτευαν, επέβλεπαν, καταμετρούσαν, συνέλεγαν τον ελαιόκαρπο και συνέτασσαν συμβόλαια και σχεδιαγράμματα.
Τέλος η ενάγουσα από το 1993 και έως το 1997 περιέφραξε το επίδικο με σιδηροπασσάλους και συρματόπλεγμα, προέβη σε διάνοιξη δρόμου, συνέλεγε τον ελαιόκαρπο και το καθάριζε από τα άγρια χόρτα. Κατά το χρονικό διάστημα από το 1940 έως το 1993 που το επίδικο δεν εκαλλιεργείτο με κηπευτικά, όπως κατά τον προγενέστερο χρόνο, ανεφύη σαυτό θαμνώδης βλάστηση, η οποία κατά τα έτη 1945, 1965 και 1989 ανήλθε σε ποσοστό 60%.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ενάγουσα έγινε κυρία της επίδικη εδαφικής εκτάσεως με παράγωγο τρόπο, αφού την αγόρασε από αληθινό κύριο δυνάμει συμβολαίου νομίμως μεταγραφέντος κατά τα ως άνω, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), αφού την είχε στη νομή της, με προσμέτρηση του χρόνου χρησικτησίας των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων της, από το 1880.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η επίδικη έκταση ήταν ανέκαθεν δασική πρέπει να απορριφθεί, πρωτίστως, σύμφωνα με τα παραπάνω, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Πέραν τούτου όμως είναι και αλυσιτελής διότι, και με την εκδοχή ότι η επίδικη έκταση ήταν δασική πριν το 1915 και δη κατά τον χρόνο της ισχύος του πιο πάνω βδ της 17-11/1-12-1836, οι απώτατοι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας κατέστησαν κύριοι αυτής, αφού τη νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη για χρονικό διάστημα τριάντα (30) τουλάχιστον ετών πριν από το 1915 κατά τα προεκτεθέντα.
Περαιτέρω, ο χαρακτηρισμός του επιδίκου ως δασικού με την υπ'αριθμ.4027/1997 πράξη του Δασάρχη Καλαμάτας δεν ασκεί καμία εν προκειμένω επιρροή και δη στην κρίση του Δικαστηρίου περί υπάρξεως ιδιωτικού δικαιώματος κυριότητας στο επίδικο (βλ. σχετικά θέματα, Κων.νου Χιώλου, η διαδικασία χαρακτηρισμού των δασών βάσει του αρθρ. 14 του Ν 998/1979 ΝοΒ 52-198 επ).
Απορριπτέοι, τέλος, ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, τυγχάνουν και οι ισχυρισμοί του εναγομένου, ότι είναι "κύριο του επιδίκου δυνάμει της συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως (1823) και των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου (1830), γιατί το επίδικο, ως τμήμα μεγαλύτερης εκτάσεως, ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο, το οποίο κατέλαβε και δήμευσε, αλλιώς σε Τούρκους υπηκόους, που εγκατέλειψαν κατά την επανάσταση του 1821 την Ελληνική Επικράτεια και δεν επανέκαμψαν σαυτήν, ούτε διατήρησαν την ιδιοκτησίας τους".
Εξάλλου το επίδικο, κατεχόμενο με διάνοια κυρίου από τα παραπάνω πρόσωπα από το 1880 και εφεξής δεν αποτέλεσε δημόσια βοσκήσιμη γαία ή λειβάδι, ούτε αδέσποτο, ούτε και νομή του Δημοσίου επ' αυτού αποδείχθηκε". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες περί έκτακτης χρησικτησίας διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, καθώς και τις οικείες του Αστικού Κώδικα (1045, 1051), αφού υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου, κατά τις οποίες παραβιάστηκε το Β.Δ της 17-11/1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών"-άρθρα 1, 2 και 3- τελεί υπό την εσφαλμένη προϋπόθεση ότι με την προσβαλλομένη έγινε δεκτό ότι το επίδικο ήταν δασικό, πράγμα το οποίο και αν είχε συμβεί και πάλι δεν εμποδιζόταν η έκτακτη επ' αυτού χρησικτησία, εφόσον είχε συμπληρωθεί στις 11.9.1915, ενώ δεν υφίσταται υποχρέωση του διαδίκου να επικαλεσθεί και αποδείξει χρησικτησία για χρόνο προγενέστερο του 1885.
Περαιτέρω οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου κατά τις οποίες ο πριν από το 1880 απώτερος δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης Π. Ν., καθώς και οι επόμενοι μέχρι του 1917 ήταν κακόπιστοι νομείς γιατί δεν είχαν νόμιμο τίτλο, ενώ οι μετά το 1917 επικαλούμενοι τίτλοι δεν προσπόριζαν λόγω κακοπιστίας δικαιώματα χρησικτησίας στους επόμενους δικαιοπαρόχους και συνακόλουθα στην αναιρεσίβλητη, είναι απαράδεκτες, γιατί υπό την επίφαση της παραβιάσεως των οικείων περί χρησικτησίας διατάξεων του ΒΡΔ και την μεταγενέστερα ισχυσάντων για τα κτήματα του Δημοσίου νόμων, πλήττουν την ανέλεγκτη, κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, ως προς την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Περαιτέρω έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα της απόκτησης από την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, με την προσμέτρηση στο δικό της, από το 1993, χρόνο χρησικτησίας και εκείνου των δικαιοπαρόχων της και του ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι της είχαν καταστεί κύριοι του επιδίκου κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ, ενώ το Δημόσιο ουδέποτε είχε, επί του επιδίκου αντίστοιχο δικαίωμα, που και αν ακόμη υπήρχε, έστω και αν το επίδικο είχε δασικό χαρακτήρα, καταλύθηκε από την προαναφερθείσα χρησικτησία.
Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα δεύτερος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου κατά τις οποίες δεν προσδιορίζονται ειδικότερα οι πράξεις νομής καθενός από τους δικαιοπαρόχους της αναιρεσίβλητης και ο συγκεκριμένος χρόνος τελέσεως των πράξεων αυτών, είναι απαράδεκτες, αφού, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν απαιτείται για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως ο ημερολογιακός προσδιορισμός των πράξεων νομής μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ ο ισχυρισμός περί της φύσεως του επιδίκου ως δασικού μετά το 1945, ανεξάρτητα από το ότι πλήττει την απόφαση περί την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι αλυσιτελής, αφού η απόκτηση από ιδιωτικό ακίνητο δασικού χαρακτήρα δεν το καθιστά ανεπίδεκτο νομής.
Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ενώ προτείνει τόσο ο λόγος αυτός, όσο και ο πρώτος, είναι απορριπτέοι και ως αλυσιτελείς, αφού το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο επάλληλες αιτιολογίες (απόκτηση κυριότητας παραγώγως με αγοραπωλησία και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία), με την δε αναίρεση δεν πλήττεται η μία από αυτές, με επακόλουθο, οι ερευνώμενοι λόγοι που πλήττουν την άλλη επάλληλη αιτιολογία, να καθίστανται αλυσιτελείς, αφού τυχόν αποδοχή τους δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως, που στηρίζεται, αυτοτελώς, στην μη πληττόμενη επάλληλη αιτιολογία ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας της αναιρεσίβλητης (Ολ ΑΠ 25/2003).
Επειδή από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ'του ΚΠολΔικ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 335 και 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικών ισχυρισμών τους, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, γιατί αντικείμενο αποδείξεως είναι μόνο πραγματικά γεγονότα, που έχουν αυτή την επίδραση στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της (Ολ ΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο, κατά το σχηματισμό της κρίσεώς του περί του χαρακτήρα του επιδίκου ως δασικού, δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία α) την υπ' αριθμ. 4027/1997 πράξη χαρακτηρισμού του Δασαρχείου Καλαμάτας, β) την από 26.11.1998 έκθεση φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών του δασολόγου Σ.
Κ. και την από 28.2.2005 συμπληρωματική έκθεση φωτοερμηνείας της δασολόγου Άννας Στριμπάκου των ετών 1945, 1960, 1965 και 1989 της περιλαμβάνουσας και το επίδικο περιοχής και γ) την κατάθεση της μάρτυρος του αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί αφορά σε απόδειξη αλυσιτελούς ισχυρισμού, ήτοι ισχυρισμού που δεν άσκησε έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθόσον η επίδικη έκταση ανεξάρτητα του αν ήταν δασική ή όχι περιήλθε στην κυριότητα των απώτερων δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης, αφού αυτοί των νεμήθηκαν επί τριάντα τουλάχιστον έτη πριν τις 11.9.1915, ενώ η τυχόν απόκτηση δασικής μορφής από το επίδικο από το 1945 και επέκεινα δεν το καθιστά ανεπίδεκτο χρησικτησίας, ώστε τέτοια παραδοχή να ασκεί οποιαδήποτε επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Τούτο ανεξάρτητα από το ότι από το περιεχόμενο της απόφασης, που αναφέρονται ειδικά στις μαρτυρικές καταθέσεις (φύλλο 4α) και την πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη (φύλλο 5β), καθώς και την παραπομπή της σε όλα " τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα", δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία ότι τα αποδεικτικά αυτά μέσα λήφθηκαν υπόψη.
Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν.3693/1997, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει, μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορριπτέι την από 1.11.2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της Α. χήρας Ν. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 95/2011 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ