301/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1598/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4986/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-3-2013 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated301/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
Full text
Απόφαση 301 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 301/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Α. συζ. Ι. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ασημάκη Ασημακόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Α. του Δ. και 2 Α. Σ. του Μ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλίκη Ιωάννου, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1598/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4986/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-3-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 26-11-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Με το από 1-3-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης κατοικίας η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) εκμίσθωσε στους εναγομένους (και ήδη αναιρεσίβλητους) ένα διαμέρισμα επιφάνειας 190 τ.μ., που βρίσκεται στον πρώτο όροφο της κειμένης επί της οδού ...
αριθ. … στη … οικοδομής, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία των εναγομένων και της οικογένειάς τους. Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε για δύο χρόνια, ήτοι από 1-3-2008 έως 28-2-2010, το δε μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των χιλίων (1000) ευρώ, προκαταβαλλόμενο εντός των δέκα πρώτων ημερών κάθε ημερολογιακού μήνα είτε στην εκμισθώτρια ή τον πληρεξούσιό της, είτε σε συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας, που η τελευταία υπέδειξε στους εναγομένους.
Ωσαύτως, με τον δεύτερο όρο του ως άνω συμφωνητικού ρητώς συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση παρατάσεως της μίσθωσης πέραν της διετίας το μηνιαίο μίσθωμα θα ανερχόταν στο ποσό των 2.500 ευρώ, ενώ με την υπογραφή του ως άνω συμφωνητικού οι εναγόμενοι κατέβαλαν στην ενάγουσα ως εγγύηση το ποσό των 2.000 ευρώ (δηλαδή δύο μηνιαία μισθώματα), το οποίο, σύμφωνα τον υπ' αρ. 3 όρο του συμφωνητικού, καταβλήθηκε προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την αποκατάσταση ζημιών για τις οποίες θα ευθύνονταν οι εναγόμενοι, αλλιώς το εν λόγω ποσό θα υπολογιζόταν ως καταβολή μισθώματος των δύο τελευταίων μηνών της μισθώσεως.
Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής οι εναγόμενοι παρέλαβαν το μίσθιο και το χρησιμοποιούσαν όπως είχε συμφωνηθεί, ενώ μετά τη λήξη της συμβατικής διάρκειας της μισθώσεως εξακολούθησαν να το χρησιμοποιούν, καθόσον η μίσθωση παρατάθηκε σιωπηρά, όπως εκατέρωθεν συνομολογείται, και λύθηκε τελικά στις 26-5-2010, οπότε οι εναγόμενοι παρέδωσαν στην ενάγουσα το μίσθιο και η τελευταία το παρέλαβε με σκοπό τη λύση της μίσθωσης.
Οι εναγόμενοι κατέβαλαν στην ενάγουσα το συμφωνημένο μίσθωμα μέχρι και τον Οκτώβριο του 2009 με την κατάθεση αυτού σε τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας (σχετ. το από 30/5/2011 έγγραφο της Τράπεζας Κύπρου προς τον πρώτο εναγόμενο), ενώ οφείλουν στην ενάγουσα το μίσθωμα των υπολοίπων μέχρι τη λύση της μίσθωσης μηνών, ήτοι από 1-11-2009 έως 26-5-2010, που ανέρχεται στο ποσό των 11.500 ευρώ (ήτοι 1000 ευρώ x 4 μήνες μέχρι και τον Φεβρουάριο 2010 και 2500 x 3 μήνες για τους υπόλοιπους μήνες).
Ωσαύτως, οι εναγόμενοι δεν εξόφλησαν το λογαριασμό της ΕΥΔΑΠ για το νερό που κατανάλωσαν από 10/2 έως 7/5/2010, μολονότι είχαν συμβατική υποχρέωση, σύμφωνα με τον 8° όρο του προαναφερθέντος συμφωνητικού, να καταβάλουν τη δαπάνη κατανάλωσης νερού, η οποία για το προαναφερόμενο διάστημα ανερχόταν στο ποσό των 193 ευρώ, το οποίο κατέβαλε τελικά η ενάγουσα και ως εκ τούτου οφείλουν σ' αυτήν το εν λόγω ποσό.
Όμως, η ενάγουσα οφείλει να επιστρέψει στους εναγομένους το ποσό της εγγύησης, αφού δεν αποδείχθηκε, ούτε η ενάγουσα επικαλείται ότι προκλήθηκαν ζημιές στο μίσθιο και ως εκ τούτου πρέπει το ως άνω ποσό να συμψηφιστεί με το οφειλόμενο στην ενάγουσα ποσό κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως συμψηφισμού των εναγομένων, η οποία (ένσταση) είναι πλήρως ορισμένη.
Περαιτέρω, κατά την υπογραφή του προαναφερομένου ιδιωτικού συμφωνητικού της 1-3-2008 ο πρώτος εναγόμενος εξέδωσε την με αριθμό ... επιταγή ποσού 14.400 ευρώ, πληρωτέα από την Τράπεζα Κύπρου σε διαταγή του, την οποία και μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην ενάγουσα, καθώς και την μεταχρονολογημένη με ημερομηνία εκδόσεως 1-5-2009 με αριθμό ...
επιταγή ποσού 14.400 ευρώ, πληρωτέα σε διαταγή του από την ίδια τράπεζα, την οποία οπισθογράφησε ομοίως στην ενάγουσα, η οποία και εισέπραξε τα παραπάνω ποσά. Αμφότερες οι ως άνω επιταγές εκδόθηκαν και παραδόθηκαν στην ενάγουσα με συμφωνία των διαδίκων, προκειμένου να εξοφληθούν τα μισθώματα του τρίτου έτους της μισθώσεως σε περίπτωση που οι εναγόμενοι παρέμεναν στην χρήση του μισθίου και μετά την παρέλευση της συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης.
Η ενάγουσα, η οποία συνομολογεί την είσπραξη των ποσών των ανωτέρω επιταγών, δεν επικαλείται άλλη αιτία εκδόσεως αυτών (επιταγών) και ως εκ τούτου πρέπει, κατά παραδοχή της ενστάσεως συμψηφισμού των εναγομένων ισόποσης αξίωσής τους να απορριφθεί η ένδικη αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσία (αγωγικές αξιώσεις 11.500 +193 = 11.693 ευρώ - 2000 ευρώ το ποσό της εγγύησης και 9.693 ευρώ από το ποσό των επιταγών), ενώ πρέπει να γίνει δεκτή η ανταγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσία και να υποχρεωθεί η ενάγουσα- αντεναγομένη να καταβάλει στους εναγομένους- αντενάγοντες το ποσό των 19107 ευρώ (14.400 +14400 - 9693), νομιμοτόκως από την άσκηση της ανταγωγής (26-5-2011), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
Α.Κ., δεδομένου ότι η αντεναγομένη κατέστη πλουσιότερη κατά το ως άνω ποσό χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία των αντεναγόντων και ειδικότερα διότι το ως άνω ποσό καταβλήθηκε στην αντεναγομένη ως μίσθωμα για μελλοντική χρήση του μισθίου, που δεν επακολούθησε. Η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία α) δέχθηκε την αγωγή, β) απέρριψε τις ενστάσεις συμψηφισμού και γ) απέρριψε την ανταγωγή, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι- αντενάγοντες με τους λόγους της εφέσεώς τους, γι' αυτό πρέπει κατά παραδοχή τούτων, ως βάσιμων κατ' ουσία, να εξαφανιστεί (αρθρ. 535 § 1 ΚΠολΔ) και στη συνέχεια να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί κατ' ουσία, να απορριφθεί η αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσία και να γίνει δεκτή η ανταγωγή για το ως άνω ποσό.
Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα εκμισθώτρια και με το να δεχθεί τελικά την ένσταση εξόφλησης των αναιρεσιβλήτων με συμψηφισμό ανταπαίτησης και την ανταγωγή τους για την επιστροφή του οφειλόμενου υπολοίπου των δύο επιταγών, που εισπράχθηκε από την αναιρεσείουσα εκμισθώτρια ως μίσθωμα μελλοντικής χρήσης που δεν επακολούθησε ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 416, 440, 904 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την συμψηφιστική εξόφληση των οφειλομένων μισθωμάτων προς την αναιρεσείουσα εκμισθώτρια με το προϊόν των επιταγών, που κατείχε η αναιρεσείουσα έναντι οφειλής μελλοντικών μισθωμάτων, αλλά και με το προϊόν της εγγύησης σε μετρητά, που είχε καταβληθεί στην αναιρεσείουσα εκμισθώτρια κατά την έναρξη αλλά και με το ότι μετά τη λύση της μίσθωσης συναινετικά μεταξύ των διαδίκων η αναιρεσείουσα κατέστη πλουσιότερη κατά το ποσό των 19.107 € που είχε καταβληθεί σ' αυτήν ως μίσθωμα για μελλοντική χρήση του μισθίου που δεν επακολούθησε πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της συμψηφιστικής εξόφλησης της αγωγικής αξίωσης της αναιρεσείουσας για καταβολή οφειλομένων μισθωμάτων, αλλά και της χωρίς νόμιμη αιτία που δεν επακολούθησε αδικαιολογήτως πλουτήσασας αναιρεσείουσας σε βάρος της περιουσίας των αναιρεσιβλήτων μισθωτών και δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας και την παραδοχή της ένστασης συμψηφιστικής εξόφλησης των αναιρεσιβλήτων και της ανταγωγής τους.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον μοναδικό λόγο κατά το ένα μέρος του του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 416, 440, 904 του ΑΚ, τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο κατά το άλλο μέρος του του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα.
Εξ άλλου, ο ίδιος μοναδικός λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του κατά πόσον δηλαδή υπήρξε: 1) συμψηφιστική εξόφληση της ένδικης αγωγικής αξίωσης της αναιρεσείουσας από τα οφειλόμενα μισθώματα και 2) αδικαιολόγητος πλουτισμός της αναιρεσείουσας σε βάρος της περιουσίας των αναιρεσιβλήτων μισθωτών για νόμιμη αιτία που δεν επακολούθησε και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση με το ότι:
α) η αναιρεσείουσα δεν κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη, β) τα χρήματα των επιταγών δεν προέκυψε ότι αφορούσαν προκαταβολή μισθωμάτων για το τρίτο έτος και γ) η περιορισμένη χρονική διάρκεια της μισθώσεως δεν δικαιολογούσε την προκαταβολή μισθωμάτων για το τρίτο έτος είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις προαναφερθείσες ουσιαστικές παραδοχές της με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που κατέθεσαν προτάσεις. (αρθρ.183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-3-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ.4986/2012 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ