301/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated301/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως ο αιγιαλός που χαρακτηρίζεται και από τις διατάξεις των άρθρων 967 και 968 ΑΚ ως κοινόχρηστο δημόσιο κτήμα, αποτελεί φυσική δημόσια κτήση, δηλαδή σε αντίθεση με τα τεχνητά κατασκευάσματα δεν απαιτείται για την ένταξή του στη δημόσια κτήση διοικητική πράξη, αλλά λόγω της ίδιας της φύσης του, είναι δημόσιο κτήμα σύμφωνα με γενική και αφηρημένη επιταγή του νόμου.
Full text
Απόφαση 301 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 301/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Ε. Π., συζ. Ι. Σ., κατοίκου ..., και 2) Α. Ε. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Αλμπανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Γεώργιο Βαμβακίδη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κρ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13/12/2006 και από 21/10/2008 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 230/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 47/2011 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/2/2011 αίτησή τους και τους από 28/1/2012 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 8/10/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής, ως προς την κύρια αγωγή.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 του Α.Ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", που διατηρήθηκε σε ισχύ, με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και εξακολουθεί κατά το άρθρο 34 παρ. 2 του Ν. 2971/2001 να ρυθμίζει τις εκκρεμείς υποθέσεις δηλαδή αυτές για τις οποίες η έκθεση της επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού και της παραλίας με το διάγραμμα της χάραξής τους συντάχθηκαν και εγκρίθηκαν πριν από τη δημοσίευση του νέου νόμου στο ΦΕΚ 285Α/19-12-2001, ο αιγιαλός είναι κοινόχρηστο κτήμα, ανήκει στο Δημόσιο και προστατεύεται και διαχειρίζεται από αυτό, είναι δε αιγιαλός η χερσαία ζώνη, που περιστοιχίζει τη θάλασσα με ανώτατο όριο προς την ξηρά το σημείο μέχρι το οποίο φθάνουν κατά τις συνηθισμένες και όχι έκτακτες αναβάσεις τους τα κύματα τις θάλασσας.
Έτσι η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με τον καθορισμό της οριογραμμής του από την ως άνω επιτροπή κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 2 και 3 του ίδιου α.ν. αφού η διοικητική αυτή επιτροπή, που αρχικά είχε τη σύνθεση του άρθρου 10 του Ν. 1540/1938, διαπιστώνει απλώς και χαράσσει τα όρια του αιγιαλού, όπως η φύση τον δημιούργησε (ΟλΑΠ 24/2000).
Επομένως ο αιγιαλός που χαρακτηρίζεται και από τις διατάξεις των άρθρων 967 και 968 ΑΚ ως κοινόχρηστο δημόσιο κτήμα, αποτελεί φυσική δημόσια κτήση, δηλαδή σε αντίθεση με τα τεχνητά κατασκευάσματα δεν απαιτείται για την ένταξή του στη δημόσια κτήση διοικητική πράξη, αλλά λόγω της ίδιας της φύσης του, είναι δημόσιο κτήμα σύμφωνα με γενική και αφηρημένη επιταγή του νόμου.
Συνεπώς μόνος ο καθορισμός από την παραπάνω διοικητική επιτροπή των ορίων του αιγιαλού δεν καθιστά αυτόματα αιγιαλό το τμήμα γης που δεν έχει τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά δηλαδή δεν είναι έδαφος βρεχόμενο από τις μεγαλύτερες αναβάσεις των θαλάσσιων κυμάτων, αφού διαφορετικά ο κύριος του εδάφους, που κατά πλάνη περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 17 του Συντάγματος, που προστατεύει την ιδιοκτησία, ενόψει ακριβώς της οποίας προστασίας θεσπίσθηκαν όσα διαλαμβάνονται στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 3, του ίδιου α.ν., σύμφωνα με τις οποίες τμήματα ιδιωτικών κτημάτων, τα οποία χαρακτηρίσθηκαν από την επιτροπή ως ανήκοντα στον αιγιαλό, λογίζονται ότι κηρύχθηκαν αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα υπέρ του Δημοσίου συγχρόνως με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της έκθεσης και του διαγράμματος, της ίδιας επιτροπής, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά ως προς τον καθορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως των σχετικών διατάξεων του ΑΝ 1731/1939 και μετέπειτα του ΝΔ/τος 797/1971.
Οι παραπάνω διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 3 του ΑΝ 2344/1940 δεν αντίκεινται στο άρθρο 17 του Συντάγματος, που προστατεύει την ιδιοκτησία ούτε στο άρθρο 20 αυτού, καθόσον με αυτές θεσπίζεται ευθέως η κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για λόγους δημόσιας ωφέλειας δηλαδή για τη δημιουργία του αιγιαλού, η οποία συντελείται με την τήρηση των λοιπών προϋποθέσεων που θέτουν το Σύνταγμα και οι σχετικοί νόμοι για την στέρηση της ιδιοκτησίας, ο δε καθορισμός του αιγιαλού, από τη διοίκηση γίνεται με κριτήρια αντικειμενικά, χωρίς να συνδέεται με υποκειμενική συμπεριφορά των θιγομένων από τη σχετική πράξη, ώστε να συντρέχει υποχρέωση της διοίκησης για προηγούμενη ακρόαση τούτων (ΑΠ 1334/2010).
Περαιτέρω στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2 και 4 του ιδίου α.ν. ορίζεται αντίστοιχα ότι "εις τους κυρίους των κτημάτων τούτων (δηλαδή των ιδιωτικών που χαρακτηρίσθηκαν ως ανήκοντα στον αιγιαλό) και στους αξιούντες οιαδήποτε δίκαια επ' αυτών παρέχεται εξάμηνος προθεσμία από της κατά την παράγραφο 3 του προηγούμενου άρθρου δημοσιεύσεως της εκθέσεως, εντός της οποίας, οφείλουσι να αναγγείλωσι εις τον Υπουργόν των οικονομικών τας αξιώσεις των, υποβάλλοντες και τους τίτλους εφών στηρίζουσι τα αξιούμενα δικαιώματά των" και ότι "παρερχομένης απράκτου της κατά την παράγραφο 2 εξαμήνου προθεσμίας τυχόν εμπράγματα δικαιώματα οιουδήποτε ή αξιώσεις περί αποζημιώσεως μη αναγγελθείσαι εις το Υπουργείο των Οικονομικών αποσβένυνται".
Οι διατάξεις αυτές κατά το μέρος που προβλέπουν απόσβεση των εμπραγμάτων δικαιωμάτων των κυρίων ιδιωτικών κτημάτων, που χαρακτηρίστηκαν από την αρμόδια επιτροπή ως ανήκοντα στον αιγιαλό λόγω μη εμπρόθεσμης αναγγελίας από τους δικαιούχους των αξιώσεών τους προς τον Υπουργό των Οικονομικών, αντίκεινται στην προστατευτική της ιδιοκτησίας διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος.
Η απώλεια της κυριότητας μόνον επειδή δεν έγινε αναγγελία στη διοικητική αρχή και δεν προσήχθησαν σ' αυτήν τίτλοι ιδιοκτησίας δεν είναι σύμφωνη με την παραπάνω συνταγματική διάταξη, που προστατεύει την ιδιοκτησία. Η απώλεια αυτή μπορεί να επέλθει μετά την τήρηση της διαδικασίας που θέτει το Σύνταγμα και οι σχετικοί νόμοι για τη στέρηση της ιδιοκτησίας.
Συνεπώς οι διατάξεις του άρθρου 4 παρ.2 και 4 του α.ν. 2344/1940 παραβιάζουν το άρθρο 17 του Συντάγματος και για το λόγο αυτό είναι ανίσχυρες και δεν παράγουν έννομες συνέπειες (ΑΠ 573/2008, 481/2008). Εξάλλου με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το Ν.Δ/γμα 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει δικαίωμα στο σεβασμό της περιουσίας του.
Κανένας δεν επιτρέπεται να στερηθεί της περιουσίας του, παρά μόνο για λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και από τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα που έχουν τα κράτη να θεσπίζουν και εφαρμόζουν τις διατάξεις που θεωρούν αναγκαίες για τον έλεγχο και τη ρύθμιση της χρήσης της ιδιοκτησίας (αγαθών) σύμφωνα με το γενικό συμφέρον ή για να εξασφαλίσουν την πληρωμή των φόρων ή άλλων εισφορών ή κυρώσεων ή προστίμων.
Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως (ΟλΑΠ 40/1998). Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ.
υπάρχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε απαράδεκτο από το δικονομικό δίκαιο δηλαδή σε απαράδεκτο που ανάγεται στη διαδικασία, που είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων και όχι σε ουσιαστικό απαράδεκτο (ΟλΑΠ 12/2000, 1/1999). Κατά δε το άρθρο 559 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.
αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ ήταν εφαρμοστέος στη συγκεκριμένη περίπτωση με βάση τις παραδοχές του ή εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που με βάση τις ίδιες παραδοχές δεν έπρεπε να εφαρμόσει.
Εξάλλου όταν προβάλλεται αιτίαση και εκτίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα όλα τα αναγκαία περιστατικά, ο Άρειος Πάγος εκτιμώντας το δικόγραφο υπάγει αυτεπαγγέλτως αυτά στον προσήκοντα λόγο αναιρέσεως, έστω και αν από τον αναιρεσείοντα γίνεται εσφαλμένα επίκληση της σχετικής διάταξης από το 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 648/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο αφού συνεκδίκασε την κύρια και επικουρική αγωγή (που ασκήθηκε με ίδιο δικόγραφο για την περίπτωση απόρριψης της κύριας αγωγής) των τελευταίων κατά του αναιρεσίβλητου, με τις οποίες ζητούσαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, δικαίωμα το οποίο απέκτησαν κατά την κύρια αγωγή με παράγωγο τρόπο αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και κατά την επικουρική αγωγή, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3127/2003, ενόψει της αμφισβήτησης του δικαιώματος αυτού από το αναιρεσίβλητο, απέρριψε τις αγωγές ως απαράδεκτες.
Ειδικότερα απέρριψε ως απαράδεκτη την κύρια αγωγή, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων για την άσκηση αυτής επειδή αποσβέσθηκε το δικαίωμα της συγκυριότητάς τους λόγω μη αναγγελίας αυτού στον Υπουργό των Οικονομικών εντός της ανατρεπτικής προθεσμίας των έξη μηνών από την δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης του Νομάρχη και της έκθεσης της επιτροπής και του διαγράμματος που χαρακτηρίζει τμήματα του επιδίκου ακινήτου, ως ανήκοντα στον αιγιαλό και στον παλαιό αιγιαλό, κατ' αποδοχή ένστασης του αναιρεσίβλητου από το άρθρο 4 του α.
ν. 2344/1940. Με την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο έκρινε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο της εφέσεως με τον οποίο οι αναιρεσείοντες παραπονούνταν για το ότι εσφαλμένως εφάρμοσε την παραπάνω διάταξη το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στην οποία στήριξε το απορριπτικό της κύριας αγωγής πόρισμά του, ως αντισυνταγματική και αντικείμενη στο άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Η κρίση αυτή του Εφετείου πλήττεται με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης επειδή παρά το νόμο η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως απαράδεκτη την κύρια αγωγή με την προαναφερόμενη αιτιολογία, ενώ έπρεπε να μην εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ.2 και 4 του α.ν. 2344/1940, που προβλέπουν απόσβεση των εμπραγμάτων δικαιωμάτων των κυρίων ιδιωτικών κτημάτων, που χαρακτηρίσθηκαν από την αρμόδια επιτροπή ως ανήκοντα στον αιγιαλό, λόγω μη εμπρόθεσμης αναγγελίας από τους δικαιούχους των αξιώσεών τους προς τον Υπουργό των Οικονομικών, οι οποίες (κατά την παραπάνω αιτίαση) έρχονται σε αντίθεση προς τις διατάξεις των άρθρων 17 και 20 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ από τις οποίες συνάγεται ότι δεν είναι συνταγματικώς ανεκτή η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 παρ.2 και 4 του ΑΝ. 2344/1940 και αντίκειται στο άρθρο 1 του παραπάνω πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Με το λόγο αυτό, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. στον οποίο και αυτός αληθώς στηρίζεται και όχι στον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, όπως διαλαμβάνεται στην αίτηση αναιρέσεως, καθ' όσον η απόρριψη της αγωγής με την προαναφερόμενη αιτιολογία αφορά ουσιαστικό και όχι δικονομικό απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι βάσιμος σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, καθ' όσον πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων προσκρούει στην προστατευτική της ιδιοκτησίας διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος και αντίκειται στο άρθρο 1 του παραπάνω πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και δεν έπρεπε να εφαρμόσει αυτές το δικαστήριο της ουσίας, υπέπεσε δε στην πλημμέλεια του αρ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
με την εφαρμογή τους. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που προβάλλεται αιτίαση για τη μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 4 - παρ.2 και 4 του α.ν. 2344/1940 ως αντικείμενης στο άρθρο 20 του Συντάγματος, είναι αβάσιμος σύμφωνα με τα προεκτεθέντα καθ' όσον η σχετική πράξη της παραπάνω επιτροπής για τον καθορισμό της οριογραμμής του αιγιαλού αποτελεί μεν ατομική διοικητική πράξη γενικού περιεχομένου (ΣΤΕ 1733/1986, 1598/1990), όμως ενόψει του ότι η ενέργεια αυτή της διοίκησης γίνεται με αντικειμενικά κριτήρια, χωρίς να συνδέεται με υποκειμενική συμπεριφορά των θιγομένων από τη σχετική πράξη, δεν συντρέχει υποχρέωση της διοίκησης για προηγούμενη ακρόαση τούτων.
Κατ' ακολουθίαν τούτων παρέλκει η έρευνα των προσθέτων λόγων της αναίρεσης, που αφορούν στην κύρια αγωγή. Περαιτέρω με το άρθρο 4 παρ.1 και 2 του Ν. 3127/2003 ορίζονται τα εξής: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλης ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον, α) νέμεται μέχρι τη έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, εκτός αν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή β) νέμεται μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα, τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ. 2. Οι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ.
Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2000 τ.μ. οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα, που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή". Περαιτέρω το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 8 του α.ν. 1539/1938, ορίζει ότι: "οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εκτός της νομής, εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξάρτητα, αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει πριν υποβάλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο, κατά τις κείμενες διατάξεις δικαστήριο, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση όπου κείται το ακίνητο και τα όριά του, μετά τοπογραφικού διαγράμματος, συνταγμένου από μηχανικό και τους τίτλους στους οποίους στηρίζει το δικαίωμά του, ως και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση κατοικίας των μαρτύρων, οι οποίοι μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού", καθώς και ότι: "αγωγή που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία, κηρύσσεται απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο".
Είναι προφανές ότι με το άρθρο αυτό, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του ίδιου νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 28 αυτού) την 30-7-1999 (ΦΕΚ Α 154/99) καθιερώνεται, κατά τροποποίηση της σχετικής ρυθμίσεως του άρθρου 8 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938, η τήρηση της προδικασίας της αιτήσεως θεραπείας, πριν από την άσκηση οποιασδήποτε κατά του Δημοσίου διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής, ανεξαρτήτως αν το ακίνητο κατέχεται ή όχι από το Δημόσιο.
Η νέα αυτή νομοθετική ρύθμιση εναρμονίζεται, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου, πληρέστερα από την συνταγματικώς επιβαλλόμενη προστασία των δασών και του περιβάλλοντος γενικότερα. Η τήρηση της διοικητικής αυτής προδικασίας, που αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της σχετικής αγωγής, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης και απαιτείται όχι μόνον εφόσον το ακίνητο κατέχεται από το Δημόσιο, όπως γινόταν δεκτή υπό το προηγούμενο καθεστώς.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε ως απαράδεκτη την επικουρική αγωγή, επειδή δεν τήρησαν οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες) την υποχρεωτική προδικασία του άρθρου 24 του Ν. 2732/1999, κρίνοντας αβάσιμο το σχετικό λόγο της έφεσης των τελευταίων, με το οποίο παραπονούνταν ότι εσφαλμένως κρίθηκε πρωτοδίκως ότι έπρεπε να τηρήσουν την προδικασία αυτή, αφού είχαν προς τούτο εμπροθέσμως προσφύγει με σχετική αίτηση θεραπείας, όπως ορίζει το παραπάνω άρθρο, πριν από την άσκηση της κύριας αγωγής και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την αίτηση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που με την ίδια αιτιολογία είχε απορρίψει την επικουρική αγωγή.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον έπρεπε να τηρηθεί η προαναφερόμενη προδικασία και για την επικουρική αγωγή, η εξέταση της οποίας τελούσε υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας, η οποία (επικουρική) στηριζόταν σε άλλη βάση κτήσης του επιδίκου ουσιαστικού δικαιώματος από εκείνη της κύριας αγωγής (παράγωγος τρόπος και έκτακτη χρησικτησία) και ειδικότερα στηριζόταν στη συνδρομή των προϋποθέσεων του Ν. 3127/2003 για την κτήση κυριότητας, για τις οποίες στην προκειμένη περίπτωση δεν τελεί σε γνώση το αναιρεσίβλητο και δεν παρέχεται σ' αυτό η δυνατότητα αξιολόγησης και σχολιασμού στοιχείων προς τούτο προσκομισθέντων από τους αναιρεσείοντες και η ευχέρεια συλλογής από αυτό αποδεικτικού υλικού για τον ίδιο λόγο.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον κατά το προαναφερόμενο μέρος κατά το οποίο έγινε δεκτός ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος, που αφορά την κύρια αγωγή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Το αναιρεσίβλητο, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ.1 και 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987 και της Υ.Α. 134.423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 47/2011 απόφαση του Εφετείου Κρήτης κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, στο Εφετείο Κρήτης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ