Legislator Case Law & Legislation
301/2010 AI generated

301/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 301/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Το Εφετείο παραβίασε τις εφαρμοσθείσες διατάξεις, των άρθρων 2 παρ. 2, 24α του Γ.Κ.Π. - ΟΤΕ, 13 του νόμου 2190/1994, 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, για την παραβίαση των οποίων πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως ο λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Legislator headnote

AI generated

301/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
unemployment due to technical progress fixed-term work duration of incapacity long-term unemployment temporary layoff arrangement of working time
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 301 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Το Εφετείο παραβίασε τις εφαρμοσθείσες διατάξεις, των άρθρων 2 παρ. 2, 24α του Γ.Κ.Π. - ΟΤΕ, 13 του νόμου 2190/1994, 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, για την παραβίαση των οποίων πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως ο λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Αριθμός 301/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΤΕ) , που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου - Πηλιχού, η οποία δήλωσε ότι η αναιρεσείουσα παραιτείται από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ως προς τους 1η, 2ο, 3ο, 4ο, 8η, 9ο, 10ο, 11ο, 14ο, 15ο, 18ο και 20ο των υπό στοιχ. Α' αναιρεσιβλήτων.

Α' Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ5, κατοίκων (1ης - 5ου) ..., 6) Ψ6, 7) Ψ7, 8) Ψ8, 9) Ψ9, 10) Ψ10, 11) Ψ11, 12) Ψ12, 13) Ψ13, 14) Ψ14, 15) Ψ15, 16) Ψ16, 17) Ψ17, 18) Ψ18, 19) Ψ19, 20) Ψ20, 21) Ψ21, 22) Ψ22, 23) Ψ23, 24) Ψ24, 25) Ψ25, 26) Ψ26, 27) Ψ27, 28) Ψ28 και 29) Ψ29, κατοίκων (7ης - 29ου) ... . Οι 12ος, 16ος, 17ος, 21ος, 22ος, 23ος, 24ος, 26ος, 27ος και 29ος εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Μαργετίνα Στεφανάτου και Αντώνιο Ρουπακιώτη, οι οποίοι δήλωσαν ότι ο 6ος αναιρεσίβλητος Ψ6 απεβίωσε στις 23-12-2005 και κληρονομήθηκε από τους ..., κάτοικο ..., ..., κάτοικο ... και ..., κάτοικο ..., που συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και παρίστανται μετά αυτών. Οι 5ος, 7η, 13ος, 19ος, 25ος και 28ος των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Β' Της αναιρεσίβλητης: Πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΟΤΕ" (ΠΕΤ - ΟΤΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2004 αγωγή των ήδη υπό στοιχ. Α' αναιρεσιβλήτων και του ..., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2292/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 2509/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-6-2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 13-12-2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρου Νικάκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297, 573 παρ. 1 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης, χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεση του αναιρεσιβλήτου. Στην προκείμενη περίπτωση η εκπροσωπήσασα την αναιρεσείουσα δικηγόρος, έχουσα την προς τούτο ειδική πληρεξουσιότητα, δήλωσε και η σχετική δήλωση καταχωρίστηκε στα πρακτικά, ότι αυτή παραιτείται από το δικόγραφο της κρινόμενης αναίρεσης, ως προς τους αναιρεσίβλητους πρώτη, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, όγδοη, ένατο, δέκατο, ενδέκατο, δέκατο τέταρτο, δέκατο πέμπτο, δέκατο όγδοο και εικοστό. Η δήλωση παραίτησης, αφού έγινε σύμφωνα προς τις διατάξεις που μνημονεύονται στην αρχή της παραγράφου, επέφερε τα αποτελέσματά της και πρέπει να θεωρηθεί η αναίρεση ως μη ασκηθείσα καθόσον αφορά τους παραπάνω αναιρεσίβλητους, να καταργηθεί δε η δίκη ως προς αυτούς.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ.α, 287 παρ. 1 και 290 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί άμεση συζήτηση της υποθέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη .../21-8-2007 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Δήμου Καισαριανής, την 23-12-2005, δηλαδή πριν την άσκηση της αναιρέσεως, απεβίωσε ο αναιρεσίβλητος ..., ο οποίος, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δημάρχου Δήμου ...

και δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του ... και τα τέκνα του ... και ... . Επομένως, αυτοί, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος (άρθρα 1710, 1813, 1820 και 1846 ΑΚ) , νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως την, λόγω θανάτου εκείνου, βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια επανάληψη της.

Πρέπει να σημειωθεί, ότι η κρινόμενη αναίρεση απευθύνθηκε κατά αποβιώσαντος, το θάνατο του οποίου όμως δεν γνώριζε η αναιρεσείουσα και συνεπώς δεν είναι άκυρη, η δε συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εφόσον αυτοί εμφανίστηκαν κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτήν στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου, δήλωσαν την εκούσια επανάληψη της και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς.

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ. .../31-10-2007, .../31-10-2007, .../2-11-2007, .../31-10-2007, .../31-10-2007, .../30-10-2007 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθήνας ... και .../1-11-2007 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κορίνθου ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 8-1-2008, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την δικάσιμο της 4-11-2008, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στους αναιρεσίβλητους Ψ5, Ψ7, Ψ13, Ψ19, Ψ25 και Ψ28 και την προσθέτως υπέρ των αναιρεσιβλήτων παρεμβάσα, Πρωτοβάθμια Συνδικαλιστική Οργάνωση με την επωνυμία Πανελήνια Ένωση Τεχνικών ΟΤΕ (ΠΕΤ-ΟΤΕ).

Κατά τη δικάσιμο αυτή η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε, με την παρουσία των παραπάνω αναιρεσιβλήτων, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, μη απαιτουμένης νέας κλήσεως (άρθρο 226 παρ. 4 εδαφ. β, γ και 575 εδαφ. β' ΚΠολΔ). Επομένως, εφ' όσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλαν την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920, συνάγεται ότι: α) Σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου είναι εκείνη στην οποία οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ρητώς ή σιωπηρώς ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.

β) Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητώς ή σιωπηρώς έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου. Εξάλλου, ορίζεται:α) στο άρθρο 671 του ΑΚ ότι "η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης" και β) στο άρθρο 8 παρ. 1 εδ.

γ' του ν. 2112/1920 ότι "οι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Οι διατάξεις όμως αυτές (των άρθρων 671 του ΑΚ και 8 παρ. 1 εδ. γ' του ν. 2112/1920) δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση καταρτίσεως αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν αυτές δικαιολογούνται από κάποιο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι και εκείνος κατά τον οποίο η σύναψη συμβάσεως για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 24 του Γ.Κ.Π.-Ο.Τ.Ε., που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 εδ. στ' του Α.Ν. 301/1968, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 568/8-9-1969 και κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ.1 του ν.δ.165/1973, προκύπτει ότι το έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται δια συμβάσεως ορισμένου είτε αορίστου χρόνου. Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 24 α του Γ.Κ.Π.-Ο.Τ.Ε.

που τέθηκε σε ισχύ µε την 95917/1989 απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εργασίας και Επικοινωνιών (ΦΕΚ 747 Β της 9.10.1989) από την οποία προκύπτει, ότι δεν επιτρέπεται η πρόσληψη έκτακτου προσωπικού για την εκτέλεση έργου οιουδήποτε κλάδου ή ειδικότητας µε σύμβαση αορίστου χρόνου (παρ. 1), ότι ειδικά για την εκτέλεση έργου των λοιπών κλάδων και ειδικοτήτων (πλην των κλάδων Διοικητικού- Εκμεταλλεύσεως Οικονομικού και Τεχνικού) και για την εκτέλεση ειδικού έργου των εξαιρούμενων κλάδων, εφ' όσον πρόκειται για κάλυψη πρόσκαιρων ή εποχιακών αναγκών, επιτρέπεται η πρόσληψη εκτάκτου προσωπικού, µε σύμβαση ορισμένου χρόνου η οποία δεν επιτρέπεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου (παρ. 3) .

Για το προσωπικό αυτό, εκτός από τις διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και οι διατάξεις αυτές της εκτός του κανονισμού κειμένης νομοθεσίας (παρ. 5), ως τέτοια δε νοείται η νομοθεσία η σχετική µε τις προσλήψεις που διέπει τον Δημόσιο Τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται από το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 1286/1982, που τροποποιήθηκε μεταγενέστερα µε το άρθρο 14 του ν. 2190/1994, ήτοι η περιλαμβανομένη στο ν. 1735/1987 "προσλήψεις στο Δημόσιο τομέα κλπ".

Ειδικότερα από το άρθρο 13 του νόμου αυτού προκύπτει ότι για όλους τους φορείς του Δημοσίου τομέα ο χρόνος διαρκείας της σύμβασης εργασίας του προσωπικού που προσλαμβάνεται για κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών ορίζεται κατ' ανώτατο όριο σε ένα έτος, που μπορεί να παραταθεί για ένα ακόμη το πολύ έτος (παρ. 6). Μετά τη λήξη του πιο πάνω χρόνου απασχόλησης η σύμβαση λύεται αυτοδικαίως και το προσωπικό αποχωρεί από την υπηρεσία χωρίς καμιά αποζημίωση και χωρίς καμιά διατύπωση.

Οποιαδήποτε παράταση της αρχικής σύμβασης ή ανανέωση µε σύναψη νέας σύμβασης πέρα από το ανώτατο κατά περίπτωση χρονικό όριο απασχόλησης απαγορεύεται και οι Προϊστάμενοι των υπηρεσιών ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των παραπάνω παραγράφων διώκονται ποινικά για παράβαση καθήκοντος.

Άρα αφού οι συμβάσεις του προσωπικού που προσλαμβάνεται στο δημόσιο τομέα για κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών, στο οποίο περιλαμβάνεται και το έκτακτο προσωπικό του Ο.Τ.Ε., (άρθρα 24 και 24α Γ.Κ.Π.-Ο.Τ.Ε.), που προσλήφθηκε μετά την ισχύ του ν. 1735/1987, είναι πάντοτε ορισμένου χρόνου, κατ' επιταγή του νόμου, δεν έχουν εφαρμογή σ' αυτές οι διατάξεις του άρθρου 8 ν. 2112/1920, που προβλέπει ότι σε περίπτωση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έχει εφαρμογή ο ν. 2112/1920, αν ο καθορισμός της διαρκείας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκοπίμως για καταστρατήγηση των διατάξεων του, ούτε η διάταξη του άρθρου 671 Α.Κ., κατά την οποία η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο, λογίζεται ότι ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της, ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία του, χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης.

Εξάλλου µε την οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, µε τις διατάξεις της οποίας τα κράτη-µέλη όφειλαν μέχρι στις 10.7.2001 να προσαρμόσουν τις εθνικές νομοθεσίες τους και ειδικότερα µε τη ρήτρα 5 της Οδηγίας αυτής, που αφορά τα ληπτέα νομοθετικά μέτρα, για την αποτροπή της καταχρήσεως που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου προβλέπεται: 1) να προσδιορισθούν:

α) οι αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούν την ανανέωση συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) η μεγίστη συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, 2) να καθοριστεί, όταν χρειάζεται από ποίες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου α) θεωρούνται "διαδοχικές", β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.

Η παραπάνω οδηγία, ως εκ της μορφής των αναφερθεισών διατάξεών της, δεν παρέχει δυνατότητα αμέσου επικλήσεως των διατάξεων αυτών, λόγω µη έγκαιρης μετεγγραφής της Οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη μέχρι 10.7.2001 και σε κάθε περίπτωση μέχρι 10.7.2002, ούτε επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου και δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, κατ' επιταγή αυτής (σχετ.

Ολ. ΑΠ 20/2007) . Περαιτέρω στο π.δ. 81 της 27-3/2-4-2003 ("ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου"), που, κατά το άρθρο του 1, εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου και του οποίου π.

δ/τος η ισχύς, σύμφωνα με το άρθρο 9, άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003) , ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής που ενδιαφέρουν εδώ :α) Στο άρθρο του 2 παρ. 1, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του π.δ. 180/2004, ότι "με την επιφύλαξη των οριζόμενων στο άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004 ..., το παρόν Προεδρικό Διάταγμα εφαρμόζεται στους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, λαμβανομένων και των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γ' αυτού", με την οποία διάταξη (του άρθρου 3 περ.

γ' του π.δ. 164/2004) ορίζεται ότι "δημόσιος τομέας" (για την εφαρμογή του τελευταίου π.δ/τος) νοείται ο οριοθετούμενος από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων σε κάθε περίπτωση από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών, που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003.

Τέτοια ανώνυμη εταιρεία, η οποία, ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. γ' αυτού, υπαγόμενη έτσι στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003, αποτελεί και η αναιρεσείουσα (ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (Ο.Τ.Ε.) .

β) Στο άρθρο του 5, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του π.δ. 180/2004, ότι "1. η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως: Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση, ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός ... 3.

Σε περίπτωση που η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα δύο (2) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αόριστου χρόνου.

Αν στο χρονικό διάστημα των δύο ετών ο αριθμός των ανανεώσεων των σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3) τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Το βάρος της ανταπόδειξης σε κάθε περίπτωση φέρει ο εργοδότης. 4. "Διαδοχικές" θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε (45) ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες ημέρες...5.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος". Γ) Στο άρθρο του 8Α, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 180/2004 ότι "1. στις διαδοχικές συμβάσεις, που είναι ενεργές ως την έναρξη ισχύος του παρόντος Διατάγματος και έχουν συναφθεί με φορείς που ανήκαν ή ανήκουν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 ...

ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν και οι οποίοι κατά την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004 ... ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, όπως ήταν και η αναιρεσείουσα (ΑΠ 80/2000), έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 11 του ως άνω Π.Δ. ...". Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 3302/2004 ορίστηκε ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 8Α του Π.Δ. 81/2003(ΦΕΚ 77 Α'), όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 του ΠΔ 180/2004 (ΦΕΚ 160 Α') , επί των κρίσεων των διοικητικών συμβουλίων των κατά περίπτωσιν ανωνύμων εταιρειών, με τις οποίες κρίνονται οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων αναφορικά με τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της υπαγωγής τους στη διάταξη αυτή, έχει εφαρμογή και η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004(ΦΕΚ 134 Α').

Εξάλλου, με το άρθρο 5 του ως άνω π.δ. 180/2004 ορίστηκε ότι η ισχύς του προεδρικού αυτού διατάγματος, αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις, αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (23-8-2004) . Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004 ορίζονται τα εξής: "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις :α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.

β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση ... γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός.

δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση ... 2.

Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο(2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποίο προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.

Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό, κατά την κείμενη νομοθεσία.

Στις δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις αρμόδιο όργανο είναι, σε κάθε περίπτωση, το Δημοτικό ή Κοινοτικό Συμβούλιο του οικείου Ο.Τ.Α, ύστερα από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου ή του διοικούντος οργάνου της επιχείρησης. Το κατά τα ανωτέρω αρμόδιο όργανο κρίνει περαιτέρω εάν στις συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις, υποκρύπτεται σχέση εξαρτημένης εργασίας.

Η κατά τις άνω διατάξεις κρίση του αρμόδιου οργάνου ολοκληρώνεται το αργότερο εντός πέντε(5) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος. 3. Οι κατά την παρ.2 κρίσεις των αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) , το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων ...".

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε ανέλεγκτα τα εξής: Oι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν κατά το μήνα Μάϊο του έτους 2002 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα σε εκτέλεση σχετικής ειδικής απόφασης της Δ/νσης Διοίκησης και Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναµικού της κατ' εφαρµογή του άρθρου 2 παρ. 2 του Γενικού Κανονισµού Προσωπικού ΟΤΕ περί πρόσληψης έκτακτου ηροσωπικού.

Η πρόσληψη των εφεσιβλήτων έγινε για να καλύψουν, όπως τουλάχιστον αναφέρθηκε αρχικά, έκτακτες και εποχιακές ανάγκες των Τεχνικών Υπηρεσιών της εκκαλούσας. Για τον λόγο αυτό υπέγραψαν ο καθένας από αυτούς οκτάµηνη σύµβαση εργασίας ορισµένου χρόνου. Παρά το γεγονός όµως ότι προσελήφθησαν ως εργάτες από την αρχή της πρόσληψης τους εκτελούσαν εξειδικευµένη εργασία στις Τεχνικές Υπηρεσίες και απασχολήθηκαν ως τεχνικό διοικητικό προσωπικό των Διευθύνσεων.

Μετά την πάροδο του οχταµήνου και την λήξη τους οι ανωτέρω οκτάµηνες συµβάσεις των εφεσίβλητων ανανεώθηκαν επί ένα ακόµη οκτάµηνο, µετά την πάροδο του οποίου ανανεώθηκαν εκ νέου για έξι µήνες ήτοι µέχρι την συµπλήρωση 22 µηνών. Έτσι, µετά την πάροδο και της τελευταίας εξάµηνης διάρκειας της σύµβασής τους η εκκαλούσα-αναιρεσίβλητη έπαυσε να αποδέχεται την εργασία τους.

Ανεξάρτητα δε από τον προσχηµατικό χαρακτηρισµό, που προφανώς σκόπιµα έδωσε η εκκαλούσα στις ένδικες συµβάσεις των αντιδίκων της ως ορισµένου χρόνου, από την φύση και την λειτουργία της εργασιακής τους σχέσης αναδεικνύεται η πραγµατική υφή της σύµβασής τους καθώς και η βούληση των συµβαλλοµένων µερών, να υπάρχει δηλ.

και να λειτουργεί µεταξύ τους µια ενιαία σύµβαση εργασίας µε όλα τα χαρακτηριστικά της σύµβασης εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου για την κάλυψη πάγιων, µόνιµων και διαρκών αναγκών των Τεχνικών Υπηρεσιών του ΟΤΕ. Η κάλυψη των µόνιµων, πάγιων και διαρκών αναγκών των Τεχνικών Υπηρεσιών του ΟΤΕ ανταποκρίνεται στις πραγµατικές συνθήκες απασχόλησής τους.

Από την πρώτη στιγµή της πρόσληψής τους οι εφεσίβλητοι παρείχαν εξειδικευµένες, βάσει της προαναφερθείσας επαγγελµατικής τους ειδικότητας, υπηρεσίες ως τεχνικό προσωπικό, υπό τους ίδιους όρους και συνθήκες µε το µόνιµο προσωπικό της εκκαλούσας και αναφερόταν ως προσωπικό της, χωρίς καµιά διάκριση, µαζί µε το µόνιµο προσωπικό της στα Προγράµµατα εργασίας που οι Υπηρεσίες της καθόριζαν.

Έτσι οι ένδικες συµβάσεις είχαν από την αρχή όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, γιατί ουδεμία εποχικότητα ή έκτακτη ανάγκη υπήρχε στη φύση και το περιεχόμενο της παρεχομένης εργασίας τους. Ανεξάρτητα επομένως εάν προσλήφθηκαν με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου διαρκώς ανανεούμενες από το έτος 2002 και μετά, ως δήθεν έκτακτο προσωπικό κάλυψαν πάγιες, μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του ΟΤΕ.

Ο χρονικός περιορισμός των αλλεπάλληλων διαδοχικών συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων δεν δικαιολογούνταν από λόγους αντικειμενικούς, από την εποχικότητα των έργων της αναιρεσείουσας, ούτε από τη φύση των υπηρεσιών που παρείχαν οι αναιρεσίβλητοι, ούτε υπαγορεύτηκε από κάποιο ειδικό λόγο, αναγόμενο στις συνθήκες λειτουργίας των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος.

Επομένως οι ανωτέρω συμβάσεις συνήφθησαν με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του ν. 2112/1920, ως προς τον καθορισµό ορισµένης διάρκειας, συνιστούν ενιαία σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνεχίζει να υφίσταται και µετά τη συµφωνηµένη λήξη τους, κατ' εφαρµογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και της ρήτρας 5 παρ. 1 του παραρτήµατος της οδηγίας 1999/70/ΕΚ, µη εφαρµοζοµένων στην περίπτωση αυτή των απαγορεύσεων που επιβάλλουν ο ν. 2190/1994 και το άρθρο 24α του Γ.Κ.Π.-Ο.Τ.Ε.

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία αναγνώρισε, ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονταν µε την αναιρεσείουσα µε µία ενιαία σύµβαση αορίστου χρόνου και υποχρέωσε την τελευταία να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και να τους καταβάλει τις µηνιαίες αποδοχές τους.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω διατάξεις, των άρθρων 2 παρ. 2,24α του Γ.Κ.Π.-ΟΤΕ, 13 του νόμου 2190/1994,8 παρ.3 του ν. 2112/1920 και 5 παρ.1 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, για την παραβίαση των οποίων πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, με το να κρίνει, όπως πιο πάνω αναφέρεται, παραβίασε τις ως άνω διατάξεις, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη κατά το μέρος που αναφέρεται στους αναιρεσίβλητους 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4, 5) Ψ8, 6) Ψ9, 7) Ψ10, 8) Ψ11, 9) Ψ14, 10) Ψ15, 11) Ψ18 και 12) Ψ20.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2509/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους παραπάνω αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ