Supreme Court dismisses appeal on fraud grounds, ruling evidence of non-payment was not material to contract validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Church's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding a property sale contract. The appellant argued the contract was voidable due to fraud, citing the seller's prior written complaints about non-payment as proof of deception. The court held that these complaints were merely arguments supporting the fraud claim rather than evidence of a fraudulent misrepresentation, and thus did not materially alter the contract's content.
Legislator headnote
AI generatedArticles 147, 416 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A claim of fraud requires proof of a deliberate misrepresentation that induced the other party's consent; mere assertions of non-payment or prior complaints do not constitute material falsification of the contract's content.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 301 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 301/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : "ΕΝΟΡΙΑΚΟΥ ΦΙΛΟΠΤΩΧΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ" του Ιερού Ναού ..... (ΑΤΤΙΚΗΣ), νομίμως εκπροσωπουμένου δια του ΓΕΝΙΚΟΥ ΦΙΛΟΠΤΩΧΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗΣ ΑΘΗΝΩΝ, που εδρεύει στην Αθήνα, ως νόμιμου κληρονόμου της αποβιωσάσης ενάγουσας Χ1, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Φασούλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης : ..... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Φυκήρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2001 αγωγή της αρχικής ενάγουσας Χ1, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 7322/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6673/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 17 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 20 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ, όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βούλησης έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως απάτη, που στοιχειοθετεί ελάττωμα της βούλησης, νοείται κάθε συμπεριφορά, με την οποία ενσυνείδητα και από πρόθεση δημιουργείται, διατηρείται ή ενδυναμώνεται σε άλλον κάποια πεπλανημένη παράσταση, με το σκοπό να επηρεάσει την απόφασή του.
Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών περιστατικών αναφερόμενων στο παρόν, το παρελθόν και στο μέλλον, ως αληθών, είτε στην απόκρυψη, ή την αποσιώπηση, ή την ατελή ανακοίνωση αληθινών γεγονότων. Στοιχείο δηλαδή του πραγματικού της απάτης αποτελεί ο δόλος, που υπάρχει όταν ο μετερχόμενος αυτήν επιδιώκει ή τουλάχιστον αποδέχεται να παρασυρθεί ο απατώμενος με την απάτη σε ορισμένη δήλωση βουλήσεως, στην οποία δεν θα προέβαινε χωρίς τη δόλια εξαπάτηση.
Δεν ενδιαφέρει αν η πλάνη που δημιουργήθηκε συνεπεία της απάτης είναι συγγνωστή ή όχι, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται στα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 416 ΑΚ, η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, η οποία, εφόσον το αντικείμενο της παροχής είναι χρηματικό ποσό, γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 1034 ΑΚ, με την παράδοση στο δανειστή της οφειλόμενης ποσότητας των χρημάτων από τον κύριο τούτων και με συμφωνία των δύο ότι μετατίθεται η κυριότητά τους.
Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται και όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, οπότε υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της, οπότε υπάρχει ανεπαρκής αιτιολογία.
Ενώ δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς. Ούτε επίσης ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από την αναφορά ή μη στην επιχειρηματολογία των διαδίκων ή από την επιχειρηματολογία του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα.
Η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσίβλητη) ήλθε στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του 2000 μαζί με την οικογένειά της από την Αλβανία και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα διέμενε στο .... επί της οδού ..... αριθ. .... . Επί της ιδίας οδού στον αριθμό .... κατοικούσε μέχρι και το έτος 2000 και η εφεσίβλητη, η οποία πλέον έχει αποβιώσει και τη δίκη συνεχίζει το ήδη αναιρεσείον Φιλόπτωχο Ταμείο, ως εκ διαθήκης κληρονόμος της.
Το γεγονός αυτό, της γειτνίασης δηλαδή τούτων, συνέβαλε στην ανάπτυξη μεταξύ τους στενών φιλικών σχέσεων, στα πλαίσια των οποίων η εκκαλούσα προσέφερε στην εφεσίβλητη της υπηρεσίες της, ενόψει του γεγονότος ότι ήταν σχετικά μεγάλης ηλικίας (73 ετών). Στις αρχές του καλοκαιριού του 2000, η εφεσίβλητη αποφάσισε να πωλήσει το υπό στοιχ. ...
διαμέρισμά της του πρώτου ορόφου της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην Αθήνα επί της οδού ... αριθμ. ... , επιφάνειας 34,20 τ.μ. και γνωστοποίησε στην εκκαλούσα την πρόθεσή της αυτή. Η τελευταία συμφώνησε και έτσι, δυνάμει του 39269/20-7-2000 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Βένη, η εφεσίβλητη της μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, την ψιλή κυριότητα του προαναφερόμενου διαμερίσματος, αντί τιμήματος 3.283.000 δραχμών, το οποίο και καταβλήθηκε.
Σχετικά με την καταβολή αυτή, στο εν λόγω συμβόλαιο αναφέρεται ότι "...η αγοράστρια κατέβαλε ολόκληρο το παραπάνω τίμημα στην πωλήτρια σε μετρητά χρήματα που μετρήθηκαν και καταβλήθηκαν προηγουμένως και προ της ενώπιόν μου εμφανίσεώς των, ως ομολόγησαν αμφότερες οι συμβαλλόμενες και αυτή τα έλαβε και δεν έχει έτσι καμμία απαίτηση από την αγοράστρια....".
Ο περιεχόμενος στην αγωγή ισχυρισμός της εφεσίβλητης, ότι η εκκαλούσα, πριν την υπογραφή του άνω συμβολαίου, της παρέστησε ψευδώς ότι είναι οικονομικά εύρωστη και ότι αναμένει την αποστολή χρημάτων από την Αλβανία, τα οποία είχε εισπράξει από την πώληση γεωργικών προϊόντων και η οποία καθυστερούσε λόγω των απαιτούμενων τραπεζικών διατυπώσεων δεν αποδείχθηκε.
Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα πριν την υπογραφή του συμβολαίου κατέβαλε στην εφεσίβλητη το συμφωνηθέν τίμημα. Σαφής και κατηγορηματική είναι σχετικά με το περιστατικό αυτό η κατάθεση του εξετασθέντος πρωτοδίκως μάρτυρος ανταποδείξεως, ο οποίος, όπως ανέφερε, την παραμονή της υπογραφής βρισκόταν στην οικία της εκκαλούσας θείας του, τη στιγμή που ο σύζυγός της μετρούσε τα χρήματα που είχε συγκεντρώσει για την εξόφληση του τιμήματος.
Η κατάθεση αυτή δεν αναιρείται από την κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως, η οποία είχε διατελέσει προϊσταμένη του Γηροκομείου του Ι.Ν .... και η οποία ανέφερε ως πηγή των σχετικών με την υπόθεση γνώσεών της την ίδια την εφεσίβλητη. Πρόσθετη, εξάλλου, απόδειξη περί της καταβολής του τιμήματος, αποτελεί το γεγονός, ότι η εφεσίβλητη διαμαρτυρήθηκε για πρώτη φορά στις 22-2-2001, επτά δηλαδή μήνες μετά την κατάρτιση του ανωτέρω συμβολαίου, με την από 18-2-2001 εξώδική δήλωσή της που επιδόθηκε σ΄ αυτήν στις 22-2-2001.
Άλλωστε, αν πράγματι δεν καταβλήθηκε το τίμημα, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η τελευταία, θα είχε διαμαρτυρηθεί μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, ενόψει του ότι η αποστολή των χρημάτων από την Αλβανία ήταν, κατά τους ισχυρισμούς της, ζήτημα λίγων ημερών και δεν θα ανέμενε την πάροδο τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος.
Ας σημειωθεί ότι η ίδια η εφεσίβλητη δεν επικαλείται προηγούμενη, έστω και προφορική, διαμαρτυρία της προς την εκκαλούσα. Η υποβολή, εξάλλου, μηνύσεως εκ μέρους της εφεσίβλητης κατά της εκκαλούσας και του συζύγου της δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα, ενόψει μάλιστα και του χρόνου υποβολής της (11-4-2001).
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι δεν συντάχθηκε απόδειξη για την καταβολή του τιμήματος, αφού αυτό έγινε αφ΄ ενός μεν λόγω των μεταξύ τους στενών φιλικών σχέσεων, για τις οποίες έγινε λόγος παραπάνω, αφ΄ ετέρου δε επειδή η εκκαλούσα εύλογα υπολάμβανε ότι με την αναφορά στο συμβόλαιο περί της γενόμενης καταβολής ήταν κατοχυρωμένη.
Περαιτέρω, όσον αφορά τον προαναφερόμενο όρο του συμβολαίου, η εφεσίβλητη υποστηρίζει ότι η εκκαλούσα την έπεισε, με τη βοήθεια του συζύγου της, ότι χωρίς τον όρο αυτό δεν θα μπορούσε να καταρτιστεί τούτο. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται από το Δικαστήριο αβάσιμος και απορριπτέος. Και τούτο διότι η εφεσίβλητη δεν ήταν δυνατό να παραπλανηθεί, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ίδια, ώστε να πιστέψει ότι απαραίτητος όρος για την κατάρτιση του συμβολαίου ήταν η προηγούμενη καταβολή του τιμήματος.
Στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της απόψεως αυτής είναι το γεγονός ότι, ανεξάρτητα από το προχωρημένο της ηλικίας της, ήταν εγγράμματη και συγκεκριμένα απόφοιτος Λυκείου, ενώ παράλληλα ήταν γνώστης και της Γαλλικής γλώσσας. Μάλιστα, όπως και η ίδια υποστηρίζει, έκανε ιδιαίτερα μαθήματα γαλλικών για χρονικό διάστημα δύο ετών περίπου στα δύο τέκνα της εκκαλούσας.
Πέραν όμως τούτου, η εφεσίβλητη είχε σχετική εμπειρία όσον αφορά τις μεταβιβάσεις ακινήτων. Ειδικότερα, δυνάμει του 29436/16-12-1994 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Πεύκης Αριστείδη Δράγιου, που μεταγράφηκε νόμιμα, είχε μεταβιβάσει λόγω δωρεάς στους .... και ... την ψιλή κυριότητα του προαναφερθέντος διαμερίσματος.
Τη συγκεκριμένη δωρεά ανεκάλεσε αργότερα και μάλιστα λίγους μήνες πριν την κατάρτιση του επίμαχου συμβολαίου, δυνάμει του 36481/13-9-1999 συμβολαίου του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου, το οποίο επίσης μεταγράφηκε νόμιμα. Με τα δεδομένα αυτά είναι φανερό ότι δεν προηγήθηκε της καταρτίσεως του 39269/20-7-2000 συμβολαίου απατηλή συμπεριφορά της εκκαλούσας.
Ακολούθως, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη ουσιαστικά την αγωγή της εφεσίβλητης, με την οποία αυτή, ισχυριζόμενη ότι η πιο πάνω μεταβίβαση ήταν προϊόν απάτης, που διέπραξε εις βάρος της η ήδη αναιρεσίβλητη, ζητούσε να κηρυχθεί άκυρη η δικαιοπραξία αυτή, κατά παραδοχή έφεσης της τελευταίας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει αντιθέτως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 147, 416 και 1034 ΑΚ. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχτηκε ότι "η εκκαλούσα πριν την υπογραφή του συμβολαίου κατέβαλε στην εφεσίβλητη το συμφωνηθέν τίμημα", με την έννοια (της καταβολής), όπως εκτιμάται ολόκληρο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, που αναφέρεται στη νομική σκέψη, ότι δηλαδή το συμφωνηθέν, ως τίμημα για την πώληση, χρηματικό ποσό παραδόθηκε στην πωλήτρια, με τη συμφωνία για τη μετάθεση σ΄ αυτήν της κυριότητας τούτου.
Δεν δέχτηκε δηλαδή το Εφετείο, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει το αναιρεσείον, ότι η καταβολή του τιμήματος έγινε με την απλή καταμέτρηση από το σύζυγο της αναιρεσίβλητης στην οικία τους και χωρίς την παρουσία της πωλήτριας, την παραμονή της υπογραφής του πωλητήριου συμβολαίου, των χρημάτων που είχε συγκεντρώσει για την εξόφληση του τιμήματος.
Δεν αποτελεί δε ανεπαρκή ή αντιφατική αιτιολογία η παραδοχή του Εφετείου, ότι "δεν συντάχθηκε απόδειξη για την καταβολή του τιμήματος... λόγω των μεταξύ των φιλικών σχέσεων", αφού έτσι το Δικαστήριο αυτό της ουσίας σαφώς δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρχε ηθική αδυναμία για την απόκτηση εγγράφων (άρθρο 394 παρ. 1 περ.
β΄ Κ.Πολ.Δ, Ολ. ΑΠ 487/82). Έτσι, για τα παραπάνω ζητήματα της καταβολής τού τιμήματος και της μη εξαπάτησης της πωλήτριας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ΄ αυτή, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα ή μη και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των προδιαλαμβανόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Επομένως, οι πρώτος και τρίτος, καθένας από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ και δεύτερος, από τον ίδιο αριθμό 19, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, το αναιρεσείον προβάλλει και τις εξής αιτιάσεις: Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ότι το Εφετείο ενώ δέχτηκε, ότι το τίμημα καταβλήθηκε πριν την υπογραφή του συμβολαίου και ότι η μη κατάρτιση σχετικής έγγραφης απόδειξης οφείλεται, πέραν τής, κατά τα προεκτιθέμενα, ηθικής αδυναμίας, και στο γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη "εύλογα υπολάμβανε ότι με την αναφορά στο συμβόλαιο περί της γενομένης καταβολής ήταν κατοχυρωμένη", δεν εξηγεί όμως πως επιτυγχάνονταν έτσι η κατοχύρωση της αγοράστριας, αφού το συμβόλαιο δεν είχε προηγηθεί της καταβολής, αλλά ακολούθησε αυτήν, ούτε γιατί το τίμημα καταβλήθηκε προ της υπογραφής του συμβολαίου και όχι, όπως ήταν λογικό, κατά την υπογραφή του συμβολαίου.
Και με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι "η εφεσίβλητη δεν ήταν δυνατό να παραπλανηθεί.....ώστε να πιστέψει ότι απαραίτητος όρος για την κατάρτιση του συμβολαίου ήταν η προηγούμενη καταβολή του τιμήματος", και ότι στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της απόψεως αυτής, είναι και το γεγονός ότι η πωλήτρια ανεξάρτητα από το προχωρημένο της ηλικίας της, ήταν εγγράμματη, απόφοιτη Λυκείου, γνώστης της Γαλλικής γλώσσας και είχε σχετική εμπειρία όσον αφορά τις μεταβιβάσεις ακινήτων, παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ, αφού οι αιτιολογίες αυτές και αληθείς υποτιθέμενες, είναι αδιάφορες για τη συντέλεση της απάτης.
Όμως, όλες αυτές οι αιτιάσεις αναφέρονται στην επιχειρηματολογία αφενός του αναιρεσείοντος και αφετέρου του Δικαστηρίου της ουσίας και όχι στο αναγκαίο περιεχόμενο του ανωτέρω κανόνος ουσιαστικού δικαίου, που ήταν εφαρμοστέος στην προκείμενη περίπτωση. Επομένως, οι προαναφερόμενοι λόγοι αναίρεσης, υπό τις πιο πάνω αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι απαράδεκτοι.
ΙΙ. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, που εκφράζουν γενικότερες ερμηνευτικές αρχές, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκαν, ευθέως ή εκ πλαγίου, οι ερμηνευτικοί ως άνω κανόνες των δικαιοπραξιών.
Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων, ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τους οποίους προβάλλεται παραβίαση, ευθέως και εκ πλαγίου, των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι αβάσιμοι, ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων και επομένως δεν ήταν ανάγκη να προσφύγει στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες.
ΙΙΙ. Ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της πρώτης πιο πάνω διάταξης και "ζητήματα" κατά την έννοια της δεύτερης, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλ΄ όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.
Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, κατά το τμήμα του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο αγνόησε τους ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς, που προβλήθηκαν ενώπιον αυτού με την αγωγή και τις προτάσεις, α)ότι η ενάγουσα κατά το χρόνο σύναψης της ένδικης πώλησης, ήταν μόνη στον κόσμο, πάμπτωχη, υπέργηρη και φιλάσθενη και η αντίδικος εκμεταλλεύτηκε την κατάστασή της αυτή, β)ότι η υπογραφή του συμβολαίου έγινε ενώπιον συμβολαιογράφου της εναγομένης, τον οποίο η πωλήτρια αγνοούσε και δεν της χορηγήθηκε αντίγραφο του συμβολαίου, γ)ότι στις 22-2-2001 η πωλήτρια κοινοποίησε στην αγοράστρια αναιρεσίβλητη την από 18-2-2001 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία διαμαρτύρονταν για την εξαπάτησή της, δ)ότι η αγοράστρια εκώφευσε στην εξώδικη αυτή δήλωση της πωλήτριας, η οποία γι΄ αυτό αναγκάστηκε να υποβάλει κατ΄ αυτής μήνυση για απάτη και ε)ότι η αναιρεσίβλητη, έπειτα από τρεις περίπου μήνες απάντησε στην προαναφερόμενη εξώδικη διαμαρτυρία της πωλήτριας.
Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης κατά το τμήμα του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, προβάλλεται η αιτίαση, όλως αντιφατικώς προς την πρώτη από τον αριθμό 8 αιτίαση, αλλά προδήλως επικουρικώς, ότι το Εφετείο, για όλους τους παραπάνω ισχυρισμούς, περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες. Όμως όλοι οι φερόμενοι ως αγνοηθέντες που πάνω ισχυρισμοί, δεν αποτελούν "πράγματα" ή "ζητήματα", κατά την προαναφερόμενη έννοια, αλλά επιχειρήματα προβληθέντα για την υποστήριξη των απόψεων της ενάγουσας και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά τα αντίστοιχα τμήματά του, είναι απαράδεκτος.
IV. Από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ΄ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικών ισχυρισμών τους που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αντικείμενο αποδείξεως είναι μόνο πραγματικά γεγονότα, που έχουν αυτή την επίδραση στην έκβαση της δίκης και, άρα, όχι πραγματικού επιχειρήματος, δηλαδή πραγματικού ισχυρισμού που τείνει σε ενίσχυση ή αποδυνάμωση κάποιου από τους ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων.
Επίσης και ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το φερόμενο ως αποδεικνυόμενο από το έγγραφο πραγματικό γεγονός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον πέμπτο επίσης λόγο της αναίρεσης, κατά τα τμήματά του από τους αριθμούς 11 περ.
γ΄ και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η επίμαχη σύμβαση δεν είναι προϊόν απάτης, χωρίς να λάβει υπόψη του την επικληθείσα ενώπιον αυτού πιο πάνω από 18-2-2001 εξώδικη δήλωση της ενάγουσας, από την οποία προκύπτει, ότι αυτή συνεχώς διαμαρτύρονταν στην αναιρεσίβλητη, για τη μη, επτά μήνες μετά τη σύναψη της σύμβασης, καταβολή του τιμήματος, αλλιώς, όλως αντιφατικώς, αλλά προδήλως επικουρικώς, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου.
Όμως ο ισχυρισμός που, κατά το αναιρεσείον, αποδεικνύεται από το εν λόγω έγγραφο, ότι δηλαδή η πωλήτρια συνεχώς ζητούσε το τίμημα από την αναιρεσίβλητη, δεν είναι ουσιώδης κατά την προαναφερόμενη έννοια, αλλ΄ αποτελεί πραγματικό επιχείρημα για την υποστήριξη των απόψεων του αναιρεσείοντος ότι συντελέστηκε απάτη και επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ο προκείμενος λόγος αναίρεσης, κατά τα αντίστοιχα πιο πάνω αιτήματά του, είναι επίσης απαράδεκτος.
Τέλος ο ίδιος (πέμπτος) λόγος αναίρεσης, με αριθμητική απλώς μνεία της πλημμέλειας που προβλέπεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι στερείται πραγματικού. V. Με τον έκτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης, το αναιρεσείον, με την επίκληση αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 1, 13 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, προβάλλει την αιτίαση, ότι μολονότι, κατ΄ άρθρο 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του τιμήματος έφερε η αναιρεσίβλητη, ως αγοράστρια και όχι η ενάγουσα, ως πωλήτρια, όμως το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι η αναιρεσίβλητη "πριν την υπογραφή του συμβολαίου κατέβαλε στην εφεσίβλητη το συμφωνηθέν τίμημα", κατά τη σαφή κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως (της εναγομένης), η οποία δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως (ενάγουσας), εσφαλμένα έκρινε ότι το βάρος απόδειξης για την καταβολή του τιμήματος έφερε η ενάγουσα.
Όμως, με τις αιτιάσεις αυτές, παρά την επίκληση των πιο πάνω αναιρετικών πλημμελειών, πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη και επομένως και ο παρών λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). VI. Κατ΄ ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα .
δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Φεβρουάριου 2005 αίτηση του "ΕΝΟΡΙΑΚΟΥ ΦΙΛΟΠΤΩΧΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ" του Ιερού Ναού .... (ΑΤΤΙΚΗΣ), για αναίρεση της 6673/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουάριου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ