Supreme Court dismisses appeal in lawyer fee dispute, ruling claim abusive due to prior settlement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision on a lawyer fee dispute. The appellant argued the fee was excessive, but the court found the claim abusive because the lawyer had previously acknowledged no further claims after receiving payment. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 564, 577 of the Code of Civil Procedure; A lawyer fee claim is abusive and must be rejected if the lawyer, having received full payment, later sues for additional fees while having previously indicated no further claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 300 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 300/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 227/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Π. του Η., κατοίκου Τ., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Μιχαλόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ν. Α. του Α., κατοίκου Τ., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Μίστρα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν η 5/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 426/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-11-2023 αίτησή της και τους από 15-10-2024 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 5-11-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 56/2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές, υπ' αριθ. 426/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ), εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 5-10-2023, όπως ισχυρίζεται αυτή με την κρινόμενη αίτηση, χωρίς να αμφισβητείται τούτο από τον αναιρεσίβλητο, και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την ως άνω απόφαση Δικαστηρίου στις 6-11-2023, ημέρα Δευτέρα, την πρώτη εργάσιμη ημέρα από τη λήξη της προθεσμίας των 30 ημερών (άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι η καταληκτική ημερομηνία της 4-11-2023 ήταν ημέρα Σάββατο, δηλαδή ήταν εξαιρετέα και μη εργάσιμη ημέρα, όπως και η επόμενη (5-11-2023) που ήταν Κυριακή (άρθρο 144 παρ.1, 3 ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, με το από 15-10-2024 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 155/2024) αυτοτελές δικόγραφο, το οποίο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τούτο τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 (βλ.
υπ' αριθ. 2598Β'/17-10-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας Π. Λ., που προσκομίζει η αναιρεσείουσα), η τελευταία άσκησε εμπρόθεσμα και παραδεκτά πρόσθετους λόγους, οι οποίοι πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο τούτων (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ο οποίος είναι δικηγόρος εγγεγραμμένος στον Δικηγορικό Σύλλογο Τρικάλων, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων την από 4-12-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 357/2020) αγωγή κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία ισχυρίστηκε ότι το καλοκαίρι του έτους 2005 καταρτίστηκε προφορικά, μεταξύ αυτού και της εναγομένης, σύμβαση εργολαβίας δίκης με αντικείμενο την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης που είχε υποστεί η τελευταία εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του ασφαλιστή Κ.
Μ., κατοίκου Τ., στον οποίο είχε καταβάλει το ποσό των 121.000 ευρώ, προκειμένου να το επενδύσει για λογαριασμό της στην εταιρεία ING, πλην όμως αυτός το υπεξαίρεσε. Ότι βάσει της ένδικης σύμβασης είχε δικαίωμα είσπραξης αμοιβής μόνο σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της δίκης, η οποία αμοιβή θα ανερχόταν σε ποσοστό 20% επί του συνολικού ποσού (κεφαλαίου, τόκων και δικαστικών εξόδων) που θα επιδικαζόταν στην εναγομένη.
Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι, στα πλαίσια της ως άνω σύμβασης, προέβη στις αναφερόμενες στην αγωγή ενέργειες (άσκηση αγωγής και έφεσης και παράσταση κατά τη συζήτηση αυτών) κατά του ως άνω ασφαλιστή και των συνεναγομένων τεσσάρων ανωνύμων εταιρειών, οι οποίες (ενέργειες) είχαν τελικώς ως αποτέλεσμα την έκδοση της υπ' αριθ. 290/2015 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Λάρισας, που επιδίκασε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα το ποσό των 146.000 ευρώ (121.000 ευρώ αποζημίωση και 25.000 ευρώ χρηματική ικανοποίηση) εντόκως από την επίδοση της αγωγής και 9.000 ευρώ για δικαστική δαπάνη.
Ότι δυνάμει της ως άνω απόφασης, οι εναγόμενοι κατέβαλαν εκουσίως στην εντολέα του, στις 9-12-2015, το επιδικασθέν ποσό των 214.930,68 ευρώ (για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα), ωστόσο η εναγομένη αρνήθηκε, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, να του καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή του, ανερχόμενη σε (214.930 Χ 20% = 42.986 ευρώ + ΦΠΑ 24% =) 53.302,60 ευρώ.
Ζήτησε δε, να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει το ως άνω ποσό με βάση την ένδικη σύμβαση εργολαβίας δίκης και επικουρικά, εφόσον κριθεί ότι είναι άκυρη η εν λόγω σύμβαση λόγω μη τήρησης του εγγράφου τύπου, το ίδιο ποσό ως αποζημίωση κατά το άρθρο 198 ΑΚ και επιπλέον 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, άλλως, με βάση τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων για τις δικηγορικές αμοιβές και αφού ληφθούν υπόψη η επιστημονική εργασία που απαιτήθηκε λόγω της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, καθώς και η εξαιρετική σπουδαιότητα της υπόθεσης για τα οικονομικά συμφέροντα της εναγομένης, να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει ως αμοιβή, αυξημένη σε σχέση με τα οριζόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων κατώτατα όρια, το ποσό των 42.750 ευρώ πλέον ΦΠΑ 24% = 53.010 ευρώ, όπως τούτο αναλύεται στην αγωγή, άλλως οποιοδήποτε ποσό κρίνει το Δικαστήριο ως εύλογο και δίκαιο.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 5/2022 απόφασή του, αφού απέρριψε ως αόριστη την επικουρική βάση της αγωγής περί καταβολής αυξημένης δικηγορικής αμοιβής και ως μη νόμιμο το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, ακολούθως απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την κύρια βάση της αγωγής, καθόσον έκρινε ότι ουδέποτε καταρτίστηκε σύμβαση εργολαβίας δίκης μεταξύ των διαδίκων, επιδίκασε δε στον ενάγοντα το ποσό των 8.550 ευρώ πλέον ΦΠΑ 24% = 10.602 ευρώ εντόκως από την επίδοση της αγωγής, με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων περί των ελαχίστων δικηγορικών αμοιβών, απορρίπτοντας ως απαράδεκτη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (281 ΑΚ) και ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση εξόφλησης (416 ΑΚ), που προέβαλε η εναγομένη.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν αμφότεροι οι διάδικοι, ο μεν ενάγων με την από 28-1-2022 έφεση, η δε εναγομένη με την από 16-2-2022 έφεση και τους από 13-3-2023 πρόσθετους λόγους. Επ' αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθ. 426/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία έκρινε ότι καταρτίστηκε η ένδικη σύμβαση εργολαβίας δίκης, απέρριψε δε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης της ενάγουσας, ενώ δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την κύρια βάση της και επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 41.186,14 ευρώ πλέον ΦΠΑ 24% = 51.070,81 ευρώ εντόκως (πλην του ΦΠΑ) από την επίδοση της αγωγής, υπολογίζοντας την εργολαβική αμοιβή σε ποσοστό 20% μόνο επί του ποσού του κεφαλαίου και των τόκων που επιδικάστηκαν στην εναγομένη (όχι και επί των δικαστικών εξόδων, όπως είχε ζητηθεί με την αγωγή), ενώ έκρινε κατ' ουσίαν αβάσιμη (όπως και πρωτοδίκως) την ένσταση εξόφλησης, που είχε επαναφέρει η εναγομένη με σχετικό λόγο έφεσης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η εναγομένη με την υπό κρίση αίτησή της. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 50/2024).
Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ιδίου Κώδικα, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 50/2024, 13/2024, 1548/2022, 1285/2021, 79/2018, 1333/2018).
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ ισχύει, κατά κανόνα, το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικώς μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικώς ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1857/2024, 2/2022, 175/2019, 328/2018).
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία δεν εφάρμοσε ενώ ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε προφορικά σύμβαση εργολαβίας δίκης, χωρίς ουδέποτε να συνταχθεί σχετικό έγγραφο, παραδοχή η οποία δεν συνάδει με τα διδάγματα της κοινής πείρας, λαμβανομένου υπόψη ότι το αντικείμενο της υπόθεσης που η αναιρεσείουσα ανέθεσε στον αναιρεσίβλητο δικηγόρο, υπερέβαινε το ποσό των 100.000 ευρώ.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το ανωτέρω πρώτο σκέλος του, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, καθόσον η επικαλούμενη παραβίαση αναφέρεται σε παράλειψη του Εφετείου να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι σε παράλειψη αυτού να τα χρησιμοποιήσει κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Με το δεύτερο σκέλος του ιδίου (πρώτου) λόγου αναίρεσης, όπως τούτο συμπληρώνεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στις προσκομισθείσες από τον εκκαλούντα - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο ένορκες βεβαιώσεις υπ' αριθ. 360/14-6-2021 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Τρικάλων και 2284/14-6-2021 ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Χ., των μαρτύρων Α. Μ. και Ε. Κ. αντίστοιχα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου αναφέρεται επί λέξει: "Στις καταθέσεις δε αυτές, το Δικαστήριο αποδίδει μεγαλύτερη πίστη (αποδεικτική ισχύ) σε σχέση με τις καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης, ήτοι του συζύγου της και του υιού της, λόγω και της μεταξύ των τελευταίων συγγενικής σχέσης".
Ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το ανωτέρω δεύτερο σκέλος του, καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, καθόσον από την ως άνω αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε σχέση με τις επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε σ' αυτές αυξημένη αποδεικτική δύναμη, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά απέδωσε σ' αυτές μεγαλύτερη αξιοπιστία σε σχέση με τις καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, οι οποίες αποτελούν ισοδύναμο με τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις αποδεικτικό μέσο.
Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 1000/2024, 64/2022, 19/2022).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. (ΟλΑΠ 15/2006, 1000/2024, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2053/2014).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Τέλος, για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1000/2024, 295/2022, 140/2022, 887/2019).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο διέλαβε στην ως άνω απόφασή του ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα α) αν καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργολαβίας δίκης και ποιο περιεχόμενο είχε και β) πώς αποδεικνύεται η σύμβαση αυτή, ενόψει της ανάγκης προστασίας της ασφάλειας των συναλλαγών, ειδικότερα δε, προβάλλεται η αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται για ποιο λόγο δεν συντρέχει λόγος εφαρμογής των διδαγμάτων της κοινής πείρας αναφορικά με τα ως άνω υπό στοιχ.
α' και β' ζητήματα. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, καθόσον η επικαλούμενη παραβίαση αναφέρεται σε παράλειψη του Εφετείου να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι σε παράλειψη αυτού να τα χρησιμοποιήσει κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς, σε κάθε περίπτωση δε, είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε εκ πλαγίου ούτε διαλαμβάνονται σ' αυτό οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την (απορριφθείσα πρωτοδίκως) ένσταση εξόφλησης, που η εναγομένη είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επανέφερε στο Εφετείο με σχετικό λόγο έφεσης. Ειδικότερα, η επικαλούμενη αντίφαση συνίσταται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στο σκεπτικό της, αφενός μεν ότι λόγω του ύψους της προταθείσας από την εναγομένη εξόφλησης, με καταβολή του συνολικού ποσού των 12.000 ευρώ σε τρεις ισόποσες δόσεις, αν αυτή είχε πράγματι λάβει χώρα, η τελευταία είτε θα είχε ζητήσει από τον ενάγοντα να της χορηγήσει σχετική απόδειξη παροχής υπηρεσιών ή έστω ανεπίσημο ιδιωτικό έγγραφο στο οποίο θα αναγράφονταν οι εν λόγω καταβολές, είτε θα διέθετε αποδεικτικό ανάληψης του ανωτέρω χρηματικού ποσού από Τράπεζα, αφετέρου δε ότι καταρτίστηκε η ένδικη σύμβαση εργολαβίας δίκης, με αντικείμενο πολλαπλάσιο του ως άνω ποσού, παρά το γεγονός ότι ουδέποτε συντάχθηκε σχετικό έγγραφο.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον αφενός μεν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, αφετέρου δε διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σε αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 605/2023).
Κατά την έννοια του ως άνω άρθρου, δεν συνιστούν έγγραφα εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα άρθρα 339 και 432 έως 449 του ΚΠολΔ ως αποδεικτικά έγγραφα, όπως είναι οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 605/2023, 823/2021, 538/2021) και οι ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου (ΑΠ 605/2023, 1211/2022, 538/2021, 584/2018), που αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (άρθρο 339 ΚΠολΔ).
Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου των προσκομισθεισών από τον εκκαλούντα - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο ενόρκων βεβαιώσεων υπ' αριθ. 360/14-6-2021 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Τρικάλων και 2284/14-6-2021 ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.
Χ., των μαρτύρων Α. Μ. και Ε. Κ. αντίστοιχα.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, καθόσον οι ένορκες βεβαιώσεις δεν αποτελούν αποδεικτικά έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, το περιεχόμενο των οποίων δύναται να παραμορφωθεί από το δικαστήριο της ουσίας, ώστε να ιδρυθεί ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 20 του ιδίου Κώδικα, αλλ' αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (άρθρο 339 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 563/2017).
Εξάλλου, μόνη η μακρά αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι αυτός δε θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, έτσι ώστε η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε, να συνεπάγεται επαχθείς, όχι δε κατ' ανάγκη και αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, επιβεβλημένη η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.
Περαιτέρω, η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προϋποθέτει τη γέννηση και την ύπαρξή του.
Συνεπώς, η επίκληση περιστατικών, η αλήθεια των οποίων αποκλείει τη γέννηση ή συνεπάγεται την κατάλυση του δικαιώματος, δεν θεμελιώνει και ένσταση καταχρηστικής άσκησης αυτού, αλλά είτε συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της στηριζόμενης στο δικαίωμα αυτό αγωγής είτε θεμελιώνει άλλη, παρακωλυτική ή καταλυτική του δικαιώματος, ένσταση (ΑΠ 721/2022, 563/2017, 1799/2006).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 172/2023, 1682/2022, 1374/2022, 146/2022) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σε αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 172/2023, 1682/2022, 1374/2022, 146/2022), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΟλΑΠ 4/2022, ΑΠ 172/2023, 1682/2022, 1374/2022, 146/2022).
Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο παρέλειψε να ερευνήσει την (απορριφθείσα πρωτοδίκως) ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, την οποία η αναιρεσείουσα είχε προβάλει με τις πρωτόδικες προτάσεις της και ακολούθως επανέφερε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως εφεσίβλητη, με τις κατ' έφεση προτάσεις της.
Από την επισκόπηση των από 24-3-2023 προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η επικαλούμενη ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος προβλήθηκε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ως εξής: "Ο ενάγων άσκησε την ένδικη αγωγή πλέον των πέντε ετών από την τελευταία διαδικαστική πράξη στην οποία προέβη για λογαριασμό της εναγομένης, την κατάθεση των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου Λάρισας.
Πράγματι, κατά την περίοδο των πέντε ετών που μεσολάβησαν από τη δημοσίευση της απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας (15 Σεπτεμβρίου 2015) και τη μεταγενέστερη εκταμίευση του επιδικασθέντος ποσού στον τραπεζικό λογαριασμό (14/12/2005) της εναγομένης, ο αντίδικος δεν προέβη ούτε καν στη σύνταξη και επίδοση μιας εξώδικης διαμαρτυρίας, όπως θα περίμενε κανείς από έναν δικηγόρο που επιδιώκει να προστατεύσει τα συμφέροντά του.
Είναι προφανές ότι έχοντας εισπράξει τη συμφωνηθείσα αμοιβή του -η οποία υπερκάλυπτε την προβλεπόμενη από τον Κώδικα Δικηγόρων- και όντας πλήρως εξοφλημένος, δεν είχε κανένα λόγο να προβεί σε εξώδικη διαμαρτυρία. Από την ανωτέρω στάση του ενάγοντος αποδεικνύεται η ολική εξόφλησή του για τη δικηγορική αμοιβή που αυτός ζήτησε (4.000 Ευρώ για τη σύνταξη, κατάθεση και εκδίκαση κάθε δικογράφου) και η οποία είχε συμφωνηθεί.
Άλλωστε ο αντίδικος, όχι μόνο δεν είχε καμία επιπλέον αξίωση για περαιτέρω αμοιβή, αλλά αντίθετα είχε εκφράσει πολλές φορές την ευγνωμοσύνη του προς το πρόσωπο της εναγομένης μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης, για το γεγονός ότι τον εμπιστεύθηκε και του ανέθεσε τη συγκεκριμένη υπόθεση, παρόλο που ο ίδιος κατά την ανάληψη της υπόθεσης το καλοκαίρι του 2005 ήταν ένας νέος δικηγόρος (με εμπειρία μικρότερη των 5 ετών).
Ευλόγως λοιπόν δημιουργήθηκε η εδραία πεποίθηση στην εναγομένη ότι ο αντίδικος δεν είχε καμία αξίωση εναντίον της και ότι αυτή τίποτε περαιτέρω δεν του όφειλε, πέραν των καταβληθέντων. Κατόπιν τούτων, οι αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος ασκούνται αναμφίβολα καταχρηστικώς και κατά παραβίαση πάσης αρχής καλής πίστεως και συναλλακτικών ηθών και εκ του λόγου τούτου πρέπει να απορριφθούν, γενομένης δεκτής της σχετικής ένστασης (ΑΠ 1020/2008), η αγωγή δικηγορικής αμοιβής είναι καταχρηστική, αν ο δικηγόρος πληρωθεί για την εργασία του ακόμη και με αμοιβή μικρότερη της κατώτερης νόμιμης, έχει παραδεχθεί ότι δεν έχει άλλες αξιώσεις από τον εντολέα του και αδρανήσει για την αξίωση της περαιτέρω αμοιβής επί τετραετία".
Με το ως άνω περιεχόμενο, η προβληθείσα από την εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ήταν μη νόμιμη, εφόσον αυτή επικαλέστηκε περιστατικά που συνεπάγονται την απόσβεση του ασκηθέντος με την ένδικη αγωγή δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, ήτοι εξόφληση της ένδικης απαίτησής του με καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής, η οποία μάλιστα υπερέβαινε, κατά τους ισχυρισμούς της, τα οριζόμενα από τον Κώδικα Δικηγόρων κατώτατα όρια αμοιβών.
Συνεπώς, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, το Εφετείο δει είχε υποχρέωση να απαντήσει στον ως άνω μη νόμιμο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης (κύριου ή πρόσθετου) προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Τέλος, πρέπει α)να διαταχθεί η απόδοση του υπ'αριθ.62626167695405070039 παραβόλου ποσού 450 ευρώ, στην κατάθεση του οποίου προέβη η αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αναίρεσης, δεδομένου ότι η εν λόγω διαφορά ως διαφορά από αμοιβή για την παροχή εργασίας, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ.3 και 614 αριθ.5 ΚΠολΔ) και β)να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-11-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 56/2023) αίτηση και τους από 15-10-2024 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 155/2024) πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθ. 426/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Διατάσσει την απόδοση του υπ' αριθ. 6262616 7695405070039 παραβόλου ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στην αναιρεσείουσα.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ