Legislator Case Law & Legislation
300/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contract law grounds regarding direct rights under a contract between two companies.

Case Number 300/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance of Chios, rejecting its claim that a contract constituted a true promise for a third party. The court found that the contract lacked the necessary elements to grant the appellant direct rights against the other company, as the only relevant clause concerned future agreements. Consequently, the appeal was rejected, the bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 414, 495, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure: If an appeal is rejected because the contract does not constitute a true promise for a third party, the appeal is dismissed and the appellant bears the costs.

Keywords

AI generated
true promise for third party direct contractual rights contract between companies appeal dismissal legal costs allocation Code of Civil Procedure contract interpretation

Cited Legislation

AI generated
Articles 576 paragraphs 1 to 3, 568 paragraphs 1, 4, and 498 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 414 of the Civil Code
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 300 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 300/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εκκαθαρίστριας της αρχικά καθ'ης η ανακοπή Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Κιτσαρά και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Αγγελή και κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποίηση: Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της ως άνω αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο λόγω αδυναμίας του να εξασφαλίσει συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο για την συζήτηση της παρούσας υποθέσεως. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/7/2017 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 86/2019 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/11/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1 ως 3, 568 παρ. 1, 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος διάδικος ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει κατ' αρχήν αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση, οπότε δεν απαιτείται κλήτευσή του αλλά συζητείται η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (ΑΠ 477/2019, 52/2019, 1753/2017, 242/2015).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 568 παρ. 4 ΚΠολΔ "αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου, που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα ...

Αν ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει τη συζήτηση ή την επισπεύδει άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα, η κλήση επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση, στον αναιρεσείοντα και τους άλλους διαδίκους". Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 581 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ εκείνος που έχει παρέμβει καλείται υποχρεωτικώς στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από εκείνον που επισπεύδει τη δίκη και επομένως, εάν αυτός είχε παρέμβει προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος ενώπιον δικαστηρίου της ουσίας, η αναίρεση δεν απευθύνεται μεν παραδεκτώς κατ' εκείνου (αφού δεν υπήρξε αντίδικος του αναιρεσείοντος, κατά του οποίου δεν έχει έννομο συμφέρον να στραφεί), απαιτείται όμως ο αναιρεσείων να τον κλητεύσει ως διάδικο, προκειμένου να του δοθεί η δυνατότητα να παραστεί στην αναιρετική δίκη.

Στην προκειμένη περίπτωση από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου, τα στοιχεία της δικογραφίας και τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Η συζήτηση της υπό κρίση από 23-11-2020 αίτησης για αναίρεση της 89/2019 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Βορείου Αιγαίου, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, επισπεύδεται από την αναιρεσείουσα.

Με επιμέλειά της επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας παρεμβάσα στον πρώτο βαθμό εταιρία "..." αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού του ανωτέρω τμήματος της Προέδρου του Αρείου Πάγου και πράξη ορισμού της παραπάνω δικασίμου του Προέδρου του τμήματος αυτού, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα 448 Δ/23-5-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Χ.

Π.. Σύμφωνα δε με τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, η ως άνω διάδικος δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατατέθηκε δήλωση παράστασής της κατ` άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως η υπόθεση πρέπει να συζητηθεί σα να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Επί της από 17-12-2017 στρεφόμενης κατά της αναιρεσείουσας ανακοπής της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της 19/2017 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσείουσας ως νόμιμης κομίστριας τεσσάρων επιταγών εκδόσεως της αναιρεσίβλητης εις διαταγήν της "...", οι οποίες δεν πληρώθηκαν λόγω ανακλήσεώς τους κατά την εμφάνισή τους στην πληρώτρια τράπεζα, καθώς και την ακύρωση της από 11-7-2017 επιταγής προς εκτέλεση, εκδόθηκε η 18/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, που δέχθηκε την ανακοπή ως βάσιμη κατ'ουσίαν.

Κατά της ανωτέρω απόφασης άσκησαν εφέσεις η αναιρεσείουσα και η "...", προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας παρεμβάσα στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, οι οποίες απορρίφθηκαν κατ'ουσία με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου.

Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933 "περί επιταγής", τα πρόσωπα, που ενάγονται από την επιταγή, μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις, οι οποίες στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ αυτών και του εκδότη ή των προηγουμένων κομιστών της επιταγής, μόνο εάν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσεως της επιταγής ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτου.

Η αρχή, που καθιερώνεται με τη διάταξη αυτή, από την οποία, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 5960/1933, απορρέει ο αναιτιώδης χαρακτήρας της ενοχής από την επιταγή, του απροβλήτου των ουσιαστικών ενστάσεων, κατά την οποία τα πρόσωπα, που ευθύνονται από την επιταγή δεν μπορούν να προτείνουν κατά του νόμιμου κομιστή αυτής ενστάσεις, που στηρίζονται στις προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή με τους προηγούμενους κομιστές, κάμπτεται μόνο εφόσον εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση η επιταγή τελούσε κατά την κτήση της εν γνώσει της υπάρξεως των ενστάσεων αυτών και με την αποδοχή της μεταβιβάσεως σε αυτόν της επιταγής ενεργούσε με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη.

Τέτοια ενέργεια λαμβάνει χώρα, όταν αυτός γνωρίζει κατά την απόκτηση του τίτλου, ότι με τη μεταβίβαση προς αυτόν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των προαναφερομένων ενστάσεων και ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η πληρωμή, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα πραγματοποιείτο. Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογραφήσεως σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση.

Σε περίπτωση δε, που εκείνος κατά του οποίου εκδόθηκε διαταγή πληρωμής βάσει επιταγής, στην πληρωμή της οποίας ενέχεται, ασκήσει ανακοπή, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο και να αποδεικνύει, τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται. Συνακόλουθα, ο οφειλέτης από την επιταγή, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ενστάσεώς του, πρέπει στην ανακοπή του να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό, ότι ο κομιστής της επιταγής, κατά το χρόνο της κτήσεως αυτής, γνώριζε την ένσταση και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση, ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με τη πληρωμή της επιταγής (ΑΠ 925/2020, 788/2019, ΑΠ 958/2019, ΑΠ 334/2019).

Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων 410, 411 και 414 ΑΚ προβλέπουν: "Αν κάποιος δεχτεί υπόσχεση παροχής υπέρ τρίτου, μπορεί να απαιτήσει να καταβάλει στον τρίτο αυτός που υποσχέθηκε (άρθ. 410). Ο τρίτος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή απευθείας απ` αυτόν που υποσχέθηκε, αν προκύπτει τέτοια θέληση των μερών που έχουν συμβληθεί ή αυτό συνάγεται από τη φύση και το σκοπό της σύμβασης (άρθ. 411).

Αυτός που υποσχέθηκε έχει το δικαίωμα να αντιτάξει και απέναντι στον τρίτο ενστάσεις από τη σύμβαση (άρθ. 414)". Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι επί μη γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου δικαίωμα να απαιτήσει την καταβολή στον τρίτο έχει μόνον ο δέκτης της υπόσχεσης αντισυμβαλλόμενος του υποσχεθέντος (άρθ. 410 ΑΚ), ενώ επί γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, η οποία προσλαμβάνει αυτό τον χαρακτήρα αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 411 ΑΚ (αν προκύπτει τέτοια θέληση των μερών που έχουν συμβληθεί ή αυτό συνάγεται από τη φύση και το σκοπό της σύμβασης), αποκτά τέτοιο δικαίωμα και ο τρίτος.

Στην τελευταία περίπτωση ο υποσχεθείς μπορεί να προβάλει έναντι του τρίτου, που αξιώνει την παροχή, ενστάσεις του από τη σύμβαση με τον δέκτη της υπόσχεσης, αντισυμβαλλόμενό του, όπως ότι η σύμβαση ήταν άκυρη ή ακυρώθηκε ή ασκήθηκε υπαναχώρηση ή ότι ο ίδιος απηλλάγη λόγω αδυναμίας παροχής του δέκτη της υπόσχεσης, η οποία είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους ως αντάλλαγμα για την ανάληψη της υποχρέωσης του υποσχεθέντος έναντι του τρίτου (άρθ. 380, 382 ΑΚ) κ.λπ.

Αντίστοιχη διάταξη δεν τέθηκε ως προς τη μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διότι σε εκείνη την περίπτωση αυτονόητη είναι η δυνατότητα του υποσχεθέντος να προβάλει έναντι του δέκτη της υπόσχεσης- αντισυμβαλλόμενού του (που είναι και ο μόνος ο οποίος έχει δικαίωμα να αξιώσει την παροχή προς τον τρίτο) τις από τη μεταξύ τους σχέση ενστάσεις.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 471, 477 και 474 ΑΚ, με σύμβαση που συνάπτει με τον δανειστή μπορεί κάποιος (αναδοχέας) να αναδεχθεί ξένο χρέος, έτσι ώστε να υπεισέλθει αυτός στη θέση του οφειλέτη και ο τελευταίος να απαλλαγεί (στερητική αναδοχή), ή να υποσχεθεί την εκπλήρωση ξένου χρέους, χωρίς να απαλλαγεί ο οφειλέτης, έτσι ώστε να δημιουργηθεί πρόσθετη δική του ενοχή για την καταβολή του (σωρευτική αναδοχή), ο αναδοχέας δε δεν έχει ενστάσεις από τη σχέση του με τον παλαιό οφειλέτη.

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι η στερητική κατ' άρθρο 471 ΑΚ και η σωρευτική κατ' άρθρο 477 ΑΚ αναδοχή χρέους γίνεται με σύμβαση μεταξύ του δανειστή και του αναδοχέα, χωρίς να είναι αναγκαία η καθ' οιονδήποτε τρόπο σύμπραξη του αρχικού οφειλέτη, γι' αυτόν δε τον λόγο και αποκλείεται η προβολή εκ μέρους του αναδοχέα κατά του δανειστή, με τον οποίο ο ίδιος συνεβλήθη, ενστάσεων από τη σχέση του αναδοχέα με τον αρχικό οφειλέτη.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αυτό συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο, ιδρύεται δε ο ανωτέρω λόγος, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 995/2017, 713/2016).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006). Στην τελευταία περίπτωση πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1275/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον μόνο λόγο του αναιρετηρίου η αναιρεσείουσα υπό εκκαθάριση τράπεζα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη πως το Εφετείο, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς και την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στους εφαρμοστέους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, παραβίασε το άρθρο 414 ΑΚ δια της εφαρμογής του, παραλείποντας να εφαρμόσει το άρθρο 474 ΑΚ, το οποίο όφειλε να εφαρμόσει σε συνδυασμό με το άρθρο 414 ΑΚ.

Ειδικότερα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δέχθηκε ένσταση (προβληθείσα με τον γενόμενο δεκτό λόγο της ανακοπής της αναιρεσίβλητης) από τη γνήσια υπέρ της ιδίας ως τρίτης, που απέκτησε τις επιταγές δι' οπισθογραφήσεων από την εταιρία "...", σύμβαση μεταξύ της τελευταίας εταιρίας (δέκτη της υπόσχεσης) και της αναιρεσίβλητης (υποσχεθείσας), την οποία η τελευταία δεν δικαιούτο να προβάλλει κατά της ιδίας, διότι εκείνη η σύμβαση προέβλεπε αναδοχή του χρέους της αντισυμβαλλόμενής της, γεγονός, που απέκλειε κατ'άρθρο 474 ΑΚ, την προβολή από την αναδοχέα αναιρεσίβλητη ενστάσεων από τη σχέση της με την εταιρία "...", αρχική οφειλέτρια της ιδίας (της αναιρεσείουσας).

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι η αναιρεσείουσα μόνο ακροθιγώς και επιλεκτικώς αναφέρεται στις πραγματικές παραδοχές του Εφετείου και μάλιστα όπως εκείνη τις εκλαμβάνει, παραθέτοντας αναλυτικώς μόνο τους λόγους έφεσης τους οποίους η ίδια προέβαλε, για το ορισμένο δε του λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν με λόγο αναίρεσης αποδίδονται νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Ο λόγος αυτός είναι, σε κάθε περίπτωση, και αβάσιμος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένων πραγματικών προϋποθέσεων. Από την παραδεκτή επισκόπηση και εκτίμηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο ουδόλως δέχθηκε ότι η σύμβαση μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας παρεμβάσας "...", που μεταβίβασε τις επιταγές στην αναιρεσείουσα, ήταν γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, ώστε να της παρέχει απευθείας δικαίωμα να απαιτήσει παροχή, όπως δεν δέχθηκε και ότι εχώρησε βάσει αυτής σωρευτική αναδοχή του χρέους της ανωτέρω εταιρίας έναντι της αναιρεσείουσας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης.

Αντιθέτως δέχθηκε: α) Ότι η μεταξύ της "..." και της αναιρεσίβλητης, αμφοτέρων εταιριών ασχολούμενων με ιχθυοκαλλιέργειες, κρίσιμη από 7-11-2016 συμφωνία υπήρξε απότοκος προηγούμενου προσυμφώνου πωλήσεως ιχθυογεννητικού σταθμού και μονάδας πάχυνσης ιχθύων εκ μέρους της πρώτης προς τη δεύτερη λόγω μη πληρώσεως των αιρέσεων, που είχαν τεθεί για την οριστική κατάρτιση πώλησης (και δη της αδειοδότησης λειτουργίας των σχετικών εγκαταστάσεων από τις αρμόδιες αρχές), κατόπιν και των αναλυτικώς αναφερομένων συμβάντων, εξελίξεων και διαπραγματεύσεων.

β) Ότι με την από 7-11-2016 σύμβαση μεταξύ των δύο ανωτέρω εταιριών η αναιρεσίβλητη υποσχέθηκε να καταρτίσει και δη να συμφωνήσει και να υπογράψει με την αναιρεσείουσα υπό εκκαθάριση τράπεζα σωρευτική αναδοχή χρέους της "..." προς την τράπεζα εκείνη στο μέλλον και συγκεκριμένα μέχρι τις 31-5-2017, δι' αυτής δε της αναδοχής, σύμφωνα και με ερμηνεία της ανωτέρω συμβάσεως κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ λόγω των κενών και ασαφειών που παρουσίαζε, θα εξοφλείτο μέρος του τιμήματος της μελλοντικής οριστικής πώλησης των εγκαταστάσεων της ανωτέρω εκ προσυμφώνου πωλήτριας εταιρίας προς την αναιρεσίβλητη, ενώ ως εγγύηση τηρήσεως αυτής της υπόσχεσης της τελευταίας εκδόθηκαν εκ μέρους της οι επίδικες τέσσερις επιταγές εις διαταγήν της "...".

γ) Ότι η εκπλήρωση αυτής της αναληφθείσας υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης να προβεί στην κατάρτιση σύμβασης αναδοχής χρέους με την αναιρεσείουσα τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της μέχρι τις 31-3-2017 παραχώρησης μετά των σχετικών διοικητικών αδειών θαλάσσιας έκτασης στο ..., εφοδιασμένης με την απαιτούμενη άδεια για τη νόμιμη ίδρυση και λειτουργία σε αυτήν μονάδας ιχθυοκαλλιέργειας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης.

δ) Ότι η αμέσως προαναφερόμενη αίρεση δεν πληρώθηκε με συνέπεια να μην υποχρεούται η αναιρεσίβλητη να προβεί σε κατάρτιση της προβλεφθείσας σύμβασης σωρευτικής αναδοχής με την αναιρεσείουσα, ανεξαρτήτως αν η μη πλήρωση της αιρέσεως οφειλόταν σε ανυπαίτια αδυναμία της παροχής της αντισυμβαλλόμενής της εταιρίας, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την επέλευση των αποτελεσμάτων του άρθρου 380 ΑΚ, διότι, σε κάθε περίπτωση, η μεταξύ τους σύμβαση ήταν ακριβόχρονης εκτέλεσης, η δε αναιρεσίβλητη μετά την άπρακτη παρέλευση του ταχθέντος χρονικού ορίου δήλωσε δι' εξώδικης δηλώσεώς της προς την "..." ότι καταγγέλλει τη σύμβαση και ζήτησε την επιστροφή των επιταγών.

ε)Ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε δια των αρμοδίων οργάνων και υπαλλήλων της, κατά την απόκτηση των επιταγών, την ανυπαρξία της απαίτησης της "..." καθώς και ότι αυτές είχαν δοθεί στην τελευταία χάριν εγγυήσεως των υποχρεώσεών της από την τελούσα υπό την ανωτέρω αναβλητική αίρεση σύμβαση, χωρίς να ενσωματώνουν γεγεννημένη και ληξιπρόθεσμη οφειλή της, διότι παρακολουθούσε συνεχώς την πορεία και την εξέλιξη των σχέσεων μεταξύ των δύο εταιριών, διατηρώντας και σχετικό φάκελο, ενήργησε δε προς βλάβη της αναιρεσίβλητης και προς δικό της όφελος, προκειμένου να επιτύχει την ικανοποίηση μέρους της απαίτησής της έναντι της προσθέτως υπέρ αυτή παρεμβάσας, αν και δι'αυτού του τρόπου ήταν ενδεχόμενο να ματαιωθεί η προβολή των ενστάσεων, που στηρίζονταν στις σχέσεις μεταξύ των δύο συμβληθεισών εταιριών, και να επιτευχθεί η πληρωμή των επιταγών προς βλάβη της αναιρεσίβλητης.

Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές, μόνη η περιληφθείσα στη μεταξύ των δύο συμβληθεισών εταιριών πρόβλεψη περί μελλοντικής κατάρτισης νέας σύμβασης μεταξύ της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης, προκειμένου η τελευταία να αναδεχθεί έναντι της πρώτης χρέος της "...", αποκλείει τον χαρακτηρισμό της σύμβασης των ανωτέρω δύο εταιριών ως γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, βάσει της οποίας η αναιρεσείουσα ως τρίτη αποκτούσε απευθείας δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από την αναιρεσίβλητη κατά τα προεκτιθέμενα.

Η αναφορά δε του άρθρου 414 ΑΚ στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνεπάγεται εφαρμογή του, αλλά αναφέρεται στον ισχυρισμό, που είχε προβάλει η αναιρεσείουσα στο Εφετείο (επαναφερόμενο και με τον λόγο αναίρεσης) ότι η ανωτέρω σύμβαση ήταν γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου και δη υπέρ της ιδίας, παρέχοντάς της ίδιο δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή απευθείας από την αναιρεσίβλητη, ο οποίος απορρίφθηκε και με το πρόσθετο απλώς επιχείρημα του δικαστηρίου (βλ.

σχετική αιτιολογία: "αφού, πλην άλλων,..." στη σελ. 39 της εφετειακής απόφασης) ότι, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση (δηλαδή αν ήθελε υποτεθεί ότι επρόκειτο για γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου), παρέχεται στον υποσχεθέντα δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή αντιτάσσοντας κατ'άρθρο 414 ΑΚ και κατά του τρίτου ενστάσεις από τη σύμβαση με τον δέκτη της υπόσχεσης.

Μετά την απόρριψη του λόγου της, πρέπει να απορριφθεί η από 23-11-2020 αίτηση για αναίρεση της της 89/2019 απόφασης του Εφετείου Βορείου Αιγαίου και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησής της.

Η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-11-2020 αίτηση για αναίρεση της 89/2019 απόφασης του Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες οκτακόσια (2800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ