Supreme Court dismisses appeal against hospital's acceptance of judgment, ruling acceptance waives right to appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Public Hospital AHEPA's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment. The hospital had previously accepted the lower court's decision by paying the awarded costs, which the court ruled constituted a tacit waiver of the right to appeal. Consequently, the appeal was declared inadmissible due to lack of legal interest, and the hospital was ordered to pay the appellant's legal fees.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 297, 298, 299, 553, 573, 577 of the Code of Civil Procedure: Acceptance of a final judgment by the appellant before filing an appeal constitutes a waiver of the right to appeal, rendering any subsequent appeal inadmissible due to lack of legal interest.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 300 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 300/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης ΑΧΕΠΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πανούση. Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Λεοντόπουλο - Βαμβέτσο..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10202/2011 μη οριστική και 12921/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 821/2018 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-6-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298, 299, 553 παρ. 1, 573 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκ μέρους του αναιρεσείοντος αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης πριν από την άσκηση αναίρεσης κατ' αυτής, καθιστά την μετά από αυτήν (αποδοχή) ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης απαράδεκτη λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος.
Τούτο διότι η αποδοχή αυτή υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα άσκησής της, για την οποία δεν απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου και, συνεπώς, μπορεί να γίνει είτε ρητώς με την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 297 ΚΠολΔ, είτε σιωπηρώς με πράξεις από τις οποίες υποδηλώνεται σαφώς η προς τούτο βούληση.
Τέτοια πράξη συνιστά και η καταβολή ή είσπραξη αντιστοίχως των τελεσιδίκως με την προσβαλλόμενη επιδικασθέντων καθώς και των νόμιμων τόκων και της δικαστικής δαπάνης, εφόσον δεν διατυπωθεί σχετική επιφύλαξη. Μετά την άσκηση, όμως, της αναίρεσης δεν χωρεί πλέον σιωπηρή αποδοχή της απόφασης, αλλά μόνο ρητή, κατά τους διαγραφόμενους στο άρθρο 297 ΚΠολΔ τρόπους, δηλαδή ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου καθόσον η αποδοχή στην περίπτωση αυτή υποδηλώνει και παραίτηση από την ήδη ασκηθείσα αναίρεση, η οποία μπορεί να γίνει μόνο κατά τους ανωτέρω οριζόμενους τύπους και όχι και σιωπηρώς.
Δικονομική έννομη συνέπεια της νόμιμης αποδοχής τελεσίδικης απόφασης είναι η απόρριψη της ασκηθείσας κατ αυτής αναίρεσης, ως απαράδεκτης, λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος (ΟλΑΠ 15/2008, ΑΠ 454/2020, ΑΠ 604/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, η υποβληθείσα με τις κατατεθείσες, προ 20 ημερών (άρθρ. 570 παρ. Ι εδ. β του ΚΠολΔ), από 12-2-2021 προτάσεις της αναιρεσίβλητης ένσταση αυτής ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, διότι το αναιρεσείον, με τις αναγραφόμενες στις προτάσεις του καταβολές, συνολικού ποσού 353.085,43 ευρώ, που έλαβαν χώρα μετά την άσκηση της αναίρεσης, ακόμη και της δικαστικής δαπάνης, ύψους 6.500,00 ευρώ, και για τις οποίες εκδόθηκαν τα αναφερόμενα 330, 330, 334, 331 και 332/1-4-2019 χρηματικά εντάλματα πληρωμής, αποδέχθηκε την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει ν' απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος.
Και τούτο διότι οι εν λόγω πράξεις έλαβαν χώρα κατά τα ως άνω, μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε, στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση, στις 25-6-2018, και με αριθμ. έκθ. κατ. 2074/163/25-6-2018. Ειδικότερα, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης δεν χωρεί αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, σιωπηρή, όπως εννοείται από την αναιρεσίβλητη, αλλά μόνον ρητή, δηλαδή κατά τους διαγραφομένους στο άρθρο 297 ΚΠολΔ τρόπους, καθόσον η αποδοχή στην περίπτωση αυτή υποδηλώνει παραίτηση από την ήδη ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν μπορεί να γίνει σιωπηρά (ΑΠ 453/2020, ΑΠ 113/2016, ΑΠ 1268/2009).
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμ. 821/29-3-2018 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία για την αξίωση, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, και ο εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 598/2017).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 904 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεωστήτως ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Από τον κανόνα του άρθρου αυτού, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας και έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ., αφού γι` αυτά δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 218/1977), προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι εκτός των άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, με βάση την οποία έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.
Αν λείπει το στοιχείο αυτό, αν δηλαδή η αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Τέτοια έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, εξαιτίας απαγορευτικής διατάξεως νόμου. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγόμενου, εξαιτίας της ακυρότητας της σύμβασης, για να είναι ορισμένη η αγωγή θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α` του ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εναγόμενου δεν είναι νόμιμη (ΑΠ 501/2016).
Αν όμως η βάση της αγωγής από αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), με την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κυρίας βάσης αυτής από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα (ΟλΑΠ 2/2019).
Και τούτο διότι, στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξεταστεί μόνον εάν η ερειδόμενη στην έγκυρη σύμβαση κυρία βάση της αγωγής απορριφθεί μετά από παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ` ένσταση του εναγόμενου, απετέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης.
Έτσι, πληρούται με τον τρόπο αυτόν ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή (ΟλΑΠ 22/2003, ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 261/2020). Τέλος, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 670/2020, ΑΠ 1487/2017).
Για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, και όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας να επαναφέρεται στο εφετείο νόμιμα, είτε δηλαδή με λόγο έφεσης από τους εναγόμενους σε βάρος του οποίου η αγωγή του αντιδίκου του κρίθηκε ορισμένη και παραδεκτή είτε με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητου, προς απόκρουση της έφεσης, και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1165/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, σε σχέση με το αναιρετικό ενδιαφέρον, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, με την κρινόμενη αγωγή της εξέθετε ότι στο πλαίσιο της δραστηριότητάς της, κατά το χρονικό διάστημα από 4-1-2008 έως 12-1- 2009, κατήρτισε με το εναγόμενο νοσοκομείο και μετά από σχετικές έγγραφες παραγγελίες της διοίκησής του τελευταίου, διαδοχικές συμβάσεις πώλησης, δυνάμει των οποίων, μετά από αντίστοιχες έγγραφες παραγγελίες του εναγόμενου, πώλησε και παρέδωσε σ' αυτό αναλώσιμα υλικά εργαστηρίου, αντιδραστήρια προσδιορισμού μικροβιολογικών εξετάσεων, αντιδραστήρια προσδιορισμού ανοσολογικών εξετάσεων, αναλώσιμα υλικά και αντιδραστήρια βιοχημικών αναλυτών, αναλώσιμα και αντιδραστήρια αιματολογικών αναλυτών κλπ., όπως αυτά (πωληθέντα είδη) εξειδικεύονται πλήρως στην αγωγή κατά είδος, κωδικό, ποσότητα, τιμή μονάδος με ΦΠΑ και συνολική, για τα οποία εξέδωσε τα ενσωματούμενα την αγωγή εξήντα δύο (62) τιμολόγια τα οποία συνόδευαν κατά την παράδοσή τους τα αντίστοιχα πωληθέντα είδη, και στα οποία αναλύονται με λεπτομέρεια σε κάθε τιμολόγιο με την ονομασία τους ως φαρμάκων ή υλικών, με ιατρική ορολογία και ονομασίες, όπως ενδεικτικά GENEOX MICROAER x10, FLUOPREP 15 ML, FLUCLINE H (TOTAL) 1 ML, TOXO SPOT IF 100 TEST, SLIDEX CRP KIT 50 TEST, (VITEK 2 SALINE BAG 12, GP TEST, KIT VTK2 2 AST EXN -3, AST-P532, VITEK 2 AST P549, MB/BACT ANTIB SUPPL, CENEOX ANAER X10, VITEK SUSPENSION), BacT/ALERT FA FAN Aerobic, BacT/ALERT FN FAN.
GN TEST KIT VTK2, VITEK 2 CARD MIC/AST, VITEK 2 ACCESSORY KIT, ATB FUNGUS 3.25 TESTS κλπ., έναντι του αναφερόμενου τιμήματος κατά μονάδα και συνολική 189.159,72 ευρώ, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο, μετά από περιορισμό, να της καταβάλει το ποσό των 185.337,44 ευρώ, με το νόμιμο τόκο μετά την παρέλευση 60 ημερών από την παράδοση - παραλαβή των προϊόντων, άλλως από την επίδοση της αγωγής, κυρίως ως οφειλόμενο τίμημα των διαδοχικών συμβάσεων πώλησης και επικουρικά, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι είναι άκυρες οι συμβάσεις πώλησης, ως ωφέλεια του εναγόμενου από την απόκτηση των ακύρως πωληθέντων και παραδοθέντων στο εναγόμενο ιατρικών προϊόντων, χωρίς νόμιμη αιτία, που αντιστοιχεί στην ισόποση αξία τους και δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν αν προμηθευόταν τα αυτά παραπάνω προϊόντα, με έγκυρες συμβάσεις, απ' άλλον προμηθευτή.
Το αναιρεσείον με τις προτάσεις του, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο πρόβαλε την ένσταση αοριστίας, συνιστάμενη στο ότι αόριστα αναφέρεται η ενάγουσα στην αγωγή σε διάφορα προϊόντα, τα οποία αναφέρει "ενδεικτικά", των οποίων ζητά την αξία τους, παραθέτει φωτοτυπικά αντίγραφα τιμολογίων, στα οποία αναγράφονται με λατινικούς χαρακτήρες προϊόντα, χωρίς να διευκρινίζεται τι προϊόντα είναι το καθένα, αναλώσιμα εργαστηρίου, αντιδραστήριο προσδιορισμού μικροβιολογικών εξετάσεων ή αντιδραστήριο αιματολογικών εξετάσεων ή προσδιορισμού ανοσολογικών εξετάσεων ή αντιδραστήριο βιοχημικών αναλυτών ή αντιδραστήριο αιματολογικών αναλυτών και ότι δεν προσδιορίζονται τα προϊόντα τα οποία φέρεται να της πωλήθηκαν, με άκυρες συμβάσεις, και να παραδόθηκαν σ' αυτό.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμ. 12921/2014 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία, κατά παραδοχήν της σχετικής ένστασης του εναγόμενου, απορρίφθηκε η αγωγή ως αόριστη. Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο ήχθη η υπόθεση, μετά την άσκηση έφεσης από την ενάγουσα, το εναγόμενο, με τις προτάσεις του επανέφερε την αυτή παραπάνω ένσταση αοριστίας, η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, στη συνέχεια δε, το Εφετείο, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση αυτής, λόγω ακυρότητας των συμβάσεων πώλησης, επειδή δεν προηγήθηκε της κατάρτισης των συμβάσεων η διεξαγωγή διαγωνισμού και, ακολούθως, δέχθηκε ως κατ` ουσίαν βάσιμη την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, την οποία έκρινε ορισμένη και νόμιμη.
Με το παραπάνω περιεχόμενο η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη καθώς περιγράφονται τα προϊόντα τα οποία πωλήθηκαν ακύρως χωρίς την τήρηση της διαδικασίας που απαιτείται για την προμήθεια και αγορά των αναφερομένων στην αγωγή υλικών, η παράδοση αυτών στο εναγόμενο, και με ενσωμάτωση στην αγωγή των εκδοθέντων εξήντα δύο (62) τιμολογίων, σε καθένα από τα οποία διαλαμβάνεται ρητή, σαφής και πλήρης περιγραφή των βιοδιαγνωστικών και λοιπών προϊόντων που προορίζονται για τα εργαστήρια του εναγόμενου, και αφορούν σε αναλώσιμα υλικά εργαστηρίου, αντιδραστήρια προσδιορισμού μικροβιολογικών εξετάσεων, αντιδραστήρια προσδιορισμού ανοσολογικών εξετάσεων, αναλώσιμα υλικά και αντιδραστήρια βιοχημικών αναλυτών, αναλώσιμα και αντιδραστήρια αιματολογικών αναλυτών κλπ., ήτοι τα παραδοθέντα στο εναγόμενο προϊόντα αναφέρονται με ιατρικούς όρους, που παραπέμπουν ευθέως στο πωλούμενο είδος, κατά κωδικό, ποσότητα, τιμή μονάδας, ΦΠΑ και συνολική τιμή.
Έτσι, διαλαμβάνονται, στην αγωγή, όλα τα προσδιοριστικά στοιχεία της απαίτησης της ενάγουσας, αφού γίνεται πλήρης περιγραφή των πωληθέντων (ακύρως) και παραδοθέντων ιατρικών ειδών, από την οποία προκύπτει η ταυτότητα αυτών, κατά είδος, ποσότητα, τιμή μονάδας και συνολική, χωρίς να καταλείπεται η επικαλούμενη από το εναγόμενο αμφιβολία για το είδος των αντιδραστηρίων ή αναλωσίμου, και οι λατινικοί χαρακτήρες είναι η διεθνής ιατρική ονομασία των προϊόντων και δεν αποτελούν ακρωνύμια ή συντμήσεις, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο.
Συνεπώς, στην αγωγή, στην οποία γίνεται σώρευση της αγωγής αδικαιολόγητου πλουτισμού, με την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής, λόγω ακυρότητας, εξαιτίας τη μη τήρησης της διαδικασίας του διαγωνισμού, περιγράφονται πλήρως τα προϊόντα τα οποία παρέλαβε το εναγόμενο από την ενάγουσα και, έτσι, προσδιορίζεται η ωφέλεια από την εξοικονόμηση της δαπάνης στην οποία θα υποβαλλόταν αν προμηθευόταν αυτά από τρίτο, με έγκυρες συμβάσεις που θα καταρτίζονταν με την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας του διαγωνισμού.
Επομένως, το Εφετείο, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ως άνω επικουρική βάση της αγωγής, με παραδοχή της σχετικής ένστασης αοριστίας, και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
O λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από τον αριθμ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχόμενου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, και όχι και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 212008). 'Ετσι, έγγραφα κατά την παραπάνω διάταξη θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά μέσα, ενώ αντίθετα δεν αποτελούν έγγραφα τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως η αγωγή, οι προτάσεις των διαδίκων, το δικόγραφο της έφεσης κ.λπ. (ΑΠ 189/2019, ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 204/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον εναγόμενο μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενο ότι το Εφετείο ανέγνωσε εσφαλμένα τα ενσωματωμένα στην αγωγή τιμολόγια ως προς τα αναφερόμενα σ' αυτά φάρμακα και υλικά, όπως "ενδεικτικά", "GENEOX MICROAER x10, FLUOPREP 15 ML, FLUCLINE H (TOTAL) 1 ML, TOXO SPOT IF 100 TEST, SLIDEX CRP KIT 50 TEST, (VITEK 2 SALINE BAG 12, GP TEST, KIT VTK2 2 AST EXN -3, AST-P532, VITEK 2 AST P549, MB/BACT ANTIB SUPPL, CENEOX ANAER X10, VITEK SUSPENSION), BacT/ALERT FA FAN Aerobic, BacT/ALERT FN FAN.
GN TEST KIT VTK2, VITEK 2 CARD MIC/AST, VITEK 2 ACCESSORY KIT, ATB FUNGUS 3.25 TESTS κλπ., ως μη αναγραφόμενα με λατινικούς χαρακτήρες, με ακρωνύμια και συντμήσεις", ενώ πρόκειται για λατινικούς χαρακτήρες, με ακρωνύμια και συντμήσεις" και ·παραμορφώνοντας το περιεχόμενο της αγωγής στην οποία είναι ενσωματωμένα τα τιμολόγια, απέρριψε την ένσταση αοριστίας της ένδικης αγωγής που νόμιμα πρόβαλε.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι παραπονείται για παραμόρφωση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, της οποίας αποτελούν περιεχόμενο τα τιμολόγια, και το διαδικαστικό έγγραφο της αγωγής, το οποίο κρίνεται για την παραδοχή ή μη της ένστασης αοριστίας του δικογράφου της αγωγής, δεν μπορεί να ιδρύσει πλημμέλεια από τον αριθμ. 20 του άρθρου 599 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά, χωρίς, όμως, να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 667/2018).
Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, νοούνται δηλαδή ως "πράγματα" οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, και όχι οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 49/2020, ΑΠ 667/2018).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα τούτο εκτίθεται σαφώς (ΟλΑΠ 1/1999). Ο όρος "ζητήματα", ως προς τα οποία η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, είναι ταυτόσημος με τον όρο "πράγματα", των οποίων η παρά το νόμο παραδοχή από το δικαστήριο της ουσίας χωρίς απόδειξη, ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ (ΑΠ 15/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη)... κατά το χρονικό διάστημα από 4-1-2008 έως 30-12-2008, κατήρτισε με το εναγόμενο νοσοκομείο και μετά από σχετικές έγγραφες παραγγελίες της διοίκησής του τελευταίου, διαδοχικές συμβάσεις πώλησης, δυνάμει των οποίων πώλησε και παρέδωσε σ' αυτό αναλώσιμα υλικά εργαστηρίου, αντιδραστήρια προσδιορισμού μικροβιολογικών εξετάσεων, αντιδραστήρια προσδιορισμού ανοσολογικών εξετάσεων, αναλώσιμα υλικά και αντιδραστήρια βιοχημικών αναλυτών, αναλώσιμα και αντιδραστήρια αιματολογικών αναλυτών κλπ., που ήταν απαραίτητα για τις ανάγκες λειτουργίας του και εξυπηρέτησης των ασθενών του.
Οι διαδοχικές αυτές πωλήσεις καταρτίστηκαν όλες προφορικά, με απ' ευθείας ανάθεση και χωρίς προηγούμενη διενέργεια διαγωνισμού, καθώς και χωρίς την τήρηση των λοιπών νομίμων διατυπώσεων,... κατόπιν σχετικών έγγραφων παραγγελιών της Διοίκησης του εναγομένου, που εγκρίθηκαν με αντίστοιχες αποφάσεις του διοικητή του, στα πλαίσια δε των διαδοχικών αυτών πωλήσεων παρέδωσε στο εναγόμενο και το τελευταίο παρέλαβε ανεπιφύλακτα, συντάσσοντας αντίστοιχα πρωτόκολλα οριστικής ποσοτικής και ποιοτικής παραλαβής των αρμοδίων οργάνων του, τα πωλούμενα αντιδραστήρια και λοιπά αναλώσιμα εργαστηριακά ιατρικά υλικά, όπως αυτά καταγράφονται στα πενήντα εννέα (59) τιμολόγια πώλησης, αντίγραφα οποίων (τιμολογίων) ενσωματώθηκαν στην αγωγή, καθώς και στα αντίστοιχα εκδοθέντα δελτία αποστολής, του τα συνόδευαν κατά τη μεταφορά και παράδοσή τους, αντί συνολικού τιμήματος 185.337,44 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος Φ.Π.Α.
από 19%. Ειδικότερα, για τις εν λόγω πωλήσεις, η ενάγουσα εξέδωσε τα ακόλουθα τιμολόγια πώλησης, επί των οποίων αναγραφόταν υπό την ένδειξη "σχόλια" ο σχετικός αριθμός απόφασης της Διοίκησης του εναγομένου αναφορικά με την προμήθεια, είτε ο αριθμός παραγγελίας του κάθε είδους, καθώς και το είδος, η ποσότητα και η τιμή μονάδας των πωληθέντων, καθώς και η αξία ΦΠΑ, ήτοι...".
Στη συνέχεια, αφού παραθέτει τα τιμολόγια πώλησης, το Εφετείο δέχθηκε: "... Η ενάγουσα πώλησε στο εναγόμενο νοσοκομείο τα προπεριγραφέντα αναλυτικά είδη, έναντι συνολικού τιμήματος 185.337,44 ευρώ, ενώ το εναγόμενο νοσοκομείο παρέλαβε κανονικά όλα τα είδη που παρήγγειλε από την ενάγουσα, χωρίς να εκφράσει οποιαδήποτε αντίρρηση ή επιφύλαξη σχετικά με τις εκτελεσθείσες παραγγελίες, δυνάμει των κατωτέρω πρωτοκόλλων παραλαβής με αριθμούς αντίστοιχα....".
Ακολούθως δε, μετά την παράθεση των σχετικών παραστατικών, δέχθηκε: "Δεν κατέβαλε, όμως, στην ενάγουσα-εκκαλούσα το τίμημα των πωλήσεων, το οποίο με βάση τα ανωτέρω εκδοθέντα τιμολόγια ανήλθε στο συνολικό ποσό των 185.337,44 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι όλες οι ανωτέρω επίδικες συμβάσεις συνάφθηκαν χωρίς να προηγηθεί διαγωνισμός οιασδήποτε μορφής, αλλά με απευθείας ανάθεση των διοικούντων του εναγομένου νοσοκομείου, στα πλαίσια όχι επειγουσών αναγκών του τελευταίου, οι οποίες απαιτούσαν άμεση αντιμετώπιση, αλλά στα πλαίσια μιας διαρκούς συνεργασίας με την ενάγουσα για να παρακαμφθούν οι διατάξεις των ν. 2266/1995, ν 2362/1995, ν. 2955/2001...
Πλην όμως από την πώληση και παράδοση των παραπάνω υλικών, το εναγόμενο νοσοκομείο, το οποίο παρέλαβε τα υλικά στο πλαίσιο των άκυρων συμβάσεων, κατέστη χωρίς νόμιμη αιτία, αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, κατά την αξία των πωληθέντων ειδών, που αναφέρονται αναλυτικά στα παραπάνω τιμολόγια, συνολικού ποσού 185.337,44 ευρώ, αφού ωφελήθηκε κατά την αντίστοιχη δαπάνη, που εξοικονόμησε και θα κατέβαλε για την αγορά των ίδιων υλικών από τρίτο πωλητή με τον οποίο θα κατήρτιζε έγκυρες συμβάσεις.
Υποχρεούται δε να αποδώσει την ως άνω ωφέλεια την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία, σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, ενεχόμενο με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού προηγουμένως εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση αυτής ως μη νόμιμη, δέχθηκε την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 185.337,44 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα δε, διέλαβε πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία για όλα τα ουσιώδη στοιχεία, που θεμελιώνουν την αγωγή, μεταξύ των οποίων και τα περιστατικά της παραλαβής των προϊόντων και του ύψους της ωφέλειας του εναγόμενου από την παραλαβή των ακύρως πωληθέντων σ' αυτό ιατρικών υλικών και για το ύψος της δαπάνης που εξοικονόμησε το εναγόμενο για την προμήθεια των αυτών ένδικων υλικών από τρίτο προμηθευτή με έγκυρες συμβάσεις, με διαγωνισμό, δηλ.
σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 2266/1995, ν 2362/1995, ν. 2955/2001, που παρακάμφθηκαν, και προβλέπουν τιμές των ειδών στην ημεδαπή και διεθνή αγορά, και ότι η ωφέλεια αυτή συμπίπτει με την τιμολογηθείσα από την ενάγουσα αξία των πωληθέντων, με άκυρη σύμβαση στο εναγόμενο. Εξάλλου, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα της παραλαβής των πωληθέντων σ' αυτό ειδών και υλικών, στο πλαίσιο άκυρων συμβάσεων πώλησης, δεν δέχθηκε ως αληθινό, χωρίς απόδειξη τον αγωγικό ισχυρισμό της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, δηλαδή ότι το εναγόμενο παρέλαβε τα ιατρικά υλικά, τα οποία του πώλησε η αναιρεσείουσα - ενάγουσα με άκυρες συμβάσεις πώλησης, και ότι η ωφέλεια του εναγόμενου, από τη δαπάνη που εξοικονόμησε για την προμήθεια των ίδιων υλικών με έγκυρες συμβάσεις, αντιστοιχεί με την τιμολογηθείσα από την ενάγουσα αξία, αλλά ύστερα από αξιολόγηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα, αφού εκτίμησε την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας που εξετάστηκε νόμιμα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχεται στα με αριθμ. 10202/2011 πρακτικά, και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τους αρ. 19 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το υποσκέλος αυτού, με το οποίο μέμφεται για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, για το λόγο ότι δεν αναφέρεται στην απόφαση ότι ερευνήθηκε η αληθινή αξία τους στην αγορά, οι τιμές με τις οποίες προμηθεύονται τα προϊόντα οι ιδιωτικές κλινικές, οι ιδιώτες ιατροί και η αξία τους στη διεθνή αγορά δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 59/2020), ενόψει του ότι η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ), όχι όμως μειωμένα, διότι ναι μεν το αναιρεσείον αποτελεί ν.π.δ.δ. και έχει τα προνόμια ατελειών και απαλλαγών του Δημοσίου (αρθ 28 παρ. 4 ν. 2579/1998), η νομική του όμως υπηρεσία δεν ασκείται από το ΝΣΚ, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 3693/1957, περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 62/2019, ΑΠ 1492/2017), όπως ειδικότερα, ορίζεται, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-6-2018 αίτηση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΧΕΠΑ" για αναίρεση της με αριθμό 821/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ