Legislator Case Law & Legislation
300/2019 AI generated

Greek Supreme Court partially allows appeal against lower court judgment for specific defendants while dismissing it for others.

Case Number 300/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against a lower court judgment, setting aside the ruling for ten specific defendants while dismissing it for the remaining plaintiffs. The State argued that the lower court erred in applying specific civil code provisions regarding liability, whereas the other defendants' claims were found to be procedurally barred or unsupported by evidence. Consequently, the case was remitted to a different judge in the Athens Court of Appeal for further examination of the overturned decisions, with the losing defendants ordered to pay court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 649, 669, 671, 672 of the Civil Code; Article 8(3) of Law 2112/1920; Articles 281, 671 of the Civil Code; Article 25(1) and (3) of the Constitution; Articles 5, 7, 11 of Presidential Decree 164/2004: The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court's decision is erroneous regarding specific parties but correct for others, remitting the case for further examination.

Keywords

AI generated
partial appeal allowance remittal to appellate court civil liability provisions court costs allocation state as appellant procedural dismissal judicial review scope

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 649, 669, 671, 672 of the Civil Code
Article 8(3) of Law 2112/1920
Articles 281, 671 of the Civil Code
Article 25(1) and (3) of the Constitution
Articles 5, 7, 11 of Presidential Decree 164/2004
Article 107(7) and (8) of the Constitution
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 300 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 300/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία Οικονόμου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ε. Κ. του Δ., 2Δ. Κ. του Ι., 3Γ. Κ. του Β., 4Κ. Κ. του Π., 5Δ. Κ. του Θ., 6Β. Κ. του Θ., 7.Δ. Κ. του Ν., 8Γ. Κ. του Ε., 9Φ. Κ. του Σ., 10Ν. Κ. του Ι., 11.Ε. Κ. του Β., 12Σ. Κ. του Γ., 13Γ. Κ. του Β., 14Θ. Κ. του Κ., 15Σ. Κ. του Θ., 16Σ. Κ. του Α., 17.Ζ. Κ. του Π., 18Μ. Κ. του Α., 19Β. Κ. του Β., 20Β. Κ. του Ν., 21Χ. Κ. του Ι., 22Ε. Κ. του Ν., 23.Ν. Κ. του Δ., 24Δ. Κ. του Γ., 25Ε. Κ. του Χ., 26Ν. Κ. του Μ., 27.Α. Κ. του Ι., 28Γ. Κ. του Μ., 29Ι. Κ. του Β., 30Χ. Κ. του Α., 31Ε. Κ. του Τ., 32Α. Κ. του Π., 33Α. Κ. του Θ., 34.Ν. Κ. του Μ., 35Ν. Κ. του Δ., 36Κ. Κ. του Ι., 37Δ. Κ. του Σ., 38Α. Κ. του Χ., 39Μ. Κ. του Κ., 40.Α. Κ. του Ν., 41Α. Κ. του Ι., 42Α. Κ. του Ε., 43Α. Κ. του Ε., 44Μ. Κ. του Β., 45Χ. Κ. του Κ., 46.Σ. Κ. του Α., 47Α. Κ. του Γ., 48Χ. Κ. του Ι., 49.Κ. Κ. του Π., 50Η. Κ. του Ι., 51Μ. Κ. του Δ., 52Γ. Κ. του Ν., 53Μ. Κ. του Κ., 54Γ. - Α. Κ. του Β., 55.Σ. Κ. του Γ., 56Π. Κ. του Κ., 57Γ. Κ. του Δ., 58Α. Κ. του Α., 59.Δ. Κ. του Ε., 60Ι. Κ. του Δ., 61Ε. Κ. του Γ., και 62Χ. Κ. του Π., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Στο σημείο αυτό η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος δήλωσε ότι το Ελληνικό Δημόσιο παραιτείται ως προς τους 2η, 3ο, 5ο, 7η, 8ος, 9ο, 12ο, 13ο, 14η, 16ο, 18η, 19ο, 20η, 21η, 22η, 23η, 24η, 25η, 26η, 27η, 28η, 29η, 30ο, 31η 33η, 36ο, 37η, 38η, 39η, 40η, 41η, 43η, 44η 45η 47ο, 48η, 49η, 51η, 53η, 56ο, 57ο, 58η, 59η, 60η και 61η, συνεχίζει δε τη δίκη για τους λοιπούς (1η, 4η, 6ο, 10ο, 11ο, 15ο, 17η, 32η, 34ο, 35ο, 42ο, 46ο, 50ο, 52η, 54η, 55ο και 62ο).

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/6/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3104/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 7083/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το Ελληνικό Δημόσιο με την από 15/12/2015 αίτησή του. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 5/12/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 294 εδαφ. 1, 295 παρ. 1 εδαφ. 1 και 297 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία, (299, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, ο αναιρεσείων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αναιρέσεως και των τυχόν ασκηθέντων προσθέτων λόγων (ΑΠ 60/2004) χωρίς συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της υποθέσεως, (ΑΠ 1830/2006), η παραίτηση δε αυτή γενομένη είτε με καταχωριζομένη στα πρακτικά δήλωση του ιδίου του παραιτουμένου διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου (ΑΠ 243/2007, ΑΠ 1317/2003) για την οποία δεν είναι αναγκαία η ύπαρξη ειδικής πληρεξουσιότητας (ΑΠ 735/2011) είτε με δικόγραφο επιδιδόμενο στον αναιρεσίβλητο, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (ΑΠ 1471/2010, ΑΠ 924/2011, ΑΠ 568/2011, ΑΠ 382/2016), επιφέρουσα, αναδρομικά, την κατάργηση της δίκης επί του ενδίκου μέσου, χωρίς να απαιτείται η έκδοση σχετικής αποφάσεως, εκτός αν ο αντίδικος του παραιτουμένου του οποίου δεν είναι απαραίτητη κλήτευση στη σχετική δίκη (ΑΠ 351/2004) εμμένει, για οποιαδήποτε λόγο, στην έκδοση της οπότε το δικαστήριο θα χωρήσει στη δημοσίευση αυτής με διατακτικό τις δικονομικές συνέπειες της παραιτήσεως (ΑΠ 1140/2007, ΑΠ 430/2005, ΑΠ 382/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με την από 22.05.2018 δήλωσή της, η οποία επιδόθηκε στον Δημήτριο Βαλαβάνη, ως πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων κατά την 24.05.2018, ήτοι πριν την ημέρα της δικασίμου (βλ. την υπ' αριθμ. 5642/24.05.2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πειραιώς Ε.

Γ. Α.), παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 15.12.2015 ένδικης αίτησης αναίρεσης ως προς τους 2η, 3°, 5°, 7 , 8ο, 9ο, 12ο, 13ο, 14η, 16ο, 18η, 19ο, 20η, 21η, 22η, 23η, 24η, 25η, 26η, 27η, 28η, 29η, 30°, 31η 33η, 36°, 37η, 38η, 39η, 40η, 41η, 43η, 44η 45η 47°, 48η, 49η, 51η, 53η, 56°, 57°, 58η, 59η, 60η και 61η αναιρεσιβλήτους με την υπ' αριθ. ΥΠΠΟΑ/ΓΔΔΥΗΔ/ΔΔΑΔ/ 214108/15264/10789/1651/8-5-2018 απόφαση της Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, κατά το άρθρο 47 του ν.4440/2016, ενώ παράλληλα στο ακροατήριο του δικαστηρίου αυτού επανέλαβε τη δήλωσή του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά.

Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, πρέπει να θεωρηθεί ως προς τους παραπάνω αναιρεσίβλητους ότι η αίτηση αυτή δεν ασκήθηκε. Aπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (βλ.

ΑΠ 142/2016 ). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 7083/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος) απορρίφθηκε η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 3104/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ακολούθως, το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 15.12.2015 αίτηση περί αναιρέσεως της ως άνω 7083/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. 'Οπως προκύπτει από την υπ'αριθμ.

…45/29.06.2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιά Ε. Γ. Α., που προσκομίζει νόμιμα το αναιρεσείον, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 13.12.2016 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατ' άρθρο 6Α του Διατάγματος της 26 Ιουνίου- 10 Ιουλίου 1044 "περί δικών του Δημοσίου, που προστέθηκε με το άρθρο 46 § 3 του Ν. 4305/2014, στον Δημήτριο Βαλαβάνη ως αντίκλητο των απολειπομένων 1ης, 4ης, 6ης, 10ου, 11ου, 15ου, 17ης, 32ης, 34ου, 35ου, 42ου, 46ου, 50ου, 52ης, 54ης, 55ης και 62ου, αναιρεσιβλήτων, που τους είχε εκπροσωπήσει στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 7083/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κατά την ως άνω δικάσιμο (13.12.2016) η υπόθεση αναβλήθηκε αντιμωλία των διαδίκων από το πινάκιο για την 25.04.2017, οπότε και η συζήτηση αυτής ματαιώθηκε. Ηδη, η ένδικη υπόθεση εισάγεται ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου με την από 14.09.2017 κλήση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Όπως προκύπτει από την νόμιμα προσκομιζόμενη υπ'αριθμ. 5606/7.11.2017 έκθεση επιδόσεως της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιά Ε. Γ. Α., ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ως άνω από 14.09.2017 κλήσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση για την δικάσιμο της 16.01.2018 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρο 6Α του Διατάγματος της 26 Ιουνίου- 10 Ιουλίου 1044 "περί δικών του Δημοσίου, που προστέθηκε με το άρθρο 46 § 3 του Ν. 4305/2014), στον ως άνω αναφερόμενο Δημήτριο Βαλαβάνη, ως αντίκλητο των ως άνω απολειπομένων 1ης, 4ης, 6ης, 10ου, 11ου, 15ου, 17ης, 32ης, 34ου, 35ου, 42ου, 46ου, 50ου, 52ης, 54ης, 55ης και 62ου, αναιρεσιβλήτων, που τους είχε εκπροσωπήσει στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά την ως άνω δικάσιμο (16.01.2018) η υπόθεση αναβλήθηκε αντιμωλία των διαδίκων από το πινάκιο για την 09.10.2018 για την οποία δεν χρειαζόταν νέα κλήση των ως άνω αναιρεσιβλήτων. Επομένως, αφού οι 1η, 4η, 6η, 10ος, 11ος, 15ος, 17η, 32η, 34ος , 35ος , 42ος , 46ος , 50ος , 52η, 54η 55η και 62ος από τους αναιρεσίβλητους δεν εμφανίσθηκαν κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικασθούν ερήμην, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Με την από 15.12.2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται, ως προς τους ως άνω 1η, 4η, 6η, 10ο, 11ο, 15ο, 17η, 32η, 34ο, 35ο, 42ο , 46ο, 50ο, 52η, 54η, 55η και 62ο από τους αναιρεσίβλητους, η 7083/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος), που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 3104/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τη οποία αναγνωρίσθηκε ότι η σύμβαση που συνδέει τους παραπάνω ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υποχρέωσε το εναγόμενο και ήδη αναρεσείον να αποδέχεται τις υπηρεσίες των ως άνω αναφερομένων. Με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση και επικυρώθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή τη επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669 § 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα, αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα.

Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (Ολ.ΑΠ 18/2006, ΑΠ 1401/2017).

Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λ.π. πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α` 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις.

Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ.

και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΑΠ 1401/2017, ΑΠ 107/2017, AΠ 1154/2012, ΑΠ 1506/2012. ΑΠ 1574/2012, Α.Π. 123/2012, Α.Π. 16/2012, ΑΠ 15/2011, ΑΠ 1618/2011, ΑΠ 1681/2011).

Επίσης, με την μεταβατικού χαρακτήρα, διάταξη του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, με το οποίο (Διάταγμα) έγινε η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας, όσον αφορά στο προσωπικό του δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα, προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, που έχει συναφθεί μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα" προβλέπονται (μεταξύ άλλων) τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του παρόντος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος (19-7-2004) του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις, πέραν της αρχικής σύμβασης, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου α` να έχει διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου Φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά, που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.

Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης, αντίστοιχης με την αναγραφομένη στην αρχική σύμβαση. Περαιτέρω, κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις, οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις, ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Η προϋπόθεση του εδαφίου α` του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει, κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης. Η πρόβλεψη, εξάλλου, ότι μεσολαβεί για την αναγνώριση της σχέσης ως αόριστου χρόνου διοικητική διαδικασία, δεν μπορεί να αποκλείσει στα δικαστήρια, κατά την άσκηση του υπαγορευόμενου από το Σύνταγμα δικαιοδοτικού τους έργου, την έρευνα της ύπαρξης των προϋποθέσεων που προσδίδουν στη σχετική σύμβαση ή σχέση το χαρακτήρα σύμβασης ή σχέσης εργασίας αόριστου χρόνου (βλ.

Ολ ΑΠ 18/2006, ΑΠ 1401/2017, ΑΠ 1154/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν τα εξής: Στην από 1.6.2007 αγωγή τους, οι αναιρεσίβλητοι (μαζί με άλλα πρόσωπα, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη), αφού εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόµενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατά τους αναφερόμενους σ' αυτές χρόνους, και απασχολούνταν έκτοτε σ' αυτό µε διαδοχικές συµβάσεις εξαρτηµένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που προσχηματικά, αφού δε συντρέχει προς τούτο αντικειμενικός λόγος, χαρακτηρίστηκαν από το εναγόµενο ως ορισµένου χρόνου για την κάλυψη δήθεν πρόσκαιρων αναγκών του, ενώ στην πραγματικότητα αυτοί κάλυπταν από της αρχικής προσλήψεώς τους πάγιες, διαρκείς και µόνιµες διδακτικές ανάγκες του εναγοµένου, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι καθένας από αυτούς συνδέεται µε το εναγόµενο µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου από τους χρόνους που αναφέρονται σ' αυτή και να υποχρεωθεί το εναγόµενο να τους απασχολεί και να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, ως συνδεοµένων µε αυτό µε συµβάσεις εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 3014/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ( πλην των πρώτης, τρίτης, εικοστή έκτης, σαρακοστή πρώτης, πεντηκοστή πέμπτης, εξηκοστή ένατης και εβδομηκοστού των αρχικώς εναγόντων μη εδώ διαδίκων ως προς τους οποίους λόγω παραιτήσεως απο το δικόγραφο της αγωγής κρίθηκε αυτή να ως μη ασκηθείσα).

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αφού δέχθηκε: ότι "Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν κατά τις αναφερόμενες για τον καθένα ημερομηνίες, προκειμένου να απασχοληθούν ως φύλακες αρχαιοτήτων. Οτι ο χαρακτηρισμός όμως των συμβάσεων αυτών ορισμένου χρόνου δεν αποτυπώνει την πραγματική φύση της εργασιακής τους σχέσης, η οποία είναι εκείνη της αορίστου χρόνου.

Οτι αυτοί απασχολήθηκαν σε περιοχές που τα αρχαιολογικά ευρήματα είναι αναρίθμητα και ότι από την πρόσληψή τους μέχρι σήμερα οι ενάγοντες απασχολούνται με την προστασία των αρχαιολογικών συλλογών και των ίδιων των μνημείων. Οτι δραστηριότητα αυτή των εναγόντων που είναι εξαιρετικά επίπονη δεν εξαντλείται σε κάποια συγκεκριμένη χρονική διάρκεια, αλλά είναι μια ατέρμονη διαδικασία αφού η διαφύλαξη και συντήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας γίνεται συνεχώς και δεν περατώνεται στα χρονικά όρια μίας κατ' ευφημισμόν εργασιακής σύμβασης "ορισμένου χρόνου", αναγνώρισε ότι οι αναφερόμενοι στην απόφαση αυτοί ενάγοντες, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες, συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 7083/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως προς τους εφεσιβλήτους πλην της Π. Κ. (μη εδώ διαδίκου) 29ης εφεσίβλητης - 32ης εναγομένης, ως προς την οποία μετ' εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη.

Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, δέχθηκε ως προς τους αναιρεσίβλητους τα ακόλουθα: ως προς τους 1η, 4η, 6η, 10ο, 11η, 15ο, 17η, 32η, 34ο, 35ο , 42ο, 46ο, 50ο, 52η, 54η, 55η και 62ο από τους αναιρεσίβλητους, 2η, 6η, 8ο, 12ο, 13η, 17ο, 19η, 36η, 38ο, 39ο, 47ο, 51ο, 56ο, 58η, 60η, 61ο, και 68ο των εναγομένων αντίστοιχα): "Οι ενάγοντες προσελήφθησαν υπό του εναγομένου - εκκαλούντος, μέσω ΥΠΠΟ, δια διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, χαρακτηριζόμενων ως ορισμένου χρόνου.

Ειδικότερα: 1] Η πρώτη αναιρεσίβλητη Ε. Κ. συνήψε δύο συμβάσεις: Από 1.7.2004 έως 30.9.2004 και από 1.7.2005 έως 31.12.2005. Ηργάσθη ως ημερήσιος φύλακας εργοταξίου, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου-εκκαλούντος, αφού ο καθορισμός της διάρκειας των συμβάσεων δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας του εναγομένου...... , 4] Η τετάρτη των αναιρεσιβλήτων Κ.

Κ. ηργάσθη ως ημερήσιος φύλακας από 1.7.1992 - 30.10.1992, 1.11.1992-31.12.1992, 1.7.1993 - 31.12.1993, 17.8.1994 - 31.12.1994, 13.7.1995 - 31.10.1995, 1.3.1997 - 31.12.1997, 2.1.1998 - 21.3.1998, 5.4.1999 - 5.7.1999, 2.9.1999 - 31.12.1999, 3.1.2000 - 10.5.2000, 11.5.2000 - 31.12.2004, 25.1.2005 - 23.7.2005, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, αφού ο καθορισμός της διάρκειας των συμβάσεων της δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας του εναγομένου, .....6] Ο έκτος των αναιρεσιβλήτων Β.

Κ. ηργάσθη ως ημερήσιος αρχαιοφύλακας από 9.7.2004 - 30.6.2005, 12.7.2006- 10.9.2006, 12.9.2006 - 29.10.2006, κάλυπτε δε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, αφού ο καθορισμός της διάρκειας των συμβάσεών του δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας του ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας του εναγομένου, .......10] Ο δέκατος των αναιρεσιβλήτων Ν.

Κ. ηργάσθη ως νυκτοφύλακας από 1.8.1995 - 31.12.1995, 22.5.1996 - 10.10.1996, 1.7.1997 31.11.1997, 2.12.1997 - 30.4.2001, 2.5.2001 - 11.1.2002, 2.1.2002 - 30.4.2002, 20.5.2002 - 31.10.2002, 1.11.2002 - 8.8.2003, 11.8.2003 - 31.12.2003, 5.2.2004 -29.2.2004, 25.6.2004 - 10.11.2004, 24.1.2005 - 6.10.2005, 16.1.2006 -29.9.2006, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, αφού ο καθορισμός της διάρκειας των συμβάσεων του δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας του ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας του εναγομένου, κατ' εφαρμογήν του ισοδυνάμου νομοθετικού μέτρου του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, παρά το ότι, με απόφαση του ΑΣΕΠ εκρίθη ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004, καθόσον οι εν λόγω προϋποθέσεις συνιστούν υποβάθμιση της προστασίας του εφεσιβλήτου ρήτρα 8 παρ. 1 συμφωνίας - πλαισίου], εφόσον αποδεικνύεται πως εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες λόγω της φύσεως της εργασίας του και των αναγκών λειτουργίας του εναγομένου, οι οποίες παραμένουν πάγιες και διαρκείς, ανεξαρτήτως των οριζομένων στα άρθρα 5 και 11 του ΠΔ 164/2004 χρονικών διαστημάτων καλύψεώς τους και η σύναψη μιας εξ αυτών αρκεί για να χαρακτηρισθεί ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον, ακριβώς, αποδεικνύεται η κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών.... 11] Η ενδεκάτη των αναιρεσιβλήτων Ε.

Κ. ηργάσθη ως αρχαιοφύλακας από 1.8.1996-6.12.1996, 1.7.2000 - 31.10.2000, 1.4.2004 - 31.12.2004, 4.1.2005- 30.9.2005, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου , αφού ο καθορισμός της διάρκειας των συμβάσεων της δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας της ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας του εναγομένου, ......, 15] Ο δέκατος πέμπτος των αναιρεσιβλήτων Σ.

Κ. ηργάσθη ως φύλακας αρχαιοτήτων από 5.5.2006 - 4.9.2006, 5.9.2006 - 31.10.2006, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, αφού ο καθορισμός της διάρκειας των συμβάσεών του δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας του ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας του εναγομένου, ....17] Η δεκάτη εβδόμη των αναιρεσιβλήτων Ζ.

Κ. ηργάσθη ως αρχαιοφύλακας εργοταξίου από 27.7.2004 - 31.10.2004, 4.1.2005-4.4.2005, 5.4.2005 - 30.9.2005, 1.1.2006 - 30.4.2006, 1.5.2006 - 30.9.2006, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, αφού ο καθορισμός της διάρκειας των συμβάσεών της δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας της ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας του εναγομένου.......... 32] Η τριακοστή δευτερη των αναιρεσιβλήτων Α.

Κ. ηργάσθη ως αρχαιοφύλακας εργοταξίου από 1.7.2004 -30.11.2004, 6.12.2004 -31-12.2004, 23.1.2006-23.5.2006, 24.5.2006- 5.11.2006, συνεπώς κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου , αφού ο καθορισμός της διαρκειας των συμβασεων της δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό ης εργασίας της ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας του εναγομένου, 34] Ο τριακοστός τέταρτος των αναιρεσιβλήτων Ν.

Κ. του Μ. ηργάσθη ως αρχαιοφύλακας από 1.4.1998 - 30.4.1998, 3.9.2001 - 31. 12.2001, 19.4.2002 - 31.12.2002, 1.4.2003 - 28.12.2003, 28.1.2004 - 12.10.2004, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, αφού καθορισμός της διάρκειας των συμβάσεών του δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας του ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας του εναγομένου, κατ' εφαρμογή του ισοδυνάμου νομοθετικού μέτρου του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, παρά το ότι, με απόφαση του ΑΣΕΠ εκρίθη ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004, καθόσον οι εν λόγω προϋποθέσεις συνιστούν υποβάθμιση της προστασίας του αναιρεσιβλητου [ρήτρα 8 παρ. 1 συμφωνίας - πλαισίου], εφόσον αποδεικνύεται πως εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες λόγω της φύσεως της εργασίας του και των αναγκών λειτουργίας του εναγομένου, οι οποίες παραμένουν πάγιες και διαρκείς, ανεξαρτήτως των οριζόμενων στα άρθρα 5 και 11 του ΠΔ 164/2004 χρονικών διαστημάτων καλύψεώς τους και η σύναψη μίας εξ αυτών αρκεί για να χαρακτηρισθεί ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον, ακριβώς, αποδεικνύεται η κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών, ως άνω, 35] Ο τριακοστός πέμπτος των αναιρεσιβλήτων Ν.

Κ. του Δ. ηργάσθη ως ημερήσιος φύλακας από 9.7.2004-31-10.2004, 3.11.2004 - 31.12.2005, 6.1.2005 - 31.3.2005, 2.4.2005 - 30.6.2005, 15.10.2005 - 31.12.2005, 2.1.2006 - 30.4.2006, 2.5.2006 - 30.9.2006, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, αφού ο καθορισμός της διάρκειας των συμβάσεών του δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας του εναγομένου, ......42] Ο τεσσαρακοστός δεύτερος των αναιρεσιβλήτων Α.

Κ. ηργάσθη ως νυκτοφύλακας από 16.7.1996 - 19.11.1996, 13.6.1997 - 24.1 1.1997, 2.6.1998 - 11.11.1998, 15.7.2000 - 30.10.2000, 22.2.2001 - 30.10.2001, 12.2.2002 - 11.10.2002, 5.9.2003 - 31.10.2003, 2.1.2004 - 31.12.2004, 25.1.2005 - 23.7.2005, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, αφού ο καθορισμός της διάρκειας των συμβάσεών του δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας του ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας του εναγομένου, κατ' εφαρμογή του ισοδυνάμου νομοθετικού μέτρου του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, παρά το ότι, με απόφαση του ΑΣΕΠ, εκρίθη ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004, καθόσον οι εν λόγω προϋποθέσεις συνιστούν υποβάθμιση της προστασίας του αναιρεσιβλήτου [ρήτρα 8 παρ. 1 συμφωνίας - πλαισίου], εφόσον αποδεικνύεται πως εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες λόγω της φύσεως της εργασίας του και των αναγκών λειτουργίας του εναγομένου, οι οποίες παραμένουν πάγιες και διαρκείς, ανεξαρτήτως των οριζομένων στα άρθρα 5 και 11 του ΠΔ 164/2004 χρονικών διαστημάτων καλύψεώς τους και η σύναψη μίας εξ αυτών αρκεί για να χαρακτηρισθεί ως συμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον ακριβώς, αποδεοκνύεται η κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών, ως άνω, .....46] Ο τεσσαρακοστός έκτος των αναιρεσιβλήτων Σ.

Κ. ηργάσθη από 16.6.1997 - 31.10.1997, 28.6.1999 - 31.10.1999, 16.4.2001 - 10.5.2002,1.6.2003 -31.12.2003, 1.7.2005 - 31.12.2005, 5.9.2006 - 31.12.2006, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, αφού ο καθορισμός της διάρκειας των συμβάσεών του δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας του ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας του εναγομένου, ........50] Ο πεντηκοστός των αναιρεσιβλήτων Η.

Κ. ηργάσθη ως αρχαιοφύλακας από 1.7.2004 - 31- 1 1.2004, 11.7.2005 - 31.10.2005, 1.1.2006 - 1 1.9.2006, συνεπώς κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου - εκκαλούντος, αφού ο καθορισμός της διάρκειας των συμβάσεών του δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας του ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας του εναγομένου, .......52] Η πεντηκοστή δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Γ.

Κ. ηργάσθη ως ημερήσιος φύλακας από 1.5.2002-31.10.2002, 1.7.2004-31.11-2004, 6.7.2005 - 31.10.2005, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, αφού ο καθορισμός της διάρκειας των συμβάσεών της δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας της ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας του εναγομένου,.... 54] Η πεντηκοστή τετάρτη των αναιρεσιβλήτων Α. - Γ.

Κ. ηργάσθη ως ημερήσιος αρχαιοφύλακας από 1.7.2005 - 31.10.2005, 2.1.2006 - 10.9.2006, συνεπώς κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, αφού ο καθορισμός της διάρκειας των συμβάσεών της δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας της ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας του εναγομένου, 55] Ο πεντηκοστός πέμπτος των αναιρεσιβλήτων Σ.

Κ. ηργάσθη ως αρχαιοφύλακας από 9.7.2004 - 31.12.2004, 6.1.2005- 30.6.2005, 2.1.2006 - 30.9.2006, συνεπώς κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου , αφού ο καθορισμός της διάρκειας των συμβάσεών του δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας του ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας του εναγομένου, .........και 62] Ο εξηκοστός δεύτερος των αναιρεσιβλήτων Χ.

Κ. ηργάσθη ως νυχτοφύλακας από 27.2.2001 - 31.10.2001, 1. 1 1.2001 - 31.12.2001,9.1.2002 - 31.12.2002, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου - εκκαλούντος, αφού ο καθορισμός της διάρκειας των συμβάσεών του δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας του ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας του εναγομένου.

Συνεπώς, άπαντες οι ανωτέρω, συνεδέοντο μετά του εναγομένου - εκκαλούντος με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας...." Κατ' ακολουθία των παραπάνω, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δέχθηκε ως προς τους 4η (Κ. Κ.), 10ο (Ν. Κ.), 11η (Ε. Κ.), 34ο ( Ν. Κ. του Μ.), 42ο (Α. Κ.), 46ο (Σ. Κ.) και 62ο (Χ. Κ.) ότι οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας (που καταρτίσθηκαν πριν την 17.04.2001 και συνεχίστηκαν και μετά) κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος, ενώ ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογούνταν από τη φύση αυτών, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των, ως τέτοιων αορίστου χρόνου, δικαιωμάτων της αναιρεσίβλητης και ως εκ τούτου έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 648, 649, 669, 671, 672 ΑΚ, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, των άρθρων 5,7 και 11 του ΠΔ 164/2004 και δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 107 παρ. 7 και 8 του Σ.

Επομένως, ο μοναδικός αναιρέσεως, ως προς τους παραπάνω αναφερομένους αναιρεσίβλητους, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Όμως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δέχθηκε ως προς τους υπολοίπους αναιρεσίβλητους ( 1η, 6ο, 15ο, 17η, 32η, 35ο, 50ο,52η, 54η, 55ο) ότι οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας (που καταρτίσθηκαν μετά την 17.04.2001 και συνεχίστηκαν και μετά) κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος, ενώ ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογούνταν από τη φύση αυτών, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των, ως τέτοιων αορίστου χρόνου, δικαιωμάτων των αναιρεσίβλητων και ως εκ τούτου έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 648, 649, 669, 671,672 ΑΚ, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος , των άρθρων 5,7 και 11 του ΠΔ 164/2004 και παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 107 παρ. 7 και 8 του Σ.

Επομένως, ο μοναδικός αναιρέσεως ως προς τους παραπάνω αναφερομένους αναιρεσίβλητους (1η, 6ο, 15ο, 17η, 32η, 35ο, 50ο,52η, 54η, 55ο) από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.

Ένα μέλος του Δικαστηρίου και δη ο Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης έχει τη γνώμη ότι ο παραπάνω λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι μεν αβάσιμος τόσο ως προς τους 4η (Κ. Κ.), 10ο (Ν. Κ.), 11η (Ε. Κ.), 34ο ( Ν. Κ. του Μ.), 42ο (Α. Κ.), 46ο (Σ. Κ.) και 62ο (Χ. Κ.), όσο και ως προς τους υπολοίπους αναιρεσίβλητους με την ακόλουθη ανεπτυγμένη αιτιολογία: Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Με την Kοινοτική Oδηγία 1999/70/Ε.Κ., που εκδόθηκε από το Συμβούλιο της Ε.Ε., στις 28.6.1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο την οποία συνήψαν, στις 18-3-1999, οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CEEP (κωδ. ΕΕΔ 59.186 επ.), καταλαμβάνει και το δημόσιο τομέα και εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, σε κάθε περίπτωση που υποκρύπτεται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθορίζονται ως βασικοί στόχοι: α) η αποφυγή δυσμενών διακρίσεων εις βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου, αναφορικά με τις συνθήκες απασχόλησης, την προϋπηρεσία κ.λ.π. (ρήτρα 4) και β) η λήψη μέτρων από τα κράτη - μέλη για την αποφυγή καταχρήσεων κατά τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (ρήτρα 5), με τη θέσπιση κανόνων που καθορίζουν αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, τη μέγιστη συνολική διάρκειά τους, τον αριθμό των ανανεώσεων και τον, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, προσδιορισμό, όταν χρειάζεται, των συνθηκών υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. (βλ. ΟλΑΠ 18/2006 ΤΝΠ Νομος). Ειδικότερα, σε σχέση με την παραπάνω οδηγία πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα:

Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 1999/70, αυτή αποσκοπεί στην "υλοποίηση της συμφωνίας-πλαισίου [...], η οποία συνήφθη [...] μεταξύ διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα (CES, UNICE και CEEP)". Κατά τη ρήτρα 1 της συμφωνίας-πλαισίου, σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου είναι, αφενός, η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και, αφετέρου, η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Η ρήτρα 2 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο "Πεδίο εφαρμογής", προβλέπει στο σημείο της 1 τα εξής:"Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος.".

Η ρήτρα 3 της συμφωνίας-πλαισίου, που τιτλοφορείται "Ορισμοί", προβλέπει τα εξής: "Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας: 1. ως "εργαζόμενος ορισμένου χρόνου" νοείται ένα πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος? 2.

ως "αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου" νοείται ο εργαζόμενος που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στην ίδια επιχείρηση, και απασχολείται στην ίδια ή παρόμοια εργασία/απασχόληση, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων [...]". Η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο "Αρχή της μη διάκρισης", προβλέπει στο σημείο της 1: "Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.".

Η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου απαγορεύει, γενικώς και απεριφράστως, οποιαδήποτε μη αντικειμενικώς δικαιολογημένη διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, όσον αφορά τους όρους απασχολήσεως. Έτσι, το περιεχόμενό της είναι αρκούντως ακριβές ώστε να μπορούν να την επικαλεστούν οι ιδιώτες και να την εφαρμόσει το δικαστήριο (βλ.απόφαση της 22ας Απριλίου 2010, C-486/08, Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhauser Tirols, σκέψη 24, βλ.

Απόφαση της 22.10.2010, συν. υποθεσεις C-444/09 και C-456/09 Rosa Maria Gavieiro Gavieiro, An Maria Iglesias Torres v Conselleria e Ordenacion Universitaria de la Xunta de Galiera ). Εξάλλου, η απερίφραστη απαγόρευση την οποία επιβάλλει η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας- πλαισίου δεν απαιτεί την έκδοση άλλης πράξεως των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, ενώ ουδόλως παρέχεται στα κράτη μέλη η ευχέρεια, κατά τη μεταφορά της ως άνω διατάξεως στο εσωτερικό δίκαιο, να εξαρτήσουν από προϋποθέσεις ή να περιορίσουν την έκταση της απαγορεύσεως που επιβάλλει όσον αφορά τις συνθήκες απασχολήσεως (βλ.Απόφαση της 22.10.2010, συν.

υποθεσεις C-444/09 και C-456/09 Rosa Maria Gavieiro Gavieiro, An Maria Iglesias Torres v Conselleria e Ordenacion Universitaria de la Xunta de Galiera). Yπενθυμίζεται ότι, βάσει της ρήτρας 1, στοιχείο α', της συμφωνίας-πλαισίου, ένας από τους σκοπούς της είναι η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων.

Ομοίως, η συμφωνία-πλαίσιο, όπως διευκρινίζεται στο τρίτο εδάφιο του προοιμίου της, "αναδεικνύει τη βούληση των κοινωνικών εταίρων να θεσπίσουν ένα γενικό πλαίσιο για τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, προστατεύοντάς τους από τις διακρίσεις". Η αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας 1999/70 επισημαίνει συναφώς ότι σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου είναι, μεταξύ άλλων, η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου διά του καθορισμού ελάχιστων προδιαγραφών που θα διασφαλίζουν την εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων (απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres, C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 47• διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, Montoya Medina, C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 29, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, Lorenzo Martinez, C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 34).

Κατόπιν αυτων, σκοπός της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου είναι να εφαρμόσει την εν λόγω αρχή στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου προκειμένου να εμποδίσει να χρησιμοποιηθεί μια τέτοια σχέση εργασίας από τον εργοδότη προκειμένου να στερήσει από τους εργαζομένους αυτούς δικαιώματα που αναγνωρίζονται στους εργαζομένους αορίστου χρόνου (αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso, C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 37- της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres, C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 48• διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, Montoya Medina, C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 30, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, Lorenzo Martinez, C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 35).

Επομένως, δεδομένων των επιδιωκόμενων από τη συμφωνία-πλαίσιο σκοπών, η ρήτρα της 4 πρέπει να νοηθεί ως έκφραση μιας αρχής του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης η οποία δεν μπορεί να ερμηνεύεται συσταλτικούς (βλ., υπ' αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso, C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 38- της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres, C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 49- διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, Montoya Medina, C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 31, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, Lorenzo Martinez, C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 36).

Περαιτέρω, η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο "Μέτρα για την αποφυγή κατάχρησης", ορίζει στο σημείο της 1: "Για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή/και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα: α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ".

Η ρήτρα 8 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο Διατάξεις εφαρμογής "1. Τα κράτη μέλη ή/και οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να διατηρήσουν ή να εισαγάγουν ευνοϊκότερες διατάξεις για τους εργαζομένους από τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας. 2. Η παρούσα συμφωνία δεν θίγει άλλες ειδικότερες κοινοτικές διατάξεις και ιδιαίτερα τις κοινοτικές διατάξεις που αφορούν την ίση μεταχείριση και τις ίσες ευκαιρίες ανδρών και γυναικών. 3.

Η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση επαρκή αιτιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία...." Συνεπώς, από τη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαίσιο προκύπτει ότι η θέση σε εφαρμογή της συμφωνίας αυτής δεν μπορεί να αποτελεί για τα κράτη μέλη έγκυρη αιτιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων που παρεχόταν προηγουμένως στην εσωτερική έννομη τάξη στον τομέα που καλύπτεται από την εν λόγω συμφωνία.

Η λέξη "εφαρμογή", που χρησιμοποιείται χωρίς άλλη διευκρίνιση στη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαίσιο, δεν μπορεί να αφορά μόνο την αρχική μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 1999/70 και, ιδίως, του παραρτήματός της που περιέχει τη συμφωνία-πλαίσιο, αλλά πρέπει να καλύπτει κάθε εθνικό μέτρο που αποσκοπεί στο να εγγυηθεί τη δυνατότητα επιτεύξεως του επιδιωκομένου από την οδηγία σκοπού, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων τα οποία, μετά την κυρίως ειπείν μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο, συμπληρώνουν ή τροποποιούν τους ήδη θεσπισθέντες εθνικούς κανόνες (βλ.

ΔΕΚ 0144/2004 ΤΝΠ Νόμος).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το γράμμα της ρήτρας 2, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας αυτής ορίζεται κατά τρόπο ευρύ, με αναφορά γενικώς στους "εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος". Επιπλέον, ο ορισμός της έννοιας των "εργαζομένων ορισμένου χρόνου", κατά τη συμφωνία-πλαίσιο, όπως διατυπώνεται στη ρήτρα 3, σημείο 1, της συμφωνίας αυτής, καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων, χωρίς να κάνει διάκριση ανάλογα με τον δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα του εργοδότη με τον οποίο συνδέονται και ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της συμβάσεώς τους στο εσωτερικό δίκαιο [αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ., C-212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 56• της 13ης Μαρτίου 2014, Marquez Samohano, C-190/13, EU:C:2014:146, σκέψη 38• της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψεις 28 και 29, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 67, βλ. επισης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid) ].

Όσον αφορά την ερμηνεία της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου, υπενθυμίζεται ότι με τη ρήτρα αυτή επιδιώκεται η επίτευξη ενός από τους σκοπούς της ως άνω συμφωνίας-πλαισίου, και συγκεκριμένα η δημιουργία ορισμένου πλαισίου για τη διαδοχική χρησιμοποίηση συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία θεωρείται δυνητική πηγή καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων, προβλέποντας τη θέσπιση ορισμένων διατάξεων ελάχιστης προστασίας προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να περιέρχονται οι μισθωτοί σε κατάσταση αβεβαιότητας (αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ., C-212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 63? της 23ης Απριλίου 2009, Αγγελιδάκη κ.λπ., C-378/07 έως C-380/07, EU:C:2009:250, σκέψη 73? της 26ης Ιανουαρίου 2012, Kucuk, C-586/10, EU:C:2012:39, σκέψη 25• της 13ης Μαρτίου 2014, Marquez Samohano, C-190/13, EU:C:2014:146, σκέψη 41• της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 54, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 72, βλ. επισης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid).

Πράγματι, όπως τούτο προκύπτει από το δεύτερο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου καθώς και από τα σημεία 6 και 8 των γενικών παρατηρήσεων της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου, η σταθερότητα της απασχόλησης θεωρείται μείζον στοιχείο της προστασίας των εργαζομένων, ενώ μόνο σε ορισμένες περιστάσεις μπορούν οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου να ανταποκριθούν στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων (αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ., C-212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 62• της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 55, και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 73, βλ. Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid ).

Συνεπώς, προκειμένου να αποτραπεί η κατάχρηση των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου επιβάλλει στα κράτη μέλη τη λήψη ενός, τουλάχιστον, πραγματικού και δεσμευτικού μέτρου εξ αυτών που απαριθμούνται σε αυτήν, εφόσον το εθνικό τους δίκαιο δεν περιλαμβάνει ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα. Τα τρία συνολικώς μέτρα που απαριθμούνται στο σημείο 1, στοιχεία α' έως γ', της εν λόγω ρήτρας αφορούν, αντιστοίχως, την ύπαρξη αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, τη μέγιστη συνολική διάρκεια αυτών των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας και τον αριθμό των ανανεώσεών τους (βλ μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 23ης Απριλίου 2009, Αγγελιδάκη κ.λπ., C-378/07 έως C-380/07, EU:C:2009:250, σκέψη 74? της 26ης Ιανουαρίου 2012, Kucuk, C-586/10, EU:C:2012:39, σκέψη 26• της 13ης Μαρτίου 2014, Marquez Samohano, C-190/13, EU:C:2014:146, σκέψη 42, της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 56, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 74, βλ. επισης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid).

Συναφώς, τα κράτη μέλη διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως, εφόσον έχουν την ευχέρεια είτε να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα μέτρα που απαριθμούνται στο σημείο 1, στοιχεία α' έως γ', της ρήτρας αυτής είτε, ακόμη, να αρκεστούν σε υφιστάμενα ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες συγκεκριμένων κλάδων και/ή κατηγοριών εργαζομένων (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 75, βλ. επισης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid).

Επομένως, η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου επιτάσσει στα κράτη μέλη την επίτευξη γενικού σκοπού, δηλαδή της αποτροπής τέτοιων καταχρηστικών πρακτικών, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να επιλέξουν τα μέσα για την επίτευξή του, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά δεν θα αντιβαίνουν προς τον σκοπό και δεν θα περιορίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 60, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 76, βλ. επισης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid).

Επιπλέον, όταν το δίκαιο της Ένωσης δεν προβλέπει ειδικές κυρώσεις για την περίπτωση κατά την οποία παρά ταύτα διαπιστώνονται καταχρηστικές πρακτικές, απόκειται στις εθνικές αρχές να λαμβάνουν μέτρα που πρέπει να είναι όχι μόνον αναλογικά, αλλά και αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά για να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που έχουν θεσπισθεί κατ' εφαρμογήν της συμφωνίας-πλαισίου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 62 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 77, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid ).

Καίτοι, εφόσον δεν υπάρχει σχετική ρύθμιση της Ένωσης, οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής τέτοιων κανόνων εμπίπτουν στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών δυνάμει της αρχής της διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών αυτών, εντούτοις δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από αυτούς που διέπουν παρεμφερείς καταστάσεις εσωτερικής φύσεως (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε να καθιστούν στην πράξη αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λ.π., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 78).

Επομένως, σε περίπτωση καταχρηστικής συνάψεως διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής μέτρου που να παρέχει αποτελεσματικές και ισοδύναμες εγγυήσεις για την προστασία των εργαζομένων, ώστε να επιβάλλονται οι δέουσες κυρώσεις και να εξαλείφονται οι συνέπειες της παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 64 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 79, βλ. επισης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid).

Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι δεν απόκειται στο Δικαστήριο (ΕCJ) να αποφαίνεται επί της ερμηνείας των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, καθόσον τούτο αποτελεί έργο αποκλειστικά του αιτούντος δικαστηρίου ή, ενδεχομένως, των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων, τα οποία πρέπει να εξετάζουν εάν οι διατάξεις της εφαρμοστέας εθνικής ρυθμίσεως ανταποκρίνονται στις επιταγές της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 66 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 81).

Συνεπώς, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει εάν και κατά πόσον οι προϋποθέσεις εφαρμογής καθώς και η αποτελεσματική εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του εσωτερικού δικαίου συνιστούν πρόσφορο μέτρο για την αποτροπή και, εν ανάγκη, την επιβολή κυρώσεων για την καταχρηστική σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 67 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 82).

Περαιτέρω, από το άρθρο 249 παρ. 1,3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (πρώην άρθρο 189 παρ. 1, 3), προκύπτει σαφώς ότι οι Οδηγίες που εκδίδουν προς εκπλήρωση των καθηκόντων τους τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από κοινού με το Συμβούλιο, το Συμβούλιο ή η Eπιτροπή) αποτελούν παράγωγο Kοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Ένωσης στο οποίο απευθύνονται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.

Έτσι οι Οδηγίες απευθύνονται όχι απ` ευθείας στους ιδιώτες θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνον προς τα κράτη μέλη της Ε.Ε., αφού μόνον αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκομένου αποτελέσματος. Το κράτος μέλος που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα και τύπο όμως τα οποία το ίδιο θα επιλέξει (νόμο, προεδρικό διάταγμα, υπουργική απόφαση και εν γένει κανόνες δικαίου της εθνικής έννομης τάξης).

Αν η Οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους που δεν έχουν μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο, δεκτικούς απ` ευθείας εφαρμογής, δηλαδή οι διατάξεις της είναι χωρίς αιρέσεις, επιφυλάξεις, περιθώρια επιλογής και επαρκώς ακριβείς, ώστε να καθίσταται δυνατό στα εθνικά δικαστήρια να προσδιορίσουν το ακριβές περιεχόμενο του δικαιώματος, το δικαιούχο και τον υπόχρεο αυτού καθώς και τον τρόπο άσκησής του, τότε υπάρχει η δυνατότητα στους ιδιώτες να την επικαλεσθούν έναντι του κράτους.

Εξάλλου, το άρθρο 10 Συνθ.Ε.Κ. υποχρεώνει όλες τις κρατικές λειτουργίες, άρα και τη δικαστική, στη λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, καταλλήλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης βεβαίως και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το Kοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου.

Εξάλλου, θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η υποχρέωση σύμφωνης με τo Kοινοτικό Δίκαιο ερμηνείας (του εθνικού δικαίου), που απορρέει από την αρχή της υπεροχής του, υφίσταται και πριν την πάροδο της προθεσμίας προσαρμογής της νομοθεσίας των κρατών μελών στις απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας [βλ. Δ.Ε.Κ. Case 80/86, Criminal proceeding against Κοlpinghuis Nijmegen BV(1987) ECR 3969, (1989) 2 CMLR 18, 88/1986 Ε.Δ.Κ.Α. 1988, 562, Case 14/1983, Von Colson and Kamann ν Land Nordheim Westefalen (1984) ECR 1891, (1986) 2 CMLR 430, βλ. επίσης Υποθέσεις C74/95 και 129/95 (1996) ECR I-6609, (1997) 1 CMLR 300). Εξάλλου, ο εθνικός νομοθέτης δεν έχει την εξουσία να μεταβάλει ούτε να παρερμηνεύει τις διατάξεις της Οδηγίας, διότι τότε παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο, το οποίο υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου κατ` άρθρο 28 παρ. 1 Σ., βάσει του οποίου η Ελλάδα προσχώρησε στις ευρωπαϊκές κοινότητες από 1.1.1981 δυνάμει της από 28.5. 1979 συνθήκης προσχωρήσεως της Ελλάδος στην Ε.Ο.Κ., που κυρώθηκε με το ν. 945/1979 (ΟλΑΠ. 23/1998 ΕλΔ 39, 793, Α.Π. 1330/2000 ΕλΔ 43, 387), ακόμη και του Συντάγματος κατά τα άρθρα 2, 10 (πρώην 5) της Ενοποιημένης Απόδοσης της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (Δ.Ε.Κ. 6/64 Da Costa ΕΝΕL II, 2, Δ.Ε.Κ. 34/73 Frateli Variοla S.p.A. Administratione del le Finanzie dell Italia 88, 4, Δ.Ε.Κ. 106/77 Administratione delle Finanzie dello Stato Simmenthal 413, 7, Δ.Ε.Κ. 118/75 L. Watson Α. Belmarm 549, 5, Δ.Ε.Κ. 40/69 Ρ. Bollamann Hauptdollmant Hamburg Oberelle 586, 2 ).

Σημειώνεται επιπρόσθετα εδώ ότι όταν μια Οδηγία μεταφέρεται καθυστερημένα στο εσωτερικό δίκαιο του Κράτους Μέλους και οι σχετικές προβλέψεις της οδηγίας δεν έχουν άμεση εφαρμογή, τα εθνικά δικαστήρια είναι υποχρεωμένα να ερμηνεύσουν το εσωτερικό δίκαιο, όσο είναι δυνατόν, καθ'ο χρόνο η προθεσμία της μεταφοράς έχει παρέλθει, υπό την σκοπιά της γραμματικής και τελολογικής ερμηνείας της Οδηγίας, με την πρόθεση να επιτευχθούν τα αποτελέσματα που σκοπεύει η Οδηγία, ευνοώντας την ερμηνεία των εθνικών κανόνων, οι οποίοι είναι περισσότερο σύμφωνοι με τον σκοπό, προκειμένου να επιτευχθεί ένα αποτέλεσμα συμβατό με τις προβλέψεις της Οδηγίας (ΔΕΚ C-212/04/47-2006).

Στην ελληνική έννομη τάξη, ανεξάρτητα από το χρόνο ενσωμάτωσης της ως άνω οδηγίας, στις 2.4.2003 με το Π.Δ. 81/2003 και ως προς το δημόσιο τομέα με το Π.Δ. 164/2004, δηλαδή μετά την προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 1 της οδηγίας, στις 10-7-2001 και την παράταση της προθεσμίας για ένα ακόμη έτος, η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, δια της προσχηματικής επιλογής της συμβάσεως ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπίζεται βασικά με το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, ως "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο", που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα.

Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή "οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Κατά την παγιωθείσα στη νομολογία και τη θεωρία ερμηνεία της εν λόγω διάταξης, ενώ αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση, από τον εργοδότη, των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της ως άνω κοινοτικής οδηγίας, αφού για την εφαρμογή της αρκεί και μία μόνο σύμβαση ορισμένου χρόνου αντί περισσότερων διαδοχικών συμβάσεων όπως απαιτεί η κοινοτική οδηγία.

Τούτο δε, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου.

Έτσι, και κατ' εφαρμογή του εθνικού δικαίου, είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε μεταγενέστερες της οδηγίας διατάξεις, οι εθνικές αρχές, στα πλαίσια της συνεργασίας των κρατών - μελών με την Ευρωπαϊκή Ένωση και της διασφάλισης του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, κατά τα άρθρα 10, 249 παρ. 3 της Συνθ./Ε.Κ.

και 28 του Συντάγματος, έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών, έστω και αν αυτές δεν έχουν ακόμη μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο, εφόσον είναι αρκούντως ακριβείς και ανεπιφύλακτες ή στα σημεία που είναι ακριβείς και ανεπιφύλακτες.

Τέλος, και κατά τις αναθεωρημένες διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, που τέθηκαν σε ισχύ από 17.4.2001 α) παρέχεται η δυνατότητα πρόσληψης προσωπικού με ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από το Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ., τους Ο.Τ.Α. και από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εφόσον εκδοθεί ειδικός νόμος και οι ανάγκες κάλυψης είναι απρόβλεπτες, πρόσκαιρες και επείγουσες β) απαγορεύεται η μετατροπή από το νόμο των συμβάσεων αυτών σε αορίστου χρόνου, όταν οι καλυπτόμενες ανάγκες είναι τέτοιες, όπως παραπάνω, οπότε αν δεν είναι τέτοιες οι για την κάλυψη αυτών εκδοθέντες νόμοι, ένεκα συνταγματικής επιταγής, και οι γι' αυτές προσλήψεις συνιστούν καταστρατήγηση των διατάξεων αυτών και των με βάση τις διατάξεις αυτές εκδοθέντων ειδικών νόμων γ) στην περίπτωση πρόσληψης προσωπικού για κάλυψη δήθεν απρόβλεπτων, πρόσκαιρων και επειγουσών αναγκών, πλην για κάλυψη πάγιων, μόνιμων και διαρκών αναγκών, εξ αντιδιαστολής, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις αυτές και οι κατ' επιταγή αυτών εκδοθέντες ειδικοί νόμοι, αλλά οι διατάξεις που καλύπτουν τις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου.

Επομένως, από την απαγόρευση "μετατροπής" από το νόμο των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, που δεν είναι "μετατροπή" αλλά ορθός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία ή τη διοικητική διαδικασία υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ (ΟλΑΠ 18/2006).

Εξάλλου, από την απόφαση του ΔΕΚ της 23-4-2009, που επελήφθη των υποθέσεων 0378/07, C379/07 και C380/07 με αντικείμενο αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, τις οποίες υπέβαλε το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης, προκύπτουν τα ακόλουθα: α) ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσον η δυνατότητα που προβλέπεται, στο άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920 σχετικά με τη μετατροπή, στον δημόσιο τομέα, των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όταν η σύμβαση καλύπτει στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη, μπορεί να συμβάλλει σε τέτοια αποτελεσματική πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Αν το εν λόγω δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω διάταξη έχει το αποτέλεσμα αυτό, η διάταξη αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο" κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας- πλαισίου, β) ότι αφού σκοπός της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας - πλαισίου είναι να επιβληθεί στα κράτη μέλη η υποχρέωση να διασφαλίσουν, στην εσωτερική έννομη τάξη, την αποτελεσματική πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η θέσπιση της εθνικής ρύθμισης για τη μεταφορά της συμφωνίας δεν μπορεί να καταλήγει να θίγει την αποτελεσματικότητα της εν λόγω πρόληψης, όπως διασφαλιζόταν προηγουμένως από ένα "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο" κατά την έννοια της εν λόγω ρήτρας 5, σημείο 1, γ) ότι, αφού η ερμηνεία του εθνικού δικαίου εναπόκειται, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 48 της απόφασης, αποκλειστικά και μόνο στα εθνικά δικαστήρια, τα εν λόγω δικαστήρια έχουν επίσης την υποχρέωση να εξακριβώνουν κατά πόσον οι παραπάνω τροποποιήσεις που επέφερε το προεδρικό διάταγμα 164/2004 στο προϊσχύον εθνικό δίκαιο, όπως είχε διαμορφωθεί με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920, είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση της προστασίας των εργαζομένων που έχουν συνάψει σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, για την εξακρίβωση δε αυτή οφείλουν να συγκρίνουν τον βαθμό προστασίας που παρέχει καθεμία από τις εθνικές αυτές διατάξεις, δ) ότι το ΔΕΚ έχει δεχτεί ότι μια εθνική διάταξη που θεωρεί διαδοχικές μόνον τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ των οποίων μεσολαβεί ορισμένο χρονικό διάστημα κατώτερο ή ίσο των 20 εργασίμων ημερών πρέπει να θεωρηθεί ότι μπορεί να διακυβεύσει το αντικείμενο, τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας - πλαισίου.

Συγκεκριμένα, ένας τόσο αυστηρός και περιοριστικός ορισμός του διαδοχικού χαρακτήρα των συμβάσεων εργασίας που συνάπτονται η μία κατόπιν της άλλης θα καθιστούσε δυνατή την επί πολλά έτη προσωρινή απασχόληση των εργαζομένων, αφού, στην πράξη, ο εργαζόμενος δεν θα είχε στις περισσότερες περιπτώσεις άλλη επιλογή από το να δεχθεί διακοπές της τάξης των 20 εργάσιμων ημερών στο πλαίσιο μιας αλυσίδας συμβάσεων που τον συνδέουν με τον εργοδότη του.

Το ΔΕΚ έχει δεχτεί επίσης ότι η ρύθμιση, η οποία αναγνωρίζει ως "διαδοχικές" μόνο τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου μεταξύ των οποίων μεσολαβούν διαστήματα μικρότερα των τριών μηνών, δεν είναι, καθαυτή, τόσο αυστηρή και περιοριστική. Οι εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια πάντως που έχουν αρμοδιότητα για την εφαρμογή των μέτρων μεταφοράς της οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας - πλαισίου και καλούνται επομένως να αποφαίνονται επί του χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου οφείλουν να εξετάζουν σε κάθε περίπτωση όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τον αριθμό των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλείουν το ενδεχόμενο να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ε) ότι κατά τη νομολογία του ΔΕΚ, από τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 10, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ και της σχετικής οδηγίας προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς μιας οδηγίας, τα κράτη μέλη αποδέκτες της οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία αυτή.

Δεν έχει σημασία από την άποψη αυτή αν η επίμαχη διάταξη του εθνικού δικαίου, η οποία θεσπίστηκε μετά την έναρξη της ισχύος της σχετικής οδηγίας, έχει ως σκοπό τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, κατά συνέπεια, όλες οι αρχές των κρατών μελών έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, ακόμη και όταν οι αρχές αυτές προβαίνουν σε αναθεώρηση του Συντάγματος.

Από τα ανωτέρω συνάγονται τα ακόλουθα: α) ότι η διαμόρφωση στο εσωτερικό δίκαιο όρων που καθορίζουν ποσοτικούς περιορισμούς στον ορισμό της διαδοχικότητας των συμβάσεων ορισμένου χρόνου είναι αντίθετη με τους σκοπούς της Κοινοτικής Οδηγίας, υπό την έννοια ότι έτσι καθίσταται δυνατή η καταστρατήγηση της προστασίας που το άρθρο 5 θέλει να παράσχει στους εργαζόμενους (βλ.

ανωτέρω απόφαση ΔΕΚ, ιδίως παρ.84 - 88), β) ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών γ) ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης αποτελεί αντικείμενο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων.

Κατά λογική συνέπεια, αντίθετη στο πνεύμα της ανωτέρω Κοινοτικής Οδηγίας είναι και η θέση στο εσωτερικό δίκαιο περιορισμών όχι μόνο ποσοτικού, αλλά και ποιοτικού χαρακτήρα για τον αποκλεισμό βοιωτικών σχέσεων που υποκρύπτουν εργασιακές συμβάσεις. Ειδικότερα, με την Κοινοτική Οδηγία, ο Κοινοτικός Νομοθέτης είχε την πρόθεση να θέσει φραγμούς σε κάθε περίπτωση που ο εργοδότης εκμεταλλευόμενος την ασθενέστερη θέση του εργαζόμενου κατά την διαπραγμάτευση των όρων εργασίας του δημιουργεί περιβάλλον καταστρατήγησης των υποχρεώσεων που επιβάλει μια σχέση εργασίας αορίστου χρόνου.

Kατ' ακολουθία, ενόψει των ανωτέρω, εφόσον η πρόσληψη του εργαζόμενου έγινε προσχηματικά για την κάλυψη έκτακτων και απρόβλεπτων αναγκών, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος ως εργοδότη εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ.1 του Ν.2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης, κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος, και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική κατ' άρθρο 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006 και ΑΠ 816/ 2011).

Τέλος, θα πρέπει σε σχέση με το άρθρο 8 του Ν.2112/1920 να αναφερθούν επίσης τα ακόλουθα: Στο σήμερα ισχύον δίκαιο το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 έχει υπεροχή έναντι του δικαίου των π.δ. 81/2003, 164/2004 και 180/2004 και για ένα ακόμη λόγο. Την υπεροχή του ορίζει ρητά η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 π.δ. 81/2003, που παραμένει σε ισχύ μετά την τροποποίησή του με τα π.δ. 180 και 164/2004, "το διάταγμα αυτό δεν θίγει ευνοϊκότερες για τους εργαζόμενους γενικώς ρυθμίσεις ή ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με αναπηρίες".

Επομένως υπερισχύει η ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, σε όσα θέματα είναι ευνοϊκότερη των ρυθμίσεων του π.δ. 81/2003 όπως ισχύει σήμερα. Το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 δεν γνωρίζει εξαιρέσεις, ούτε θέτει χρονικούς ή άλλους περιορισμούς για την αποτελεσματική προστασία των εργαζομένων. Για τις εργασιακές σχέσεις που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004 η υπερίσχυση της ευνοϊκότερης ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 προκύπτει από την, ομοίου περιεχομένου προς την του άρθρου 8 παρ. 1 π.δ. 81/2003, διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 π.δ. 164: "Το παρόν διάταγμα δεν θίγει ρυθμίσεις ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους εν γένει, καθώς και για τους εργαζομένους με αναπηρίες".

Υπερισχύει, επομένως, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, για όσα θέματα είναι ευνοϊκότερη των ρυθμίσεων του π.δ. 164/2004, που θεσπίζουν εξαιρέσεις και θέτουν χρονικές και άλλες προϋποθέσεις για την προστασία των εργαζομένων. Οι δύο επιφυλάξεις υπέρ των ευνοϊκότερων για τους εργαζομένους ρυθμίσεων βρίσκονται σε αρμονία και με την αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης που καθιερώνει το άρθρο 137 παρ. 5 Συνθ.Ε.Ε. ("οι διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει του παρόντος άρθρου (κοινοτικών Οδηγιών) δεν εμποδίζουν την εκ μέρους των κρατών - μελών διατήρηση ή θέσπιση αυστηρότερων προστατευτικών μέτρων τα οποία συμβιβάζονται με την παρούσα Συνθήκη") και επιβεβαιώνει το άρθρο 8 παρ. 1 της Οδηγίας 1999/70.

Στο βαθμό, τέλος, που τα π.δ. 81/2003, 164/2004 και 180/2004 χειροτερεύουν - υποβαθμίζουν την προστασία που παρέχει στους εργαζομένους η Οδηγία 1999/70 παραβιάζεται η απαγόρευση χειροτέρευσης, που περιέχεται στο άρθρο 8 παρ. 3 της Οδηγίας. Στη προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στη μείζονα σκέψη της μειοψηφούσας άποψης, η ένδικη αναίρεση την οποία άσκησε το Ελληνικό Δημόσιο, είναι αβάσιμη ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους.

Kαι τούτο, γιατί κατά τα εκτεθέντα αναλυτικά παραπάνω ως προς την ορθή ερμηνεία της Οδηγίας και των εθνικών διατάξεων: α) η διαμόρφωση στο εσωτερικό δίκαιο όρων που καθορίζουν ποσοτικούς περιορισμούς στον ορισμό της διαδοχικότητας των συμβάσεων ορισμένου χρόνου είναι αντίθετη με τους σκοπούς της Κοινοτικής Οδηγίας, υπό την έννοια ότι έτσι καθίσταται δυνατή η καταστρατήγηση της προστασίας που το άρθρο 5 θέλει να παράσχει στους εργαζόμενους β) τα εθνικά δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών γ) ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης αποτελεί αντικείμενο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων.

Ειδικότερα, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός έννομων σχέσεων και καταστάσεων αποτελεί κατ` εξοχήν έργο των δικαστηρίων, αποτελεί δηλαδή ένα από τα βασικά στοιχεία της δικαιοδοτικής λειτουργίας. Τούτο μάλιστα ισχύει, όπως εκτέθηκε, ακόμα και στις περιπτώσεις που ορισμένος νομικός χαρακτηρισμός γίνεται βάσει νόμου.

Χωρίς το στοιχείο αυτό, δηλαδή το ελεύθερο νομικό χαρακτηρισμό συμβατικών σχέσεων, καταστάσεων, παροχών κ.λπ., τα δικαστήρια δεν μπορούν να επιτελέσουν την ανατεθειμένη σ` αυτά από το Σύνταγμα λειτουργία (άρθρο 87 παρ. 2 Σ.), κατοχυρώνοντας παράλληλα και τη λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών (βλ. 3/2001 απόφαση Α.Ε.Δ., βλ.

σχετικά με την αναγνώριση της ελευθερίας των δικαστηρίων να προβαίνουν στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό, αγνοώντας μάλιστα το νομικό χαρακτηρισμό που επιβάλλει ο νομοθέτης Α.Π. 6/2001, ΟλΑΠ 18/2006, Α.Π. 141/2000). Κατά λογική συνέπεια, αντίθετη στο πνεύμα της ανωτέρω Κοινοτικής Οδηγίας είναι και η θέση στο εσωτερικό δίκαιο περιορισμών όχι μόνο ποσοτικού, αλλά και ποιοτικού χαρακτήρα για τον αποκλεισμό βιοτικών σχέσεων, που υποκρύπτουν εργασιακές συμβάσεις.

Ειδικότερα, με την Κοινοτική Οδηγία, ο Κοινοτικός Νομοθέτης είχε την πρόθεση να θέσει φραγμούς σε κάθε περίπτωση που ο εργοδότης εκμεταλλευόμενος την ασθενέστερη θέση του εργαζόμενου κατά την διαπραγμάτευση των όρων εργασίας του δημιουργεί περιβάλλον καταστρατήγησης των υποχρεώσεων που επιβάλει μια σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, δ) Στην ελληνική έννομη τάξη, ανεξάρτητα από το χρόνο ενσωμάτωσης της ως άνω οδηγίας, στις 2.4.2003 με το Π.Δ. 81/2003 και ως προς το δημόσιο τομέα με το Π.Δ. 164/2004, δηλαδή μετά την προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 1 της οδηγίας, στις 10-7-2001 και την παράταση της προθεσμίας για ένα ακόμη έτος, η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, δια της προσχηματικής επιλογής της συμβάσεως ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπίζεται με το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, ως "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο", που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα (βλ.

ΟλΑΠ 18/2006, ΔΕΚ C-378/2007 ). Επομένως, από την απαγόρευση "μετατροπής" από το νόμο των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, που δεν είναι "μετατροπή" αλλά ορθός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ε) Υφίσταται η υποχρέωση σύμφωνης με τo Kοινοτικό Δίκαιο ερμηνείας (του εθνικού δικαίου), που απορρέει από την αρχή της υπεροχής του, υφίσταται και πριν την πάροδο της προθεσμίας προσαρμογής της νομοθεσίας των κρατών μελών στις απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας.

Περαιτέρω, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, κατά τη νομολογία του ΔΕΚ, από τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων το, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και 249, τρίτο εδάφιο ΕΚ και της σχετικής Οδηγίας προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς μίας Οδηγίας, τα κράτη μέλη αποδέκτες της οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία αυτή (απόφαση της 8ης Μαΐου 2003, C-14/02, ATRAL, Συλλογή 2003, σ.

I - 4431, σκέψη 58]. Δεν έχει σημασία από την άποψη αυτή αν η επίμαχη διάταξη του εθνικού δικαίου, η οποία θεσπίστηκε μετά την έναρξη της ισχύος της σχετικής οδηγίας, έχει ως σκοπό τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, όλες οι αρχές των Κρατών Μελών έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότατα των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, ακόμη και όταν οι αρχές αυτές προβαίνουν σε αναθεώρηση του Συντάγματος (ΔΕΚ C - 378/2007, ΝΟΜΟΣ).

Κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ο εθνικός νομοθέτης δεν έχει την εξουσία να μεταβάλει ούτε να παρερμηνεύει τις διατάξεις της Οδηγίας, διότι τότε παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο, το οποίο υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου κατ` άρθρο 28 παρ. 1 Σ., βάσει του οποίου η Ελλάδα προσχώρησε στις ευρωπαϊκές κοινότητες από 1.1.1981 δυνάμει της από 28.5. 1979 συνθήκης προσχωρήσεως της Ελλάδος στην Ε.Ο.Κ., που κυρώθηκε με το ν. 945/1979 (ΟλΑΠ. 23/1998, Α.Π. 1330/2000), ακόμη και του Συντάγματος κατά τα άρθρα 2, 10 (πρώην 5) της Ενοποιημένης Απόδοσης της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

ζ) Οι εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια πάντως που έχουν αρμοδιότητα για την εφαρμογή των μέτρων μεταφοράς της οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας - πλαισίου και καλούνται επομένως να αποφαίνονται επί του χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου οφείλουν να εξετάζουν σε κάθε περίπτωση όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τον αριθμό των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλείουν το ενδεχόμενο να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η) Όπως εκτέθηκε, οι διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, που εφαρμόζονται για όλους τους εργαζόμενους με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν εργάζονται στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα και καθιερώνουν "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο" του εθνικού μας δικαίου, για την πρόληψη και αποφυγή καταχρήσεων, κατά την έννοια της ρήτρας 5 της συμφωνίας πλαισίου, που συνήψαν στις 18.3.1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CEEP, για την υλοποίηση της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω οδηγία, παρέχουν προστασία στους εργαζομένους από τις καταχρήσεις του είδους που προαναφέρθηκαν, με το να καθιερώνουν την αρχή ότι ο χαρακτηρισμός που έδωσαν στη σύμβαση οι συμβαλλόμενοι δεν είναι δεσμευτικός αλλά ο ορθός χαρακτηρισμός της σύμβασης εργασίας, ως σύμβασης ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δίδεται από το δικαστήριο από τη φύση της συγκεκριμένης σύμβασης.

Μάλιστα, η προστασία αυτή είναι πληρέστερη εκείνης της ανωτέρω Κοινοτικής Οδηγίας, αφού κατά την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων του εθνικού δικαίου, έχει παγιωθεί η ερμηνεία ότι, μπορεί η σύμβαση να θεωρηθεί αόριστου χρόνου, έστω και αν μία μόνο σύμβαση που προσχηματικά ονομάσθηκε ορισμένου χρόνου, καταρτίσθηκε.

Εμπόδιο για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων για τους απασχολούμενους στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα δεν αποτελούν οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος (που προστέθηκε με την αναθεώρηση του 2001), αφού αυτές απαγορεύουν τη μετατροπή συμβάσεων προσωπικού που προσλήφθηκε με σύμβαση εργασίας ή έργου για την κάλυψη πρόσκαιρων ή απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όχι όμως και την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, ως αόριστης χρονικής διάρκειας, όταν με αυτήν καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεδομένου μάλιστα ότι κατά το Σύνταγμα (άρθρο 103 παρ. 3 και 8 εδ.

β') προβλέπονται περιπτώσεις πρόσληψης προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, προς κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή "ψευδεπίγραφες συμβάσεις έργου" δεν μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ` ορθό νομικό, χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου μετά την ως άνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια την παραβίαση της διάκρισης των εξουσιών και θα προσέβαλε την λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών και θα ματαίωνε τον σκοπό της Οδηγίας, η οποία -σημειωτέο -ως κοινοτικό δίκαιο υπερέχει του εθνικού δικαίου και αποσκοπεί στην αποτροπή της κατάχρησης που μπορεί να προκύψει από την χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η ως άνω διαδικασία ενώπιον των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων και του ΑΣΕΠ, που προβλέπεται στο άρθρο 11 του ΠΔ 164/2004, δεν αποκλείει το δικαίωμα των εργαζομένων να ζητήσουν, σύμφωνα με τα άρθρ. 20, 26, 94 και 95 του Συντάγματος, με αγωγή, παρακάμπτοντας την διαδικασία αυτή, την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας τους, ότι δηλ.

συνδέονται με το Δημόσιο κ.λπ. εξαρχής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία (αγωγή) ως εισάγουσα διαφορά ιδιωτικού δικαίου υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (άρθρ. 94 Συντ. 1 ν. 1406/1983, 1 Κ.Πολ.Δ).

Ενόψει των όσων εκτέθηκαν αναλυτικά παραπάνω, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την αγωγή, εφαρμόζοντας τις διατάξεις της παραπάνω αναφερομένης Οδηγίας και το άρθρο 8 ν. 2112/1920, ως ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο, αναγνωρίζοντας, ως αποτελούσες ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, τις ως άνω συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το αναιρεσείον πριν την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 Σ και συνεχίσθηκαν και μετά την 18.04.2001.

Κατ' ακολουθία των παραπάνω, το Εφετείο Αθηνών, που δέχθηκε ότι οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας (που καταρτίσθηκαν πριν την 17.04.2001 και συνεχίστηκαν και μετά) κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος, ενώ ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογούταν από τη φύση αυτών, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των, ως τέτοιων αορίστου χρόνου, δικαιωμάτων της αναιρεσίβλητης και ως εκ τούτου έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 10 εδ.

Β' ΕΚ και 249 εδ. Γ ΕΚ, των άρθρων 648, 649, 669, 671,672 ΑΚ, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος , των άρθρων 5,7 και 11 του ΠΔ 164/2004 και δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 107 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος. Επομένως πρέπει :

α) ν' απορριφθεί η από 15.12.2015 αίτηση για αναίρεση της 7083/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος) ως προς τους 4η (Κ. Κ.), 10ο (Ν. Κ.), 11η (Ε. Κ.), 34ο (Ν. Κ. του Μ.), 42ο (Α. Κ.), 46ο (Σ. Κ.) και 62ο (Χ. Κ.) αναιρεσίβλητους και β) να γίνει δεκτή η ως άνω αναίρεση και να αναιρεθεί, κατά πλειοψηφία, η προσβαλλομένη με αριθμό 4281/2017 απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατά το μέρος που αφορά τους 1η, 6ο, 15ο, 17η, 32η, 35ο, 50ο,52η, 54η, 55ο αναιρεσίβλητους και να παραπεμφθεί, κατά ταύτα, η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συγκείμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε τη προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση.

Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι ως άνω αναιρεσίβλητοι (1η, 6ο, 15ο, 17η, 32η, 35ο, 50ος,52η, 54η, 55ος) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας αυτών (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκε η από 15.12.2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7083/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος) ως προς τους 2η, 3°, 5°, 7 , 8ο, 9ο, 12ο, 13ο, 14η, 16ο, 18η, 19ο, 20η, 21η, 22η, 23η, 24η, 25η, 26η, 27η, 28η, 29η, 30°, 31η 33η, 36°, 37η, 38η, 39η, 40η, 41η, 43η, 44η 45η 47°, 48η, 49η, 51η, 53η, 56°, 57°, 58η, 59η, 60η και 61η εκ των αναιρεσιβλήτων

Απορρίπτει την από 15.12.2015 αίτηση για αναίρεση της 7083/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος) ως προς τους 4η (Κ. Κ.), 10ο (Ν. Κ.), 11η (Ε. Κ.), 34ο ( Ν. Κ. του Μ.), 42ο (Α. Κ.), 46ο (Σ. Κ.) και 62ο (Χ. Κ.) αναιρεσίβλητους Δέχεται την από 15.12.2015 αίτηση για αναίρεση της 7083/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος) κατά το μέρος που αφορά τους 1η, 6ο, 15ο, 17η, 32η, 35ο, 50ο,52η, 54η, 55ο αναιρεσιβλήτους

Αναιρεί εν μέρει την ως άνω υπ' αριθ. 7083/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος) και συγκεκριμένα κατά το μέρος που αφορά τους 1η, 6ο, 15ο, 17η, 32η, 35ο, 50ο,52η, 54η, 55ο αναιρεσιβλήτους

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή προς περαιτέρω εκδίκαση.

Καταδικάζει τους τους ως άνω αναιρεσίβλητους (1η, 6ο, 15ο, 17η, 32η, 35ο, 50ο,52η, 54η, 55ο) στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

α