Legislator Case Law & Legislation
300/2017 AI generated

Appeal dismissed because the appellate court's refusal to order an expert opinion was not a ground for appeal.

Case Number 300/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a municipality against a final first-instance judgment and an appellate decision. The appellant argued that the appellate court erred by refusing to order an expert opinion to determine the exact location of a disputed property, claiming this required specialized knowledge. The court ruled that the refusal was not a ground for appeal because the appellate court did not accept that the case required 'special' knowledge of science or art, leaving the matter within its discretionary authority.

Legislator headnote

AI generated

Articles 368 and 559 of the Code of Civil Procedure; The refusal of an appellate court to order an expert opinion does not constitute a ground for appeal unless the court explicitly accepts that the case requires special knowledge of science or art.

Keywords

AI generated
expert opinion special knowledge appellate review discretionary power ground for appeal property location civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 368 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 36 of the Law 1406/1983

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 40/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 300 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 300/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Διευρυμένης Κοινότητας ... του Νομού Τρικάλων, που εδρεύει στην ... ... ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Τζιαννή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ιεράς Μονής ... (Ν.Π.Δ.Δ.), που εδρεύει στα ... ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο Χαρίλαο Κοψαχείλη και 2)Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/2003 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, την από 11/10/2004 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας και την από 4/2/2005 κύρια παρέμβαση του ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 223/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 509/2008 του Εφετείου Λάρισας.

Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 5/6/2009 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 2133/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση.

Η 1η αναιρεσίβλητη με την από 23-11-2015 κλήση της επανέφερε την ως άνω αίτηση για συζήτηση.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 23-10-2012 έκθεση του αποχωρήσαντος, Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μαζαράκη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Kατά το άρθρο 553 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνον τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ, αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ.ΑΠ 40/1996). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, καθ’ όσον απευθύνεται κατά της 223/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, η κατά της οποίας έφεση της αναιρεσείουσας, μετά από εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη 509/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, που ενσωμάτωσε την πρωτόδικη απόφαση, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Kατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στου οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20.

Εξάλλου, κατά τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει στο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, διότι πράγματι στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Σε κάθε περίπτωση, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει απλά συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Η δε παραμόρφωση πρέπει να ανάγεται σε σημείο του εγγράφου που αφορά το αποδεικτέο γεγονός. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των επικαλούμενων και προσκομισθέντων από αυτήν εγγράφων, ήτοι: 1) του από 28-7-1956 χάρτη αποτύπωσης της Τυπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας, 2) του από 7-8-1924 Πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής και 3) του με αριθμού πρωτ. .../31-12-1996 πιστοποιητικού μεταγραφής του Υποθηκοφυλακείου ..., με το να δεχτεί ότι "το επίδικο ακίνητο, συνολικής έκτασης 13.790 τ.μ.

συνορεύει ανατολικά με υπόλοιπη ιδιοκτησία της πρώτης αναιρεσίβλητης Ιεράς Μονής, δυτικά με ποταμό και νότια με ρέμα, ότι απεικονίζεται με αριθμό … στον από 28-6-1956 χάρτη της Διευθύνσεως της Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας, ότι αποτελείται από τρία τμήματα, όπως αυτά εμφαίνονται στο αναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, ότι το πρώτο τμήμα, εμβαδού 7.688,69 τ.μ., βρίσκεται στη βορειοδυτική πλευρά του ακινήτου και συνορεύει με ποταμό, ρέμα και ..., ότι το δεύτερο τμήμα, εμβαδού 4.184,95 τ.μ., βρίσκεται στη νοτιοανατολική πλευρά του ακινήτου και συνορεύει με την οδό προς ..., με ρέμα και με την οδό προς ..., ότι το τρίτο τμήμα, που αναφέρεται "ως αριστερά του δρόμου προς ..." με εμβαδό 807,36 τ.μ., τέμνεται από την οδό που οδηγεί προς γέφυρα "...", το Κοινοτικό Διαμέρισμα ...

και το Κοινοτικό Διαμέρισμα ..., εμβαδού 1.109,04 τ.μ., ότι κυρία του επιδίκου έγινε η πρώτη αναιρεσίβλητη Ιερά Μονή με πρωτότυπο τρόπο με καθολική υποκατάσταση στα δικαιώματα της Ιεράς Μονής ..., η οποία με το από 9-6-1924 Β.Δ. (ΦΕΚ 134/14-6-1924) συγχωνεύτηκε στην αναιρεσίβλητη Ιερά Μονή ως ... και ότι το επίδικο ακίνητο είναι τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, εμβαδού 100 στρεμμάτων, η οποία αποτελούσε το συνολικό περιβάλλοντα χώρο γης Ιεράς Μονής ...

και η οποία αποτέλεσε αντικείμενο παράδοσης και παραλαβής μεταξύ των δύο Μονών στο από 7-8-1924 συνταχθέν σχετικό πρωτόκολλο. Ειδικότερα δε αιτιάται η αναιρεσείουσα, ότι παραμορφώθηκε το πιο πάνω πρωτόκολλο, γιατί ενώ η ακίνητη περιουσία που αποτέλεσε αντικείμενο παράδοσης και παραλαβής αναφέρεται ως εξής: "τους πέριξ της Μονής αγρούς καλλιεργημένους και μη από το ποτάμι εις τον ...

εις την σμίξιν ανεβαίνει επάνω και φθάνει έως εις τον δρόμον που πηγαίνει από ...", ήτοι ενώ γίνεται αναφορά για μίαν "σμίξιν", η προσβαλλόμενη υποδηλώνει και αναφέρεται στις σμίξεις δύο ποταμών, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε εσφαλμένο πόρισμα, ότι δηλαδή κυρία του επίδικου ακινήτου έγινε ως άνω η πρώτη αναιρεσίβλητη Ιερά Μονή, ενώ έπρεπε να δεχτεί, "ότι οι επίδικες εκτάσεις, όπως αυτές αναφέρονται στην αγωγή της, κείνται εκτός της ακίνητης περιουσίας αυτής".

Ο ερευνώμενος λόγος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην πραγματικότητα διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, ορθά ανέγνωσε, αλλά σφάλμα ως προς την αποδεικτική αξιολόγηση και δη την εκτίμηση του περιεχομένου τους σε συσχετισμό με άλλα αποδεικτικά μέσα, και την συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού εκείνου που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, η αιτίαση δηλαδή αυτή αναφέρεται στην μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση πραγμάτων.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο προοσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφορικά με τα όρια και την έκταση του επίδικου ακινήτου, είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι η αναιρεσείουσα υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως διατάξεως ουσιαστικού νόμου, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 368 Κ.Πολ.Δ "Το δικαστήριο μπορεί να διορίσει ένα ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 1). "Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 2).

Εκ τούτων συνάγεται, ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση, κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, όπως αναφέρεται στο μεταγλωτισμένο στη δημοτική κείμενο του άνω άρθρου 368 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά "ιδιάζουσες" τέτοιες γνώσεις, όπως αναφέρεται στο υπερισχύον, κατά το άρθρο 36 παρ. 3 εδάφιο τελευταίο του ν. 1406/1983, κείμενο της καθαρεύουσας της εν λόγω διάταξης, οπότε οφείλει, στην περίπτωση αυτή, να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.

Επομένως, εάν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της αναιρέσεως, προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως για το λόγο, ότι απέρριψε την ασκηθείσα έφεσή της και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχτεί την ένδικη διεκδικητική αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης Ιεράς Μονής και είχε απορρίψει, τόσο την από 11-10-2004 ανακοίνωση δίκης σε αναγκαστική παρέμβαση της αναιρεσείουσας με προσεπίκληση, όσο και την από 4-2-2005 κύρια παρέμβαση του κυρίως παρεμβάντος Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, προς προσδιορισμό της ακριβούς θέσεως του διεκδικούμενου ακινήτου, απορρίπτοντας σιωπηρώς το σχετικό αίτημά της.

Σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν δέχτηκε, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, χωρίς να επιβληθούν δικαστικά έξοδα υπέρ των αναιρεσιβλήτων και σε βάρος της αναιρεσείουσας που ηττήθηκε στην παρούσα δίκη, ελλείψει σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων (191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5/6/2009 αίτηση της "Διευρυμένης Κοινότητας ... (ΟΤΑ) Νομού Τρικάλων" για αναίρεση της 509/2008 απόφασης του Εφετείου Λάρισας και της 223/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ