300/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/5/2006 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των ήδη αναιρεσειόντων και τις από 10/5/2006 αίτηση και από 10/9/2007 ανταίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Λάρισας και συνεκδικάστηκαν με άλλες αιτήσεις προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη.
Legislator headnote
AI generated300/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 13/ 1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Full text
Απόφαση 300 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 300/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. Δ. Μ. συζ. Ι. και 2 Μ. Μ. του Ι., κατοίκων ... , οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Αρμαμέντο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Θεσσαλίας και ήδη Γενικό Γραμματέα της Αποκέντρωσης Διοίκησης Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδας, που κατοικοεδρεύει στην Λάρισα, το οποίο παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του ΝΣΚ Γεώργιο Καρακώστα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/5/2006 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των ήδη αναιρεσειόντων και τις από 10/5/2006 αίτηση και από 10/9/2007 ανταίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Λάρισας και συνεκδικάστηκαν με άλλες αιτήσεις προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη.
Εκδόθηκε η 358/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 14/5/2009 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 140/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει για εκ νέου εκδίκαση την προσβαλλόμενη απόφαση, στο ίδιο Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 241/2012 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 20-11-2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 9-4-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 20-11-2012 αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/ 1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω από τις συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρων 17 παρ.2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και 13 παρ.1 του Ν.2882/2001 (ΚΑΑΑ), συνάγεται, ότι για τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημίωσης" λαμβάνονται υπόψη (α) η αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά τον χρόνο της συζήτησης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου της αίτησης καθορισμού, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η τυχόν μεταβολή της αξίας του μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως ενώπιον του Εφετείου για τον οριστικό προσδιορισμό, στην περίπτωση δε της απευθείας αιτήσεως για οριστικό προσδιορισμό, κρίσιμος είναι ο χρόνος της συζητήσεως αυτής ενώπιον του Εφετείου, ενώ αν από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης παρέλθει έτος μέχρι τον οριστικό προσδιορισμό αυτής, τότε κρίσιμος χρόνος προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι εκείνος της συζήτησης της αιτήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό ενώπιον του Εφετείου και β) η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία ναι μεν δεν συνδέεται άμεσα με την αξία του ακινήτου, είναι όμως συνέπεια της απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας.
Επιπλέον, στο άρθρο 13 παρ.1 και 2 του Ν.2882/2001 ορίζεται, ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπ' όψιν ιδίως η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζονται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 241/2012 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Η απαλλοτριούμενη έκταση βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της νήσου Σκιάθου του νομού Μαγνησίας, πλησίον της πόλης της Σκιάθου.
Δεν είναι ενταγμένη στο σχέδιο πόλεως και δεν εμφανίζει ιδιαίτερη οικιστική και τουριστική ανάπτυξη, μειονεκτεί δε λόγω της ηχορύπανσης από τη λειτουργία του αεροδρομίου, εξυπηρετείται, όμως, από δίκτυο ύδρευσης και ηλεκτροδότησης. Οι απαλλοτριούμενες εκτάσεις έχουν αγροτικό χαρακτήρα, χωρίς όμως σοβαρή αγροτική ανάπτυξη.
Οι εκτάσεις αυτές βρίσκονται σε επαφή με το υπάρχον αεροδρόμιο της Σκιάθου και εκτείνονται παράλληλα με το διάδρομο του αεροδρομίου, απέχουν δε από τη θάλασσα από 500 έως 1 000 μ. Στην περιοχή αυτή εμφανίζεται αραιή δόμηση, έχουν δε ανεγερθεί λίγες κατοικίες μέτριας κατασκευής έως καλής, καθώς και αποθήκες, δεν λειτουργούν επιχειρήσεις, παρά μόνο στο ΑΚΠ 09 (επίδικο) έχει ανεγερθεί και λειτουργεί κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος προς εξυπηρέτηση των επιβατών του αεροδρομίου.
Επί των απαλλοτριουμένων ακινήτων υπάρχουν ελαιοπερίβολα και άλλες δενδροκαλλιέργειες, όπως επίσης και μονοετείς καλλιέργειες, ορισμένα δε από τα ακίνητα αυτά αρδεύονται. Για τις απαλλοτριούμενες εκτάσεις με τα συστατικά και επικείμενά τους, έχει καθορισθεί η οριστική αποζημίωση με την υπ' αριθ. 358/2008 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, οι διατάξεις της οποίας δεν αναιρέθηκαν.
Αναιρέθηκαν μόνο οι διατάξεις της που αναφέρονται στο ΑΚΠ 09 ακίνητο, για το οποίο προβάλλουν εμπράγματα δικαιώματα οι αιτούσες και ειδικότερα αυτές που αφορούν α) στον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης για το ακίνητο αυτό και των επ' αυτού κτισμάτων, ήτοι ενός ισογείου καταστήματος και μίας κατοικίας του πρώτου ορόφου, β) στην ιδιαίτερη αποζημίωση για το απομένον τμήμα και γ) στον καθορισμό αποζημίωσης για τα έξοδα μετεγκατάστασης (επιχείρησης και οικίας).
Το ΑΚΠ 09 ακίνητο υπάγεται στην Β1α κατηγορία της ως άνω 358/2008 απόφασης, χαρακτηριζόμενο ως ελαιοπερίβολο αρδευόμενο με πρόσωπο σε αγροτική ή ιδιωτική οδό ή κοινόχρηστο χώρο που απέχει 500-800 μέτρα από την θάλασσα, διότι περιέχει κυρίως ελιές φυτεμένες σε κανονικές αποστάσεις και υπάρχει γεώτρηση, όπως δέχτηκε και το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου με την υπ' αριθμ. 65/2011 απόφασή του, με την οποία αναγνώρισε τις αιτούσες δικαιούχους της αποζημίωσης και προέβη σε διόρθωση-συμπλήρωση του από Οκτώβριο του 2002 κτηματολογικού πίνακα και πίνακα επικειμένων ως προς την περιγραφή των επικειμένων.
Στο προσκομιζόμενο από το καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο με αριθμό 101/16-1-2012 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Μαγνησίας, που στηρίχθηκε στον πίνακα παρακατάθεσης που συνέταξε η έταξε η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών-Γεν. Δ/νση Αερομεταφορών-Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών(Δ7) τμήμα Β, αναφέρεται ότι το επίδικο υπάγεται στην Β1στ κατηγορία, χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένα στοιχεία.
Το επίδικο ακίνητο, έχει έκταση 4.017,74 τμ, βρίσκεται στη θέση Ξάνεμου στο Δήμο Σκιάθου του Ν. Μαγνησίας, είναι γωνιακό και εφάπτεται στο αεροδρόμιο Σκιάθου, έχει δε εν δυνάμει οικοπεδική προοπτική και αξία, παρότι βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως, καθόσον είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, συνορεύει με τον αερολιμένα Σκιάθου, ενώ από πλευράς υποδομής υπάρχουν δίκτυα όλων των Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας, προσφέρεται δε για ανέγερση καταστημάτων και όχι για κατοικία λόγω της ηχορύπανσης (βλ.
από 20-4-2005 έκθεση εκτίμησης του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών και από 3-3-2005 έκθεση εκτίμησης του αρχιτέκτονα μηχανικού Ι. Τ. ).Εντός του οικοπέδου το έτος 1995 άρχισε να κτίζεται διώροφο κτίσμα, το οποίο αποπερατώθηκε το έτος 2001 περίπου. Η οικοδομή είναι κατασκευασμένη από οπλισμένο σκυρόδεμα και πλήρωση των ανοιγμάτων από οπτοπλινθοδομές με τριπλούς σοβάδες και μόνωση.
Η σκεπή είναι ξύλινη με κεραμίδια. Το ισόγειο της οικοδομής λειτουργεί ως ταβέρνα - σνακ μπαρ από Μάϊο έως Σεπτέμβριο. Έχει έκταση 125,60 τμ και λεβητοστάσιο 9,00 τμ, σύνολο 134,60 τμ. Αποτελείται από αίθουσα πελατών, 6 WC (τρία ανδρών-τρία γυναικών, με προθάλαμο) και κουζίνα παρασκευής φαγητών (σνακς). Η κατασκευή του είναι απλή.
Τα δάπεδα είναι από πλακάκι, τα εξωτερικά-εσωτερικά κουφώματα από ξύλο, τα είδη υγιεινής λευκά, μέτριας ποιότητας. Ο πρώτος όροφος της οικοδομής λειτουργεί ως κατοικία των ιδιοκτητών. Έχει τρία υπνοδωμάτια, κουζίνα, λουτρό και μεγάλο καθιστικό με τζάκι και έχει εμβαδόν 126,67 τμ. Η κατασκευή του είναι αρκετά καλή.
Τα δάπεδα είναι από πλακάκια καλής ποιότητας, τα είδη υγιεινής είναι λεύκα και τα πλακάκια στο λουτρό έχουν χρώμα θαλασσί και γκρί. Η κουζίνα έχει ντουλάπια από ξύλο καλής ποιότητας με ταμπλάδες, με εντοιχισμένες ηλεκτρικές συσκευές. Οι εσωτερικές πόρτες και οι πόρτες των εντοιχισμένων ντουλαπιών είναι από ξυλεία καλής ποιότητας και είναι επίσης ταμπλαδωτές.
Τα εξωτερικά κουφώματα είναι αλουμινίου με διπλά μονωτικό τζάμια. Υπάρχει κεντρική θέρμανση από το λεβητοστάσιο του ισογείου. Επίσης υπάρχει στεγασμένη βεράντα πλάτους 1,70 μ. και εμβαδού γύρω στα 30 τμ. (βλ. από 20-4-2005 έκθεση εκτίμησης του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών και από 3-3-2005 έκθεση εκτίμησης του αρχιτέκτονα μηχανικού Ι.
Τ. ). Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. 65/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, διορθώθηκε ο από τον μήνα Οκτώβριο του 2002 κτηματολογικός πίνακας και ως προς τα επικείμενα κτίσματα, διότι δεν είχαν περιληφθεί δύο βοηθητικά κτίσματα από τσιμεντόλιθους, κεραμοσκεπές 8,40 τμ, το οποίο είναι συνεχόμενο του ισογείου καταστήματος και εξυπηρετεί την κατοικία του πρώτου ορόφου ως αποθήκη, αρκετά καλής κατασκευής, αφού κατασκευάστηκε μαζί με την οικία τον ίδιο χρόνο και με τα ίδια υλικά και πλακοσκεπές 9,75 τμ, το οποίο είναι συνεχόμενο του ισογείου καταστήματος και εξυπηρετεί την κατοικία του πρώτου ορόφου ως λεβητοστάσιο, επίσης αρκετά καλής κατασκευής, αφού κατασκευάστηκε μαζί με την οικία τον ίδιο χρόνο και με τα ίδια υλικά.
Στην περιοχή ισχύει το αντικειμενικό σύστημα καθορισμού της φορολογητέας αξίας ακινήτων. Σύμφωνα με την από 10-11-2004 έκθεση προεκτίμησης της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Μαγνησίας, η αντικειμενική αξία της απαλλοτριούμενης έκτασης των αιτουσών προσδιορίστηκε σε 1,57 ευρώ/τμ (Β1α) για το έδαφος και για τα κτίσματα, σε 324,58 ευρώ/τμ για το ισόγειο κατάστημα και σε 394,24 ευρώ/τμ για την κατοικία, η οποία χαρακτηρίστηκε ως ημιτελής.
Με τις αντικειμενικές αυτές αξίες ταυτίστηκε αρχικά και ο μάρτυρας του καθ' ου-ανταιτούντος ελληνικού δημοσίου, ο οποίος, όμως, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατέθεσε ότι η αντικειμενική αξία του εδάφους εκτιμάται στα 2,5 ευρώ/τμ, ενώ η αγοραία αξία στα 3,5-4 ευρώ/τμ. Με την υπ' αριθ. 207/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου που καθόρισε την προσωρινή αποζημίωση - με κρίσιμο χρόνο την 12.5.2005 - η αξία τους καθορίσθηκε σε 4 €/τμ για το έδαφος, σε 850 €/τμ για το ισόγειο κατάστημα και σε 1.000 €/τμ για την κατοικία του πρώτου ορόφου, ενώ με την αναιρεθείσα απόφαση η ανωτέρω αξία, με κρίσιμο χρόνο την 21.9.2007, παρέμεινε στα ίδια ποσά, με το σκεπτικό ότι δεν επήλθε μεταβολή.
Οι αιτούσες με την αρχική αίτησή τους για την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, στις 19-5-2006, υποστήριζαν ότι η αξία του εδάφους τότε ήταν 45 € το τ.μ. Σήμερα υποστηρίζουν ότι ανέρχεται στο ίδιο ποσό, λαμβανομένης υπόψη και της συνδεόμενης με το ακίνητο προσόδου σε σχέση με την ασκούμενη σ' αυτό επιχειρηματική δραστηριότητα.
Περί του ότι η αξία του εδάφους ανέρχεται στο παραπάνω ποσό κατέθεσε και ο μάρτυρας των αιτουσών ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ενώ ο μάρτυρας αυτών πριν την αναίρεση κατέθεσε ότι η αξία της επιχείρησης εκτιμάται στα 3.000 €/μ. Επίσης, οι αιτούσες με την αρχική αίτησή τους για την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, στις 19-5-2006, υποστήριζαν ότι η αξία του ισογείου καταστήματος ανέρχεται στο ποσό των 3.600 €/τμ και η αξία της κατοικίας του πρώτου ορόφου στο ποσό των 1.800 €/τμ.
Σήμερα υποστηρίζουν ότι ανέρχεται στο ίδιο ποσό, ενώ η αξία των βοηθητικών κτισμάτων του ισογείου ανέρχεται στο ποσό των 950 €/τμ. Από τα οικονομικά στοιχεία της ανωτέρω επιχείρησης των οικονομικών ετών 2000-2011 (βλ. Ε1, Ε3, εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ), σε συνδυασμό με το ότι ο μέσος όρος επιβατών στο αεροδρόμιο Σκιάθου των ετών 1994-2011, ανέρχεται σε 150.000 επιβάτες περίπου ετησίως (βλ.
σχετικό έγγραφο), προκύπτει ότι ο μέσος όρος ετησίως του κύκλου εργασιών της ανέρχεται στο ποσό των 120.000 ευρώ. Περαιτέρω, οι αιτούσες προσκομίζουν και επικαλούνται ως συγκριτικά στοιχεία: 1) το υπ' αριθμ. ... /31-1-2005 συμβόλαιο πώλησης ακινήτου, από το οποίο προκύπτει ότι αγροτεμάχιο στην ίδια περιοχή με το απαλλοτριούμενο, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, πωλήθηκε το έτος 2005 προς 20,14 €/τμ, 2) την υπ' αριθμ. 598/1988 απόφαση του Εφετείου Λάρισας με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος για ευρύτερη της ένδικης έκταση στο ποσό των 13,20 €/τμ και 3) την υπ' αριθμ. 360/2003 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, με την οποία ορίστηκε, εκτός των άλλων και οριστική τιμή μονάδας για επικείμενα σε απαλλοτριούμενη έκταση για την κατασκευή τμήματος της Π.Ο.
Βόλου και 4) έγγραφο - μέρος προκήρυξης πρόσφατου δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού για την εκμίσθωση χώρου λειτουργίας αναψυκτηρίου εντός του αεροδρομίου, με τιμή εκκίνησης το ποσό των 9.580 ευρώ.
Το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του α) τις επικαλούμενες από κάθε διάδικο αξίες του απαλλοτριωθέντος ακινήτου μετά των επικειμένων, σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά στοιχεία που καθένας απ' αυτούς προσκομίζει και επικαλείται, β) τις εκτιμήσεις της αρμόδιας κατά νόμο προεκτιμητικής επιτροπής και γ) τα τεκμήρια που συνάγονται από την υπ' αριθ. 207/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου που καθόρισε την προσωρινή αποζημίωση, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο η αξία αυτών ανέρχεται, με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς όμως να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμησή του μετά τη δημοσίευση της πράξεως απαλλοτριώσεως και μόνο εξ' αιτίας αυτής, σε 10 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο για την εδαφική έκταση, σε 850 €/τμ για το ισόγειο κατάστημα, σε 800 €/τμ για την κατοικία του πρώτου ορόφου και σε 300 €/τμ για κάθε μία από τις αποθήκες, ποσά στα οποία πρέπει να καθορισθεί και η οριστική αποζημίωσή τους.
Η αποζημίωση αυτή είναι πλήρης, αφού με αυτή οι ιδιοκτήτες μπορούν να αντικαταστήσουν την ιδιοκτησία τους με άλλες ισάξιες. Κρίσιμος χρόνος εκτιμήσεως είναι ο χρόνος της συζητήσεως ενώπιον του δικαστηρίου αυτού (27.1.2012) διότι από το χρόνο συζητήσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου της αιτήσεως για την προσωρινή αποζημίωση, δηλαδή την 12.5.2005, μέχρι την μετ' αναίρεση συζήτηση της αιτήσεως για την οριστική αποζημίωση (27.1.2012) παρήλθε έτος.
Εξάλλου, αναφορικά με την μείωση της αξίας του τμήματος που απομένει από το ακίνητο υπ' αριθ. κτημ. πιν. 09 στο οποίο προβάλλουν εμπράγματα δικαιώματα οι αιτούντες, λεκτέα τα εξής: Από το συνολικό εμβαδόν του παραπάνω ακινήτου, 4.017.70 τμ, απαλλοτριώνεται τμήμα εμβαδού 2.863,70 τμ και συνεπώς απομένει τμήμα εμβαδού 1.154,04 τμ, το οποίο αχρηστεύεται, διότι α) καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και β) στο αρχικό ακίνητο υπήρχε δυνατότητα πρόσβασης, ενώ τέτοια δυνατότητα δεν υπάρχει για το εναπομείναν τμήμα του, αφού αυτό θα συνορεύει μετά την απαλλοτρίωση με την περίφραξη του αεροδρομίου και θα πρέπει απαραίτητα να αναζητηθεί δουλεία διόδου από όμορες ξένες ιδιοκτησίες και γ) το εναπομείναν δεν είναι αρκετά μεγάλο για να χρησιμοποιηθεί για εμπορική ή γεωργική χρήση, όπως διαπίστωσε και η αρμόδια επιτροπή του άρθ. 15 σε συνδ.
με άρθ. 13 παρ.4 του Ν. 2882/2001, η οποία προσδιόρισε την ιδιαίτερη αποζημίωση του άρθ. 13 παρ.4 σε ποσοστό 75% (βλ. από 27-4-2005 έκθεση προεκτίμησης). Με την υπ' αριθ. 207/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου που καθόρισε την προσωρινή αποζημίωση - με κρίσιμο χρόνο την 12.5.2005 - η ιδιαίτερη αποζημίωση του άρθ. 13 παρ.4 ορίστηκε σε ποσοστό 80% και με την αναιρεθείσα απόφαση η ανωτέρω αποζημίωση, με κρίσιμο χρόνο την 21.9.2007, ορίστηκε σε ποσοστό 75%.
Με βάση τα παραπάνω στοιχεία το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ιδιαίτερη αποζημίωση του άρθ. 13 παρ. 4 πρέπει να οριστεί σε ποσοστό 80%. Περαιτέρω, στην αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου των αιτουσών περιλαμβάνεται και η δαπάνη τους για τα έξοδα μετεγκατάστασης, η οποία είναι συνέπεια της απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας.
Οι αιτούσες με την αίτησή τους για την προσωρινή τιμή μονάδας ζήτησαν το ποσό των 6.000 ευρώ κατ' αποκοπή για την μεταφορά από το αεροδρόμιο Σκιάθου σε αποθηκευτικό χώρο του εξοπλισμού της επιχείρησης και το ποσό των 4.000 ευρώ για την μεταφορά της οικοσκευής, ενώ σήμερα ζητούν το ποσό των 6.030 ευρώ για την μεταφορά από το αεροδρόμιο Σκιάθου σε αποθηκευτικό χώρο στη θέση "Τρούλος" Σκιάθου (απόσταση περίπου 13 χλμ) του εξοπλισμού της επιχείρησης (τραπέζια καρέκλες, ψυγεία, κουζίνα κα), διότι θα απαιτηθούν 3 δρομολόγια ενός μεγάλου φορτηγού και συσκευασία και το ποσό των 3.944 ευρώ για την μεταφορά της οικοσκευής, διότι θα χρειαστούν 2 δρομολόγια ενός μεγάλου φορτηγού και συσκευασία.
Ο μάρτυρας του ελληνικού δημοσίου κατέθεσε ότι για την μεταφορά από το αεροδρόμιο Σκιάθου σε αποθηκευτικό χώρο του εξοπλισμού της επιχείρησης θα απαιτηθεί το ποσό των 4.000 ευρώ και το ποσό των 3.000 ευρώ για την μεταφορά της οικοσκευής. Οι αιτούσες προσκομίζουν έγγραφη προσφορά της μεταφορικής … με τα παραπάνω ποσά (6.030 ευρώ και 3.944 ευρώ, αντίστοιχα).
Με βάση τα παραπάνω στοιχεία το Δικαστήριο κρίνει ότι τα έξοδα μετεγκατάστασης πρέπει να οριστούν στα ποσά των 4.000 ευρώ και 3.000 ευρώ, αντίστοιχα".
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος, 1 του Πρώτο ΠΡΟΣΘΕΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ της ΕΣΔΑ, 13 παρ.1 και 2 του ν. 2882/2001 τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί ειδικότερα ο καθορισμός της οριστικής τιμής μονάδος για τον πρώτο όροφο της οικοδομής των αναιρεσειουσών με κρίσιμο χρόνο την 27-1-2012 σε 800 €/τ.μ. καίτοι η ίδια τιμή είχε καθορισθεί προσωρινά με κρίσιμο χρόνο την 12-5-2005 σε 1.000 €/τ.μ. και με την αναιρεθείσα υπ' αριθ. 358/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας στο ίδιο ποσό των 1000€/τ.μ. με κρίσιμο χρόνο την 21-9-2007. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα.
Εξ' άλλου, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά της σ' αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα του καθορισμού δηλαδή της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για τον πρώτο όροφο της οικίας των αναιρεσειουσών σε 800 €/τ.μ.
και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσίβλητου, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειουσών, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τις αναιρεσείουσες σε αντίθεση: α) με το ότι η ίδια τιμή καθορίσθηκε προσωρινά από το Μονομελές Πρωτοδικείο με κρίσιμο χρόνο την 12-5-2005 σε 1.000 € ανά τ.μ.
και β) με το ότι η ίδια τιμή καθορίστηκε οριστικά από την αναιρεθείσα υπ' αριθ. 358/ 2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Επίσης σε 1.000 €/τ.μ. με κρίσιμο χρόνο την 21-9-2007 και γ) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας για το ίδιο ακίνητο με κρίσιμο χρόνο την 27-1-2012 σε 800 € ανά τ.μ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου δεν εκτίθεται ότι μέχρι του προαναφερθέντος κρίσιμου χρόνου της 27-1-2012 δεν επήλθε οποιαδήποτε μεταβολή από τους προηγούμενους κατά τα προαναφερθέντα κρίσιμους χρόνους της 12-5-2005 και 21-9-2007, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειουσών, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προ σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν, όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).
Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.γ' του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε ανάλογα: 1) την υπ' αριθ. 65/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου με την οποία οι αναιρεσείουσες αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της αποζημιώσεως, διατάχθηκε η διόρθωση και συμπλήρωση του κτηματολογικού πίνακα και κρίθηκε ότι η ανέγερση των κτισμάτων ξεκίνησε το 1974 και αποπερατώθηκε το 2001, 2) τα πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου της δικασίμου της 14-4-2011 όπου η κατάθεση του μάρτυρά του, Ιωάννη Μπέλτσιου, 3) τον από Οκτωβρίου 2002 κτηματολογικό πίνακα και πίνακα επικειμένων, 4) τον από Ιανουαρίου 2012 διορθωμένο κτηματολογικό πίνακα, 5) την υπ' αριθ.
Φ.21.13/5/4931/21-4-2005 έκθεση εκτίμησης του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, 6) την από 3-3-2005 έκθεση εκτιμήσεως του αρχιτέκτονα μηχανικού Ι. Τ. , 7) 5 φωτογραφίες του ακινήτου των αναιρεσειουσών, 8) την υπ' αριθ. 360/2003 απόφαση του Εφετείου Λάρισας τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις, με την οποία συνεκτιμήθηκαν ρητά όλα τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος.
Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο των παραβόλων, που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 183 ΚΠολΔ) που έχει καταθέσει και προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-11-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 241/2012 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο των κατατεθέντων παραβόλων.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποίαν ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2014 .
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ