Legislator Case Law & Legislation
300/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against enforcement costs allocation in auction due to procedural delay by second creditor.

Case Number 300/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding the allocation of enforcement costs in a public auction. The State argued that certain expenses should not be deducted from the auction proceeds because they resulted from voluntary delays or cancellations orchestrated by the second creditor, who was also a party to the appeal. The court held that these costs benefited all creditors and were properly allocated, noting that the second creditor had expedited the auction proceedings. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and court costs were offset between the litigants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; If a party fails to participate in the appeal hearing or delays the proceedings improperly, the court examines whether the other party expedited the hearing validly; if so, the case proceeds as if all parties were present, otherwise the appeal is inadmissible.

Keywords

AI generated
enforcement costs allocation public auction proceedings procedural delay creditor rights civil procedure code appeal admissibility court costs offset

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 179, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1783/1998
Supreme Court Case 870/2010

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 300 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 300/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπούμενο νόμιμα από τον υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Νάουσας, εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Κ., δικαστικού επιμελητή, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και 2. Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου δι' απορροφήσεως της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις υπ αριθ. 3001/ΤΜ/279/2002 και 2385/ΤΜ/225/2002 ανακοπές του ήδη αναιρεσείοντος η πρώτη και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων η δεύτερη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 847/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7 Απριλίου 2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 15 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Η πληρεξουσία της παραστάσας αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1&2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υπ' αριθ. 4287/12.9.2012 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Βέροιας ... ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 847/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης επισπεύσθηκε με φροντίδα του αναιρεσείοντος, το οποίο προς το σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα (και) στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 65 την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της 19.11.2012, κατά την οποία ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων κλήθηκε να παραστεί (άρθρ. 122§1, 123, 126§1α, 127§1, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ). Όμως αυτός δεν παρέστη κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ).

2. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 847/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 3.10.2006 έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 95/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε τόσο η με αριθμό κατάθεσης 2385/ ΤΜ/225/2002 ανακοπή της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων όσο και η συνεκδικασθείσα μ' αυτή από 12.9.2002 ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. .../8.7.2002 πράξης της συμβολαιογράφου Νάουσας Ευφημίας Τενεδιού-Πολάκη, με την οποία αυτή προσδιόρισε τα έξοδα στη διαδικασία του πλειστηριασμού ακινήτου του οφειλέτη Κ. Μ., που ύστερα από την κατάσχεση του ακινήτου με την υπ' αριθ. 4174/1997 έκθεση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βέροιας Σ. Κ., επέσπευσε η δεύτερη αυτών ανώνυμη τραπεζική εταιρεία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

3. Κατά το άρθρ. 932 του ΚΠολΔ, τα έξοδα της αναγκαστικής εκτέλεσης βαρύνουν εκείνον κατά του οποίου αυτή στρέφεται και προκαταβάλλονται από εκείνον που την επισπεύδει, ενώ κατά το άρθρ. 975 του ίδιου κώδικα η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτέλεσης που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, στη δεύτερη των οποίων γίνεται διάκριση μεταξύ αφαίρεσης των εξόδων και κατάταξης των προνομιακών απαιτήσεων, υπέγγυο στους δανειστές είναι το ποσό του πλειστηριάσματος που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, τα οποία δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των προνομίων ούτε κατατάσσονται στον πίνακα, αλλά προαφαιρούνται προκειμένου να γίνει η κατάταξη των δανειστών, ορίζονται δε με τον πίνακα κατάταξης ή με ιδιαίτερη πράξη, με την οποία ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δικαιολογεί τα σχετικά κονδύλια προκειμένου να τα προαφαιρέσει από το πλειστηρίασμα.

Δικαιούχος των εξόδων εκτέλεσης είναι κατ' αρχήν ο δανειστής που επέσπευσε την εκτέλεση, όμως ως δικαιούχοι νοούνται και τα όργανα της εκτέλεσης και ειδικότερα ο δικαστικός επιμελητής και ο υπάλληλος του πλειστηριασμού (συμβολαιογράφος), καίτοι τα πρόσωπα αυτά δεν νομιμοποιούνται να αναζητήσουν τα σχετικά έξοδα από τον καθ' ου η εκτέλεση, αφού μ' αυτόν δεν συνδέονται με κατάλληλη έννομη σχέση.

Έτσι τα πρόσωπα αυτά, με βάση τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό και με αυτές των άρθρ. 971 και 1007 του ΚΠολΔ, λαμβάνουν τα έξοδα της εκτέλεσης από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ο οποίος, αφού τα αφαιρέσει από το πλειστηρίασμα, ακολούθως διανέμει το υπόλοιπο του πλειστηριάσματος μεταξύ των δανειστών του καθ' ου η εκτέλεση ή προβαίνει με σχετικό πίνακα στην κατάταξη των δανειστών σε περίπτωση ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος.

Δηλαδή τα έξοδα της εκτέλεσης δεν κατατάσσονται στο συντασσόμενο από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού πίνακα, ωστόσο η σχετική εκκαθαριστική πράξη του αποτελεί διανομή του πλειστηριάσματος και προσβάλλεται συνεπώς με την ανακοπή του άρθρ. 979 του ΚΠολΔ. Ανακόπτων μπορεί να είναι οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, όπως είναι οι δανειστές που αναγγέλθηκαν ή ο καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτης, οπότε αν αυτοί αμφισβητούν τη νομιμότητα της σχετικής εκκαθαριστικής πράξης των εξόδων εκτέλεσης και ειδικότερα αν προσβάλουν αυτή ως αόριστη ή αναιτιολόγητη ή αμφισβητούν ότι τα έξοδα έγιναν προς το συμφέρον όλων των δανειστών, ανακύπτει ιδιωτική διαφορά μεταξύ αυτών και του επισπεύδοντος δανειστή, που είναι ο μόνος νομιμοποιούμενος παθητικά στη σχετική δίκη, αφού αυτός είναι που χορήγησε στα παραπάνω πρόσωπα την εντολή για τη διενέργεια των απαιτούμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης και θα ζημιωθεί αν ανατραπεί η εκκαθάριση των εξόδων, αφού τότε θα υποχρεωθεί να καταβάλει ο ίδιος τη διαφορά στα πρόσωπα αυτά με βάση τη μεταξύ τους σχέση εντολής (ΑΠ 1783/1998, 142/2004, 280/2004, πρβλ.

και ΑΠ 1359/1998). Αντίθετα όταν η αμφισβήτηση αφορά μόνο τη διενέργεια των πράξεων εκτέλεσης που έκανε ο δικαστικός επιμελητής ή το ύψος της σχετικής δαπάνης, δηλαδή όταν προβάλλεται ότι τα έξοδά του ή αναλόγως του συμβολαιογράφου ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού δεν είναι νόμιμα ή υπαρκτά ή υπερβαίνουν τα καθοριζόμενα από τις οικείες υπουργικές αποφάσεις όρια της αμοιβής τους, η ανακοπή κατά της πράξης εκκαθάρισης των εξόδων οφείλει να στραφεί όχι μόνον κατ' αυτού που επέσπευσε την εκτέλεση, αλλά και κατά των προσώπων υπέρ των οποίων έγινε η προαφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης (πρβλ.

ΑΠ 1722/1998, βλ. όμως ΑΠ 1774/2007 και 60/2011, που δέχονται ότι στην περίπτωση αυτή νομιμοποιείται παθητικά μόνον ο δικαστικός επιμελητής). Εξ άλλου ως έξοδα εκτέλεσης κατά τις παραπάνω διατάξεις νοούνται όλες οι δαπάνες που γίνονται από τον επισπεύδοντα την εκτέλεση δανειστή και αποβλέπουν στο γενικό συμφέρον όλων των δανειστών, εφόσον είναι αναγκαίες για τη διαδικασία της εκτέλεσης από την έναρξή της μέχρι και την περάτωσή της (ΑΠ 419/1998), δηλαδή ανάγονται στην προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, στην κατάσχεση, στη συντήρηση του κατασχεθέντος πράγματος, στον πλειστηριασμό και στην κατάταξη των δανειστών.

Αντίθετα δεν περιλαμβάνονται τα έξοδα που έγιναν προς το αποκλειστικό συμφέρον είτε του επισπεύδοντος είτε των αναγγελθέντων δανειστών ούτε επίσης όσα έγιναν από υπαιτιότητα του επισπεύδοντος, όπως είναι τα έξοδα πλειστηριασμού που ματαιώθηκε λόγω παρόδου προθεσμίας ή λόγω ακυρότητας των πράξεων (ΑΠ 1359/1998, 60/2001).

Αποτελούν όμως έξοδα της εκτέλεσης όσα έγιναν για την έκδοση επαναληπτικών περιλήψεων εκθέσεων αναγκαστικής κατάσχεσης μετά από νόμιμη αναβολή ή ματαίωση του πλειστηριασμού ύστερα από συμφωνία του επισπεύδοντος δανειστή και του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη, αφού η έκδοση των επαναληπτικών αυτών περιλήψεων αποτελεί ουσιώδη δικονομική προϋπόθεση για τη συνέχιση της εκτελεστικής διαδικασίας και οι σχετικές δαπάνες εξυπηρετούν υπό την έννοια αυτή το κοινό συμφέρον όλων των δανειστών (ΑΠ 1783/1998, αντιθ.

ΑΠ 870/2010).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης ανακοπής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι μ' αυτή προσβάλλεται η υπ' αριθ. .../8.7.2002 πράξη της συμβολαιογράφου Νάουσας Ευφημίας Τενεδιού-Πολάκη, με την οποία προσδιορίσθηκαν τα έξοδα εκτέλεσης στη διαδικασία του πλειστηριασμού, που επέσπευσε η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων στο κατασχεμένο με την υπ' αριθ. 4174/1997 έκθεση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων ακίνητο του οφειλέτη Κ.

Μ.. Ειδικότερα με την ένδικη ανακοπή προβάλλεται ότι εσφαλμένα προσδιορίσθηκαν από την ως άνω συμβολαιογράφο και αφαιρέθηκαν από το πλειστηρίασμα των 8.805 ευρώ για να αποδοθούν στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων έξοδα, μεταξύ άλλων, και 2.787,97 ευρώ, τα οποία προέκυψαν από συναινετικές αναβολές ή ματαιώσεις του πλειστηριασμού μέχρι τη σύνταξη της υπ' αριθ. 4373/1998 Δ' επαναληπτικής περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης και συνεπώς αποτελούν έξοδα που δεν αφαιρούνται από το πλειστηρίασμα, αφού οφείλονται σε υπαιτιότητα της επισπεύδουσας τον πλειστηριασμό δεύτερης των αναιρεσιβλήτων.

Σύμφωνα όμως με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, τα έξοδα αυτά αποτελούν έξοδα που αφαιρούνται από το πλειστηρίασμα, αφού εξυπηρετούν το συμφέρον όλων των αναγγελθέντων στον πλειστηριασμό δανειστών. Επομένως το Εφετείο, που απέρριψε την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης και επικύρωσε την απόφαση αυτή, κρίνοντας ότι τα αμφισβητούμενα έξοδα εκτέλεσης καλώς αφαιρέθηκαν από το πλειστηρίασμα και αποδόθηκαν στον πρώτο αναιρεσίβλητο και ότι σε σχέση με τη συγκεκριμένη αμφισβήτηση των ως άνω εξόδων, που δεν αφορά τη νομιμότητα των πράξεων του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, αλλά τη νομιμότητα αυτής της ίδιας της εκκαθαριστικής πράξης, δεν νομιμοποιείται αυτός, αλλά μόνον η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, δεν παραβίασε το νόμο, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.

Συνακόλουθα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, αφού και οι δύο λόγοι της, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, ενώ η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων που παρέστησαν στη δίκη, δηλαδή του αναιρεσείοντος και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας ως προς την ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρ. 179, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7.4.2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 847/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ του αναιρεσείοντος και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ