Legislator Case Law & Legislation
300/2012 AI generated

300/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 300/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 300 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 300/2012

Legislator headnote

AI generated

300/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 300 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 300/2012

Keywords

AI generated
vocational retraining eligibility fluctuating incapacity for work limited work availability pursuit of gainful employment denial of vocational measures adapted work activity
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 300 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 300/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΕ" (ΔΕΗ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Α. του Φ., κατοίκου ..., 2) Α. Α. του Ι., κατοίκου ..., 3) Γ. Α. του Α., κατοίκου ..., 4) Β. Α. του Γ., κατοίκου ..., 5) Β. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., 6) Γ. Θ. του Ι., κατοίκου ..., 7) Μ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 8) Γ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 9) Ε. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 10) Κ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 11) Θ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 12) Δ. Ξ. του Ι., κατοίκου ..., 13) Ο. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 14) Χ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 15) Μ. Π. του Η., κατοίκου ... και 16) Ε. Μ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Έλλη Ανδριανάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 719/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 550/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-6-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 13-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθεί ο πρώτος.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι η αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, όπως και με λόγο εφέσεως είχε προβάλλει, είναι αόριστη ως προς το αίτημά της, "αφού αορίστως αναφέρεται στο ότι οι αντίδικοι δικαιούνται να προωθηθούν κατά ένα επιπλέον μισθολογικό κλιμάκιο από της προσλήψεως και εφεξής, χωρίς να προσδιορίζουν ποιο ήταν το κατεχόμενο, από καθένα από αυτούς, ανά χρονική περίοδο, από της προσλήψεώς τους μέχρι την άσκηση της αγωγής, μισθολογικό κλιμάκιο και ποιο συγκεκριμένα, και από πότε, μισθολογικό κλιμάκιο επιδιώκουν με την αγωγή τους να καταλάβουν". Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής, ρητώς σ' αυτή αναφέρεται το μισθολογικό κλιμάκιο του καθενός ενάγοντος και η ημερομηνία κατά την οποία το απέκτησε, χωρίς να απαιτείται να προσδιορίζεται, επιπλέον, η χρονική περίοδος του κατεχόμενου εκάστοτε μισθολογικού κλιμακίου. Τούτο δε διότι, στον ισχύ νόμου έχοντα ΚΚΠ - ΔΕΗ, προβλέπεται η ανά τριετία προαγωγή στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι μία τριετία πριν κατείχαν οι ενάγοντες το προηγούμενο μισθολογικό κ.ο.κ. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, αληθώς από το άρ. 14 του άρ. 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, λόγω της πιο πάνω αναφερόμενης ποιοτικής αοριστίας της, είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Από την αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ και ευρίσκει έρεισμα και στα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης Ε.Κ., προκύπτει ότι στα πλαίσια της εργασιακής συμβάσεως δεν επιτρέπεται η άνιση μεταχείριση από τον εργοδότη των μισθωτών της αυτής εκμεταλλεύσεως που έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες υπό τις αυτές συνθήκες, εκτός αν δικαιολογείται η εξαίρεση ή η απόκλιση εξαιτίας αντικειμενικού λόγου. Με βάση την παραπάνω αρχή, ο εργοδότης οφείλει να επεκτείνει σε όλους τους εργαζομένους που παρέχουν την ίδια εργασία υπό τις αυτές συνθήκες και με τα αυτά προσόντα, τις προς ορισμένους από αυτούς, όχι συνεπεία νομικής επιταγής, αλλά οικειοθελείς μισθολογικές ή άλλες εργασιακές παροχές, είτε πρόκειται για μονομερείς οικειοθελείς παροχές, είτε πρόκειται για παροχές που ο εργοδότης έχει αναλάβει συμβατικώς έναντι ορισμένων εργαζομένων. Η αρχή, όμως, της ίσης μεταχείρισης δεν επιβάλλει την εξίσωση όλων των περιπτώσεων. Αποκλίσεις από την αρχή αυτή επιτρέπονται, όταν γενικότερα, συντρέχουν - σε κάθε περίπτωση ειδικοί, κατ' αντικειμενική κρίση, λόγοι οι οποίοι καθιστούν διαφορετική μεταχείριση εύλογη και δίκαιη. Τέτοιοι διαφορετικοί λόγοι δύναται να είναι η ανάγκη αναδιοργάνωσης της επιχείρησης, ο διαφορετικός χρόνος προσλήψεως των εργαζομένων ή η διαφορετική αρχαιότητα στο βαθμό (ιδιαίτερα, αν η παροχή συνδέεται, με ορισμένα προσδιοριζόμενα από τον εργοδότη προσόντα, που απαιτούν κατά τεκμήριο εμπειρία, ή αν η πρόσληψη έγινε με διαφορετικές προϋποθέσεις. Επί παροχών που γίνονται σε εκπλήρωση νομικής υποχρεώσεως, τυχόν ανισότητα ελέγχεται βάσει των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β` του Συντάγματος. Εξάλλου, με το κεφάλαιο Α της από 28-2-1990 ειδικής Σ.Σ.Ε. του προσωπικού Δ.Ε.Η., που έχει τον τίτλο "Ανακλιμάκωση μισθολογικών κλιμακίων εξέλιξης προσωπικού Δ.Ε.Η", τροποποιήθηκαν, εκτός άλλων, με την παρ. 3 αυτού, και τα άρθρα 3 παρ. 1 και 4 του κανονισμού καταστάσεως προσωπικού Δ.Ε.Η., τα οποία καθορίζουν, το μεν άρθρο 3 παρ. 1 τα μισθολογικά κλιμάκια στα οποία κατατάσσεται το προσωπικό, το δε άρθρο 4 στην παρ. 1 εδ. β`, ότι κάθε μισθωτός εντάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα κατηγορία και κλάδο για πλήρωση οργανικής θέσης και στην παρ. 4 στοιχ. β αριθ. 4 ότι στον κλάδο των τεχνικών περιλαμβάνεται και η κατηγορία Τ3, Τεχνολόγοι μηχανικοί, τα μισθολογικά κλιμάκια της οποίας είναι 1β, 1α, και 1 έως 9. Ως προσόν του προσωπικού της κατηγορίας αυτής απαιτείται πτυχίο αναγνωρισμένης σχολής ανώτερης τεχνικής εκπαίδευσης ημεδαπής ή ισότιμης αλλοδαπής. Οι κάτοχοι πτυχίου σχολής ανώτερης τεχνικής εκπαίδευσης διετούς φοιτήσεως εξελίσσονται στα μισθολογικά κλιμάκια 9 έως 1α και οι κάτοχοι πτυχίου σχολής Τ.Ε.Ι. ή ισοτίμου τριετούς ή τετραετούς φοιτήσεως στα μισθολογικά κλιμάκια 8 έως 1β. Περαιτέρω στο κεφάλαιο Ε της ίδιας Ειδικής Σ.Σ.Ε. με τον τίτλο "Μεταβατικές διατάξεις" ορίστηκε στην παρ. 3 ότι οι υπηρετούντες κατά την ημερομηνία ισχύος της τακτικοί μισθωτοί της κατηγορίας Τ3 Τεχνολόγοι μηχανικοί οι κάτοχοι πτυχίου αναγνωρισμένης σχολής ανώτερης τεχνικής εκπαίδευσης ημεδαπής ή αλλοδαπής μέχρι διετούς φοιτήσεως προωθούνται κατά ένα μισθολογικό κλιμάκιο και στην παρ. 4 ότι οι υπηρετούντες κατά την ημερομηνία ισχύος της τακτικοί μισθωτοί της κατηγορίας Τ3 Τεχνολόγοι μηχανικοί, κάτοχοι πτυχίου των καταργηθεισών σχολών αντιμηχανικών που ήσαν προσαρτημένες στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο, καθώς και οι κάτοχοι πτυχίου των ανωτέρω σχολών υπομηχανικών Αθηνών και Θεσσαλονίκης που έπαυσαν να λειτουργούν μπορούν να εξελίσσονται μισθολογικά μέχρι και το κλιμάκιο Β1 σε αριθμό που καθορίζεται με απόφαση του Γεν. Διευθυντή. Το Δ.Σ. της ΔΕΗ θα εξετάσει το θέμα ενδεχομένως περαιτέρω μισθολογικής εξέλιξης των υπόψη μισθωτών. Από τον συνδυασμό των ως άνω μεταβατικών διατάξεων με τις πάγιες διατάξεις που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι οι ανωτέρω παράγραφοι 3 και 4 του Ε κεφαλαίου της Ε.Σ.Σ.Ε. ρυθμίζουν δύο διαφορετικά θέματα, ήτοι η μεν παρ. 3 την κατά παρέκκλιση των παγίων διατάξεων του κανονισμού άμεση προώθηση κατά ένα μισθολογικά κλιμάκιο (χωρίς να απαιτείται συμπλήρωση ορισμένου χρόνου στο προηγούμενο) όλων των μισθωτών της αναιρεσίβλητης της κατηγορίας Τ3 Τεχνολόγων μηχανικών που ήσαν κάτοχοι πτυχίου ανώτερης τεχνολογικής εκπαίδευσης δύο ετών και άνω, ενώ η παρ. 4 καθιέρωσε κατά παρέκκλιση επίσης των παγίων διατάξεων, ευνοϊκότερη βαθμολογική εξέλιξη για τους μισθωτούς της κατηγορίας Τ-3 που είναι κάτοχοι πτυχίων των Σχολών Υπομηχανικών Ε.Μ.Π. κ.λπ., για τους οποίους ορίζει ότι μπορούν να εξελιχθούν μέχρι το κλιμάκιο Β1, ήτοι κατά ένα μισθολογικό κλιμάκιο πέραν του καταληκτικού (ανωτάτου) μισθολογικού κλιμακίου της κατηγορίας Τ3, με τις προϋποθέσεις που προβλέπουν οι πάγιες διατάξεις, δεν προβλέπει δηλαδή άμεση ομαδική προώθησή τους κατά ένα επί πλέον μισθολογικό κλιμάκιο. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως, δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δε συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν στις 23/9/1993, 2/9/1993, 27/9/1993, 1/7/1992, 14/9/1993, 16/7/1993, 18/3/1992, 1/9/1993, 28/5/1993, 27/9/1993, 27/9/1993, 13/9/1993, 5/12/1990, 6/9/1993, 1/5/1992 και 29/9/1992, αντίστοιχα, από την εναγομένη επιχείρηση, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αρχικά ορισμένου και ακολούθως αορίστου χρόνου, ιδιωτικού δικαίου, ως πτυχιούχοι ανώτερης τεχνολογικής εκπαίδευσης και εντάχθηκαν όλοι σε οργανικές θέσεις του τακτικού προσωπικού της στον κλάδο των τεχνικών (γενικά) στην κατηγορία Τ3 (Τεχνολόγοι Μηχανικοί) και με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο (μ.κ.) 8, στις θέσεις δε αυτές αυτοί (ενάγοντες) υπηρετούν μέχρι σήμερα με τις προβλεπόμενες από τον Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού ΔΕΗ ειδικότητες τεχνολογικής φύσης. Συγκεκριμένα είναι πτυχιούχοι της Ανώτερης Δημόσιας Σχολής Εμπορικού Ναυτικού (ΑΣΔΕΝ) οι 1ος και 8ος, της ΑΣΕΤΕΜ/ΣΕ/\.ΕΤΕ η 4η και των ΤΕΙ οι υπόλοιποι και απασχολούνται με τις ειδικότητες του Εμπορικού Ναυτικού (1ος και 8ος), του ηλεκτρολόγου (2ος και 12ος), του τοπογράφου (3ος, 11ος και 15η), του μηχανικού (4η, 5ος, 7η, 9ος, 10ος, 13η), του μηχανολόγου (6ος και 16η) και του δασοπόνου (14ος), εξελιχθέντες έκτοτε και ήδη κατέχουν από 23/9/2005, ο 1ος, από 2/9/2005, ο 2ος, από 27/9/2005 ο 3ος, από 14/9/2005 ο 5ος, από 13/7/2005 ο 6ος, από 1/9/2005 ο 8ος, από 1/6/2005 ο 9ος, από 27/9/2005 ο 10ος, από 27/9/2005 ο 11ος, από 5/12/2005 η 13η, και από 13/9/2005 ο 12ος το 4° μ.κ. και από 1/7/2007 η 4η, από 24/10/2007 η 7η, από 1/8/2007 ο 14ος, από 2/5/2007 η 15η, και από 29/9/2007 η 16η το 3ο μ.κ. Περαιτέρω, με το κεφάλαιο Α' της από 22/3/1990 ΕΣΣΕ του Προσωπικού της εναγομένης περί "Ανακλιμάκωσης μισθολογικών κλιμακίων εξέλιξης προσωπικού ΔΕΗ", που κηρύχτηκε υποχρεωτική, τροποποιήθηκαν όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα νομική σκέψη και οι μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 3 και 4 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού ΔΕΗ σχετικά με τα μισθολογικά κλιμάκια των διαφόρων κλάδων των μισθωτών της εναγομένης και ειδικότερα του κλάδου των τεχνικών με την κατηγορία Τ3, ενώ με το κεφάλαιο Ε' της ίδιας ΕΣΣΕ προωθήθηκαν, κατά παρέκκλιση των προβλεπομένων από τον παραπάνω Κανονισμό Κ.Π/ΔΕΗ, κατ' εξαίρεση κατά ένα μ.κ., όλοι οι υπηρετούντες μισθωτοί της κατά την 29/3/1990 (ημεροχρονολογία ισχύος της ΕΣΣΕ) της κατηγορίας Τ3 (Τεχνολόγοι - Μηχανικοί), που ήταν κάτοχοι πτυχίου αναγνωρισμένης σχολής ανώτερης τεχνικής εκπαίδευσης ημεδαπής ή αλλοδαπής μέχρι διετούς φοιτήσεως καθώς και ορίστηκε, ότι εξελίσσονταν μέχρι το μ.κ. Β1 οι πτυχιούχοι υπομηχανικοί των οποίων οι Σχολές καταργήθηκαν, σε αριθμό που καθορίζεται με απόφαση του Γενικού Διευθυντή. Στη συνέχεια, το Δ.Σ. της εναγομένης, με την με αρ. 25/21-1-1991 απόφασή του, "εγκρίνει την κατά δύο (2) συνολικώς μισθολογικά κλιμάκια ανακλιμάκωση των μισθωτών της κατηγορίας Τ3 - Τεχνολόγοι Μηχανικοί που υπηρετούν στην Επιχείρηση κατά την 29-3-1990 και οι οποίοι συγκεντρώνουν τα τυπικά προσόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του κεφαλαίου Ε' της ΕΣΣΕ", δηλαδή ήταν πτυχιούχοι των Σχολών Υπομηχανικών που καταργήθηκαν. Η παραπάνω ανακλιμάκωση (άμεση προώθηση) κατά δύο μ.κ. των πτυχιούχων υπομηχανικών (δηλαδή 1 μ.κ. όλων γενικά των μισθωτών της κατηγορίας Τ3 και 1 μ.κ. στο Β1, όπου εξελίσσονται οι πτυχιούχοι υπομηχανικοί) κρίθηκε, με τις με αριθμ. 576/1999 και 161/2003 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, ότι συνιστούσε (είχε χαρακτήρα) οικειοθελή παροχή της εναγομένης προς αυτούς, που τους δόθηκε χωρίς νομική εκ μέρους της υποχρέωση με βάση μόνον τα τυπικά προσόντα (πτυχίο κ.λπ.) και όχι σύμφωνα με τις πάγιες διατάξεις του ΓΚΠ/ΔΕΗ, δηλαδή χωρίς κρίση και σύγκριση με τους κατέχοντας το ίδιο μισθολογικό κλιμάκιο συναδέλφους τους της κατηγορίας Τ3 και περαιτέρω, ότι η παράλειψη της όμοιας προωθήσεως (ανακλιμάκωσης) κατά δύο μ.κ. με απόφαση του Δ.Σ. της εναγομένης και των λοιπών υπαλλήλων της κατηγορίας Τ3, που είναι κάτοχοι πτυχίου ΚΑΤΕΕ και ΤΕΙ, χωρίς την ύπαρξη ενός ειδικού και σοβαρού κατ' αντικειμενική κρίση λόγου, που να καθιστά την - διαφορετική μεταχείριση δίκαιη και εύλογη και να δικαιολογεί την απόκλιση από την αρχή της ίσης μεταχείρισης, που απορρέει από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ και λόγω της αυθαίρετης διακρίσεως όμοιων αντικειμενικά καταστάσεων, παραβίαζε την αρχή αυτή. Στη συνέχεια το ΔΣ της εναγομένης, με τις με αριθμ. 29/1-2-2005 και 226/11-10-2005 αποφάσεις του, λόγω συμβιβασμού με τους μισθωτούς της κατηγορίας Τ3, που εδικαιούντο την παραπάνω ανακλιμάκωση, αποφάσισε, αφενός μεν να "εγκρίνει την προαγωγή (ανακλιμάκωση) από 1-10-1991 κατά δύο (2) συνολικά μ.κ. των τακτικών μισθωτών της κατηγορίας Τ3 που υπηρετούσαν στην Επιχείρηση στις 29-3-1990 και οι οποίοι βάσει της ΕΣΣΕ 90 προάχθηκαν κατά ένα (1) μόνον μ.κ. και είναι κάτοχοι αντίστοιχων της κατηγορίας τους τίτλων σπουδών τριετούς ή τετραετούς φοιτήσεως", αφετέρου δε "εγκρίνει την μισθολογική εξέλιξη μέχρι και το μ.κ. Β1 των τακτικών μισθωτών κατηγορίας Τ3 (Πτυχιούχοι Μηχανικοί/Τεχνολογικής Εκπαίδευσης) κατόχων των αντίστοιχων της κατηγορίας τους τίτλων σπουδών τριετούς ή τετραετούς φοιτήσεως, οι οποίοι υπηρετούσαν στην Επιχείρηση στις 29-3-1990 και οι οποίοι προάχθηκαν από 1-10-1991 (ανακλιμάκωση) σύμφωνα με την παρ. 1 της 29/1-2-2005 Απόφασης ΔΣ/ΔΕΗ κατά δύο συνολικά μ.κ.". Σύμφωνα λοιπόν, με τις παραπάνω αποφάσεις του ΔΣ της εναγομένης, όπως συνομολογείται, έλαβαν την εν λόγω μισθολογική προαγωγή περί τους 1100 εργαζομένους μεταξύ των οποίων και οι κατανομαζόμενοι στην ένδικη αγωγή συνάδελφοι των εναγόντων και ειδικότερα οι Δ. Σ., Π. Δ. και Κ. Τ., στους οποίους, αφού αναγνωρίστηκε ως καταληκτικό (ανώτατο) μισθολογικό κλιμάκιο το Β1, τους καταβλήθηκαν και οι αντίστοιχες μισθολογικές διαφορές. Με τις προαναφερθείσες όμως αποφάσεις το ΔΣ της εναγομένης προέβη στην άμεση ομαδική προώθηση, χωρίς να προβλέπεται από τις πάγιες διατάξεις του ΓΚΠ/ΔΕΗ, με την αναγνώριση ενός επιπλέον μ.κ. στους μισθωτούς της γενικά και την εξέλιξη κατά ένα επιπλέον μ.κ., δηλαδή από του καταληκτικού Ιβ' σε Β1, αποκλειστικά και μόνον σ' όλους τους μισθωτούς αυτής της κατηγορίας Τ3, εξαιρώντας από την ευνοϊκότερη αυτή βαθμολογική εξέλιξη και συνεπώς, από την γενική αυτή ρύθμιση της οικειοθελούς παροχής τους ενάγοντες, που είναι επίσης μέλη της ίδιας κατηγορίας Τ3 και έχουν τα ίδια τυπικά προσόντα (αλλά προσλήφθηκαν όλοι σε μεταγενέστερο της ημεροχρονολογίας ισχύος της παραπάνω, από 24-3-1990, ΕΣΣΕ χρονικό διάστημα. Επομένως, παραβίασε (Δ.Σ. της εναγομένης) έτσι την αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία δίνει στους ενάγοντες το δικαίωμα για ίδια μεταχείριση σε σχέση με την ανωτέρω οικειοθελή παροχή, δηλαδή την αναγνώριση και σ' αυτούς (ενάγοντες) του δικαιώματος για προώθηση κατά δύο (2) συνολικά μ.κ., όπως και οι παραπάνω μισθολογικώς προαχθέντες συνάδελφοί τους. Συγκεκριμένα, τόσον οι ενάγοντες, που προσλήφθηκαν μετά την 29-3-1990, όσο και οι μισθωτοί της εναγομένης, που υπηρετούσαν σ' αυτήν πριν από την 29-3-1990 ανήκουν στην ίδια κατηγορία Τ3 (Τεχνολόγων - Μηχανικών), κατέχουν τα ίδια τυπικά προσόντα, είναι δηλαδή πτυχιούχοι ανώτερων σχολών τεχνολογικής εκπαίδευσης (Ανώτερης Δημόσιας Σχολής Εμπορικού Ναυτικού (ΑΣΔΕΝ), ΑΣΕΤΕΜ/ΣΕΛΕΤΕ και των ΤΕΙ) και παρέχουν υπό τις αυτές συνθήκες, με τις ίδιες ειδικότητες, τις ίδιες σε είδος και έκταση υπηρεσίες. Βάσει, λοιπόν αυτών, οι παραπάνω εργαζόμενοι της εναγομένης, που προσλήφθηκαν πριν την 29-3-1990 και βρίσκονται σε όμοια κατάσταση με τους ενάγοντες, όσον αφορά τον αντίστοιχο χρόνο προϋπηρεσίας έχουν προωθηθεί κατά ένα επιπλέον μ.κ. και εξελιχθεί στον καταληκτικό βαθμό μ.κ. Β1, ενώ οι ενάγοντες θα μπορέσουν να εξελιχθούν βαθμολογικά μέχρι το μ.κ. Ιβ', που είναι κατά ένα κλιμάκιο μικρότερο. Συνακόλουθα, η διαφοροποίηση αυτή με τον αυθαίρετο αποκλεισμό ως προς την ευνοϊκή μεταχείριση όμοιας κατηγορίας μισθωτών που έχουν τα ίδια τυπικά προσόντα και προσφέρουν την ίδια κατ' είδος και συνθήκες εργασία, χωρίς την συνδρομή κάποιον άλλου επαρκούς ρυθμιστικού παράγοντα (ιδιαίτερου λόγου), πλην της υπηρεσιακής τους αρχαιότητας, που, σημειωτέων, η τελευταία δεν συνιστά αντικειμενική περίσταση αναγόμενη στο είδος των παρεχομένων υπηρεσιών από κάθε ομάδα εργαζομένων (εναγόντων και προσληφθέντων πριν τις 29-3-1990) και στις συνθήκες υπό τις οποίες τις παρέχουν, προκαλεί δυσμενή και αδικαιολόγητο διάκριση και μεταχείριση των εναγόντων και συνιστά, ως μη δίκαιη και εύλογη κατ' αντικειμενική κρίση, παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, βάσει των προαναφερθέντων, όπως διαγράφεται αυτή (αρχή) από τα άρθρα 288 ΑΚ και ελέγχεται σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ. 1 σε συνδυασμό προς το άρθρο 22 παρ. 1 β' του Συντάγματος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα των εναγόντων, αφενός μεν να προωθηθούν από την εναγομένη μισθολογικά κατά ένα επιπλέον μισθολογικό κλιμάκιο από το κατεχόμενο, από της προσλήψεως εκάστου και εφεξής, αφετέρου δε να προαχθούν μέχρι το Β1 καταληκτικό μ.κ. και απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ως αβάσιμη κατ' ουσία. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο περιέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και που δεν επιτρέπουν τον έλεγχο του εάν εφαρμόσθηκε ορθά ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 288 ΑΚ, από τον οποίο απορρέει η αρχή της ίσης μεταχείρισης, που ευρίσκει έρεισμα και στα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης Ε.Κ. Συγκεκριμένα διέλαβε ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς: α) εάν η χορήγηση των πιο πάνω μισθολογικών κλιμακίων έγινε από την αναιρεσείουσα οικειοθελώς και β) εάν δικαιολογείται η εξαίρεση ή η απόκλιση από την ένδικη παροχή εξαιτίας αντικειμενικού λόγου ή αν συντρέχουν ειδικοί, κατ' αντικειμενική κρίση, λόγοι οι οποίοι καθιστούν την διαφορετική μεταχείριση εύλογη και δίκαιη. Ειδικότερα, ενώ δέχεται το Εφετείο ότι "το ΔΣ της εναγομένης, με τις με αριθμ. 29/1-2-2005 και 226/11-10-2005 αποφάσεις του, λόγω συμβιβασμού με τους μισθωτούς της κατηγορίας Τ3, που εδικαιούντο την παραπάνω ανακλιμάκωση", αποφάσισε την χορήγηση σ' αυτούς των επίμαχων μισθολογικών κλιμακίων, δηλαδή, ενώ δέχεται ότι η γενόμενη προς αυτούς παροχή έγινε σε μισθωτούς που την "εδικαιούντο", στη συνέχεια κρίνει ότι η παροχή αυτή ήταν οικειοθελής, χωρίς όμως να καθίσταται σαφές αν το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι πιο πάνω μισθωτοί "εδικαιούντο" την παροχή, συνεπεία νομικής επιταγής (οπότε τυχόν ανισότητα ελέγχεται βάσει των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β` του Συντάγματος), ή ότι την "εδικαιούντο" εξαιτίας της εφαρμογής και ως προς αυτούς της αρχής της ίσης μεταχείρισης, ή και εξ άλλης αιτίας. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχεται ότι η σύμφωνα με το κεφάλαιο Ε' της ΕΣΣΕ 1990 του Προσωπικού της ΔΕΗ, κατά παρέκκλιση των προβλεπομένων από τον Κανονισμό Κ.Π/ΔΕΗ, προώθηση των εκεί αναφερομένων κατηγοριών Τ3 (Τεχνολόγοι - Μηχανικοί), αφορούσε τους κατά την 29/3/1990 (ημεροχρονολογία ισχύος της ΕΣΣΕ), υπηρετούντες μισθωτούς, που ήταν κάτοχοι των προβλεπομένων στη διάταξη αυτή τίτλων σπουδών. Επίσης δέχεται το Εφετείο ότι οι γενόμενες ρυθμίσεις με τις 29/1-2-2005 και 226/11-10-2005 αποφάσεις του ΔΣ/ΔΕΗ αφορούσαν μισθωτούς που όχι μόνο είχαν τα προς τούτο τυπικά προσόντα, αλλά και υπηρετούσαν κατά το χρόνο έναρξης ισχύος της ΕΣΣΕ του 1990 του Προσωπικού της ΔΕΗ. Δέχεται επίσης ότι η 25/21-1-1991 απόφαση του ΔΣ/ΔΕΗ έγινε αφορμή να κριθεί με τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Αρείου Πάγου ότι οι γενόμενες με αυτή προωθήσεις κατηγορίας μισθωτών, σε επιπλέον μισθολογικά κλιμάκια, ήταν οικειοθελείς και κατά την αρχή της ίσης μεταχείρισης την δικαιούνταν και άλλοι μισθωτοί της ίδιας κατηγορίας (Τ3) με ισοδύναμα τυπικά προσόντα σπουδών, που υπηρετούσαν κατά το χρόνο ισχύος της από 22/3/1990 ΕΣΣΕ. Ακολούθως, ενώ το Εφετείο, δέχεται ότι οι αναιρεσίβλητοι προσελήφθηκαν όλοι μετά την 29-3-1990, ημερομηνία έναρξης ισχύος της ΕΣΣΕ του 1990, (και συγκεκριμένα από 1/7/1992 έως 27/9/1993, πλην του 13ου που προσελήφθηκε στις 5/12/1990) και συνεπώς η πρόσληψή τους έγινε υπό το καθεστώς των νέων ρυθμίσεων, δεν διευκρινίζεται στην απόφαση αν οι ρυθμίσεις αυτές ήταν για τους αναιρεσίβλητους ευνοϊκότερες, όπως η αναιρεσείουσα προβάλλει (με την καθιέρωση νέων εισαγωγικών και καταληκτικών μ.κ.), ούτε αν οι γενόμενες επίμαχες παροχές συνδέονται με την εφάπαξ γενόμενη διαδικασία της προβλεπόμενης με την 22/3/1990 ΕΣΣΕ ανακλιμάκωσης και προς ρύθμιση της καταστάσεως των υπηρετούντων μισθωτών κατά την έναρξη και μόνο της εν λόγω ΣΣΕ, ενόψει της εφαρμογής των νέων εισαγωγικών κλιμακίων. Οπότε οι προς ρύθμιση της καταστάσεως αυτής γενόμενες οικειοθελείς παροχές θα ελεγχόταν για τυχόν παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, των μισθωτών αυτών που ήδη υπηρετούσαν και όχι των προσληφθέντων μεταγενέστερα. Το γεγονός δε ότι εκδόθηκαν οι πιο πάνω αποφάσεις του ΔΣ/ΔΕΗ πολύ αργότερα (2005), δεν αναιρεί τον χαρακτήρα των ρυθμίσεων αυτών, αφού αφορά μισθωτούς που υπηρετούσαν κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος της ΕΣΣΕ του 1990. Το Εφετείο, επομένως, το οποίο κατέληξε στην κρίση ότι ο αποκλεισμός των αναιρεσιβλήτων από την επίμαχη ευνοϊκή μεταχείριση συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, "χωρίς την συνδρομή κάποιον άλλου επαρκούς ρυθμιστικού παράγοντα (ιδιαίτερου λόγου), πλην της υπηρεσιακής τους αρχαιότητας", αν και: 1) δέχθηκε, επιπλέον, όσα αμέσως πιο πάνω αναφέρονται και τα οποία αποτελούν ουσιώδη ζητήματα, χωρίς όμως αυτά να διευκρινίζονται περαιτέρω και να αιτιολογείται αν αυτά αποτελούν, κατ' αντικειμενική κρίση, λόγους που καθιστούν τη γενόμενη διαφορετική μεταχείριση εύλογη και δίκαιη και 2) κατά τα γενόμενα με την απόφαση δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν ήταν μόνο η "αρχαιότητα" το κριτήριο για την παροχή της ένδικης παροχής στους μισθωτούς που φέρονται ότι ευνοήθηκαν από αυτήν, όπως κατ' αντίφαση με τις πιο πάνω παραδοχές του δέχεται συμπερασματικά το Εφετείο, αλλά, πλην άλλων, προεχόντως και το γεγονός ότι αυτοί υπηρετούσαν στην αναιρεσείουσα στις 29-3-1990, χωρίς όμως το Εφετείο να διαλάβει επαρκείς αιτιολογίες, ως προς το αν η επιλογή της ημερομηνίας αυτής ήταν αυθαίρετη, ή αν συνδεόταν με τη ρύθμιση ζητημάτων που είχαν να κάνουν με την εφαρμογή της ΕΣΣΕ, που άρχισε να ισχύει κατ' αυτήν την ημερομηνία (29-3-1990), έτσι ώστε να δικαιολογείται αντικειμενικά η γενόμενη διάκριση. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Εφετείο διέλαβε, όπως προαναφέρθηκε, ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 1), κατά το μέρος αυτών με το οποίο τους η αναιρεσείουσα παραπονείται για τις πιο πάνω πλημμέλειες της απόφασης, απορριπτομένων όλων των λοιπών αιτιάσεων, που διαλαμβάνονται στους αυτούς λόγους. Κατ' ακολουθίαν, μετά την παραδοχή ως βασίμων των πιο πάνω λόγων αναιρέσεως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 550/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών .

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ