300/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated300/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, δεν είναι οριστική και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται αυτοτελώς σε έφεση η απόφαση με την οποία κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως, έστω και εσφαλμένα, αφού το δικαστήριο δεν αποφαίνεται γι' αυτήν (υπόθεση) με οριστική παραδοχή ή απόρριψη του αντίστοιχου αιτήματος και δεν απεκδύεται από κάθε σχετική με την υπόθεση εξουσία του.
Full text
Απόφαση 300 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 300/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
A. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ (ΚΕΔ)", που εδρεύει την ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λιάνη.
B. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Μακαρονίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EUROWIND ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΘΕΣΗΣ ΑΙΟΛΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Ντάλια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-7-2004 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 206/2007 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν α) η αναιρεσείουσα με την από 21-11-2007 αίτησή της και β) το αναιρεσείον με την από 3-12-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε τις από ... εκθέσεις της, με τις οποίες εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, συζητήθηκαν 1) η από ... αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ (ΚΕΔ)" και β) η από ... αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, στρεφόμενες αμφότερες κατά της υπ' αριθμ. 206/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Από τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1β' εδαφ. α' ΚΠολΔ, κατά την οποία έφεση συγχωρείται μόνον κατά των οριστικών αποφάσεων του πρώτου βαθμού, οι οποίες περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνον τη δίκη για την αγωγή ή ανταγωγή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 308 και 309 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι οριστικές αποφάσεις είναι εκείνες που δέχονται ή απορρίπτουν ολικά ή μερικά το αίτημα παροχής έννομης προστασίας και οι οποίες περιέχουν διάγνωση ως προς όλα τα επίπεδα της δικαστικής κρίσεως και απεκδύουν το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία σε σχέση με το εν λόγω αίτημα, έτσι ώστε να μην είναι πλέον δυνατή η ανάκλησή τους (άρθρο 309 εδ. α' ΚΠολΔ). Το αποτέλεσμα αυτό διατυπώνεται με σχετική διάταξη στο διατακτικό, το οποίο αποτελεί την ουσία της απόφασης και περιέχει τη θέληση και διαταγή του δικαστηρίου, ή και στο σκεπτικό, αλλά ρητώς και σαφώς.
Συνεπώς, δεν είναι οριστική και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται αυτοτελώς σε έφεση η απόφαση με την οποία κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως, έστω και εσφαλμένα, αφού το δικαστήριο δεν αποφαίνεται γι' αυτήν (υπόθεση) με οριστική παραδοχή ή απόρριψη του αντίστοιχου αιτήματος και δεν απεκδύεται από κάθε σχετική με την υπόθεση εξουσία του.
Δεν έχει δε σημασία, αν νόμιμα ή όχι κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, καθόσον, αν δεν συνέτρεχε λόγος απαραδέκτου, η απόφαση, ως μη οριστική, υπόκειται σε ανάκληση από το ίδιο το δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ... διαταγή απόδοσης της χρήσης μισθίου, εκδοθείσα από τον δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, κατ' αποδοχή της από ...
αιτήσεως της αναιρεσείουσας Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου, η οποία, ενεργούσα ως εντολοδόχος και πληρεξουσία του Ελληνικού Δημοσίου, είχε εκμισθώσει το αναφερόμενο σ' αυτήν (αίτηση) ακίνητο του Δημοσίου στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, διατάχθηκε η τελευταία να αποδώσει στην αναιρεσείουσα τη χρήση αυτού του μισθίου, λόγω καθυστέρησης από δυστροπία στην καταβολή των μισθωμάτων.
Επί της από ... ανακοπής της αναιρεσίβλητης, για την ακύρωση της εν λόγω διαταγής, εκδόθηκε η 48/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως, λόγω μη επιδόσεως της ανακοπής στον Υπουργό Οικονομικών, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν.δ/τος 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου".
Ασκηθείσης εφέσεως κατά της αποφάσεως αυτής από την αναιρεσίβλητη εταιρεία, κατά τη συζήτηση της οποίας παρενέβη προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας ΚΕΔ το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, το οποίο έκρινε παραδεκτή την έφεση, δεχθέν ότι από το σκεπτικό της εκκαλουμένης και ιδίως από τη μείζονα πρόταση αυτής, μνημονεύουσα το άρθρο 5 του ως άνω ν.δ/τος και τις αναφερόμενες σ' αυτή δύο αποφάσεις του Αρείου Πάγου, προέκυπτε ότι έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη η ανακοπή και όχι η συζήτηση της υποθέσεως και ως εκ τούτου η εκκαλούμενη απόφαση ήταν οριστική.
Με την ανωτέρω κρίση του, το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της εφέσεως κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία δεν ήταν οριστική, δεν είχε δε σημασία, κατά τα προαναφερθέντα, αν αυτή ήταν εσφαλμένη, εφόσον ήταν δεκτική ανακλήσεως από το δικαστήριο που την εξέδωσε. Επομένως, ο σχετικός λόγος αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 14 (όχι και 1) ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ και 22 ν. 3693/57), ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα των λοιπών λόγων των αιτήσεων αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 206/2007 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία για τον καθένα από αυτούς ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ