300/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25/7/2005, 11/7/2005, 12/9/2005, 24/8/2005, 9/9/2005, 21/9/2005, 20/9/2005 αιτήσεις και την από 15/3/2006 παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκε η 9107/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοτες με την από 27/12/2007 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated300/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, κατά το άρθρο 17 παρ.2 του Συντάγματος "Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο συζήτησης στο δικαστήριο ...".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 300 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 300/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, κατοίκων ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Κανδαράκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25/7/2005, 11/7/2005, 12/9/2005, 24/8/2005, 9/9/2005, 21/9/2005, 20/9/2005 αιτήσεις και την από 15/3/2006 παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκε η 9107/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοτες με την από 27/12/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 26/11/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε: α) την εν μέρει παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, αναφορικά με τα επικείμενα που δεν έχουν περιληφθεί στον κτηματολογικό πίνακα και β) την απόρριψη κατά τα λοιπά του ως άνω λόγου, καθώς και των πρώτου και τρίτου λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Στο άρθρο 13 § 4 του ν. 2882/2001 ορίζεται ότι: "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη".
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 20 §§ 2 και 5 του ν. 2882/2001 συνάγεται ότι: α) Σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απέμεινε στον ιδιοκτήτη υφίσταται μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, ο ιδιοκτήτης του τμήματος αυτού (που απέμεινε) δικαιούται να ζητήσει με αυτοτελή αίτηση ενώπιον του Εφετείου τον καθορισμό οριστικής αποζημιώσεως (για το απαλλοτριωθέν) και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης για το τμήμα που απέμεινε β) Εάν ασκηθεί παραδεκτά αίτηση οριστικού προσδιορισμού ενώπιον του Εφετείου εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση αυτή έχει δικαίωμα να ασκήσει με τις προτάσεις, που κατατίθενται πέντε τουλάχιστον ημέρες προ της συζητήσεως, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα για τα οποία ζητείται οριστικός προσδιορισμός (εάν η αίτηση αυτή περιέχει και αίτημα για παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης ο καθού δύναται με τις εμπρόθεσμες προτάσεις του να ασκήσει και αντίθετη αίτηση για την αποζημίωση αυτή) και γ) Όταν όμως στην αίτηση που ασκείται από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο ενώπιον του Εφετείου δεν περιέχεται και αίτημα για επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημιώσεως δεν μπορεί τούτο να ζητηθεί, ούτε από τον καθού η αίτηση προσδιορισμού της οριστικής αποζημιώσεως, με αντίθετη αίτηση ασκούμενη με τις προτάσεις, ακόμη και εκείνες της πρώτης συζητήσεως, εφόσον το κεφάλαιο για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αυτής αποζημιώσεως για το τμήμα που απέμεινε, είναι διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στον προσδιορισμό της αποζημιώσεως για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε και δεν αφορά το αντικείμενο της απαλλοτριώσεως, το οποίο έχει εισαχθεί παραδεκτά με την κυρία αίτηση ενώπιον του Εφετείου, ούτε είναι παρεπόμενο αυτού.
Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2, 3 4 και 5, 4 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε σ' εκείνες του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ ή του άρθρου 1 του Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής διότι δεν στερεί τον ιδιοκτήτη του ακινήτου από το δικαίωμα να ζητήσει την αποζημίωση αυτή, τηρώντας τη διαδικασία του νόμου η οποία ισχύει για όλους τους ενδιαφερομένους κάθε αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, ούτε εισάγει ανυπέρβλητα εμπόδια στη διεκδίκηση της αποζημίωσης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 19 παρ.5 του ν.2882/2001 κάθε ενδιαφερόμενος, υπό την έννοια του άρθρου 14 παρ.1 του ως άνω νόμου που δεν ήταν διάδικος στη διαδικασία του προσωρινού από το Μονομελές Πρωτοδικείο καθορισμού της αποζημιώσεως, αλλά παρεμβαίνει για πρώτη φορά στη δίκη για τον καθορισμό οριστικής αποζημιώσεως ενώπιον του Εφετείου μπορεί να ασκήσει την παρέμβαση με τις έγγραφες προτάσεις του, χωρίς μάλιστα να είναι υποχρεωμένος να τηρήσει την προθεσμία των πέντε ημερών.
Τέλος, κατά το άρθρο 17 παρ.2 του Συντάγματος "Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο συζήτησης στο δικαστήριο ...".
Κατά δε την παρ.4 του ίδιου άρθρου "Η αποζημίωση ορίζεται από τα δικαστήρια ... πριν καταβληθεί η οριστική ή προσωρινή αποζημίωση διατηρώντας ακέραια τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται κατάληψη". Ως καταβλητέα αποζημίωση για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και τη δυνατότητα κατάληψης νοείται η κατά την ως άνω διάταξη της παρ.2 "πλήρης", η οποία πρέπει συνεπώς να περιλαμβάνει και την αξία των κατά το άρθρο 953 ΑΚ συστατικών του ακινήτου, τα οποία συναπαλλοτριώνονται αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν.2882/2001 (ΚΑΑΑ), ανεξάρτητα από τη μνεία της στην απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα (Ολ.ΑΠ 5/2002).
Την έννοια του συστατικού καθορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 953, 954 και 955 ΑΚ, με τις οποίες ορίζεται, ότι: α) συστατικό που δεν μπορεί ν' αποχωρισθεί από το κύριο πράγμα χωρίς βλάβη αυτού του ίδιου ή του κυρίου πράγματος ή χωρίς αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού του δεν μπορεί να είναι αντικείμενο κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, β) συστατικά ακινήτου με την έννοια του προηγούμενου άρθρου είναι, εκτός των άλλων, τα πράγματα που έχουν συνδεθεί σταθερά με το έδαφος, ιδίως τα οικοδομήματα, ενώ συστατικά οικοδομήματος είναι όλα τα κινητά που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση ή τα προσαρμοσμένα με αυτό για σκοπό μόνιμο και όχι παροδικό.
Ενόψει των ανωτέρω, το δικαστήριο, ως προς τα συστατικά που δεν περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα, έχει εξουσία να προσδιορίζει την τιμή μονάδας αποζημίωσης, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα. 'Εχει δε το δικαστήριο την ευχέρεια, είτε να διατάξει συμπλήρωση του πίνακα είτε να προχωρήσει στον καθορισμό τιμής για τα παραλειφθέντα συστατικά βάσει των προσκομιζομένων ή τασσομένων και διεξαγομένων αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 5/2002).
Εν προκειμένω, από τα διαδικαστικά και άλλα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα : Με την υπ' αριθμ. 38116/8-10-2003 απόφαση του Υφυπουργού ΠΕΧΩΔΕ που δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ 1102/17-10-2003 τ.Δ') κηρύχθηκε ως κατεπείγουσας ανάγκης και επισπεύθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο η διάνοιξη της λεωφόρου ...... από την οδό ......
μέχρι τα όρια του Δήμου ......, στο Δήμο ......, κατ' εφαρμογή του ρυμοτομικού διατάγματος. Το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με την από 25-7-2005 αίτησή του ζήτησε να καθορισθεί οριστική τιμή αποζημίωσης και του υπ' αριθ. ΚΠ ... ακινήτου και των επικειμένων σ' αυτό, το οποίο, μαζί με άλλά ακίνητα, απαλλοτριώθηκε για τον προαναφερθέντα λόγο.
Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι δεν έλαβαν μέρος στην προηγηθείσα διαδικασία προσωρινού προσδιορισμού αποζημίωσης, ως ιδιοκτήτες του ως άνω απαλλοτριούμενου ακινήτου, άσκησαν, με τις κατατεθείσες στις 15-3-2006 έγγραφες προτάσεις τους, παρέμβασης και ζήτησαν α) να καθορισθεί μεγαλύτερη οριστική αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο ως άνω ακίνητό τους β) να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα αυτού που εναπομένει, εξαιτίας της σημαντικής μειώσεως της αξίας αυτού και γ) να καθορισθεί οριστική αποζημίωση για τα επικείμενα στο απαλλοτριούμενο ακίνητα (ισόγεια οικία, βοηθητικός χώρος, βόθρος, δένδρα κλπ), τα οποία από λάθος δεν έχουν περιληφθεί στον κτηματολογικό πίνακα και στη σχετική έκθεση εκτίμησης, όπου αναφέρονται ως επικείμενα μόνο συρματοπλέγματα και μία μεγάλη ελιά.
Το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε την ως άνω αίτηση με την παρέμβαση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του: α) καθόρισε οριστική αποζημίωση για το ανωτέρω απαλλοτριούμενο ακίνητο και για τα επικείμενα που περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα (συρματόπλεγμα και ελιά) και β) απέρριψε ως απαράδεκτα τα αιτήματα για καθορισμό: 1) οριστικής αποζημίωσης για τα επικείμενα που δεν περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα (οικία, βόθρο, βοηθητικό κτίσμα κλπ.) και 2) ιδιαίτερης αποζημίωσης για το τμήμα του ακίνητου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε τα εξής: "... Τα αιτήματα της παρέμβασης του Χ1, κλπ για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και των παραπάνω ρητά αναφερομένων επικειμένων της απαλλοτριούμενης υπ' αριθ. ΚΠ ... ιδιοκτησίας τους και τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για την απομένουσα μετά την απαλλοτρίωση εδαφική έκταση αυτής, λόγω της επικαλούμενης μείωσης της αξίας της, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα, καθόσον τα αιτήματα αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο της εκκρεμούς δίκης επί της αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, στην οποία οι ανωτέρω παρεμβαίνουν, ενώ η άσκηση της κύριας παρέμβασης αυτών με προφορική δήλωση και όχι με ιδιαίτερο δικόγραφο, δεν επιτρέπει την εκτίμησή της ως αυτοτελούς αίτησης για απευθείας προσδιορισμό της οριστικής αποζημίωσης από το Εφετείο σύμφωνα με το άρθρο 21 του ΚΑΑΑ ...".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σε σχέση με την απόρριψη του αιτήματος για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του εδαφίου 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι στην αίτηση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου δεν περιέχεται αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί αυτό να υποβληθεί χωρίς αυτοτελή αίτηση, εφόσον το κεφάλαιο για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης για το τμήμα που απέμεινε είναι διαφορετικό από εκείνο της αναφερόμενης στον προσδιορισμό της αποζημιώσεως για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.
Αντίθετα, απορρίπτοντας το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως απαράδεκτο, το αίτημα για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης για τα επικείμενα που δεν περιέχονται στον συνταγέντα κτηματολογικό πίνακα, παρότι το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, είχε ζητήσει τον προσδιορισμό οριστικής αποζημίωσης και των επικειμένων στο ως άνω απαλλοτριούμενο ακίνητο, τα οποία συναπαλλοτριώθηκαν, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, αφού, όπως προεκτέθηκε, το δικαστήριο, ως προς το συστατικό που δεν περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα, έχει εξουσία να προσδιορίζει τιμή μονάδος αποζημίωσης, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω αιτίαση, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ κατά το μέρος που αφορά το αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, προκύπτει ότι θεμελιώνεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη στα πλαίσια των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ίδιου Κώδικα και τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, αλλά και όταν υπάρχουν αμφιβολίες περί του αν έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση ή παρά την περί αυτού βεβαίωση, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι έχουν ληφθεί υπόψη, όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα. ' Όμως, για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, και αν ακόμη έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά ένα μέρος, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, κατά την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφορικά με τον προσδιορισμό της αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες με τις έγγραφες προτάσεις τους, χωρίς όμως να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα εν λόγω έγγραφα και να προσδιορίζεται το περιεχόμενο αυτών. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αόριστος.
IΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα που υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, μολονότι υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. 'Ελλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.ΑΠ 26/2004).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 13 εδ.2 του ν.2882/2001 (ΚΑΑΑ) προκύπτει ότι προκειμένης απαλλοτρίωσης για δημόσια ωφέλεια, για τη διακρίβωση της πραγματικής αξίας του ακινήτου λαμβάνεται υπόψη ως κριτήριο και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, καθώς και η πρόσοδος των απολλοτριούμενου.
Ως κριτήριο, δηλαδή, διαφοροποίησης και στοιχείο αποζημίωσης αποτελεί επί αγροτικού ακινήτου, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και προκειμένου επί αστικού, αν το απαλλοτριούμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποιοι σε κάθε περίπτωση οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητος, σε σχέση όμως με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο.
Και τούτο διότι η πλήρης αποζημίωση, όπως αυτή νοείται στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 17 του Συντάγματος, αλλά και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, περιλαμβάνει παν ό,τι απαιτείται για να αντικατασταθεί το απαλλοτριούμενο με άλλο ίσης αξίας ακίνητο (Ολ.ΑΠ 714/1978).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως ότι απεδείχθησαν τα εξής : "... Η ρυμοτομούμενη έκταση βρίσκεται σε περιοχή του Δήμου ......, που εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης αυτού με την υπ' αριθμ. 10566/12-3-2003 απόφαση Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (Φ.Ε.Κ. 446Δ/12-5-2003) πλην των υπ' αριθμ Κ.Π. ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...
ιδιοκτησιών, που παραμένουν εκτός σχεδίου πόλης του συγκεκριμένου Δήμου και εκτείνεται μεταξύ των εμπορικών λεωφόρων ......, (στην οποία εφάπτονται οι πρώτες από τις απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες), και ......, πλησίον του Πάρκου Περιβαλλοντικής Ευαισθητοποίησης "......". Λόγω της θέσης της αυτής εμφανίζει οικιστική και εμπορική ανάπτυξη, ενώ διαθέτει όλα τα δίκτυα κοινής ωφέλειας, εκτός αποχέτευσης, διαμορφωμένο οδικό δίκτυο και εξυπηρετείται από συχνή και σταθερή αστική συγκοινωνία με λεωφορεία και τρόλεϋ.
Απέχει 500 μέτρα περίπου από την κεντρική πλατεία της ευρύτερης περιοχής, στην οποία υπάρχουν σχολεία Δημοτικά, Γυμνάσια, Λύκεια, γενικά και τεχνικά, που καλύπτουν όλες τις γειτονιές της, μεγάλα πολυαθλητικά κέντρα, δημόσιες υπηρεσίες, κέντρα διασκέδασης, σούπερ μάρκετ και άλλα εμπορικά καταστήματα και βιοτεχνίες κάθε είδους ...".
Εξάλλου, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ...... βεβαίωση του Διευθυντή της Κτηματικής Υπηρεσίας Δυτικής Αττικής η αξία των υπό εκτίμηση ακινήτων προσδιορίζεται, ανάλογα με τη θέση τους ως εξής: 1) ... 8) Για τα εκτός σχεδίου ακίνητα με αριθμούς ..., ..., ... κτηματολογικού πίνακα σε 29,85 € ανά τ.μ. ... . Στην από 12-1-2004 έκθεση εκτίμησης και στο αντίστοιχο ενημερωτικό σημείωμα του Προϊσταμένου της Δ/νσης Τοπογραφήσεων και Απαλλοτριώσεων του ΥΠΕΧΩΔΕ ...
η τιμή της αντικειμενικής αξίας του εδάφους των απαλλοτριούμενων ακινήτων υπολογίζεται για τις υπ' αριθ. ... ..., ..., ... γωνιακές ιδιοκτησίες του κτηματολογικού πίνακα σε 175 ευρώ το τ.μ. ... Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 514/2005 απόφασή του καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης των ρυμοτομούμενων ακινήτων κατά το κρίσιμο χρόνο της 17-9-2004 σε 400 € ανά τ.μ.
για τις γωνιακές ιδιοκτησίες υπ' αριθ. ... ..., ..., ... του κτηματολογικού πίνακα, διάφορες δε τιμές κατά ιδιοκτησία για τα επικείμενα, που υπήρχαν σε αυτές, ανάλογα με την ποιότητα και το είδος κατασκευής τους. Στην ένορκη κατάθεσή της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η μάρτυρας των δικαιούχων της αποζημιώσεως υπολογίζει την αξία των ρυμοτομούμενων ακινήτων σε 800 - 850 € ανά τ.μ. ... .
Επιπλέον οι διάδικοι προς θεμελίωση των ισχυρισμών τους ως προς την αξία του εδάφους και των επικειμένων της ρυμοτομούμενης έκτασης προσκομίζουν και επικαλούνται: 1) την από Μαρτίου 2006 Τεχνική Έκθεση της Τοπογράφου Μηχανικού Α, κατά την οποία η εμπορική αξία των υπό εκτίμηση ιδιοκτησιών ανέρχεται σε 850 € ανά τ.μ.
για τις γωνιακές και 800 € ανά τ.μ. για τις μεσαίες, με την επισήμανση ότι η αντικειμενική αξία γης στη συγκεκριμένη περιοχή έχει αυξηθεί το έτος 2006 σε 250 € ανά τ.μ. και 230 € ανά τ.μ. αντίστοιχα (γωνιακές-μεσαίες), ενώ η αξία των επικειμένων τους υπολογίζεται στο συντασσόμενο από την ίδια σχετικό από Μαρτίου 2006 πίνακα τιμών, ανάλογα με το είδος, ποιότητα και την κατασκευή τους, 2) την από 16-9-2004 Τεχνική Έκθεση της Αρχιτέκτονος Μηχανικού Β, κατά την οποία η πραγματική αγοραία αξία των υπ' αριθμ.
Κ.Π. ..., ..., ... ιδιοκτησιών ανέρχεται σε 600 € ανά τ.μ. εδάφους και των επικειμένων τους στα αναγραφόμενα σε αυτή ειδικότερα ποσά, 3) την από 14-12-2004 Τεχνική Έκθεση του Αγρονόμου-Τοπογράφου μηχανικού Γ, κατά την οποία η αξία των υφισταμένων στην υπ' αριθμ. Κ.Π. ... ιδιοκτησία επικειμένων, όπως ειδικότερα αναλύονται σε αυτή, ανέρχεται στις αναγραφόμενες για καθένα από αυτά τιμές, ... 4)..., 5).., 6) την υπ' αριθμ. 5098/1997 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που καθόρισε οριστική τιμή μονάδας, για τις απαλλοτριούμενες εδαφικές εκτάσεις προς διάνοιξη της λεωφόρου ......
από την οδό ...... μέχρι την οδό ...... στο Δήμο ...... σε δρχ. 70.000 (ή 205, 43€) ανά τ.μ. για τις μεσαίες ιδιοκτησίες, δρχ., 75.000 δρχ. (ή 220, 106) ανά τ.μ. για τις γωνιακές ιδιοκτησίες και τα επικείμενα τούτων στα αναφερόμενα σε αυτή ειδικότερα ποσά, με κρίσιμο χρόνο την 10-5-1996 μέχρι 13-5-1997, 7) την υπ' αριθμ. 9299/2000 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου που καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των εντός σχεδίου πόλης απαλλοτριούμενων εδαφικών εκτάσεων προς διάνοιξη της λεωφόρου ......-......
στο τμήμα από την οδό ...... μέχρι την οδό ...... του Δήμου ...... σε δρχ. 55.000 (ή 161, 41€) ανά τ.μ. για τις γωνιακές, δρχ. 50.000 (ή 146, 74€) ανά τ.μ. για τις μεσαίες ιδιοκτησίες και τα επικείμενα τούτων στα αναφερόμενα ειδικότερα σε αυτή ποσά, με κρίσιμο χρόνο 10-9-1999 και 19-9-2000, 8) την υπ' αριθμ. 4147/2004 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, που καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης απαλλοτριούμενης, εντός σχεδίου πόλης εδαφικής έκτασης προς διάνοιξη των οδών 41η και 12η στη συμβολή τους με την οδό ......-......
στο Δήμο ...... σε 180 € ανά τ.μ. με κρίσιμο χρόνο 30-3-2004, 9) την υπ' αριθμ. 6830/2005 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, που καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης απαλλοτριούμενης εδαφικής έκτασης εντός σχεδίου πόλης, περιοχής "......" επί των οδών ...... και Λεωφόρου ...... στο Δήμο ......, σε 250 € ανά τ.μ. για τις γωνιακές ιδιοκτησίες, 220 € ανά τ.μ.
για τις μεσαίες και τα επικείμενα στα αναφερόμενα ειδικότερα σε αυτή ποσά, με κρίσιμο χρόνο την 22-10-2004, 10) τις υπ' αριθμ. 1643/2004 και 1603/2005 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που καθόρισαν προσωρινή, τιμή μονάδας αποζημίωσης ρυμοτομούμενων εδαφικών εκτάσεων επί των οδών ...... η πρώτη και ...... (θέση ......) η δεύτερη στο Δήμο ......
σε 250 € ανά τ.μ. με τις αναφερόμενες τιμές διαφόρων επικειμένων και 300 € ανά τ.μ. με κρίσιμους χρόνους 14-5-2004 και 27-5-2005 αντίστοιχα, 11) το υπ' αριθμ. ...... συμβόλαιο του Συμ/φου Πειραιά Κων/νου Δήμα, με το οποίο πωλήθηκε οικόπεδο εκτάσεως 560,95 τ.μ. με τα υφιστάμενα σε αυτό παλιά ερειπωμένα κτίσματα χωρίς στέγη, στη θέση "......
ή ......" επί της λεωφόρου ...... αριθμ. ... στο Δήμο ......, αντί τιμήματος 350.000 ευρώ (αντικειμενική αξία 106.580, 506), 12) το υπ' αριθμ. ...... συμβόλαιο της Συμ/φου Αθηνών Αγγελικής Καζακοπούλου-Βασιλικου με το οποίο πωλήθηκε οικόπεδο εντός σχεδίου πόλης του Δήμου ...... στη συμβολή της οδού ...... με τη λεωφόρο ...... αριθμ. ... και ...
αντίστοιχα, έκτασης 270,50 τ.μ. αντί τιμήματος 350.000 ευρώ (αντικειμενική αξία 61.057, 26 €) και 13) τα από 10-2-2004, 22-3-2004, 25-6-2003, 16-9-2004 φύλλα εφημερίδων με προσφορές ακινήτων προς πώληση στο Δήμο ...... στις αναγραφόμενες σε αυτά τιμές. Σύμφωνα με όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αλλά και τα υπόλοιπα μη ειδικώς μνημονευόμενα, δεόντως εκτιμώμενα κατά το λόγο της προς διάγνωση των ένδικων ισχυρισμών τοπικής και χρονικής προσφορότητάς τους, το Δικαστήριο· κρίνει ότι η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων ακινήτων και των επικειμένων τους, για όσους υπήρξαν διάδικοι στη δίκη του προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης, αλλά και εκείνους από τους αιτούντες και τους παρεμβαίνοντες που ζητούν για πρώτη φορά τον καθορισμό της, πρέπει να προσδιοριστεί στα ποσά που αναφέρονται ειδικότερα στο διατακτικό κατά ιδιοκτησία, ανάλογα με τη θέση της στην απαλλοτριούμενη έκταση (μεσαία, γωνιακή, εντός ή εκτός σχεδίου) καθώς και την απόσταση αυτής από τη λεωφόρο ...... .
Κατά το κρίσιμο, στην προκειμένη περίπτωση, χρόνο της ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου παρούσας συζήτησης της υπόθεσης (21-3-2006), αφού μέχρι αυτή παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης ενώπιον το Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 17-9-2004 (άρθρα 17 παρ. 2 Σ, 13 παρ. 1 ΚΑΑΑ) για τους μετέχοντες σε αυτή διαδίκους, οι δε λοιποί ζητούν τον απευθείας προσδιορισμό της από το παρόν Δικαστήριο, οι οριζόμενες στο διατακτικό τιμές ανταποκρίνονται στην πραγματική αξία των ως άνω ακινήτων και την επικείμενων τους με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες και κατά συνέπεια στην πλήρη αποζημίωση τούτων, χωρίς να υπολογίζεται η ενδεχόμενη μεταβολή που επήλθε μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της ή ανατίμηση προερχόμενη από ενέργειες των ιδιοκτητών στα απαλλοτριούμενα, γενόμενες μετά την οριζόμενη από το άρθρο 3 ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της (άρθρο 13 παρ. 3 ΚΑΑΑ), παρέχοντας τη δυνατότητα στους δικαιούχος να αντικαταστήσουν τα απαλλοτριούμενα ακίνητα και τα επικείμενα συστατικά τους με άλλα ισάξια ... .
Ενόψει των εκτεθέντων απορριπτομένων όσων κρίθηκαν ως απορριπτέα, οι ένδικες αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις, που κρίθηκαν νόμιμες, πρέπει να γίνουν δεκτές ως εν μέρει βάσιμες και κατ'ουσίαν, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό ...". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο καθόρισε, πλην άλλων, οριστική αποζημίωση για τις υπ' αριθμ.
ΚΠ ..., ..., ..., ..., ..., ...εκτός σχεδίου πόλης, ιδιοκτησίες το ποσό των διακοσίων (200) ευρώ ανά τετραγωγικό μέτρο εδάφους και για τα επικείμενα του ΚΠ ... ακινήτου των αναιρεσειόντων για μεν το παλιό συρματόπλεγμα ύψους 1,5 μ., 6,5 ευρώ ανά μ.μ. για δε κάθε μία ελιά μεγάλη 200 ευρώ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.
Κι' έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Επομένως δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδονται με αυτόν οι ως άνω πλημμέλειες είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ καθόσον αφορά τη δεύτερη πλημμέλεια που αναφέρεται στο πρόσφορο ή μη των συγκριτικών στοιχείων, είναι απαράδεκτος.
Περαιτέρω με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 έως 5 του Π.Δ. 24/31-5-1985, διότι το απαλλοτριούμενο ακίνητό τους έχει τις προϋποθέσεις του ως άνω άρθρου και, ως εκ τούτου, είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, παρά δε το γεγονός ότι βρίσκεται εκτός σχεδίου, εξομοιώνεται ως προς την αξία με τα εντός σχεδίου ακίνητα.
Ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στο Εφετείο η ανωτέρω αιτίαση είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει παραδοχές για την αρτιότητα ή μη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, αλλά υπό την επίκληση της ως άνω νομικής πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.
Κατόπιν τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί ως προς τους αναιρεσείοντες η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά τον μη καθορισμό οριστικής αποζημίωσης για τα επικείμενα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου που δεν περιλαμβάνονται στο συνταγέντο κτηματολογικό πίνακα.
Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, δυνάμενο να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί ως προς τους αναιρεσείοντες την 9107/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, μόνο κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει κατά το μέρος αυτό την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ