2/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-1994 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 7-11-1994 κύρια παρέμβαση της ήδη β' αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/1995 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 248/2003 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-7-2006 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated2/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι υπέρ ων ήθελε χωρήση εκποίησις κατά τα ανωτέρω του μεριδίου του Δημοσίου, απαλλάσσονται της καταβολής μισθωμάτων ή αποζημιώσεως, διά την μέχρι της εκδόσεως του πωλητηρίου χρήσιν τούτου. Τυχόν όμως καταβληθέντα ποσά ως μισθώματα ή αποζημιώσεις, δεν επιστρέφονται. Έτι περαιτέρω, κατά το άρθρο 2§2 του α.ν. 533/1945 "Περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως της υπ' αριθ. 6/1945 Συντακτικής Πράξεως περί επιβολής κυρώσεων κλπ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 16η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη Μαρίκα Γερασίμου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παρασκευάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ε. Γ.. Π., το γένος Β. Δ.. Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-1994 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 7-11-1994 κύρια παρέμβαση της ήδη β' αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/1995 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 248/2003 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-7-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεοφάνης ανέγνωσε την από 29-11-2020 έκθεση της αποχωρησάσης από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αναστασίας Περιστεράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110§2, 498§1, 568§§1, 2 και 576 §§1-3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται ως εάν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπομένου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (Ολ.Α.Π. 8/2018, Α.Π. 2/2022, Α.Π. 1211/2021, Α.Π. 164/2021, Α.Π. 1130/2020).
Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 1389/2019, Α.Π. 119/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226§4 εδάφ. β', γ' του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, λόγω αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος, κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση, διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, για να παραστεί σ' αυτήν, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και, επομένως, δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επισπεύσεως της συζητήσεως ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλητεύσεώς του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υποθέσεως από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (Α.Π. 2/2022, Α.Π. 184/2020, Α.Π. 1601/2017).
Εξάλλου, σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παραστάσεως κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του.
Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντιθέτως, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζητήσεως προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως του αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως κτλ προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (Α.Π. 1130/2020, Α.Π. 24/2016, Α.Π. 1695/2011).
Περαιτέρω, με το άρθρο 83§2 του ν. 4790/2021 ορίσθηκαν τα εξής: "2.Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων (δηλαδή έως και τις 05.04.2021), λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID - 19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.
Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα." ενώ με την παράγραφο 17 του αυτού άρθρου ορίσθηκε ότι: "17.
Οι παρ. 2 έως 5 και 8 ισχύουν από 1.4.2021 έως 30.6.2021.". Με τις προαναφερόμενες διατάξεις προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζητήσεως των υποθέσεων, που ματαιώθηκαν, κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID - 19, πλην, όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας, κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο, κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υποθέσεως στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπομένου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής.
Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του (Α.Π. 2/2022, Α.Π. 1130/2020, Α.Π. 184/2020, Α.Π. 1601/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 287 περίπτ. α' του Κ.Πολ.Δ. λόγο διακοπής της δίκης αποτελεί ο θάνατος κάποιου διαδίκου. 'Ομως η διακοπή δεν προκαλείται αυτοδικαίως, αλλά χρειάζεται η νόμιμη γνωστοποίησή του σύμφωνα με το άρθρο 287.
Αυτό σημαίνει ότι ο αντίδικος, δίχως την επίσημη γνωστοποίηση του θανάτου, εγκύρως συνεχίζει τη δίκη. Εξάλλου, από το άρθρο 101 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι η πληρεξουσιότητα που δόθηκε κατά το άρθρο 96 του ιδίου Κώδικα, η οποία περιλαμβάνει την εκ μέρους του πληρεξουσίου άσκηση του δικαιώματος του άρθρου 97, εξακολουθεί να υπάρχει παρά τον θάνατο εκείνου που την έδωσε, παύει δε μόνο αφότου επέλθει διακοπή της δίκης με κάποιον από τους λόγους που την επιφέρει και, επομένως, στο ενδιάμεσο διάστημα παράγονται όλες οι συνέπειες που συνεπάγονται οι ενέργειες του πληρεξουσίου (Α.Π. 557/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 28.07.2006 αίτηση, με την οποία ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 248/2003 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, της οποίας η συζήτηση, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 16.12.2020, αναβλήθηκε, μετά από αίτηση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, για τη δικάσιμο της 07.04.2021, οπότε ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, με βάση την Δ1α/Γ.Π.οικ. 20651/02.04.2021 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών, Αναπτύξεως και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μεταναστεύσεως και Ασύλου, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και Αγροτικής Αναπτύξεως και Τροφίμων (Φ.Ε.Κ.
Β' 1308 της 03.04.2021), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 5 και 11 της από 11.03.2020 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου "Κατεπείγοντα μέτρα αντιμετώπισης των αρνητικών συνεπειών της εμφάνισης του κορωνοϊού COVID - 19 και της ανάγκης περιορισμού της μετάδοσής του" κυρώθηκε δε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020, επαναπροσδιορίσθηκε, αυτεπαγγέλτως, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με την από 19.04.2021 πράξη της Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, με αριθμό 22, σύμφωνα με το άρθρο 83§2 του ν. 4790/2021, ενώ προς ενημέρωση των διαδίκων η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr, στον ιστοχώρο του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Όμως, κατά την ως άνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε ούτε και εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ δεν κατατέθηκε η από το άρθρο 242§2 του Κ.Πολ.Δ. σχετική δήλωση. Από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από το αναιρεσείον με στοιχεία 3445Α/02.10.2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με έδρα στην Κοζάνη, Ε.
Μ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά την αρχική δικάσιμο της 16.12.2020, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως και επαναπροσδιορίσθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε δια θυροκολλήσεως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως, στον εκπροσωπήσαντα τη δεύτερη αναιρεσίβλητη στη δίκη στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, πληρεξούσιό της δικηγόρο, μέλος του Δ.Σ.Φ., Δημήτριο Στεφανίδη, της αρνήσεως του τελευταίου να παραλάβει το δικόγραφο, λόγω του επισυμβάντος θανάτου της εντολέως του, μη επαγομένης έννομη συνέπεια, εφόσον δεν είχε επέλθει βίαιη διακοπή της δίκης, κατά τα ανωτέρω.
Επομένως, αφού η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576§2 του Κ.Πολ.Δ.). Με την κρινόμενη από 28.07.2006 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 248/29.08.2003 τελεσίδικη απόφαση του, το οποίο απέρριψε την από 23.12.1996 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 115/1995 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, το οποίο, αφού τις συνεκδίκασε, είχε απορρίψει την από 12.09.1994 αγωγή αναγνωριστική συγκυριότητας του αναιρεσείοντος και την από 07.11.1994 κυρία παρέμβαση της δεύτερης αναιρεσίβλητης.
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, εφόσον είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.), ενόψει του ότι προσκομίζεται η νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσα στη Γραμματεία του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου υπ' αριθμ. 1582/2006 θετική ως προς σύνολο των λόγων αναιρέσεως γνωμοδότηση του Β' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, συμφώνως προς τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 12 του ν. 2298/1995, που ήταν σε ισχύ κατά το χρονικό σημείο καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως, ήτοι στις 31.07.2006.
Στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν.δ. 1108/25.01.1972 "Περί αποδόσεως δημευθέντων αγροτικών ακινήτων" ορίζονται τα ακόλουθα: (άρθρο 1) 1. Αγροτικά ακίνητα περιελθόντα εις το Δημόσιον συνεπεία δημεύσεως κατ' εφαρμογήν των διατάξεων α) της υπ' αριθ. 1 της 3/6.11.1944 Συντακτικής Πράξεως, β) της υπ' αριθ. 6 της 20/20.1.1945 Συντακτικής Πράξεως, ως αύται ετροποποιήθησαν και συνεπληρώθησαν, κωδικοποιηθείσαι υπό του Αναγκ.
Νόμου υπ' αριθ. 533 της 1/3.9.45, ως ούτος ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, και γ) του Μ'/ 1948 Ψηφίσματος, και μη διατεθέντα καθ' οιονδήποτε τρόπον μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος, παραχωρούνται εις οίαν κατάστασιν ευρίσκοντο εις τους καθ' ων επεβλήθη η δέσμευσις, εφ' όσον ούτοι κέκτηνται την Ελληνικήν ιθαγένειαν και διάγουν φιλησύχως και νομοταγώς.
Εάν τα δημευθέντα ως άνω ακίνητα έχουν διατεθή καθ' οιονδήποτε τρόπον, δύναται, αντί της παραχωρήσεως τούτων, και υπό τας αυτάς προϋποθέσεις, να χορηγηθή ανάλογον χρηματικόν αντάλλαγμα κατά την κρίσιν της κατά το επόμενον άρθρον Επιτροπής, υπό τον όρο της αγοράς υπό του κριθέντος ως δικαιούχου ετέρου αγροτικού ακινήτου κειμένου εις περιοχήν οριζομένην υπό της αυτής Επιτροπής, επιφυλασσομένων των διατάξεων του Α.Ν. 1366/1938 "περί απαγορεύσεως δικαιοπραξιών εις παραμεθορίους, παρακτίους, περιοχάς κλπ". 2.
Εν τη εννοία των αγροτικών ακινήτων δια την εφαρμογήν του παρόντος, περιλαμβάνονται και παντός είδους κτίσματα, εφ' όσον ταύτα κείνται εις χωρία ή κωμοπόλεις μέχρι 5.000 κατοίκων. 3. Εάν ο καθ' ου η δήμευσις διαβιοί εκτός της Ελλάδος και δεν συντρέχουν αι κατά την παράγραφον 1 του παρόντος προϋποθέσεις ή εάν δεν ευρίσκονται εν ζωή κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος, τα κατά τ' ανωτέρω ακίνητα παραχωρούνται μόνον εις τους κατέχοντας ταύτα σύζυγον, κατιόντας ή ανιόντας αυτού, εφ' όσον συντρέχουν αι εν παραγρ. 1 του παρόντος προϋποθέσεις.
Συντρεχόντων εν τη κατοχή του ακινήτου συζύγου και τέκνων ή μόνον συζύγου ή μόνον τέκνων αφ' ενός και γονέων του καθ' ου η δήμευσις αφ' ετέρου, αποκλείονται οι γονείς. Συντρεχόντων συζύγου και τέκνων η παραχώρησις γίνεται εξ αδιαιρέτου, κατά μεν το εν τέταρτον εις τον σύζυγον κατά τα τρία τέταρτα δε εις τα τέκνα. (άρθρο 2) 1.
Περί της κατά το άρθρον 1 του παρόντος παραχωρήσεως αποφαίνονται επιτροπαί συγκροτούμεναι εν τη πρωτευούση εκάστου Νομού δι' αποφάσεως του οικείου νομάρχου εκ α) του προέδρου πρωτοδικών του εν τη έδρα του νομού Πρωτοδικείου, ως προέδρου. Εν περιπτώσει καθ' ην εν τη έδρα του νομού δεν εδρεύει Πρωτοδικείον, της επιτροπής προεδρεύει πρωτοδίκης οριζόμενος, μετά του αναπληρωτού του επίσης πρωτοδίκου, υπό του προέδρου του αρμοδίου κατά τόπον Πρωτοδικείου, β) του Διοικητού Χωροφυλακής , γ) του διευθυντού Νομαρχίας, δ) του διευθυντού της παρά τη Νομαρχία Διευθύνσεως Γεωργίας και ε) εξ ενός οικονομικού εφόρου της περιφερείας του νομού, οριζομένου υπό του νομάρχου, ως μελών.
Ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής εν κωλύματι αναπληρούνται υπό των νομίμων αναπληρωτών των. Χρέη γραμματέως εκτελεί υπάλληλος της οικείας Νομαρχίας οριζόμενος υπό του νομάρχου. 2. Η επιτροπή, ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων τεσσάρων τουλάχιστον μελών, εν οις απαραιτήτως ο πρόεδρος ή ο νόμιμος αυτού αναπληρωτής, αι δε αποφάσεις της λαμβάνονται κατά πλειονοψηφίαν.
Εν ισοψηφία υπερισχύει η γνώμη υπέρ ης η ψήφος του προέδρου. 3. Η επιτροπή, δυναμένη να καλή και τον ενδιαφερόμενον προς παροχήν εξηγήσεων, κρίνει επί τη βάσει εγγράφων των αρμοδίων υπηρεσιών, ως και παντός ετέρου κατά την κρίσιν της προσφόρου μέσου. Αι αποφάσεις της επιτροπής είναι αμετάκλητοι, αι δε εκ τούτων διατάσσονται την παραχώρησιν αποτελούν τίτλον κυριότητος, υποκείμεναι εις μεταγραφήν κατά τας κειμένας διατάξεις.
Περαιτέρω στις διατάξεις των άρθρων 7 και 8 του α.ν. 263/1968 ορίζονται τα ακόλουθα: (άρθρο 7) 1. Εις τους κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος νόμου νομείς ή κατόχους αστικών και αγροτικών κτημάτων, κειμένων εντός της περιοχής του κτήματος "..." (τσιφλικίου, ...), και κατακεχωρισμένων εις το βιβλίον καταγραφής Δημοσίων Κτημάτων περιφερείας Οικονομικής Εφορίας Αμυνταίου, εξ ων τα αστικά έχουσιν αποτυπωθή εις το υπό κλίμακα (1:1000 υπ' αριθ. 3972 και ημερομηνίαν 23 Ιανουαρίου 1963, διάγραμμα του Υπουργείου Δημ.
Έργων, αναγνωρίζεται δικαίωμα συγκυριότητος επί των 48% εξ αδιαιρέτου των υπό την νομήν ή κατοχήν εκάστου τούτου ευρισκομένων ως άνω κτημάτων, του δικαιώματος της κυριότητος του Δημοσίου περιοριζομένου εις το υπόλοιπον εκ 52% ποσοστόν εξ αδιαιρέτου επί των κτημάτων τούτων. Αναγνώρισις του κατά τα ανωτέρω δικαιώματος δεν χωρεί, προκειμένου περί προσώπων αποστερηθέντων της περιουσίας των, δυνάμει δικαστικής αποφάσεως ή εξ άλλης νομίμου αιτίας. 2.
Νομείς ή κάτοχοι δικαιούμενοι των κατά το παρόν παρεχομένων δικαιωμάτων είναι οι εξής: α) Οι υπέρ ων εγένετο, κατά την 1 Φεβρουαρίου 1911, υπό Επιτροπής, ενεργούσης διά λογαριασμόν και διά χρημάτων των τότε κατοίκων Αμυνταίου η αγορά διά προσωρινού τίτλου του ομωνύμου κτήματος, εν ζωή ευρισκόμενοι, άλλως οι καθολικοί διάδοχοι αυτών.
β) Πας τρίτος, φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον, προς ον οι ανωτέρω έχουσι τυχόν μεταβιβάσει τα επί των κτημάτων τούτων δικαιώματά των, αιτία πωλήσεως ανταλλαγής, δωρεάς, προικός ή άλλη ομοία κατ' αποτέλεσμα. Δικαίωμα συγκυριότητος δεν αναγνωρίζεται εις τους συνδεομένους μετά των κατά τα άνω δικαιούχων νομέων ή κατόχων διά μισθωτικής ή ετέρας ενοχικής σχέσεως και συνεπεία ταύτης έχοντας την φυσικήν επί των κτημάτων εξουσίαν.
γ) Τα κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος ευρισκόμενα μεν εν τη νομή ή κατοχή φυσικά ή νομικά πρόσωπα, μη δυνάμενα όμως να δικαιολογήσωσιν αυτήν διά συμβατικού τίτλου, προερχομένου είτε εκ του Δημοσίου είτε εκ προσώπου αναγνωριζομένου κατά τον παρόντα ως συγκυρίου κατά τα 48%, και εφ' όσον δεν εκκρεμεί προσφυγή ενώπιον Δικαστηρίου τρίτου προσώπου, αμφισβητούντος την τοιαύτην νομήν ή κατοχήν. (άρθρο 8) 1.
Οι κατά το προηγούμενον άρθρον αναγνωριζόμενοι ως συγκύριοι κτημάτων εκ του μείζονος κτήματος "..." δικαιούνται, όπως, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από της ισχύος του παρόντος, αιτήσονται την εξαγοράν του εις το Δημόσιον ανήκοντος μεριδίου επί των υφ' εκάστου τούτων κατεχομένων κτημάτων. Διά την τοιαύτην εξαγοράν καταβάλλεται ως τίμημα, προκειμένου περί αστικών κτημάτων, ποσόν ίσον προς το 1/3 της κατά τον χρόνον της εκποιήσεως τρεχούσης αξίας αυτών μόνον ως οικοπέδων, προκειμένου δε περί αγροτικών, ποσόν ίσον προς το 1/5 της τρεχούσης αξίας μόνον του εδάφους, άνευ των επ' αυτού υφισταμένων φυτειών και βελτιώσεων εν γένει.
Το τίμημα τούτο καταβάλλεται ατόκως εις ετησίας δόσεις μέχρις εξ διά τα αστικά κτήματα και μέχρι δέκα διά τα αγροτικά τοιαύτα. Αι υποβαλλόμεναι αιτήσεις εξαγοράς, δέον να συνοδεύωνται υπό παντός αποδεικτικού των δικαιωμάτων των ανωτέρω στοιχείων. 2. Αι κατά τας διατάξεις του παρόντος υποβαλλόμεναι αιτήσεις εξαγοράς, δέον απαραιτήτως να συνοδεύωνται ωσαύτως υπό αδειών της κατά το άρθρον 2 του Α.Ν. 1366/1938 Επιτροπής. 3.
Η κατά τα ανωτέρω εκποίησις ενεργείται δι' αποφάσεως του Νομάρχου Φλωρίνης, κατόπιν συμφώνου γνώμης της παρά τη Νομαρχία υφισταμένης Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων. Βάσει της αποφάσεως ταύτης, η παρά τω Υπουργείω Οικονομικών Διεύθυνσις Δημοσίων Κτημάτων εκδίδει το οικείον πωλητήριον, το οποίο αποτελεί τίτλον κυριότητος, δεκτικόν μεταγραφής μερίμνη του αγοραστού. 4.
Οι υπέρ ων ήθελε χωρήση εκποίησις κατά τα ανωτέρω του μεριδίου του Δημοσίου, απαλλάσσονται της καταβολής μισθωμάτων ή αποζημιώσεως, διά την μέχρι της εκδόσεως του πωλητηρίου χρήσιν τούτου. Τυχόν όμως καταβληθέντα ποσά ως μισθώματα ή αποζημιώσεις, δεν επιστρέφονται. Έτι περαιτέρω, κατά το άρθρο 2§2 του α.ν. 533/1945 "Περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως της υπ' αριθ. 6/1945 Συντακτικής Πράξεως περί επιβολής κυρώσεων κλπ.
ως έχει τροποποιηθεί" το ειδικό δικαστήριο δοσιλόγων μπορούσε να επιβάλει στον κηρυχθέντα ένοχο βάσει της 6/1945 Συντακτικής Πράξεως και μερική ή ολική δήμευση της περιουσίας του. Με τη δήμευση, η κυριότητα των δημευθέντων περιερχόταν στο Ελληνικό Δημόσιο χωρίς μεταγραφή, προκειμένου περί ακινήτων από τότε που κατέστη αμετάκλητη η απόφαση με την οποία καταδικάσθηκε ο δοσίλογος (Ολ.Α.Π. 210/1965, Α.Π. 1524/2002).
Τέλος, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., τα πολιτικά δικαστήρια όταν κρίνουν επί των ιδιωτικών διαφορών, οι οποίες υπάγονται σ' αυτά, δικαιούνται, εφόσον τούτο δεν αποκλείσθηκε από τον νόμο, να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων της διοικήσεως, ερευνώντας εάν τα όργανα της διοικήσεως ενήργησαν κατά τους διαγραφομένους από τον νόμο όρους και τύπους και εντός της ανήκουσας σε αυτά εξουσίας, χωρίς να δύνανται να ελέγχουν και την ουσιαστική αυτών κρίση ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων.
Έλεγχο δε της νομιμότητας της διοικητικής πράξεως συνιστά και η έρευνα της υπάρξεως ή μη αιτιολογίας όταν αυτή επιβάλλεται ειδικώς από τον νόμο ή απαιτείται από τη φύση της πράξεως. Τα δικαστήρια, όμως, όταν κρίνουν επί των ιδιωτικών διαφορών, οι οποίες υπάγονται στη δικαιοδοσία τους, όταν τίθεται ενώπιόν τους παρεμπιπτόντως προς κρίση ζήτημα, δεν δεσμεύονται από τις πράξεις της διοικήσεως, αλλά μπορούν να αποφασίσουν διαφορετικά, εφόσον διαπιστώσουν ότι αυτές (πράξεις) δεν είναι νόμιμες (Α.Π. 281/2017, Α.Π. 973/1997).
Ο παρεμπίπτων έλεγχος δεν αποκλείεται, όταν η υπό κρίση διοικητική πράξη κατέστη απρόσβλητη (Α.Π. 1709/2010). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Α.Π. 1668/2008).
Επιπροσθέτως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999, Ολ.Α.Π. 30/1997, Ολ.Α.Π. 28/1997).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Α.Π. 229/2009, Α.Π. 1206/2008, Α.Π. 361/2008, Α.Π. 358/2008, Α.Π. 610/2007, Α.Π. 1490/2006).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562§2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο εφετείο με λόγο της εφέσεώς του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες (Α.Π. 1189/2008).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στον Δήμο Αμυνταίου-Φλώρινας βρίσκεται ένα ακίνητο, εκτάσεως ...
τ.μ., που συνορεύει από γύρω, ανατολικά, με οδό ..., δυτικά με πλατεία ..., βόρεια, με ιδιοκτησία Κ. Σ. και νότια, με οδό .... Το ακίνητο αυτό, στο οποίο υπήρχε αλευρόμυλος ανήκε στην περιουσία του Δ. Μ. του Κ., παππού του εναγομένου και της κυρίως παρεμβαίνουσας, ο οποίος καταδικάσθηκε με την με αριθμ. ...-1945 απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων Φλώρινας, ως δοσίλογος, για παράβαση των διατάξεων του άρθρου I εδαφ.
ε' και ι' του Α.Ν.533/1945, και δημεύθηκε η περιουσία του. Έτσι το ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, δυνάμει του από 19-12-1945 πρωτοκόλλου καταλήψεως δημοσίου κτήματος και καταγράφηκε ως δημόσιο κτήμα στα βιβλία Δημοσίων Κτημάτων με αυξ.αριθ. .... Από τότε, το επίδικο ακίνητο τελούσε υπό την αποκλειστική διαχείρηση της Οικονομικής Εφορίας Αμυνταίου - Φλώρινας, η οποία το εξεμίσθωνε συνεχώς με δημοπρασία σε διάφορους ιδιώτες.
Τελευταίος μισθωτής, από το έτος 1970 και εφεξής, ήταν ο πατέρας του εναγομένου, Κ. Μ. του Δ., δυνάμει του με αριθμ. ...-1970 μισθωτηρίου συμβολαίου, στο οποίο, το επίδικο ακίνητο (μηχανοκίνητος αλευρόμυλος, με όλα τα παραρτήματά του) χαρακτηρίζεται από το Δημόσιο ως "δημόσιο κτήμα" με αριθμ. ... και δεν θεωρείται ως "κτήμα" του ..., καίτοι είχε προηγηθεί το κτηματολόγιο των κτημάτων "..." και είχε δημοσιευθεί και ο Α.Ν. 263/1968, με τις διατάξεις του οποίου, είχαν ρυθμισθεί τα ακίνητα της κατηγορίας του ...
ή .... Αλλά και στον κτηματολογικό πίνακα του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, με αριθμ. 3972, που συντάχθηκε το έτος 1963 και στην συνέχεια κυρώθηκε με τον Α.Ν.263/1968 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων περί δημοσίων κτημάτων", το επίδικο ακίνητο αναφέρεται με αυξ.αριθμ…., έκταση ... τ.μ. και με όνομα κατόχου "Δημόσιο, πρώην αδελφού ...".
Έτσι το επίδικο ακίνητο περιήλθε εξ ολοκλήρου και κατά ποσοστό 100% στο Ελληνικό Δημόσιο, ως δημευθείσα περιουσία και το Δημόσιο το εκμεταλλεύθηκε για τις κρατικές ανάγκες, ως ιδιαίτερα περιουσία της Δημόσιας Διοίκησης, ήτοι το εκμεταλλεύονταν με τον συνήθη τρόπο της εκμισθώσεως του διά δημοπρασιών σε τρίτους, γεγονός, που σημαίνει ότι ανήκε στην ιδιαιτέρα περιουσία της Δημόσιας Διοίκησης (βλ.Ηλ.Κυριακοπούλου, Διοικητικόν Δίκαιον, Γ' τόμος, σελ. 402 επομ.), η διαχείριση δε του επιδίκου εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου κατά τον ανωτέρω τρόπο, ήταν η μοναδική περίπτωση στην κωμόπολη Αμυνταίου Φλώρινας, σε αντίθεση με τα ακίνητα της κατηγορίας του, "...", τα οποία κατείχαν και νέμονταν οι κάτοικοι Αμυνταίου Φλώρινας, χωρίς καμμιά μεσολάβηση της Οικονομικής Εφορίας Αμυνταίου.
Τα ανωτέρω προκύπτουν σαφώς και από τα εξής δημόσια έγγραφα, τα οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο εναγόμενος, α)το με αριθμ.πρωτ. ...-74 έγγραφο της Οικονομικής Εφορίας Αμυνταίου-Φλώρινας προς το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο το επίδικο ακίνητο χαρακτηρίζεται ως δημευθείσα περιουσία δοσιλόγου - δημόσιο κτήμα με αριθμ. ...
και αναφέρεται ο τρόπος διαχειρίσεως του από την Οικονομική Εφορία Αμυνταίου, καμμιά δε μνεία δεν γίνεται στο έγγραφο αυτό περί "... ή ...", β)το με αριθμ. ...1975 έγγραφο της Δ/νσης Δημοσίων κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, προς το Συμβούλιο της Επικρατείας, στο οποίο αναφέρεται ότι, βάσει της αποφάσεως Ειδικού Δικαστηρίου Δοσίλογων Φλώρινας με αριθμ....-1945, δημεύθηκε η ακίνητη περιουσία του Δ.
Μ. του Κ., ότι, μεταξύ των δημευθέντων, ήταν και ο μηχανοκίνητος αλευρόμυλος στο Αμύνταιο - Φλώρινας, ότι το ακίνητο αυτό καταγράφηκε ως δημόσιο κτήμα στα βιβλία δημοσίων κτημάτων με αριθμ. ..., ότι τούτο τελούσε υπό την διαχείριση της Οικονομικής Εφορίας Αμυνταίου, από την οποία εκμισθώνονταν σε τρίτους συνεχώς διά δημοπρασιών και ότι, δυνάμει του Ν.Δ.1108/1972 "περί αποδόσεως δημευθέντων αγροτικών ακινήτων" προβλέφθηκε η απόδοση των δημευθέντων αγροτικών ακινήτων στους πρώην ιδιοκτήτες ή τους κατέχοντες αυτά, κατιόντες τους, γ)την με αριθμ.πρωτ....1981 βεβαίωση του Οικονομικού Εφόρου Αμυνταίου Φλώρινας, από την οποία προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο ήταν δημευθείσα περιουσία "δοσιλόγου", βάσει αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων, όπως προκύπτει από τα στοιχεία δημοσίων κτημάτων, χαρακτηρίζεται ως "δημόσιο κτήμα" με αριθμ. ....
Εξάλλου, στην εν λόγω βεβαίωση αναφέρονται και τα εξής στοιχεία : "Εις τον κτηματολογικό πίνακα του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, με αριθμ.3972, που συνετάγη το έτος 1963, το αυτό κτήμα έχει α/α τεμαχίου …, έκταση ... τ.μ. και με το όνομα κατόχου "Δημόσιο-πρώην αδελφοί ..." και ο ανωτέρω πίνακας έχει κυρωθεί με τον Α.Ν.263/1968.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο δεν είχε καμμία σχέση με τα ακίνητα της κατηγορίας του "... ή ...", αλλά, και αν βρισκότανε μέσα στην κωμόπολη Αμυνταίου Τσιφλικιού - ..., ανήκε εξολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο ως Δημόσιο κτήμα κατά 100%, γι'αυτό και, όταν δημοσιεύθηκε ο ΑΝ 26-3/1968, με τις διατάξεις του οποίου, ρυθμίσθηκαν τα ακίνητα του Τσιφλικιού ...
και δόθηκε ετήσια προθεσμία στους νομείς και κατόχους κτημάτων του ..., προς υποβολήν αιτήσεων στην αρμόδια ειδική επιτροπή για την εξαγοράν του εκ 52% ανήκοντος στο Ελληνικό Δημόσιο ποσοστού επί των παραπάνω ακινήτων και όλοι οι κάτοικοι Αμυνταίου υπέβαλαν αμέσως σχετικές αιτήσεις, στον πατέρα του εναγομένου, Κ. ..., δεν επιτράπηκε τούτο από την Οικονομική Εφορία Αμυνταίου, δεδομένου ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκε στην κατηγορία των κτημάτων του "...", αλλά ανήκε εξολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, με αριθμό ΒΚ, ήταν δηλαδή "δημόσιο κτήμα", κατά ποσοστό 100% και όχι μόνο κατά ποσοστό 52%, όπως τα ακίνητα της κατηγορίας του ....
Ως εκ τούτου και, μετά την δημοσίευση του Α.Ν.263/1968 "περί ρυθμίσεως των κτημάτων του ...", η Οικονομική Εφορία Αμυνταίου, συνέχισε να διαχειρίζεται το επίδικο τμήμα, ως "δημόσιο κτήμα" και το εκμίσθωνε διά δημοπρασιών μέχρι και του έτους 1972, οπότε δημοσιεύθηκε το ΝΔ 1108/1972 "περί αποδόσεως των δημευθέντων περιουσιών των δοσιλόγων".
Σε εκτέλεση - εφαρμογή του νομοθετικού αυτού διατάγματος, συστάθηκε στο Αμύνταιο-Φλώρινας Ειδική Επιτροπή για την εκδίκαση των σχετικών αιτήσεων, με Πρόεδρο αυτής, τον Πρόεδρο Πρωτοδικών Φλώρινας. Στην έννοια των αγροτικών ακινήτων περιλαμβάνονται και παντός είδους κτίσματα, εφόσον κείνται σε χωριά και κωμοπόλεις μέχρι 5.000 κατοίκων (άρθρ.
Ι παρ.2 του παραπάνω ΝΔ
ΙΙ08/Ι972). Ειδοποιηθέντες από την Οικονομική Εφορία Αμυνταίου, σε εφαρμογή του ανωτέρω διατάγματος, τόσο ο πατέρας του εναγομένου όσο και ο πατέρας της κυρίως παρεμβάσας, αδελφός, Κ. ... και Β. ..., αντίστοιχα, υπέβαλαν αιτήσεις στην παραπάνω Ειδική Επιτροπή του ΝΔ
ΙΙ08/Ι972, με το οποίο (διάταγμα) ρυθμίσθηκε το θέμα της αποδόσεως των αγροτικών ακινήτων που δημεύθηκαν με αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου Δοσίλογων, σε εκείνους, κατά των οποίων είχε επιβληθεί η δήμευση ή στους κατόχους συγγενείς τους, για την απόδοση σε αυτούς του επιδίκου ακινήτου, ισχυριζόμενοι ότι είναι κάτοχοι, ως κατιόντες του πατέρα τους, Δ.
Μ. του Κ., που είχε πεθάνει. Η Επιτροπή, με την με αριθμ....Ι973 απόφασή της απέρριψε την αίτηση του πατέρα της κυρίως παρεμβάσης, Β. Μ. του Δ., που και αυτός, επίσης, είχε καταδικασθεί ως δοσίλογος, με την με αριθμ. ...1946 απόφαση του παραπάνω Ειδικού Δικαστηρίου Δοσίλογων Φλώρινας, και απέδωσε το επίδικο ακίνητο στον πατέρα του εναγομένου, δεχόμενη ότι στο πρόσωπο του συντρέχουν οι προϋποθέσεις του παραπάνω Ν.Δ. 1108/1972, δηλαδή ότι πρόκειται για αγροτικό ακίνητο, αφού σ'αυτό υπάρχει κτίσμα (μηχανοκίνητος αλευρόμυλος) και βρίσκεται σε κωμόπολη με λιγότερους από 5.000 κατοίκους, "το οποίο περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με δήμευση που διατάχθηκε με την παραπάνω απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων Φλώρινας και κάτοχος του ήταν ο πατέρας του εναγομένου, Κ, ...ς." Κατά της απόφασης αυτής, ο πατέρας της κύριως παρεμβάσης, Β. ..., άσκησε προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας, το οποίο με την με αριθμ. 3170/12-7-1976 απόφασή του απέρριψε την προσφυγή, κατά το μέρος της, που αφορούσε το επίδικο ακίνητο.
Στην συνέχεια, ο πατέρας του εναγομένου μετέγραψε την παρακάνω απόφαση της Ειδικής Επιτροπής του Ν.Δ.1108/1972, όπως συμπληρώθηκε με την με αριθμ…./1979 απόφαση της, σχετικά με τα όρια του επιδίκου ακινήτου, στις 24-5-1979, στα βιβλία, μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμυνταίου-Φλώρινας στον τόμο … και με αυξ.αριθμ…., όπως φαίνεται από το με αριθμ....1992 πιστοποιητικό μεταγραφής της Υποθηκοφύλακος Αμυνταίου, Δέσποινας Καπετανάκη-Μυλωνά.
Η παραπάνω απόφαση …/1973 της Επιτροπής, που είναι αμετάκλητη και αποτελεί τίτλο κυριότητας, δεκτικό μεταγραφής, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.3 του Ν.Δ.
ΙΙ08/Ι972, αφού διατάσσει παραχώρηση ακινήτου, ανακλήθηκε, μεταγενέστερα, με ενέργειες του πατέρα της παρεμβάσης, μετά πάροδο επτά (7) ετών, ερήμην του πατέρα του εναγομένου, χωρίς να ειδοποιηθεί καθόλου για την συζήτηση της υπόθεσης, στην ίδια παραπάνω Επιτροπή, με την με αριθμ. Ι/Ι980 αποφασή της, η ανακλητική, όμως, απόφαση ακυρώθηκε, με την με αριθμ. 405/5-11-I982 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Βέροιας, με την αιτιολογία ότι η ανάκληση της έγινε ανεπίτρεπτα, μετά πάροδο πενταετίας από της εκδόσεώς της (όχι ευλόγου χρόνου κατά νόμο) και η απόφαση αυτή τυγχάνει νομικώς πλημμελής και ως τέτοια ακυρωτέα, κατά παραδοχή σχετικού λόγου της από 30-10-1980 προσφυγής του πατέρα του εναγομένου, Κ. ..., κατά της παραπάνω απόφασης (1/Ι980), που άσκησε ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου.
Συγχρόνως με την ανάκληση της παραπάνω απόφασης της Επιτροπής (15/1979), συντάχθηκε από τον Οικονομικό 'Εφορο Αμυνταίου Φλώρινας το με αριθμ…./1980 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημιώσεως, με το οποίο καθορίσθηκε σε βάρος του πατέρα του εναγομένου, Κ. ..., το ποσό των 300.000 δραχμών, ως αποζημίωσή για μισθώματα αυθαιρέτου χρήσεως των 5 προηγουμένων ετών, για τον αλευρόμυλο.
Πληροφορηθείς την ύπαρξη του πρωτοκόλλου αυτού, άσκησε ανακοπή κατ'αυτού, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ. 74/1984 απόφαση, με την οποία ακυρώθηκε το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο και καταδικάσθηκε το Ελληνικό Δημόσιο και στην δικαστική δαπάνη του ανακόπτοντος.
Η απόφαση αυτή δέχθηκε ότι "το επίδικο ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα, όπως χαρακτηρίζεται και στον κτηματολογικό πίνακα του Υπουργείου Δημοσίων 'Εργων του έτους 1963, όπου έφερε αριθμ… έκταση ... τ.μ. με όνομα κατόχου "Δημόσιο-πρώην αδελφοί ..." και ότι ο Οικονομικός Έφορος Αμυνταίου, γνώριζε ότι είναι δημόσιο κτήμα με αριθμ. ...
και όχι της κατηγορίας ... και επομένως η παραχώρηση, που έγινε προς τον πατέρα του εναγομένου, του επιδίκου ακινήτου είναι νόμιμη, με βάση το Ν.Δ.1108/1972 και την με αριθμ.15/1973 απόφαση της Επιτροπής του νομοθετικού αυτού διατάγματος, όπως αποφάνθηκε και το Διοικητικό Πρωτοδικείο Βέροιας με την με αριθμ. 405/1982 απόφαση του.
Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, δυνάμει του από 30-6-Ι970, ιδιωτικού συμφωνητικού, που συντάχθηκε στο Αμύνταιο Φλώρινας, παρουσία μαρτύρων, ο πατέρας της κυρίως παρεμβάσας, Β. Δ. ..., μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στον πατέρα του εναγομένου, Κ. ... - αδελφό του, την νομή, κατοχή και κυριότητα όλων των εντός του επιδίκου ακινήτου (αλευρομύλου και ισογείου καταστήματος) υφισταμένων κινητών αντικειμένων και μηχανημάτων (κοινών), που απαριθμούνται λεπτομερώς στο ως άνω συμφωνητικό, αντί του ποσού των 90.000 δραχμών, που έλαβε από τον τελευταίο (πατέρα του εναγομένου) και απεχώρησε από το επίδικο ακίνητο, το οποίο έκτοτε κατείχε μόνο ο πατέρας του εναγομένου, Κ.
Μ. του Δ.. Χαρακτηριστικό είναι και εδώ το γεγονός ότι, και στο ως άνω συμφωνητικό, το επίδικο ακίνητο χαρακτηρίζεται ως δημόσιο κτήμα, με αριθμ. .... Ακολούθως, μετά την δημοσίευση του Ν.Δ ΙΙ08/1972, ο πατέρας της κυρίως παρεμβάσης, Β. ..., υπέβαλε και αυτός αίτηση στην αρμόδια Επιτροπή του νομοθετικού αυτού διατάγματος περί αποδόσεως του ως άνω δημοσίου κτήματος, η οποία, όμως, απορρίφθηκε, δυνάμει της με αριθμ. 15/1973 απόφασης της άνω Επιτροπής, για τον λόγο ότι δεν είχε την κατοχή του ακινήτου, κατά τον χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, όπως εκτίθεται παραπάνω.
Από αυτά τα περιστατικά προκύπτει, ότι και ο πατέρας της κυρίως παρεμβάσας, γνώριζε σαφώς ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκε στην κατηγορία των ακινήτων του "...", γιαυτό και δεν υπέβαλε αίτηση εξαγοράς του, κατά τις διατάξεις του Α.Ν.263/1968 (που χρονικά προηγείτο), αλλά υπέβαλε αίτηση κατά τις διατάξεις του Ν.Δ.1108/1972 "περί αποδόσεως δημευθείσας περιουσίας, ανηκούσας εξ ολοκλήρου εις το Ελληνικό Δημόσιο, και μάλιστα υπέβαλαν τις αιτήσεις τους και οι δύο αδελφοί, σύμφωνα με το Ν.Δ. 1108/1972, με βάση, δημοσίευση σε εφημερίδα του έτους 1972, της ειδήσεως περί δημοσιεύσεως του διατάγματος αυτού, που ρύθμιζε την απόδοση των δημευθέντων περιουσιών (βλ.απόκομμα εφημερίδος "Ελληνικός Βορράς" με ημερομηνία 4-2-1972 και τίτλο "Η απόδοσις εις τους δικαιούχους των δημευθέντων αγροτικών ακινήτων", που προσκομίζει με επίκληση, ο εναγόμενος).
Επίσης, ο εναγόμενος προσκομίζει με επίκληση α)το με αριθμ. πρωτ....-Ι947 έγγραφο της Γενικής Δ/νσεως Βορείου Ελλάδος, προς το Υπουργείο Οικον. Γ. Δ. Δημόσιες περιουσίες - Δ/νσην Δημοσίων Κτημάτων, στο οποίο, το επίδικο ακίνητο (αλευρόμυλος) αναφέρεται ότι ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου, β)το με αριθμ. πρωτ. ...1947 έγγραφο της Γεν.
Δ/νσεως Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών, προς τον Οικονομικό Έφορο Αμυνταίου, στο οποίο το επίδικο αναφέρεται ως ... και αφορά απευθείας εκμίσθωσή του, βάσει των διατάξεων περί διαχειρίσεως δημοσιών κτημάτων (βλ.σχετ. και την με αριθμ…./1981 κοινή ένορκη βεβαίωση μαρτύρων, Ι)Τ. Χ. του Π. και 2)Α.
Ρ. του Κ., δοθείσας ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αμυνταίου Φλώρινας). Από τα παραπάνω, αλλά και το σύνολο των εγγράφων που προσκομίζουν νόμιμα με επίκληση οι διάδικοι, σαφώς προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκει στην κατηγορία των αστικών και αγροτικών ακινήτων, τα οποία κείνται εντός, του κτήματος Αμυνταίου (...) και επομένως δεν κατέστησαν συγκύριοι του κατά ποσοστό 52% το Δημόσιο και 48% οι νομείς και κάτοχοι του (24% ο καθένας), δυνάμει των άρθρων 7-10 του Α.Ν. 263/1968, με τα οποία προβλέφθηκε ρύθμιση της κυριότητας των ακινήτων αυτών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν-ενάγον Ελληνικό Δημόσιο και η κυρίως παρεμβάσα, Ε.
Γ.. Π., το γένος Β. Δ. ..., αλλά, αντίθετα, πρόκειται για δημόσιο κτήμα, το οποίο περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, δυνάμει της παραπάνω αναφερομένης απόφασης με αριθμ.70/1945 και του πρωτοκόλλου καταλήψεως δημοσίου κτήματος (αλευρόμυλου) με ημερομηνία 19-12-1945, και το οποίο νόμιμα παραχωρήθηκε από αυτό, βάσει του Ν.Δ. 1108/1972, με την με αριθμ…./1973 απόφαση της Ειδικής Επιτροπής του διατάγματος αυτού, στον πάτερα του εναγομένου, ο οποίος μετέγραψε, όπως προαναφέρθηκε, την απόφαση αυτή νόμιμα (μαζί με την συμπληρωματική αυτής, απόφαση, με αριθμ. 21/1979) και κατέστη νόμιμα κύριος του επιδίκου ακινήτου.
Ήδη αποκλειστικός κύριος αυτού, ως κληρονόμος του πατέρα του, Κ. ..., δυνάμει της από ...1976 ιδιογράφου διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το με αριθμ. 126/21-11-1985 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας,την οποία αποδέχθηκε με την με αριθμ..../1987 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Φλώρινας, Χρήστου Τατζηχριστού, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμυνταίου - Φλώρινας, στον τόμο 213 και με αυξ.αριθμ.35, στις 4-5-1987, καθώς και δυνάμει των με αριθμ. ...
και .../7-4-1987 συμβολαίων δωρεάς ακινητού εν ζωή του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ίδιου Υποθηκοφυλακείου, στον τόμο 213 και με αυξ.αριθμ.36 και 37, αντίστοιχα, στις 4-5-1987, με τα οποία οι αδελφές του εναγομένου, Μ. και Ε. ..., καθώς και οι αδελφοί του, Δ. και Π. ..., συγκληρονόμοι του, δώρησαν τα κληρονομικά μερίδιά τους επί του επιδίκου ακινήτου, σ'αυτόν, είναι ο εναγόμενος και καθού η κύρια παρέμβαση, Β. ...
του Κ.
Συνεπώς, κατά παραδοχήν της σχετικής (νόμιμη) ένστασής του περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, που αποκτήθηκε με τον παραπάνω παράγωγο τρόπο, ως ουσιαστικά βάσιμης, πρέπει να απορριφθούν τόσο η αγωγή όσο και η κύρια παρέμβαση ως ουσιαστικά αβάσιμες.". Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως το αναιρεσείον αιτιάται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διότι κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεώς του εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 7 του α.ν. 263/1968, 3 και 8 του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (οθΝπΓαιών) και δέχθηκε ότι ο παππούς του πρώτου αναιρεσιβλήτου υπήρξε κύριος του ενδίκου ακινήτου χωρίς να προσκομισθεί απόδειξη περί του γεγονότος αυτού επιπλέον δε στέρησε παντελώς την απόφασή του από αιτιολογία σχετιζομένη με την παραδοχή αυτή.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, καθόσον μεν επιχειρείται να θεμελιωθούν στο άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι, καθόσον δε επιχειρείται (ο δεύτερος εξ αυτών και μάλιστα κατά το ένα σκέλος του) και στην περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές του, δεν έκρινε εφαρμοστέους στην υπόψη περίπτωση τους α.ν. 263/1968 και οθΝπΓαιών, τους οποίους και δεν εφήρμοσε, αλλά άλλο νόμο (το ν.δ. 1108/1972) για την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου, ενόψει των ως άνω παραδοχών, ουδεμία πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο.
Περαιτέρω, καίτοι το αναιρεσείον αιτιάται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι δέχθηκε ουσιώδη πραγματικά περιστατικά χωρίς απόδειξη, παραλείπει να αναφέρει ότι η σχετική αιτίαση προβλήθηκε με λόγο της από 23.12.1996 εφέσεώς προς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ενόψει της αντίστοιχης ουσιαστικής παραδοχής του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ενώ δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562§1 του Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεώς του, το αναιρεσείον αιτιάται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διότι αυτό με την προσβαλλομένη απόφασή του εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε το άρθρο μόνο του α.ν. 261/1968 περαιτέρω δε, κατά την εφαρμογή του, δεν διέλαβε στην αυτή απόφασή του αιτιολογίες, άλλως δε οι διαληφθείσες αιτιολογίες του είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και, ως εκ τούτου, είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ερμήνευσε, αλλά και δεν εφήρμοσε το άρθρο μόνο του ως άνω α.ν. , το οποίο, άλλωστε, δεν αναφέρει στο σκεπτικό του. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διηγηματικά, κατά την παράθεση των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, περιέλαβε, δια βραχέων, το σκεπτικό του διοικητικού δικαστηρίου το οποίο, μετά από προσφυγή του πατέρα του αναιρεσείοντος, ακύρωσε την, ανακλητική της υπ' αριθμ. 15/1973 αποφάσεως της Επιτροπής του άρθρου 21 του ν.δ. 1108/1972 του Νομού Φλώρινας, υπ' αριθμ. 1/1980 απόφαση της αυτής Επιτροπής.
Άλλωστε ισχυρισμός περί της νομιμότητας της υπ' αριθμ. 1/1980 αποφάσεως της ως άνω Επιτροπής ανακλητικής της υπ' αριθμ. 15/1973 αποφάσεως αυτής ουδόλως είχε διατυπωθεί από το αναιρεσείον στην από 12.09.1994 αγωγή του, στις από 08.03.1995 προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλ' ούτε και στην από 23.12.1996 έφεσή του διατυπώθηκε δε, απαραδέκτως, στις από 08.01.2002, προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.
Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτού (πρώτου των αναιρεσιβλήτων), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.
Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.07.2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 248/2003 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ