2/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 119/2019).Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Full text
Απόφαση 2 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Β. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Σουβατζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. συζύγου Α. Π., το γένος Κ. Σ., κατοίκου ..., 2) Ν. Τ. ή Τ. του Ε., κατοίκου …, 3) Λ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 4) Τ. Κ. του Σ., κατοίκου ... και 5) Ν. Κ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-01-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6042/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2951/2017 του Εφετείου Αθηνών. Στη συνέχεια ασκήθηκε η από 4-10-2017 ανακοπή ερημοδικίας, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 9/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της 9/2019 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, της 2951/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών καθώς και της 6042/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-6-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπόμενου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1211/2021, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1130/2020).
Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 119/2019).Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος, κατά την μετ' αναβολή συζήτηση, διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, για να παραστεί σ' αυτήν, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και, επομένως, δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1601/2017).
Εξάλλου, σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του.
Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντιθέτως, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης κλπ προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 1130/2020, ΑΠ 24/2016, ΑΠ 1695/2011).
Περαιτέρω, με το άρθρο 83 παρ. 2 ν. 4790/2021 (ΦΕΚ Α'48) ορίστηκαν τα εξής: "2.Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, δηλαδή μέχρι και τις 5-4-2021, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.
Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".
Με την προαναφερόμενη διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων, που ματαιώθηκαν, κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην, όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας, κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο, κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής.
Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 1130/2020, ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1601/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου η κρινόμενη από 5-6-2019 αίτηση, με την οποία ζητείται η αναίρεση α) των υπ' αριθ. 9/2019 και 2951/2017 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και β) της υπ' αριθ. 6042/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της οποίας η συζήτηση, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο στις 22-2-2021, ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, με βάση την Δ1α/Γ.Π.οικ.9147 ΚΥΑ Υπουργών EΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ - ΥΓΕΙΑΣ - ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΦΕΚ 534Β'/10-2-2021), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 5 και 11 της από 11-3-2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "Κατεπείγοντα μέτρα αντιμετώπισης των αρνητικών συνεπειών της εμφάνισης του κορωνοϊού COVID-19 και της ανάγκης περιορισμού της μετάδοσής του" (ΦΕΚ Α' 55), επαναπροσδιορίστηκε δε, αυτεπαγγέλτως, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με την από 12-5-2021 πράξη του προέδρου του Α2 πολιτικού τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, με αριθμό 37, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, ενώ προς ενημέρωση των διαδίκων η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr, στο site του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Όμως, κατά την ως άνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ούτε και εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ δεν υποβλήθηκε η από το άρθρο 242 ΚΠολΔ σχετική δήλωση. Από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. 8571 Ε/1-8-2019, 8586 Ε/1-8-2019, 8629 Ε/5-8-2019 και 8587 Ε/1-8-2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Α.
Δ., με τις συνημμένες στην πρώτη από αυτές από 1-8-2019 απόδειξη εγχείρησης του θυροκολληθέντος εγγράφου στο A.T. Παπάγου Χολαργού και από 1-8-2019 βεβαίωση παραλαβής του ταχυδρομικού υπαλλήλου του Πρακτορείου των ΕΛ.ΤΑ Κ. Φ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της, 22-2-2021, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση της υπόθεσης και επαναπροσδιορίστηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως, στους πρώτη, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ).
Επομένως, αφού αυτοί δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, πρέπει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Όσον αφορά το δεύτερο αναιρεσίβλητο, από την υπ' αριθ. 8573 Ε/1-8-2019 έκθεση επίδοσης του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή προκύπτει ότι η προς αυτόν επίδοση της αίτησης αναίρεσης, για την αρχικώς ορισθείσα ανωτέρω δικάσιμο, ματαιώθηκε, λόγω μη ανεύρεσής του στη διεύθυνση, που αναζητήθηκε.
Επομένως, αφού δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, πρέπει μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα να χωριστεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ.β' ΚΠολΔ, ως προς αυτόν, δοθέντος ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων που επισκοπούνται παραδεκτώς, οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά δε το επόμενο άρθρο 554, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι προσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής.
Σύμφωνα με την πρώτη των ως άνω διατάξεων η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματός του να ασκήσει ανακοπή.
Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση αφότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Έτσι, η εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής αναστέλλει την έναρξη της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, η οποία επαναρχίζει αφότου επιδοθεί η απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 905/2019, ΑΠ 243/2017).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων άρθρων 553 παρ. 1 και 524 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους και, επομένως, στην περίπτωση αυτή προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνο η μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας απόφαση του Εφετείου στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη.
Έτσι τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους που προβάλλονται παραδεκτώς (ΟλΑΠ 16/1990). Στην προκείμενη περίπτωση η ένδικη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται α) κατά της εκδοθείσας, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 6042/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των πρώτης, δευτέρου και τρίτου των εναγομένων, ως μη νόμιμη, κατά τη θεμελίωσή της, σε ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1400 ΑΚ και, των διατάξεων του άρθρου 6 του ν. 3719/2008 και κατ' ουσίαν, κατά την επικουρική θεμελίωσή της, στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, και έκανε δεκτή την αγωγή, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των τετάρτου και πέμπτου των εναγομένων, κατά την επικουρική θεμελίωσή της, στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, λόγω της ερημοδικίας τους, β) κατά της εκδοθείσας, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 2951/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν, λόγω ερημοδικίας του αναιρεσείοντος, την από 2-4-2015 έφεση αυτού κατά της πρωτόδικης απόφασης κατά το κεφάλαιο αυτής, με το οποίο είχε απορριφθεί η αγωγή του κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των πρώτης, δευτέρου και τρίτου των εναγομένων, και έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία την από 8-4-2014 έφεση των τετάρτου και πέμπτου των εναγομένων (ήδη τετάρτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων) και αφού εξαφάνισε, κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ, την πρωτόδικη απόφαση, μόνον κατά το κεφάλαιο αυτής, που είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των τελευταίων, κράτησε την υπόθεση και απέρριψε αυτήν και γ) κατά της εκδοθείσας, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 9/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν, την από 4-10-2017 ανακοπή ερημοδικίας του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 2951/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με βάση τα προεκτεθέντα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 6042/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρο 577 ΚΠολΔ), διότι η απόφαση αυτή, μετά την κατ' ουσίαν απόρριψη της από 2-4-2015 έφεσης του ενάγοντος ενσωματώθηκε στην εφετειακή (2951/2017) απόφαση, καθό μέρος στρεφόταν κατά της πρώτης, του δευτέρου και του τρίτου των εναγομένων, ενώ μετά την παραδοχή της από 8-4-2014 έφεσης των τετάρτου και πέμπτου των εναγομένων κατ' ουσίαν εξαφανίστηκε, κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ, καθό μέρος στρεφόταν κατ' αυτών και έπαυσε να υπάρχει.
Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, πρέπει, να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Α. ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ 9/2019 ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ.
Κατά το άρθρο 501 του ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης, που έχει εκδοθεί ερήμην, επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Ως ανωτέρα βία νοείται κάθε ανυπαίτιο και απρόβλεπτο γεγονός εξαιρετικής φύσεως, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αναμενόταν και ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΟλΑΠ 29/1992).
Ειδικότερα, ως ανωτέρα βία, στο πεδίο του δικονομικού δικαίου, νοείται κάθε τυχαίο και ανυπαίτιο γεγονός, παρακωλυτικό της εμφάνισης του διαδίκου στο ακροατήριο και της συμμετοχής του στην εκδίκαση της υπόθεσής του, το οποίο ήταν εξαιρετικό και απρόβλεπτο και δεν μπορούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποτραπεί από αυτόν ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης.
Με την έννοια αυτή η ανώτερη βία, αξιολογούμενη στο χώρο του δικονομικού δικαίου, ταυτίζεται κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, από την οποία διαφοροποιείται μόνον κατά τις συνέπειες: Η δικονομική ανωτέρα βία οδηγεί σε επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με αντίστοιχη ανατροπή της κυρώσεως που προκάλεσε η παραβίαση συγκεκριμένου δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο η ανωτέρα βία λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη.
Επομένως, στο χώρο του δικονομικού δικαίου συνιστά ανωτέρα βία η κατάσταση αδυναμίας του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου να ανταποκριθούν σε κάποιο δικονομικό βάρος τους, παρά την εκ μέρους τους καταβολή της οφειλόμενης (εξειδιασμένης) προσοχής και επιμέλειας, με αποτέλεσμα η σχετική διαδικαστική πράξη τους να πάσχει από ακυρότητα ή να είναι απαράδεκτη.
Ως προς αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς με λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Όμως, η συνδρομή αυτής καθ' εαυτής της ανωτέρας βίας, δηλαδή η εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας από το δικαστήριο της ουσίας, ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου, για να διαπιστωθεί, εάν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο υπόψη δικόγραφο ή αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεδειγμένα, δικαιολογούν την κρίση του ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός συνιστά ή όχι ανωτέρα βία, στο πλαίσιο ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην έννοια αυτή (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 1540/2017, ΑΠ 741/2016, ΑΠ 219/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την από 4-20-2017 ανακοπή ερημοδικίας ζήτησε την εξαφάνιση της υπ' αριθ. 2951/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας επί αντιθέτων εφέσεων, κατά της υπ' αριθ. 6042/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με ερημοδικούντα τον αναιρεσείοντα και επί των δύο εφέσεων α) απέρριψε την από 2-4-2015 έφεση του αναιρεσείοντος κατ' ουσίαν, λόγω της ερημοδικίας του και β) έκανε δεκτή την από 8-4-2014 έφεση των τετάρτου και πέμπτου των αναιρεσίβλητων, κατ' ουσίαν, κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ, προβάλλοντας ότι η ερημοδικία του οφειλόταν σε ανωτέρα βία, διότι κατά τη συζήτηση των ανωτέρω εφέσεων, κατά τη δικάσιμο της 1-12-2016, δεν εμφανίστηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Βαλάσης, λόγω αιφνίδιας ασθένειάς του, ειδικότερα δε, ενώ μετέβαινε με το αυτοκίνητό του από την ...
στην …, για να παραστεί στο δικαστήριο, ευρισκόμενος στην περιοχή των ..., περί ώρα 08:00', αισθάνθηκε δυσφορία, προκάρδιο άλγος και σκοτοδίνη και με δυσκολία ακινητοποίησε το όχημά του, μεταφερθείς από παρευρισκόμενους στο Κέντρο Υγείας ..., όπου διαπιστώθηκαν ενδείξεις εμφράγματος, του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή και περί ώρα 10:30'ανέκτησε μερικώς τις αισθήσεις του, μη δυνηθείς να παραστεί στο δικαστήριο, ούτε να ανεύρει κάποιον συνάδελφό του προς ενημέρωση του δικαστηρίου και υποβολή αιτήματος αναβολής.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (9/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών), προκύπτει ότι, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα, έγιναν δεκτά τα εξής: " ... Σχετικώς προσκομίζεται βεβαίωση υπό ημερομηνία 2-10-2017 του Κέντρου Υγείας ..., υπογραφόμενη από τον ιατρό Α. Δ.. Με αυτή βεβαιώνεται η εξέταση του Δ.
Β. την 1-12-2016 κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι πάσχει από λιποθυμικό επεισόδιο λόγω υπερτασικής κρίσης. Η βεβαίωση αυτή αμφισβητήθηκε έντονα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των καθών, αναιρεσιβλήτων (Φώτιο Φακά), ο οποίος, πέραν της προσωπικής έρευνας, προσέφυγε µε αίτημα στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και έχει λάβει α) το υπ' αριθμό πρωτοκόλλου 1798/17-11-2017 έγγραφο του Κέντρου Υγείας ..., όπου αναφέρεται ότι "Σύμφωνα µε τα τηρούμενα στην υπηρεσία µας στοιχεία και ύστερα από εξονυχιστικό έλεγχο, την 01-12-2016 δεν βρέθηκε εγγραφή που να αναφέρει το όνομα του κ.
Δ. Β.".... β) µε αριθμό πρωτοκόλλου 461/25-4-2018 έγγραφο από το ίδιο Κέντρο Υγείας ..., όπου αναφέρεται ότι "Σας ενημερώνουμε ότι σύμφωνα µε τα στοιχεία της υπηρεσίας µας και μετά από ενδελεχή έλεγχο στα Βιβλία Κίνησης Ασθενών του Κ.Υ. ..., δεν βρέθηκε εγγραφή αναφερόμενη στον κ. Δ. Β. στις 01-12-2016". Ο ανακόπτων (αναιρεσείων), λαβών γνώση της αμφισβήτησης, προσκομίζει και την όμοιου περιεχομένου υπ' αριθμό πρωτοκόλλου .../30.4.2018 βεβαίωση του Κέντρου Υγείας ..., υπογραφόμενη από τον ίδιο ιατρό Α.
Δ., που βεβαιώνει ότι "ο ασθενής Β. Δ. του Ι. ετών 52 εξετάσθηκε την 1.12.2016 µε αύξοντα αριθμό ... του βιβλίου ιατρείου του γραφείου µου, βρέθηκε πάσχων από λιποθυμικό επεισόδιο λόγω υπερτασικής κρίσης...παρέμεινε μέχρι βελτίωσης και εξήλθε με τις ανάλογες οδηγίες". Στην προσθήκη των προτάσεών του ο ανακόπτων αναφέρεται στην αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων, ονομάζοντας έτσι τις βεβαιώσεις που προσκομίζει για την εξέταση του Δ.
Β., επισημαίνοντας ότι αυτή ανατρέπεται μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών. Όμως, εν τοιαύτη περιπτώσει, τα ίδια ισχύουν και για τις βεβαιώσεις που προσκομίζονται από την άλλη πλευρά, για το ότι δηλαδή ουδεμία εγγραφή έχει καταχωρηθεί για ασθενή Δ. Β. στο Κέντρο Υγείας ... την 1-12-2016. Άλλα στοιχεία σχετικά με το ζήτημα αυτό δεν προσκομίζονται ούτε προτάθηκε προς εξέταση κάποιος μάρτυρας.
Δεν μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ως αποδεδειγμένο ούτε αυτό καθ' εαυτό το επικαλούμενο από τον ανακόπτοντα έκτακτο και απρόβλεπτο πρόβλημα υγείας του πληρεξουσίου του δικηγόρου κατά την παραπάνω κρίσιμη ημέρα και ώρα ούτε, πολύ περισσότερο, σε καταφατική περίπτωση, η σοβαρότητα και η διάρκεια του επικαλούμενου προβλήματος, όπως και ο βαθμός επιδράσεώς του στη δυνατότητα αναλήψεως (εκ μέρους του φερομένου ως ασθενήσαντος πληρεξουσίου δικηγόρου του ανακόπτοντος) πρωτοβουλιών επικοινωνίας, ώστε, με το κατάλληλο και πρόσφορο μέσο, να ειδοποιήσει και εξουσιοδοτήσει κάποιον συνάδελφό του για να εκπροσωπήσει τον εντολέα του στη δίκη, προκειμένου είτε να συζητηθεί η υπόθεση είτε να διαβιβασθεί προς το Δικαστήριο αίτημα αναβολής για τον λόγο ανώτερης βίας, που υποστηρίζεται εν προκειμένω ότι είχε ανακύψει στο πρόσωπό του... ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, με κύρια και επικουρική αιτιολογία, ότι δεν πιθανολογήθηκε η βασιμότητα του μοναδικού λόγου της ανακοπής ερημοδικίας και απέρριψε την ανακοπή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, ως προς την έννοια της ανώτερης βίας, ως λόγο ανακοπής ερημοδικίας και, ορθά, συνεπώς, απέρριψε την ανακοπή, αφού, σύμφωνα με την κύρια αιτιολογία, δεν αποδείχθηκε ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος αντιμετώπισε απρόβλεπτο πρόβλημα υγείας, ενώ, όσον αφορά την επικουρική, πράγματι, με βάση τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η επικαλούμενη αιφνίδια ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος το πρωί της δικασίμου (1-12-2016), δεν συνιστά περίπτωση ανώτερης βίας, εξαιτίας της οποίας δεν είχε τη δυνατότητα να εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, προκειμένου είτε να συζητηθεί η υπόθεση είτε να υποβληθεί σχετικό αίτημα αναβολής.
Επομένως, ο προαναφερόμενος δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, είναι αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ ισχύει, κατά κανόνα, το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικώς μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).
Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ` άρθρο 340 ΚΠολΔ, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που δεσμευτικώς ορίζει γι' αυτό ο νόμος, και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 175/2019, ΑΠ 328/2018).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 438 και 440 ΚΠολΔ, οι ιατρικές βεβαιώσεις ή γνωματεύσεις είναι δημόσια έγγραφα, εφόσον εκδίδονται από ιατρό που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία και συνεπώς για όσα βεβαιώνονται σ' αυτές ότι έγιναν από τον ιατρό που τις συνέταξε ή ενώπιον αυτού μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, έχουν δεσμευτική αποδεικτική δύναμη, δηλαδή αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, ενώ για όσα βεβαιώνονται σ' αυτές, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους, αποτελούν επίσης πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη και χωρίς την προσβολή τους ως πλαστών.
Κατά την έννοια αυτή αποτελούν δημόσια έγγραφα οι προερχόμενες από δημόσιο νοσοκομείο ιατρικές βεβαιώσεις ή γνωματεύεις και παρέχουν έτσι πλήρη απόδειξη, η οποία μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών μπορεί να ανατραπεί, ως προς το βεβαιούμενο σ' αυτές γεγονός της εξέτασης συγκεκριμένου ασθενούς από τον συντάκτη τους ιατρό και επίσης ως προς το τυπικό περιεχόμενο της διάγνωσής του και την υποδειχθείσα από αυτόν θεραπευτική αγωγή.
Ως προς την εκφερόμενη όμως με τη διάγνωση του ιατρού αυτή καθ' εαυτή την επιστημονική εκτίμηση και γνώμη του οι ως άνω ιατρικές βεβαιώσεις ή γνωματεύσεις εκτιμώνται, ακόμη και ως προς τις επιπτώσεις που τα αναφερόμενα σε αυτές ευρήματα έχουν στην πνευματική και σωματική κατάσταση του ασθενούς, ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρ. 340 ΚΠολΔ, όπως άλλωστε ισχύει, σύμφωνα με τα άρθρ. 387 και 390 ΚΠολΔ, και για τις γνωμοδοτήσεις των ιατρών πραγματογνωμόνων που διόρισε το δικαστήριο ή για τις γνωμοδοτήσεις ιατρών, που έχουν ειδικές επιστημονικές γνώσεις και συντάχθηκαν με αίτηση διαδίκου (ΑΠ 683/2013, ΑΠ 353/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση, προβάλλει την από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο (9/2019 απόφαση), για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος, όσον αφορά το ζήτημα της εξέτασης του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Δ. Β., στο Κέντρο Υγείας ..., στις 1-12-2016, δέχθηκε ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποδεδειγμένο το γεγονός αυτό, παρότι αυτό (γεγονός) βεβαιώνεται στην υπογεγραμμένη από τον ιατρό Α.
Δ. υπ' αρ. πρωτ. .../30-4-2018 βεβαίωση του Κέντρου Υγείας ..., στην οποία ρητώς αναγράφεται "...ο Β. Δ. του Ι. ... εξετάσθηκε κατά την 1-12-2016 µε αύξοντα αριθμό ... του βιβλίου ιατρείου του γραφείου µου, βρέθηκε πάσχων από λιποθυμικό επεισόδιο λόγω υπερτασικής κρίσης...παρέμεινε μέχρι βελτίωσης και εξήλθε με τις ανάλογες οδηγίες".
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι, προεχόντως, απαράδεκτος ως αλυσιτελής, αφού, όπως αναφέρθηκε, το Εφετείο απέρριψε τον περί ανωτέρας βίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και με την επικουρική αιτιολογία, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ακόμη και στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος αντιμετώπισε το επικαλούμενο απρόβλεπτο πρόβλημα υγείας δεν αποδείχθηκε ότι η σοβαρότητα και η διάρκεια αυτού ήταν τέτοια που καθιστούσε αδύνατη την εκπροσώπηση του αναιρεσείοντος από άλλο πληρεξούσιο δικηγόρο, προκειμένου είτε να συζητηθεί η υπόθεση είτε να υποβληθεί σχετικό αίτημα αναβολής και, ως εκ τούτου, το αποδιδόμενο σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την αποδεικτική δύναμη του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, το οποίο προσκομίστηκε προς απόδειξη της εξέτασης του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος στο Κέντρο Υγείας ..., στις 1-12-2016, ουδεμία επίδραση άσκησε στην έκβαση της δίκης σχετικά με το έτερο ουσιώδες ζήτημα, δηλαδή αν το πρόβλημα υγείας ήταν τέτοιας σοβαρότητας, ώστε να συνιστά ή όχι λόγο ανώτερης βίας, ως προς το οποίο το Εφετείο, εκτιμώντας νομίμως την ως άνω ιατρική βεβαίωση ελεύθερα με τις υπόλοιπες αποδείξεις, χωρίς να παραβιάσει τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα τους ορισμούς των άρθρων 438 και 440 του ΚΠολΔ, σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων, κατέληξε σε πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, κρίση για την οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν προβάλλεται λόγος αναίρεσης.
Ανεξαρτήτως αυτού, η προβαλλόμενη αιτίαση δεν στοιχειοθετεί τον παραπάνω αναιρετικό λόγο, διότι τα υποστηριζόμενα ότι από το επικαλούμενο έγγραφο συνάγεται αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που έγινε δεκτό πλήττει την, κατά το άρθρο 561παρ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση του αποδεικτικού μέσου (βεβαίωση του Κέντρου Υγείας ..., με αρ.
πρωτ. .../30-4-2018), που είναι ισοδύναμο με τα λοιπά δημόσια έγγραφα (έτερες βεβαιώσεις του ιδίου Κέντρου Υγείας ..., με αριθ. πρωτ. 1798/17-11-2017 και 461/25-4-2018), σε κάθε δε περίπτωση, η απόδοση σε ένα από τα ισοδύναμα, όπως είναι οι βεβαιώσεις του άνω Κ.Υ., αποδεικτικά μέσα, μεγαλύτερης βαρύτητας και αξιοπιστίας από ότι σε ένα άλλο, ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, όπως τούτο συνάγεται από την καθιερώνουσα την αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 907/2006, ΑΠ 2073/2014, ΑΠ 1031/2014).
Επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο προαναφερόμενος πρώτος από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, είναι απαράδεκτος. Β. ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ 2951/2017 ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, όταν προσδίδεται στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή έννοιά του, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε ανέλεγκτα το Δικαστήριο στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (Ολ ΑΠ 8/2006, ΑΠ 1182/2020, ΑΠ 150/2015).
Στο πλαίσιο της δικαστικής διάγνωσης μιας διαφοράς η χρησιμοποίηση της μεθόδου της αναλογίας νόμου προϋποθέτει, αφενός μεν, την ύπαρξη ακούσιου κενού ως προς τη νομοθετική ρύθμιση μίας συγκεκριμένης βιοτικής σχέσεως, δηλαδή την κατάλειψη αυτής αρρύθμιστης, αφετέρου δε, την ομοιότητα της εν λόγω βιοτικής σχέσεως, κατά τα ουσιώδη σημεία της, με άλλη νομοθετικώς ρυθμισμένη.
Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει κενό που να απαιτεί συμπλήρωση με αναλογία, δηλαδή με προσφυγή σε έναν άλλο κανόνα δικαίου, όταν ο νομοθέτης άφησε μία περίπτωση αρρύθμιστη είτε διότι δεν τον ενδιέφερε η ρύθμισή της είτε, κατά μείζονα λόγο, διότι δεν επιθυμούσε να τη ρυθμίσει. Εξάλλου, το άρθρο 1400 παρ. 1 ΑΚ, το οποίο έχει ενταχθεί στο αναφερόμενο στις σχέσεις των συζύγων από το γάμο τέταρτο κεφάλαιο του ιδίου Κώδικα, ορίζει ότι "αν ο γάμος λυθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή".
Από τη διάταξη αυτή, αποσκοπούσα στην προστασία του συζύγου με τη μικρότερη αύξηση της περιουσίας, δηλαδή, κατά κανόνα του οικονομικώς ασθενεστέρου και, περιέχουσα, ως εκ τούτου, κανόνα αναγκαστικού δικαίου, συνάγεται ότι η εφαρμογή της προϋποθέτει τέλεση γάμου και, άρα, στο ρυθμιστικό της πεδίο εμπίπτει μόνο η αξίωση του ενός συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου (συζύγου).
Αναλογική εφαρμογή αυτής της ρύθμισης στη λεγόμενη ελεύθερη (εκτός γάμου) ένωση δύο ετερόφυλων προσώπων δεν είναι δυνατή, καθόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναλογίας. Ειδικότερα, κατά τη θέσπιση της κρίσιμης ρύθμισης, ο νομοθέτης, επιθυμώντας την υπαγωγή σε αυτή μόνο της έγγαμης σχέσεως, απέφυγε ηθελημένως όμοια ή ανάλογη ρύθμιση και της ελεύθερης ενώσεως, μολονότι τη γνώριζε ως υπάρχουσα de facto κατάσταση.
Μεταξύ των δύο περιπτώσεων άλλωστε υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές, ως προς τη σύσταση, τη λειτουργία, τη λύση, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις, τις δεσμεύσεις κλπ και, ως εκ τούτου, η ελεύθερη ένωση, μη υπαγόμενη στο νομικό καθεστώς του γάμου, δεν επιφέρει τις έννομες συνέπειές του, ενόψει μάλιστα και του ότι οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι, αρνούμενοι να τελέσουν γάμο, δεν θέλησαν να υπαχθούν γενικώς στις διατάξεις που ρυθμίζουν το γάμο (ΑΠ 874/2008).
Είναι όμως δυνατή η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αν σε συγκεκριμένη περίπτωση ελεύθερης συμβίωσης συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των (ΑΠ 1926/2013). Ο νομοθέτης για πρώτη φορά ρύθμισε τα θέματα των περιουσιακών σχέσεων ατόμων συμβιούντων σε ελεύθερη (εκτός γάμου) σχέση με το άρθρο 6 του ν. 3719/2008, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 2 αυτού.
Οι διατάξεις του νόμου αυτού δεν έχουν αναδρομική ισχύ (άρθρο 29 αυτού), ώστε δεν τίθεται ζήτημα "επιγενόμενου κενού" αλλά για ηθελημένη κατάληψη αρρύθμιστων των προηγουμένων σχέσεων (ΑΠ 206/2011). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.
Η υποχρέωση αυτή υπάρχει ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή για αιτία μη επακολουθήσασα ή λήξασα ή παράνομη ή ανήθικη". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή ο πλουτισμός απαιτείται να επήλθε "χωρίς νόμιμη αιτία", δηλαδή να είναι αδικαιολόγητος. Κρίσιμο δηλαδή στοιχείο είναι η νόμιμη αιτία του πλουτισμού. Αιτία ειδικότερα είναι ο σκοπός τον οποίο επιδιώκει με την παροχή του ο δότης, η αποτυχία δε του σκοπού αυτού επιφέρει την έλλειψη της αιτίας (ΑΠ 1356/1992).
Το άρθρο 904 ΑΚ δεν λύνει από μόνο του το ζήτημα πότε υπάρχει ή δεν υπάρχει νόμιμη αιτία. Απόκειται στον εφαρμοστή του δικαίου να το καθορίσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές διατάξεις του νόμου στις οποίες σιωπηρά παραπέμπει η 904 ΑΚ, σε συνδυασμό με το σκοπό του δικαίου του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Περαιτέρω, είναι δεδομένο της κοινής πείρας, ότι στα πλαίσια της ελεύθερης συμβίωσης προσώπων οι συνήθεις παροχές του καθ` ημέραν κοινού βίου εκ μέρους του ενός προς τον άλλον γίνονται από ελευθεριότητα και χωρίς πρόθεση λήψεως ανταλλάγματος και, συνεπώς, δεν γεννάται αξίωση προς απόδοση του πλουτισμού του λήπτη, διότι στην περίπτωση αυτή ο πλουτισμός αυτού και η μείωση ή η μη επαύξηση της περιουσίας του δόντος δεν είναι αδικαιολόγητη, δηλαδή χωρίς νόμιμη αιτία, αφού υπάρχει τότε η νόμιμη αιτία της χωρίς αντάλλαγμα παροχής, αντικείμενο της οποίας μπορεί να είναι και υπηρεσίες πάσης φύσεως (ΑΠ 351/1993).
Δεν ισχύει όμως το ίδιο, και μάλιστα ως γενικός κανόνας, όταν πρόκειται για παροχές περιουσιακών στοιχείων μεγάλης αξίας, οι οποίες ευλόγως προϋποθέτουν και έχουν ως βάση και "θεμέλιο" την συμβιωτική σχέση των ατόμων (χωρίς φυσικά να αποκλείεται η ελευθεριότητα και στις παροχές αυτές σε συγκεκριμένες περιπτώσεις).
Ειδικότερα, κύριο χαρακτηριστικό της συμβίωσης είναι ότι αυτή λύεται ελευθέρως οποτεδήποτε από εκάτερο των προσώπων, ενώ ο γάμος λύεται είτε με το θάνατο ενός των συζύγων, είτε με την έκδοση αμετάκλητης περί διαζυγίου απόφασης. Στην περίπτωση, εξάλλου, που κατά τη διάρκεια της ελεύθερης συμβίωσης υπήρξε βελτίωση της περιουσίας (πλουτισμός) του ενός των προσώπων, που συζούν, από την περιουσία του ετέρου εξ αυτών, η οποία βελτίωση (πλουτισμός) έλαβε χώρα είτε με την προοπτική κάποιου μελλοντικού γάμου, είτε στο πλαίσιο της "κοινωνίας βίου", και στη συνέχεια η ελεύθερη συμβίωση λύθηκε, τότε εκλείπει η θεμελιώδης αιτία, χάριν της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και, συνεπώς, μπορεί να αναζητηθεί ο πλουτισμός κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις (ΑΠ 946/1997, ΑΠ 1377/1989, ΑΠ 50/1995).
Δηλαδή, εάν εξ αφορμής της εξώγαμης συμβίωσης δημιουργήθηκε σύνδεσμος εμπιστοσύνης με ειδικότερο περιεχόμενο την προσφορά υπηρεσιών ή παροχών από τον ένα σύντροφο στον άλλο και υπό την προϋπόθεση κάποιου όχι ορισμένου αλλά οριστού περιουσιακού ανταλλάγματος (π.χ. οικονομικής εξασφάλισης για το μέλλον) ή μελλοντικού γάμου, και στον παρασχόντα τις υπηρεσίες ή τις παροχές στον άλλο σύντροφο δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι παρέχει τις υπηρεσίες αυτές ή την παροχή για μελλοντική του εξασφάλιση (δηλαδή με την προσδοκία γάμου ή μελλοντικής εξασφάλισης), η αθέτηση και γενικώς η λήξη του συνδέσμου εμπιστοσύνης, ως νόμιμης αιτίας, στηρίζει την αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού, η οποία γεννάται τη χρονική στιγμή της διάρρηξης του συνδέσμου εμπιστοσύνης, οπότε ο δότης δικαιούται να αναζητήσει όσα κατέβαλε στον σύντροφό του (βλ.
σημείωση υπό την ΑΠ 194/1990, ΝοΒ 39.511). Συγκεκριμένα, στην εξώγαμη συμβίωση, για να γίνει δεκτή η αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού πρέπει να αναφέρεται και να αποδεικνύεται όχι μόνον η ύπαρξη κοινωνίας βίου, αλλά και η ανταποδοτική βάση των εκατέρωθεν συμβολών, ότι δηλαδή εξ αφορμής αυτής δημιουργήθηκε σύνδεσμος εμπιστοσύνης με ειδικότερο περιεχόμενο την προσφορά υπηρεσιών ή παροχών από τον ενάγοντα σύντροφο στον άλλο και υπό την προϋπόθεση συγκεκριμένου περιουσιακού ανταλλάγματος ή μελλοντικού γάμου και ότι λόγω περατώσεως του συνδέσμου εμπιστοσύνης (λύσης της συμβίωσης είτε αυθαίρετα εκ μέρους του εναγόμενου, είτε λόγω θανάτου), γεννήθηκε η αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, είτε για αιτία λήξασα (όταν ο σύνδεσμος εμπιστοσύνης είχε στηριχθεί στη μονιμότητά της), είτε για αιτία μη επακολουθήσασα (όταν οι παροχές δίνονταν με την πεποίθηση μελλοντικού οικονομικού ανταλλάγματος).
Περαιτέρω, εάν η λύση της ελεύθερης συμβίωσης οφείλεται στο θάνατο του πλουτίσαντος προσώπου, η ως άνω αξίωση εκ μέρους του επιζώντος συντρόφου απευθύνεται πλέον κατά των κληρονόμων του άλλου για περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν από την περιουσία του θανόντος (ΑΠ 1751/2014, ΑΠ 1926/2013, ΑΠ 194/1990, ο.π.), καθόσον τόσο η απαίτηση όσο και η υποχρέωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι κληρονομητές (άρθρο 1710 παρ. 1 ΑΚ, ΑΠ 1751/2014).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (2951/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών), προκύπτει ότι, το Εφετείο, αφού έκανε δεκτή την από 8-4-2014 έφεση των ερημοδικασθέντων πρωτοδίκως τετάρτου και πέμπτου των εναγομένων (ήδη τετάρτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων), κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς αυτούς, δικάζοντας δε, στη συνέχεια κατ' ουσία την από 19-1-2010 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία, εκθέτοντας ότι συμβίωνε σε ελεύθερη (εκτός γάμου) σχέση με την Ν.
Τ. από το έτος 1978 έως το θάνατό της, στις 29-10-2008, με εξαίρεση μικρό διάστημα περί τα τέλη του έτους 2002, οπότε η σχέση τους διακόπηκε προσωρινά, και ότι κατά τη διάρκεια της συμβιώσεώς τους η περιουσία εκείνης αυξήθηκε κατά 491.478 ευρώ με δική του συμβολή κατά 50,08%, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι οι άνω εναγόμενοι υποχρεούνται να του καταβάλουν, ως εξ ιδιογράφου διαθήκης κληρονόμοι της άνω αποβιώσασας, το ποσό των 219.610 και 6.156 ευρώ αντίστοιχα, άλλως των 247.747 και 6.940 ευρώ αντίστοιχα, κατά την αναλογία του κληρονομικού μεριδίου του ο καθένας, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1400 ΑΚ και των διατάξεων του άρθρου 6 του ν. 3719/2008 και, επικουρικώς, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη, κατά τη θεμελίωσή της στις διατάξεις του άρθρου 1400 ΑΚ και του άρθρου 6 του ν. 3719/2008 και κατά την επικουρική θεμελίωσή της, στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, κατ' ουσίαν.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, απορρίπτοντας την αγωγή ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις αναφερόμενες παραπάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, εκ των διατάξεων για συμμετοχή στα αποκτήματα και εκ των διατάξεων του άρθρου 6 του ν. 3719/2008, ούτε αυτές των άρθρων 2 παρ. 1, 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Επομένως, ο προαναφερόμενος πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνεπώς, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ως και οι λόγοι έφεσης.
Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" η επίκληση αποδεικτικών μέσων ή του περιεχομένου τους (Ολ ΑΠ 22/2005, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 1148/2019), ή η αξιοπιστία των μαρτύρων (ΑΠ 1915/2013, ΑΠ 282/1975). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Κατά την αληθινή έννοια της εν λόγω διάταξης, που προκύπτει από το συνδυασμό αυτής με τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β', 42 και 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (ΑΠ 2182/2007).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 346 ΚΠολΔ, το αποδεικτικό μέσο που έχει προσκομίσει ένας διάδικος καθίσταται κοινό αποδεικτικό μέσο και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ισχυρισμών άλλου διαδίκου ακόμη και του αντιδίκου του προσκομίσαντος (ΟλΑΠ 58/1978). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει ένας διάδικος ομόδικος ή αντίδικος του αναιρεσείοντος, εφόσον όμως αυτός (αναιρεσείων) είχε επικαλεσθεί νομίμως τα προσκομισθέντα από άλλον διάδικο αποδεικτικά μέσα και αναφέρθηκε στο περιεχόμενο αυτών προς απόδειξη δικού του ισχυρισμού ή ανταπόδειξη ισχυρισμού του αντιδίκου του.
Εάν ο διάδικος δεν είχε επικαλεσθεί νομίμως τα προσκομισθέντα από άλλον διάδικο (ομόδικο ή αντίδικο) αποδεικτικά μέσα δεν ιδρύεται υπέρ αυτού λόγος αναίρεσης από την παράλειψη του δικαστηρίου να τα λάβει υπόψη του (ΑΠ 902/2020, ΑΠ 70/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο αναίρεσης, προβάλλει την από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο, εσφαλμένα έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρα των αντιδίκων του, Α.
Π., καίτοι έπρεπε αυτεπαγγέλτως να κρίνει ότι "βρίθει ψευδολογιών και είναι αναξιόπιστος" και στηρίχθηκε στην κατάθεση αυτού και όχι σε όσα ο ίδιος (αναιρεσείων) ανωμοτί κατέθεσε ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου. Ο προαναφερόμενος δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, είναι απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με τις προηγούμενες σκέψεις, δεν αποτελεί "πράγμα" η επίκληση αποδεικτικών μέσων ή το περιεχόμενο αυτών.
Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος, ο αναιρεσείων, προβάλλει την από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο, εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του, με τις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του, τις οποίες προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ήτοι:
α) την από 24-1-1991 έκδοση εντολής- επιταγής της ... Τράπεζας με εντολέα τον ίδιο (αναιρεσείοντα) και δικαιούχο τη θανούσα Ν. Τ., ποσού 2.000.000 δρχ, με αριθμό επιταγής ..., β) το περιεχόμενο της αρχικής από 22-6-1999 δημόσιας διαθήκης της αποβιώσασας (Ν.ς Τ.), γ) τις υπ' αριθ. 9668 και 9669/2009 ένορκες καταθέσεις, της Α. Ν. και του Γ.
Μ., καθώς και την υπ' αριθ. 4670/2009 ένορκη βεβαίωση της Χ. Κ., το περιεχόμενο της οποίας είχε παρατεθεί στο κείμενο των πρωτοδίκως κατατεθεισών προτάσεών του και την υπ' αριθ. 4670/2009 ένορκη κατάθεση του Τ. Ξ., που είχε προσκομισθεί σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, λαμβανόμενη υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο, το περιεχόμενο της οποίας ομοίως είχε παρατεθεί στο κείμενο των πρωτοδίκως κατατεθεισών προτάσεών του και δ) τις αποδείξεις αγοράς υλικών, τη βεβαίωση απασχόλησής του στη ...
της ..., τη βεβαίωση του χρηματιστηρίου Αθηνών, το δελτίο τιμών χρυσών νομισμάτων, τη χρησιμοποίηση συναλλάγματος της Εθνικής Τράπεζας και της ... Τράπεζας. Ο προαναφερόμενος δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, είναι αβάσιμος, διότι η προσκομιδή από τους αναιρεσίβλητους στο εφετείο (όπως είχαν υποχρέωση ως εκκαλούντες, λόγω της ερημοδικίας του αντιδίκου τους εφεσιβλήτου) των προτάσεων, που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν ιδρύει υπέρ αυτού τον ως άνω λόγο αναίρεσης, αφού δεν είχε επικαλεσθεί νομίμως τα έγγραφα αυτά, λόγω της ερημοδικίας του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/2020, Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, Ολ ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 164/2021).
Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, πραγματικό μέρος της υπόθεσης, αλλά πρέπει, εκτός άλλων, να καθορίζεται η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που παραβιάστηκε εκ πλαγίου και το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου και να εκτίθενται οι παραδοχές αυτού, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια αυτών, δηλαδή, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αναίρεσης των παραδοχών του δικαστηρίου είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε, και ο έλεγχος της ορθότητας του διατακτικού της απόφασης, από την οποία τελικά εξαρτάται και η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΑΠ 228/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προβάλλει την από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση κατά λέξει: " Το δικαστήριο υπέπεσε σε αντιφάσεις εκτιμώντας ότι η Ν. Τ. χρηματοδότησε η ίδια την αγορά και κατασκευή της οικίας στη ..., την ίδια στιγμή που από τις ίδιες τις συμβάσεις δανείων της Τ., που οι ίδιοι οι αντίδικοι προσκόμισαν και το δικαστήριο έλαβε υπόψη, προκύπτει ότι τα δάνεια που εκείνη έλαβε ήταν πολύ μεταγενέστερα της αγοράς και ολοκλήρωσης της κατασκευής της οικίας αυτής και δη ότι ελήφθησαν το 1999 και 2000, ενώ το οικόπεδο αγοράστηκε το έτος 1991 και οι εργασίες εκτελέστηκαν μέχρι το έτος 1994, οπότε έληξε και η ισχύς της οικοδομικής αδείας".
Ο προαναφερόμενος τρίτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, είναι προεχόντως αόριστος, διότι σε αυτόν δεν διαλαμβάνονται καθόλου, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την απόρριψη, σε σχέση με την επικουρική, εκ των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, θεμελίωση της αγωγής του αναιρεσείοντος, κατ' ουσίαν, ώστε να κριθεί εάν πράγματι στερείται νομίμου βάσεως, ως έχουσα αντιφατικές αιτιολογίες.
Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, γιατί με αυτόν, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου.
Κατ' ακολουθίαν, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί, η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο, ενώ δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 5-6-2019 αίτησης του Ι. Β. για αναίρεση των υπ' αριθ. 9/2019 και 2951/2017 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και της υπ' αριθ. 6042/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου.
Απορρίπτει την από 5-6-2019 αίτηση του Ι. Β. για αναίρεση α) της υπ' αριθ. 6042/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως απαράδεκτη και β) των υπ' αριθ. 2951/2017 και 9/2019 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των πρώτης, τρίτου, τετάρτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ