Supreme Court allows appeal against eviction order due to failure to file compensation claim within two months after new law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the State's appeal against a first-instance eviction order, ruling it inadmissible due to procedural defects. The appellants failed to file a claim for compensation within the two-month deadline established by Law 2971/2001, which applied retroactively to the case. Consequently, the Court annulled the lower court's decision and remanded the case for retrial with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArt. 33 of Law 2971/2001; Art. 559(14) of the Code of Civil Procedure: The failure to file a claim for compensation within the two-month period prescribed by Law 2971/2001 renders the eviction order inadmissible, and the lower court's failure to declare it inadmissible constitutes a procedural error subject to appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Π. του Δ., 2) Χ. Π. του Δ., 3) Μ. χας Ι. Τ., το γένος Δ. Μ., 4) Β. Π. του Γ., 5) Μ. Α. του Α., συζ. Α. Α., β. Γ. Α. του Α., συζ. Γ. Τ., Κ. Α. του Α., κατοίκων ... και δ. Σ. Α. του Α., κατοίκου …, που υπεισέρχονται ως κληρονόμοι στη θέση της αποβιωσάσης μητρός των Γ. χας Α. Α., 6) Ν. Α. του Κ., 7) Κ. Ν. του Ι., 8) Γ. Ν. του Κ. και 9) Γ. Κ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων.
Εκδόθηκε η 320/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο καθ' ύλην αρμόδιο Εφετείο Ιωαννίνων. Ακολούθως εκδόθηκε η 233/2008 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-12-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 18-9-2020 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δευτέρου και τρίτου λόγων της από 12-12-2008 και με αρ. εκθ. κατ. 80/2008 αιτήσεως για αναίρεση της 233/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων και την απόρριψη των λοιπών (πρώτου και τετάρτου) λόγων αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 6Α του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/ 2014 "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:
α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στο δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.
Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις". Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 12.12.2008 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 80/2008 αιτήσεως αναιρέσεως, υπ' αριθμ. 2.404 β'/9.3.2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Ιωαννίνων Θ.
Α. Α., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αυτής με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, με παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος Άννας Μαλιάρα, Παρέδρου του Ν.Σ.Κ., στο δικηγόρο Ιωαννίνων Τριαντάφυλλο Δασούλα, ως αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων και παραστάντα κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, εκπροσωπώντας αυτούς.
Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά τις διατάξεις των άρθρων 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
Επομένως, εφόσον αυτοί κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση της υποθέσεως θα προχωρήσει παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
Για το παραδεκτό της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου προσκομίζεται κεκυρωμένο αντίγραφο της, εμπροθέσμως κατατεθείσας, υπ' αριθμ. 506/2004 θετικής γνωμοδοτήσεως του αρμόδιου τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό αυτής και των λόγων της, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν 2298/1995, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο ασκήσεως αυτής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο". Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (ολ.
Α.Π. 2/2001, ολ. Α.Π. 12/2000). Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως (Α.Π. 164/2017, Α.Π. 640/2011, Α.Π. 862/2011), με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Α.Π. 164/2017, Α.Π. 1735/2008).
Εξ άλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών δια την διάνοιξιν εθνικών οδών κ.λπ.", οι οποίες κατά το άρθρο 62 παρ. 9 του ν. 947/1979 "περί οικιστικών περιοχών" εφαρμόζονται και για βελτιωτικές υφιστάμενων οδών νέες χαράξεις ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων τους, ορίζονται τα ακόλουθα: "Προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρων (το οποίο με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 1349/1983 σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 14 του ν. 2052/1992 αυξήθηκε σε πενήντα μέτρα), οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται εκάστης πλευράς υποχρεούνται εις αποζημίωσιν ζώνης πλάτους δεκαπέντε μέτρων (που αυξήθηκε με τα αυτά άρθρα 14 παρ. 1 του ν. 1349/1983 και 6 παρ. 14 του ν. 2052/1992 σε εικοσιπέντε μέτρα), δια συμμετοχής των εις τας δαπάνας απαλλοτριώσεως των καταλαμβανομένων υπό των οδών τούτων ακινήτων, η δε επιβάρυνσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη το ήμισυ του εμβαδού του βαρυνομένου ακινήτου (παρ. 1)...
Ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται, δια την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου, θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών (παρ. 3)... Οσάκις οι δικαιούχοι αποζημιώσεως δια την απαλλοτρίωσιν είναι και υπόχρεοι δια την πληρωμήν αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (παρ. 4)...".
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του ως άνω άρθρου παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που μετά την επικύρωσή της με το Ν.Δ. 53/1974 αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως του ημεδαπού δικαίου και, επομένως, και της ως άνω διατάξεως του ν. 653/1977.
Κατά συνέπεια, το ως άνω τεκμήριο της ωφέλειας είναι μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, μπορεί αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειας, δηλαδή, την επικαλούμενη ζημία του, ανατρέποντας το ανωτέρω μαχητό τεκμήριο να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως και γι' αυτήν.
Ήδη το ως άνω τεκμήριο ρητά χαρακτηρίζεται ως μαχητό από την διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 2971/2001 και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτριώσεως, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού, με το οποίο ορίζονται περαιτέρω και τα ακόλουθα: "Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί, με αίτησή του, να ζητήσει από το φορέα του έργου την διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κηρύξεως της απαλλοτριώσεως, η υποβολή δε της αιτήσεως δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτριώσεως (παρ. 2).
Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της αποφάσεως περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως και παραπέμπεται μετά την λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή επιτροπή...(παρ. 3)....". Εξάλλου, με το άρθρο 37 εδ. α' του αυτού Ν. 2971/2001, που περιέχει κανόνα διαχρονικού δικαίου, ορίζεται ότι η ισχύς των διατάξεων του ως άνω άρθρου 33 αρχίζει μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του νόμου στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζονται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί, στις δε περιπτώσεις που, κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου αυτού, έχει παρέλθει η προθεσμία της τρίτης παραγράφου του, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη της ισχύος του.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου 33 του ως άνω Ν. 2971/2001 εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις, οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω Ν. 2971/2001, καθώς και για εκείνες που κηρύχτηκαν μεν πριν την έναρξη ισχύος του, αλλά δεν έχει ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέχρι τον χρόνο της ενάρξεως ισχύος του (ολ.Α.Π. 7/2013, ολ.Α.Π. 11/2011), ενώ δεν εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος των ανωτέρω διατάξεων (Α.Π. 1142/2018, Α.Π. 1056/2008 και Α.Π. 62/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 6.12.2004 αγωγή τους, που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, στρεφόμενοι κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ιστορούσαν ότι απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή τμήματος της Εγνατίας Οδού, συνολική έκταση 418.121,90 τ.μ., που βρίσκεται στο Νομό Ιωαννίνων και στην περιφέρεια των πρώην κοινοτήτων και ήδη Δ.Δ.
Δεματίου Δήμου Ανατολικού Ζαγορίου και Μεγάλου και Μικρού Περιστερίου Δήμου Εγνατίας, Νομού Ιωαννίνων, όμως αν και, δυνάμει της υπ' αριθμ. 350/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της οφειλόμενης για την απαλλοτρίωση αυτή αποζημιώσεως, που προσδιορίστηκε προσωρινά και στην συνέχεια οριστικά, κατόπιν αιτήσεως του υπέρ ου η απαλλοτρίωση και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με τις υπ' αριθμ. 593/2002 και 319/2003 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και του Εφετείου Ιωαννίνων, αντίστοιχα, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν τους κατέβαλε αποζημίωση για ολόκληρες τις απαλλοτριωθείσες ιδιοκτησίες τους, αλλά για μέρος μόνον αυτών (κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα σ ' αυτήν), ενώ για το υπόλοιπο μέρος τους (που επίσης εκτίθεται αναλυτικά) δεν αποζημιώθηκαν, επειδή κρίθηκαν ωφελούμενοι και, συνεπώς, αυτοαποζημιούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες και ότι το Ελληνικό Δημόσιο κατέθεσε, στις 30.3.2004, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό της αποζημιώσεως που καθορίστηκε με την προαναφερθείσα απόφαση.
Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών και ισχυριζόμενοι περαιτέρω ότι οι ιδιοκτησίες τους, για τους αναφερόμενους σ' αυτήν (αγωγή) λόγους, δεν ωφελούνται από την διάνοιξη της Εγνατίας Οδού, αλλά αντίθετα βλάπτονται, ζήτησαν να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
και του άρθρου 17 του Συντάγματος, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να καταβάλει σε καθένα από αυτούς, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, τα αναφερόμενα ποσά, που αντιστοιχούν στην καθορισθείσα αξία αποζημιώσεως, που δεν τους καταβλήθηκε, λόγω αυτοαποζημιώσεως, ως εκ της θεωρουμένης ωφέλειάς τους.
Επί της αγωγής αυτής το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 320/2006 απόφασή του, με την οποία, αφού έκρινε ότι επειδή η ένδικη απαλλοτρίωση συντελέστηκε στις 30.3.2004 (με την από το Ελληνικό Δημόσιο κατάθεση της προσδιορισθείσας οριστικής αποζημιώσεως στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων), ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 2971/2001 (19.1.2002), αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο για την εκδίκαση της προκειμένης διαφοράς είναι το Εφετείο Ιωαννίνων, κηρύχθηκε αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο ως άνω Δικαστήριο (Εφετείο Ιωαννίνων), ως καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο.
Κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν, ενώπιον του Εφετείου Ιωαννίνων, την από 20.2.2007 έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 233/2008 απόφασή του, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι "δεν πρόκειται περί διαφοράς περί του κύρους απαλλοτριωτικής πράξεως ή ορισμού οριστικής τιμής μονάδος ή διορθώσεως των κτηματολογικών πινάκων ως προς το εύρος και το μέγεθος της ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών, ώστε να έχει αποκλειστική αρμοδιότητα το Εφετείο της περιοχής ένθα κείνται τα επίδικα, αλλά περί υποχρεώσεως ή μη καταβολής ορισθείσας οριστικά αποζημιώσεως, επί τη συνδρομή ή μη ωφέλειας των εναγόντων, ως παρόδιων ιδιοκτητών απαλλοτριωμένων ακινήτων, ήτοι περί ιδιωτικής διαφοράς, η οποία εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπον πολιτικό δικαστήριο, κατά τις κοινές διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, άρθρα 14 παρ. 2, 29 παρ. 1, που στην συγκεκριμένη περίπτωση, λόγω ποσού διεκδικήσεως, είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων", κατά παραδοχήν του συναφούς λόγου εφέσεως, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ακολούθως δε κρατήθηκε η υπόθεση (άρθρο 535 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) και δικάστηκε κατ' ουσίαν και αφού κρίθηκε ότι η ένδικη αγωγή, κατά την κυρία βάση αυτής, είναι παραδεκτή, ως δικαζόμενη κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του καθ' ύλην αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου και όχι κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 33 του ν. 2971/2002 και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 17 και 28 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 346 του Α.Κ., έγινε δεκτή αυτή (ένδικη αγωγή, κατά την κυρία βάση της) ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και επιδικάστηκαν στους ενάγοντες τα αιτούμενα δι' αυτής ποσά, νομιμοτόκως κατά το αγωγικό αίτημα.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, εφόσον, κατά τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές του, δέχθηκε ότι η απαλλοτρίωση συντελέστηκε δια της καταβολής της αποζημιώσεως στους αναιρεσιβλήτους στις 30.3.2004 (βλ. 5ο φύλλο, α' σελ. της προσβαλλομένης αποφάσεως), δηλαδή ότι η απαλλοτρίωση συντελέστηκε μετά την ισχύ του νόμου 2971/2001, που δημοσιεύτηκε στις 19.12.2001 και, συνεπώς, απαιτείτο η τήρηση της προθεσμίας των δύο μηνών που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, η μη τήρηση της οποίας, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν, καθιστά απαράδεκτο το αίτημα άρσεως του τεκμηρίου, κρίνοντας την ένδικη αγωγή (κατά την κυρία βάση αυτής) παραδεκτή, υπέπεσε, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (πρβλ.
Α.Π. 1424/2010, Α.Π. 781/2010).
Συνεπώς, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται από το αναιρεσείον η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων (33 και 37 του ν. 2791/2001), η προσβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την κατ' αυτού ασκηθείσα από τους ήδη αναιρεσιβλήτους ένδικη αγωγή, κατά την κυρία βάση αυτής, εφόσον αυτοί (αναιρεσίβλητοι) δεν υπέβαλαν προς διάγνωση το αίτημά τους για την κατάρριψη του τεκμηρίου ωφελείας σύμφωνα με την διαγραφόμενη από τη διάταξη του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 διαδικασία και εντός των οριζομένων από τη διάταξη αυτή ανατρεπτικών προθεσμιών:
α) των δύο μηνών από την έκδοση της υπ' αριθμ. 593/2002 αποφάσεως περί προσωρινού καθορισμού της αποζημιώσεως και β) σε περίπτωση που κατά την έναρξη ισχύος του νόμου 2791/2001 είχε παρέλθει η υπό στοιχ. α' προθεσμία, εντός προθεσμίας δύο μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, αλλά πολύ μεταγενέστερα με την άσκηση της ένδικης από 6.12.2004 αγωγής τους, κρίνονται βάσιμοι, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, οι οποίοι αναφέρονται στο αυτό ζήτημα και καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του προαναφερθέντος λόγου και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δικ.), μειωμένων όμως κατ' άρθρο 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔικ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 233/2008 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ