2/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 2 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2/2020
Legislator headnote
AI generated2/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2/2020
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γ. Σ.. Της αναιρεσίβλητης: τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", ως καθολικής διαδόχου λόγω διασυνοριακής συγχώνευσης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", με απορρόφηση της τελευταίας από την πρώτη, η οποία εδρεύει στη ... και τελεί υπό ειδική διαχείριση, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία έχει διορίσει αντίκλητο αυτής στην Ελλάδα τη δικηγορική εταιρεία με την επωνυμία "ΜΩΡΑΤΗΣ ΠΑΣΣΑΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σύρμα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2423/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 1140/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-9-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 580 παρ. 1 ΚΠολΔ "Οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει κατ' αρχήν ότι για τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων. Ωστόσο, η κατάθεση προτάσεων είναι υποχρεωτική αν υποβάλλονται αυτοτελείς αιτήσεις, που επιτρέπεται να υποβληθούν και με τις προτάσεις, όπως συμβαίνει λ.χ. με την αίτηση επαναφοράς κατ' άρθρο 579 ΚΠολΔ, ή όταν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων. Μάλιστα, στην τελευταία περίπτωση των ενστάσεων οι προτάσεις πρέπει να κατατίθενται τουλάχιστον είκοσι ημέρες πριν από τη συζήτηση αλλιώς οι ενστάσεις αυτές είναι απαράδεκτες.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της που κατέθεσε τρεις ημέρες μετά τη συζήτηση της υποθέσεως προβάλλει τις ακόλουθες αιτιάσεις: α) ελλείψεως εμπρόθεσμης κλητεύσεως της, λόγω του ότι εδρεύει στην αλλοδαπή, χωρίς ωστόσο να συνδέει την παράλειψη αυτή με αδυναμία αυτής να αντικρούσει τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, β) ελλείψεως νόμιμης εκπροσώπησης της αναιρεσείουσας λόγω εκδόσεως της 3875/2014, αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αποφασίσθηκε η λύση της εταιρείας, η θέση της σε εκκαθάριση και ο ορισμός εκκαθαριστών και γ) συναφώς προς το προηγούμενο ερώτημα, ελλείψεως πληρεξουσιότητας του παραστάντος δικηγόρου για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, εφόσον το σχετικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο που προσκομίσθηκε είναι από το 2010 και ανάγεται σε χρόνο πριν την έκδοση της αποφάσεως που διέταξε τη λύση της. Όλες αυτές οι αιτιάσεις, ωστόσο, οι οποίες αφορούν το παραδεκτό της συζητήσεως και την εκπροσώπηση της αναιρεσείουσας στο δικαστήριο θα έπρεπε να προβληθούν εμπροθέσμως με την κατάθεση δηλαδή των προτάσεων της αναιρεσίβλητης είκοσι ημέρες πριν τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο και ενόψει του ότι οι προτάσεις της κατατέθηκαν μετά τη συζήτηση οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παράβαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 4/2005 ΑΠ 7/2006).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως κατά της δικαστικής αποφάσεως, αν το δικαστήριο που την εξέδωσε παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα μη προταθέντα ή δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα προταθέντα και τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια του νόμου, είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση της αγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως και κάθε αυτοτελούς αιτήσεως των διαδίκων (ΑΠ 87/2013). Οι ισχυρισμοί αυτοί, πέραν του ότι πρέπει να είναι αυτοτελείς, πρέπει επίσης να είναι και ουσιώδεις, δηλαδή να ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από το άρθρο 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση το σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 του Α.Κ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του Α.Κ. και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, που περιέχονται στον Αστικό Κώδικα. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ1 αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενού ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ9/2θ15, ΑΠ211/2017, ΑΠ1587/2017).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, "προστηθείς" για την αδικοπραξία του οποίου ευθύνεται, κατά τους όρους της διάταξης αυτής, το πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες του, είναι εκείνος που με τη βούληση του τελευταίου ως "προστήσαντος" απασχολείται διαρκώς ή παροδικώς με τη διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικά με την εξυπηρέτηση των συμφερόντων αυτού κάτω από τις οδηγίες και τις εντολές τούτου ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του. Από τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ προκύπτει ότι για την ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από την αδικοπραξία του προστηθέντος, πρέπει ο τελευταίος να τελεί υπό τις οδηγίες και τις εντολές του προστήσαντος, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, προς τις οποίες είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται. Από το ίδιο ως άνω άρθρο συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημιές που προξένησε ο προστηθείς σε τρίτον όχι μόνο κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέστηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια (ΑΠ 926/2004, ΑΠ 669/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε τα εξής: "...Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα (και ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", κηρύχθηκε με την υπ' αριθμ. 60/1982 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, σε κατάσταση πτώχευσης. Οριστικός σύνδικος αυτής ορίστηκε ο δικηγόρος Πειραιά Θ. Λ., ο οποίος παύθηκε από το λειτούργημα αυτό με την υπ' αριθμ. 4947/2001 απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου. Κατά του ανωτέρω συνδίκου ασκήθηκε ποινική δίωξη για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση με ιδιαίτερα τεχνάσματα, την οποία εφέρετο ότι τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα που ήταν σύνδικος της πτώχευσης, και με το υπ' αριθμ. 394/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά παραπέμφθηκε να δικασθεί γι' αυτήν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά. Κατά τη διάρκεια της διενεργούμενης για το αδίκημα αυτό κύριας ανάκρισης η Ε' Ανακρίτρια του Πρωτοδικείου Πειραιά απαγόρευσε με την υπ' αριθμ. 254/5-1 1- 2001 διάταξη την κίνηση, πλην άλλων, και των δραχμικών καταθέσεων του υπ' αριθ. ...6400 λογαριασμού, ταμιευτηρίου της ... Τράπεζας, της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος λόγω διασυνοριακής συγχώνευσης με απορρόφηση είναι η ήδη εφεσίβλητη- εναγομένη (και ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη τραπεζική εταιρεία. Ο ως άνω λογαριασμός είχε ανοίξει και ετηρείτο στο όνομα του παραπάνω συνδίκου, παρόλο που αποτελούσε πτωχευτική περιουσία της ενάγουσας και θα έπρεπε να είναι σε δικό της λογαριασμό και να διακινείται, όπως ο νόμος ορίζει, δηλαδή με άδεια του εισηγητή της πτώχευσης. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς έπαυσε οριστικά με την υπ' αριθμ. 45/2005 απόφασή του την ασκηθείσα εναντίον του ως άνω συνδίκου ποινική δίωξη λόγω του επελθόντος θανάτου του, χωρίς όμως να διατάξει συγχρόνως και την άρση της επιβληθείσας, με την προαναφερόμενη ανακριτική διάταξη, δέσμευσης των λογαριασμών που τηρούνταν στο όνομά του και μέσω αυτών διακινούσε αυτός όσο ζούσε τα χρήματα της πτωχευτικής περιουσίας για ίδιο όφελος, ενώ για τη διατήρηση ή μη της δέσμευσης δεν είχε αποφανθεί ούτε και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς με το πιο πάνω παραπεμπτικό βούλευμα του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθ. 1991/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κηρύχθηκε η πτωχευτική αποκατάσταση της ενάγουσας λόγω δεκαετίας από την πτώχευση και αναβίωσε αυτή ύστερα από την υπ' αριθμ. 2548/7-5-2003 απόφαση της Νομαρχίας Πειραιώς, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 3434/7-5-2003 ΦΕΚ, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, ενώ στις 12-7-2005 κηρύχθηκε με την υπ' αριθμ. 3434/12-7-2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς η παύση των εργασιών της πτώχευσης, επειδή κρίθηκε ότι κατέστη αδύνατη και προφανώς ασύμφορη η εκκαθάριση της πτωχευτικής περιουσίας, αφού, όπως από τις αιτιολογίες της ανωτέρω απόφασης προκύπτει, από της παύσεως ως συνδίκου του Θ. Λ., που πριν αποβιώσει δεν απέδωσε λογοδοσία, παρότι είχε κληθεί πολλές φορές προς τούτο, οι διοριζόμενοι σύνδικοι είτε αποποιούνταν το διορισμό τους είτε παραιτούνταν μετά από αυτόν, καθώς, πλέον των άλλων, δεν έβρισκαν κρίσιμα της πτώχευσης έγγραφα.
Κρίθηκε, επίσης με την ίδια απόφαση, ότι το ασύμφορο της εκκαθάρισης της πτωχευτικής περιουσίας δεν ταυτίζεται με την έλλειψη των αναγκαίων χρημάτων για την εξακολούθηση των εργασιών της πτώχευσης. Ακολούθως, μετά την κήρυξη της πτωχευτικής αποκατάστασης και πριν από την παύση των εργασιών της πτώχευσης, έγινε δεκτή από την εναγομένη Τράπεζα η από 21-2-2005 αίτηση της αποκατασταθείσας πτωχής περί ανοίγματος λογαριασμού καταθέσεων όψεως, και ανοίχτηκε στο όνομα της τελευταίας στην εναγομένη Τράπεζα ο υπ' αριθμ. ...4426 καταθετικός λογαριασμός όψεως, στον οποίο μεταφέρθηκέ το χρηματικό ποσό του προαναφερθέντος λογαριασμού ταμιευτηρίου, που ετηρείτο στο όνομα του πρώην συνδίκου Θ. Λ. και είχε δεσμευθεί κατά τα προεκτεθέντα. Ακόμη η ενάγουσα ζήτησε με την από 17-5-2005 αίτησή της, που απηύθυνε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς, να αρθεί η επιβληθείσα δέσμευση των χρημάτων του υπ' αριθμ. ...6400 λογαριασμού και να αποδοθούν αυτά στο νόμιμο εκπρόσωπο της Σ. Σ.. Η αίτηση αυτή εκδικάσθηκε στο ως άνω Δικαστήριο στις 20-7-2005, δηλαδή, αφού κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της πτώχευσης, η περί της οποίας απόφαση αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του ανωτέρω Δικαστηρίου, το οποίο όμως με την υπ' αριθ. 467/20-7-2005 απόφασή του, έκρινε ότι η απόδοση των χρημάτων, που είχαν δεσμευθεί με την ανωτέρω ανακριτική διάταξη, έπρεπε να γίνει όχι στον αιτούντα Σ. Σ. με την ιδιότητα που προαναφέρθηκε, αλλά στον τελευταίο σύνδικο της πτώχευσης Δ. Μ., ως νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, διότι, όπως διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό της απόφασης, δεν είχε καταστεί τελεσίδικη η απόφαση κήρυξης της παύσης των εργασιών της πτώχευσης, ούτε είχε παρέλθει μήνας από τη δημοσίευσή της, στις 12-7-2005 ,ώστε να καταστεί τελεσίδικη κατά το άρθρο 637 του α.ν. 635/1937. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα, δια του νομίμου εκπροσώπου της, άσκησε την από 28-7-2005 έφεση, με την οποία ζητούσε την απόδοση σ' αυτή των δεσμευθέντων χρημάτων. Με την υπ' αριθ. 11/2006 απόφασή του το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς ανέστειλε τη συζήτηση της ανωτέρω έφεσης, μέχρις εκδόσεως αποφάσεως από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, επί της από 15-12-2005 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία το τελευταίο είχε στραφεί κατά της υπ' αριθμ. 3430/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία είχε κηρυχθεί η παύση των εργασιών της πτώχευσης της ενάγουσας, αιτούμενο την ανάκληση αυτής, προκειμένου να συνεχισθούν και να αποπερατωθούν οι εργασίες της πτώχευσης της ενάγουσας, ώστε να διανεμηθεί το προϊόν της πτωχευτικής περιουσίας αυτής στους αναγγελθέντες πιστωτές, μεταξύ των οποίων και το Ελληνικό Δημόσιο. Η ενάγουσα ζήτησε την ανάκληση της ανωτέρω παρεμπίπτουσας απόφασης με δύο αιτήσεις της, οι οποίες όμως απορρίφθηκαν με τις υπ' αριθμ. 66/2006 και 68/2006 παρεμπίπτουσες αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, αντιστοίχως, με το σκεπτικό ότι έπρεπε να εμμείνουν στην ως άνω ανασταλτική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Στο μεταξύ η ενάγουσα, με την από 17-8-2005 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση προς την εναγομένη Τράπεζα, ζήτησε να αποδοθεί στο νόμιμο εκπρόσωπο της, μέχρι τις 22-8-2005 το ποσό, που ήταν κατατεθειμένο στον προαναφερθέντα ...4426 λογαριασμό της, προκειμένου να χρησιμοποιήσει τα χρήματα του εν λόγω λογαριασμού για να διενεργήσει επείγουσες πληρωμές στους πιστωτές στις 23-8- 2005.Η εναγόμενη αρνήθηκε να αποδώσει στην ενάγουσα το ποσό της ανωτέρω τραπεζικής κατάθεσης, επικαλούμενη την ύπαρξη διχογνωμίας και νομικής αμφιβολίας, ως προς το εάν η πτωχευτική αποκατάσταση λόγω παρόδου δεκαετίας ...από την κήρυξη της πτώχευσης, αίρει ή όχι την πτωχευτική απαλλοτρίωση, καθώς και εάν ανακτά ο πτωχός τη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του και ότι εξ αιτίας της νομικής αυτής αμφιβολίας δημιουργείται περαιτέρω αβεβαιότητα ως προς το πρόσωπο που εκπροσωπεί την εταιρεία μετά την παύση των εργασιών της πτώχευσης και το οποίο νομιμοποιείται να διαχειρίζεται και άρα να εισπράξει το ποσό της κατάθεσης, δηλαδή ως προς το εάν το πρόσωπο αυτό είναι ο σύνδικος ή ο καταστατικός εκπρόσωπος της εταιρείας, αρνήθηκε την καταβολή στον τελευταίο του κατατεθειμένου ως άνω ποσού. Μάλιστα η εναγόμενη αρνήθηκε να αποδώσει στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό της ανωτέρω τραπεζικής κατάθεσης, στηριζόμενη στην από 2-8-2005 γνωμοδότηση του Καθηγητή του Εμπορικού Δικαίου στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο ... Ι., την οποία είχε διά των αρμοδίων της οργάνων ζητήσει προκειμένου να επιλύσει την ανωτέρω νομική διχογνωμία. Σύμφωνα λοιπόν με την ανωτέρω προσκομιζόμενη από 2-8-2005 γνωμοδότηση του εν λόγω καθηγητή, η παύση των εργασιών της πτώχευσης δεν αίρει την πτωχευτική απαλλοτρίωση, και μάλιστα όταν υπάρχει σημαντική πτωχευτική περιουσία και πτωχευτικοί δανειστές που δεν έχουν ικανοποιηθεί, ως εκ τούτου δε, η εναγομένη Τράπεζα όφειλε να προβεί στην παρακατάθεση του ως άνω ποσού που υπήρχε στον πιο πάνω λογαριασμό στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων , κατ' αρθ. 434 ΑΚ, λόγω νομικής αμφιβολίας ως προς το πρόσωπο του δανειστή. Κατόπιν αυτού, στις 6-9-2005, η εναγομένη ακολουθώντας την ως άνω γνωμοδότηση προέβη σε δημόσια κατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (κατάστημα Πειραιά) του ποσού του άνω λογαριασμού, ανερχόμενου σε 3.674.645,01 ευρώ, για το οποίο το τελευταίο εξέδωσε το 87374/6-9-2005 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης "υπέρ του αληθούς δικαιούχου που θα οριστεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση". Ακολούθως, η εναγομένη Τράπεζα με την από 6-9-2005 εξώδικη δήλωση, που επιδόθηκε αυθημερόν στην ενάγουσα,... της γνωστοποίησε την παραπάνω δημόσια κατάθεση και της κοινοποίησε, το σχετικό γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά την κατά τα ανωτέρω άρνηση της εναγομένης ... Τράπεζας να αποδώσει στην ενάγουσα το υπόλοιπο ποσό του ως άνω λογαριασμού, που όπως προαναφέρθηκε, αποτελούσε πτωχευτική περιουσία αυτής, η ενάγουσα με την από 28- 11-2005 αίτησή της, ζήτησε και πέτυχε την έκδοση σε βάρος της (εναγομένης Τράπεζας) της υπ' αριθ. 38242/2-11-2005 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η τελευταία υποχρεώθηκε να της καταβάλλει το ποσό των 3.668.989,84 ευρώ, νομιμοτόκως.... Η ως άνω διαταγή επιδόθηκε στην εναγομένη με επιταγή προς πληρωμή στις 5-12-2005.... Στις 9-12-2005 η ενάγουσα επέσπευσε αναγκαστική κατάσχεση της κινητής περιουσίας της εναγόμενης.... Με την υπ' αριθμ. 12775/7-4-2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), ανεστάλη η εκτέλεση της ανωτέρω διαταγής πληρωμής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί ασκηθείσας ανακοπής της εναγομένης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη τράπεζα άσκησε κατά της παραπάνω διαταγής πληρωμής ανακοπή και πρόσθετους λόγους ανακοπής, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αίτημα την ακύρωση της διαταγής πληρωμής. Επί της ανακοπής και των προσθέτων λόγων αυτής εκδόθηκε, αρχικά, η υπ' αριθμ. 34876/2007 οριστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι ως κατ' ουσίαν βάσιμοι και ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής. Στη συνέχεια όμως, κατόπιν άσκησης έφεσης και πρόσθετων λόγων αυτής, εκ μέρους της ενάγουσας, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1460/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αφού έγινε δεκτή η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη υπ' αριμ. 34876/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και απορρίφθηκαν η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Ακολούθως, η εναγομένη άσκησε κατά της ανωτέρω υπ' αριθμ. 1460/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης την από 26-4-2011 αίτηση αναίρεσης και τους από 5-9-2012 πρόσθετους λόγους αυτής, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 684/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής απορρίφθηκαν. Ενόψει όλων αυτών η ως άνω διαταγή πληρωμής απέκτησε ισχύ δεδικασμένου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι επί της από 28-7-2005 έφεσης της ενάγουσας κατά της προαναφερόμενης 467/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς εκδόθηκε η με αριθμούς 297, 297α και 297β/24-10-2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση, στη συνέχεια έγινε δεκτή η από 17-5-2005 αίτηση της ενάγουσας (και του Γ. Σ.), κρίθηκε δε ότι έπρεπε να ανακληθεί η ανωτέρω προπαρασκευαστική απόφασή του, διότι ο λόγος, για τον οποίο εκδόθηκε η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση δεν υφίστατο πλέον, αφού μετά την επελθούσα νομοθετική μεταβολή με τη δημοσίευση του Ν. 3588/10-7-2007, εκτός των άλλων, περατώθηκε η πτώχευση της ενάγουσας, ήρθη η πτωχευτική απαλλοτρίωση, ανέλαβε τη διοίκηση της περιουσίας της, οι πιστωτές ανέλαβαν τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα και από 13-8-2005 έπαυσε το λειτούργημα του συνδίκου Δ. Μ., καθώς και του Εισηγητή της πτώχευσης. Ακολούθως, με την εν λόγω απόφαση διατάχθηκε η άρση της απαγόρευσης κίνησης του ...6400 λογαριασμού ταμιευτηρίου της ενάγουσας, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, είχε δεσμευθεί με την υπ' αριθμ. 254/2001 ανακριτική διάταξη και ορίστηκε δικαιούχος αυτού η ενάγουσα, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον Πρόεδρο του ΔΣ αυτής και Διευθύνοντα Σύμβουλο Γ. Σ.. Στη συνέχεια, μόλις η παραπάνω απόφαση κατέστη αμετάκλητη, ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιά με την από 21-1-2008 έγγραφη παραγγελία του διέταξε την εναγομένη Τράπεζα να αποδώσει στην ενάγουσα το ποσό, που είχε παρακαταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων με το προαναφερόμενο 87374/6-9-2005 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης.... Περαιτέρω, η επικαλούμενη.....στα αγωγικά κονδύλια θετική ζημία της ενάγουσας, αφορά το χρονικό διάστημα από 7-3-1997, οπότε έλαβαν χώρα οι καταθέσεις ποσών της ασφαλιστικής αποζημίωσης της ενάγουσας, σε προσωπικό λογαριασμό ταμιευτηρίου που ετηρείτο στο κατάστημα Πειραιώς της εναγόμενης, επ' ονόματι του αποβιώσαντος συνδίκου αυτής Θ. Λ. και όχι επ' ονόματι της ενάγουσας, έως και την 6- 9-2005, οπότε η εναγόμενη προέβη στην παρακατάθεση του ποσού του υπ' αριθμ. ...4426 λογαριασμού στο Τ.Π.Δ. (κατ/μα Πειραιώς). Όμως,.... δεν αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω ζημία οφείλεται σε υπαιτιότητα, και ειδικότερα σε αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, συνιστάμενη στην παράλειψη λήψεως από αυτούς των αναγκαίων μέτρων για τη διαφύλαξη της πτωχευτικής περιουσίας..... Ειδικότερα, με εντολή και ενέργειες της ανωτέρω υπαλλήλου (ενν. την Ψ., Διευθύντρια του Καταστήματος της εναγομένης στον Πειραιά, έκλεισε ο ...ατομικός λογαριασμός... και στις 3.3.2000 ανοιξε νέος... προθεσμιακός λογαριασμός στον οποίο μεταφέρθηκε ολόκληρο το προηγούμενο πιστωτικό υπόλοιπο με τη ρητή επισήμανση ότι δικαιούχος του λογαριασμού είναι ο Θ. Λ., όχι όμως ατομικώς αλλά υπό την ιδιότητα του ως συνδίκου της πτώχευσης της ενάγουσας... Ακολούθως, μετά το θάνατο του ως άνω συνδίκου και μετά την κήρυξη της πτωχευτικής αποκατάστασης... το συνολικό ποσό των 3.656.862,79 ευρώ... η εναγομένη το πίστωσε στο λογαριασμό της ενάγουσας... με την ένδειξη "κηρυχθείσα σε πτωχευτική αποκατάσταση"... Ενόψει όλων των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω υπάλληλος μετά την ανάληψη των καθηκόντων της προέβη σε όλες τις ενδεδειγμένες ενέργειες για την προστασία των συμφερόντων της ενάγουσας, ενώ με όλες τις προαναφερόμενες ενέργειες της απέτρεψε τον αποβιώσαντα σύνδικο Θ. Λ. να αναλάβει το ποσό των χρημάτων από τους ανωτέρω λογαριασμούς και να το επενδύσει προς ίδιο όφελος και όχι υπέρ της πτωχευτικής περιουσίας... Ενόψει όλων των ανωτέρω δεν αποδείχθηκε αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης κατά το επίδικο χρονικό διάστημα... Πριν δε προβεί για τον παραπάνω λόγο στη δημόσια κατάθεση του ως άνω ποσού, προκάλεσε την από 2.8.2005 γνωμοδότηση του καθηγητή του Εμπορικού Δικαίου στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών Ι., ο οποίος γνωμοδότησε ότι η παύση των εργασιών της πτώχευσης δεν αίρει την πτωχευτική απαλλοτρίωση και μάλιστα όταν υπάρχει σημαντική πτωχευτική περιουσία και πτωχευτικοί δανειστές που δεν έχουν ικανοποιηθεί.
Ανεξάρτητα όμως από το περιεχόμενο της εν λόγω γνωμοδότησης, αποδείχθηκε ότι σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη ότι καμία νομική αμφιβολία δεν δικαιολογείτο να έχει η εναγόμενη Τράπεζα και αβεβαιότητα για το πρόσωπο του δικαιούχου του ποσού της κατάθεσης και δεν ήταν αναγκαίο να προκαλέσει την ως άνω γνωμοδότηση, καθόσον από το έτος 1980, οπότε και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 395/1980 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, σταθερά η νομολογία του ανώτατου αυτού δικαστηρίου και των εφετείων (αλλά και των δικαστηρίων του πρώτου βαθμού) δέχεται ότι από της κηρύξεως της παύσης των εργασιών της πτώχευσης παύει το λειτούργημα του συνδίκου, αίρεται η αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων και ο πτωχός ανακτά τη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του, νομιμοποιούμενος πλέον ως διάδικος να παρίσταται σε όλες τις δίκες ιδίω ονόματι, δίχως επί μια 25ετία να διατυπωθεί αντίθετη νομολογιακή άποψη, γεγονός που ευχερώς μπορούσε να διαπιστώσει το νομικό τμήμα της εναγόμενης τράπεζας. Εξακολούθησε δε αυτή να εμμένει στην άποψή της περί εύλογης αμφιβολίας ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου, παρότι και ο Νομικός Σύμβουλος του Κράτους, με την από 22.09.2005 γνωμοδότησή του προς το Τ.Π.Δ. που κοινοποιήθηκε και στην ίδια μαζί με εξώδικη διαμαρτυρία της ενάγουσας, παρότρυνε εμμέσως αυτή (τράπεζα) να προβεί στην "ανάκληση της πλασματικά υποχρεωτικής" παρακατάθεσης, εν όψει του ότι δεν είχε παραιτηθεί από το σχετικό δικαίωμα, χαρακτηρίζοντας ως ψευδοδίλημμα την αμφιβολία της. Ωστόσο το ΤΠΔ δεν απέδωσε το ποσό της παρακατάθεσης, όταν με την από 31.01.2006 αίτησή της η δικαιούχος ενάγουσα εταιρεία το ζήτησε, διότι το ΝΣΚ, στο οποίο παραπέμφθηκε η αίτηση, γνωμοδότησε με την υπ' αριθ. 254/16.5.2006 γνωμοδότησή του, ότι η παρακατάθεση τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση να αποδοθεί το ποσό αυτής σε εκείνον που θα αναγνωριζόταν ως αληθής δικαιούχος με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η οποία αίρεση δεν είχε πληρωθεί. Εξ άλλου δεν είναι αληθής ό ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ενάγουσα συναίνεσε με σχετική από 30.8.2005 επιστολή της στη δημόσια κατάθεση με την αιτιολογία που προαναφέρεται, αλλά αυτή συναίνεσε σε ενδεχόμενη παρακατάθεση μόνον εφόσον γινόταν στο όνομα του καταστατικού εκπροσώπου της και αφού προηγουμένως με την εν λόγω επιστολή της διαμαρτυρήθηκε, για πολλοστή φορά, για τη μέχρι τότε στάση της εναγομένης, επισημαίνοντας σ' αυτή ότι ηθελημένα συνεχίζει να αγνοεί την εκφρασθείσα στην ίδια (εναγομένη) άποψη του καθηγητή του Εμπορικού Δικαίου στο ΑΠΘ Λ. περί του ότι έπρεπε με βάση την κρατούσα νομολογία να της αποδώσει το υπόλοιπο του λογαριασμού όψεως. Καμία επίσης αμφιβολία δεν δικαιολογείτο να έχει και δεν είχε η εναγόμενη ως προς το πρόσωπο που νομιμοποιείτο να εισπράξει το πιο πάνω ποσό λόγω της προαναφερόμενης δέσμευσης του τηρούμενου επ' ονόματι του πρώην συνδίκου Θ. Λ. λογαριασμού ταμιευτηρίου, αφού ο λογαριασμός αυτός είχε καταστεί ανενεργός από 21.2.2005, που η ίδια, αποδεχθείσα την αίτηση της δικαιούχου εταιρείας, μετέφερε το ποσό της κατάθεσης στον πιο πάνω λογαριασμό όψεως και γι' αυτό άλλωστε δεν συμπεριέλαβε την εν λόγω δέσμευση ως αιτία δικαιολογητική της αμφιβολίας της στο κείμενο του γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης του ΤΠΔ, ενώ και από την υπ' αριθ. 467/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς δεν προέκυπτε επιχείρημα υπέρ της απόψεώς της, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρεται, με την εν λόγω απόφαση διατάχθηκε η απόδοση του ποσού του λογαριασμού όψεως στο σύνδικο, διότι δεν είχε ακόμη τότε παρέλθει μήνας από την κήρυξη της παύσης των εργασιών της πτώχευσης και δεν είχε καταστεί εκτελεστή η σχετική απόφαση. Εξ άλλου ούτε η εκκρεμής αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για την ανάκληση της απόφασης, που κήρυξε την παύση των εργασιών της πτώχευσης, εμπόδιζε την εναγόμενη να ικανοποιήσει την αξίωση της ενάγουσας, αφού και αν ανακαλείτο (πράγμα απίθανο με το περιεχόμενο που είχε και προεκτίθεται), ήταν ισχυρή μέχρι να ανακληθεί και συνεπώς κανείς πιστωτής δεν θα μπορούσε βάσιμα να αναζητήσει ευθύνες από την ίδια. Επομένως, με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, η εναγομένη δεν είχε δικαίωμα να προβεί σε δημόσια κατάθεση του υπολοίπου του λογαριασμού όψεως, εφόσον δεν συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις που το άρθρ. 434 ΑΚ ορίζει και συνεπώς αυτή η παρακατάθεση δεν είχε κανένα έννομο αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, η εναγομένη από την 23-8- 2005 κατέστη υπερήμερη ως προς την απόδοση του ποσού των 3.668.989,84 ευρώ, που ήταν το ποσό του λογαριασμού κατά το χρόνο που οχλήθηκε να το αποδώσει στην ενάγουσα με την από 17-8-2005 επιστολή της τελευταίας, η οποία της κοινοποιήθηκε την ίδια ημέρα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 5754/17.8.2005 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών της απόφασης, που έπαυσε τις εργασίες της πτώχευσης της (ενάγουσας). Και τούτο καθόσον η διαχείριση της πτωχευτικής περιουσίας της και συνεπώς και του παραπάνω ποσού περιήλθε, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, στο Σ. Σ., ως καταστατικό εκπρόσωπο της, έστω και αν η σχετική απόφαση δεν ήταν ακόμη τελεσίδικη, αφού η προθεσμία για την άσκηση έφεσης κατά της απόφασης αυτής, που είναι απόφαση της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν συνεπαγόταν και την αναστολή της εκτελεστότητάς της (άρθρ. 763 § 1 ΚΠολΔ), η οποία μόνο για ένα μήνα από τη δημοσίευσή της ανεστάλη κατ' εφαρμογή του άρθρ. 637 του ΕμπΝ... Ενόψει όλων των ανωτέρω οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Νομικής Υπηρεσίας της εναγομένης, προβαίνοντας στην εντολή προς την ανωτέρω υπάλληλο να προβεί στην παρακατάθεση του ως άνω ποσού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δεν ενήργησαν με την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή, αλλά από αμέλεια τους συνιστάμενη στο ότι: 1) δεν έλαβαν υπ' όψιν τους τις προσκομιζόμενες και από την ενάγουσα γνωμοδοτήσεις των καθηγητών αντίστοιχα του Εμπορικού Δικαίου του ΑΠΘ, Λ. και Ρ., καθώς και την από 22.9.2005 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβούλου του ΤΠΔ, Πέτρου Τριανταφυλλίδη, σύμφωνα με τις οποίες, μετά την παύση των εργασιών της πτωχεύσεως, δεν νομιμοποιείται πλέον ο σύνδικος στη διαχείριση και διοίκηση της περιουσίας, αλλά ο πτωχός αναλαμβάνει την πλήρη διοίκηση και διαχείριση. 2) Επίσης δεν κατέβαλαν τη δέουσα επιμέλεια και σύνεση για την έρευνα του ως άνω νομικού ζητήματος λαμβανομένου υπ' όψιν όπως προεκτέθηκε ότι επρόκειτο για ζήτημα που αποτελούσε σταθερό νομολογιακό δεδομένο ήδη από το έτος 1980, οπότε εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 395/1980 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, και επομένως, παρά τις κάποιες θεωρητικές επιφυλάξεις, δεν ήταν δικαιολογημένη κατ' αντικειμενική κρίση, η έκφραση αμφιβολίας ως προς τη νομική αυτή συνέπεια. 3) Εξάλλου ούτε η ύπαρξη σημαντικής πτωχευτικής περιουσίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, οδηγεί το Δικαστήριο σε διαφορετική κρίση, δεδομένου ότι το παραπάνω ποσό των 3.656.862,79 ευρώ, το οποίο με τους τόκους ανήλθε στις 30.6.2005 σε 3.668.989,84 ευρώ, εμπόδιζε την ανάληψη από τον Σ. Σ. της διαχείρισης της πτωχευτικής περιουσίας της και την άρση έτσι της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης, εφόσον, παρά την ύπαρξη του ποσού στην πτωχευτική περιουσία της κρίθηκε ότι ήταν ασύμφορη και πάντως αδύνατη η εκκαθάρισή της και γι' αυτό ακριβώς έπαυσαν με την απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς οι εργασίες της πτώχευσής της. Με βάση τα όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, η ενέργεια της εναγομένης να προβεί διά των προστηθέντων αυτής υπαλλήλων, σε δημόσια παρακατάθεση του ως άνω ποσού των 3.668.989,84 ευρώ και να αρνηθεί την απόδοσή του στην ενάγουσα συνιστά αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτής, η οποία γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση. Ειδικότερα, οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης ενεργώντας από αμέλεια, ήτοι από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν εσφαλμένως διέγνωσαν ότι υπήρχε αμφιβολία ως προς το δικαιούμενο να εισπράξει το παραπάνω ποσό πρόσωπο, αφού από της κηρύξεως της παύσεως των εργασιών της πτώχευσης και της εξ αυτής άρσης της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης (κατά τα παγίως κρατούντα στην επιστήμη και τη νομολογία, ως προαναφέρθηκε) μόνη δικαιούχος του ως άνω ποσού ήταν η ενάγουσα... Αποδείχθηκε, τέλος, ότι η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη από την προεκτεθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, καθόσον προσβλήθηκε η επαγγελματική φήμη, η πίστη και η υπόληψη της, ενόψει του ότι από τις προμνησθείσες υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων και υπαλλήλων της εναγομένης ενεπλάκη σε μακροχρόνιες δικαστικές ενέργειες για την προάσπιση των συμφερόντων της. Για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης ποσού 7.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο ενόψει του είδους της προσβολής και της βαρύτητας αυτής, του βαθμού πταίσματος των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, του τρόπου και των ειδικότερων συνθηκών που τελέστηκε η αδικοπραξία, και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατά τούτο την έφεση της αναιρεσείουσας και εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή ως προς το εν λόγω κονδύλιο ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τους αριθ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψή του όλα τα περιστατικά που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, για την έκταση της προσβολής της επαγγελματικής φήμης, της πίστης και της υπόληψης της, από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης και στα οποία περιστατικά θεμελιώνει το αίτημά της για την εύλογη χρηματική ικανοποίηση ποσού 10.000.000 ευρώ και περαιτέρω δεν παραθέτει στοιχεία του αποδεικτικού υλικού που να δικαιολογούν την επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση στο ύψος των 7.000 ευρώ, ως συνάρτηση της οικονομικής κατάστασης των μερών και ιδιαίτερα αυτής της αναιρεσείουσας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1140/2015 απόφασή του δέχθηκε τα εξής: "...Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ζήτησε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει: "...3) το ποσό των 10.000 € για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστη εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής..." και στο διατακτικό "... Δέχεται εν μέρει αυτήν. Αναγνωρίζει την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των επτά χιλιάδων (7.000) € με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής...". Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 02.10.2008 αγωγής της αναιρεσείουσας, σε σχέση με το αίτημά της περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης αναφέρονται τα ακόλουθα: "Βάσει της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης δικαιούμεθα να ζητήσουμε δυνάμει του άρθρ. 932 ΑΚ, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη η εταιρεία μας, εκ της ως άνω αιτίας και η οποία ανέρχεται στο ποσό των Ευρώ 10.000.000..." και στο αιτητικό της αγωγής "... Γ) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να μας καταβάλει για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των Ευρώ δέκα εκατομμυρίων (Ευρώ 10.000.000) και τούτο νομιμοτόκως από της επιδόσεως της παρούσας μέχρις εξοφλήσεως...". Η διαφορά του ποσού το οποίο αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως αιτούμενο ποσό από την αναιρεσείουσα και του ποσού που πράγματι αιτήθηκε με το δικόγραφο της ένδικης αγωγής είναι τόσο δυσανάλογο, πού καθίσταται πρόδηλο ότι διέλαθε της εκτιμήσεως του Εφετείου το δικογράφο της αγωγής ως προς το αίτημα, του ακριβούς ποσού για χρηματική ικανοποίηση, γεγονός το οποίο καταδεικνύει ότι η αναγραφή του ποσού των 10.000 Ευρώ, ως αιτούμενο δεν οφείλεται σε απλή παραδρομή της προσβαλλόμενης απόφασης. Ειδικότερα, το Εφετείο κατά τον προσδιορισμό του εύλογου ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, έλαβε υπόψη ως αιτούμενο ποσό αυτό των 10.000 ευρώ και όχι εκείνο των 10.000.000 ευρώ, δηλαδή δεν έλαβε υπόψη όλα τα περιστατικά, ειδικότερα δε τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας και ιδίως τη βαρύτητα της απαξίας της πράξης που της αποδόθηκε με την αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για την έκταση της προσβολής της και συνακόλουθα της ηθικής βλάβης που υπέστη και στα οποία περιστατικά θεμελίωσε το αίτημά της για την εύλογη χρηματική ικανοποίηση ποσού 10.000.000 ευρώ. Έτσι όμως με βάση την παρερμηνεία του αγωγικού αιτήματος προσδιόρισε το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης σε 7.000 ευρώ και προέβη τοιουτοτρόπως σε δυσανάλογη σύγκριση μεταξύ του μεγέθους της προσβολής και συνακόλουθα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που ήταν εύλογη για την αποκατάστασή της. Επομένως, το Εφετείο κατά τη λήψη υπόψη των λανθασμένων κριτηρίων του άρθρου 932 ΑΚ, για τον προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, οδηγήθηκε σε επιδίκαση του ποσού των 7.000 ευρώ της χρηματικής ικανοποίησης, παραβιάζοντας την αρχή της αναλογικότητας, που επιβάλλεται να τηρείται για τη σύγκριση της έκτασης της ηθικής βλάβης και του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάστασή της και υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης στο συγκεκριμένο τόπο και χρόνο και αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων , κατά τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 5 παρ.1 και 5, 21 παρ.3 και 6 και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος τις οποίες και παραβίασε ευθέως. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τους αριθ.1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμοι.
Κατά το άρθρ. 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, λογίζεται δε ως τέτοιο το προσδοκώμενο με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
Συνεπώς, για να είναι ορισμένη κατά το άρθρ. 216 ΚΠολΔ, η αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται σαφώς σ' αυτή τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του αντίστοιχου κέρδους. Δεν αρκεί δηλαδή να αναφέρονται αφηρημένα στο δικόγραφο της αγωγής οι σχετικές με τον προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους εκφράσεις του νόμου, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των περιστατικών, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια, καθώς και η ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (ΟλΑΠ 20/1992, 22/1995, ΑΠ 59/2017). Ειδικότερα, για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους που συνίσταται στην απώλεια εσόδων λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, πρέπει, αλλά και αρκεί, να αναφέρονται στο δικόγραφο της, όλα εκείνα τα κρίσιμα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε με πιθανότητα από την επαγγελματική του δραστηριότητα το αιτούμενο ποσό κέρδους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα (ΑΠ 308/2015). Εξ άλλου, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (ΟλΑΠ 18/1998). Επομένως^νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντιθέτως, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981). Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ.561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" διά των αρμοδίων υπαλλήλων της, ενεργώντας υπαιτίως και παρανόμως, αλλά και καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος της, αρχικώς, κατά το χρονικό διάστημα από 1997 έως 2000 δέχθηκε την κατάθεση σε ατομικό λογαριασμό του συνδίκου Θ. Λ. των αναφερόμενων στην αγωγή χρηματικών ποσών, συνολικού ύψους 3.883.438,09 ευρώ, που ανήκαν στην ίδια ως πτωχεύσασα τότε εταιρεία, ότι, στη συνέχεια, παρά το γεγονός, ότι ο ως άνω σύνδικος αντικαταστάθηκε το 2001, λόγω πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων του και ο οποίος στη συνέχεια (2003) παραπέμφθηκε να δικαστεί για κακουργηματική υπεξαίρεση για τις άνω πράξεις του, η εναγομένη, πριν από τη δέσμευση του λογαριασμού με ανακριτική διάταξη, δεν μετέφερε τα άνω χρηματικά ποσά επ' ονόματι της, ότι μετά το θάνατο του άνω συνδίκου που έλαβε χώρα στις 28.11.2004, η εναγομένη μετέφερε μόλις στις 21.02.2005 τα εν λόγω χρηματικά ποσά επ' ονόματι της, ως αναβιώσασας τότε εταιρείας, υπογραφείσας αυθημερόν (21.02.2005) της σχετικής σύμβασης, ότι μετά την παύση των εργασιών της πτώχευσής της, που κηρύχθηκε με την υπ' αριθ.3430/12.07.2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και παρά τις επίμονες οχλήσεις της ενάγουσας, η εναγομένη δεν αποδέσμευσε τον άνω λογαριασμό, προκειμένου να κάνει χρήση του ο νόμιμος εκπρόσωπος της, αλλά αντιθέτως, στις 06.09.2005 παρακατέθεσε ατόκως το ποσό του άνω λογαριασμού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων όχι υπέρ της εταιρείας της αλλά υπέρ του αληθούς δικαιούχου που θα οριστεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, ενώ το εν λόγω Ταμείο την αναγνώρισε ως δικαιούχο στις 17.10.2007. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα και επικαλούμενη περαιτέρω ότι, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το καθαρό κέρδος που προσδοκούσε με πιθανότητα ανέρχεται στο ποσό των 367.464,70 € ετησίως, υπολογιζόμενο σε ποσοστό 10% επί του κύκλου εργασιών (ήτοι 3.674.647,01 € ποσό παρακατάθεσης χ 10%), αρχόμενο από 13.8.2005, οπότε κατέστη εκτελεστή η περί παύσεως των εργασιών της πτώχευσης απόφαση και μπορούσε να λειτουργήσει η εταιρεία, δεδομένου ότι το αντικείμενο της είναι η εμπορία και η επεξεργασία ξυλείας ζήτησε μεταξύ των άλλων... ως αποζημίωση για την αποθετική ζημία της, από 13.08.2005 και για μία τριετία, το ποσό των 1.093.394,10 ευρώ (367.464,70 ευρώ χ 3), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών της αναιρεσείουσας κρίθηκε, όπως και πρωτοδίκως, αόριστο και απορριπτέο, με συνέπεια ο πέμπτος λόγος της έφεσής της κατά της πρωτόδικης, που περιείχε το σχετικό παράπονο της, να απορριφθεί αντίστοιχα ως αβάσιμος. Στην κρίση της αυτή η προσβαλλόμενη, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή της προκύπτει, κατέληξε με βάση την παραδοχή ότι στην ένδικη αγωγή "... δεν αναφέρεται πως προκύπτει ο κύκλος εργασιών και τα καθαρά κέρδη που επικαλείται η ενάγουσα, ούτε εκθέτει κατά περίπτωση συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που καθιστούσαν πιθανό το κέρδος αυτό, με βάση την, κατά την πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, χωρίς να αρκεί η αφηρημένη επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ. Αντίθετα απαιτείται εξειδικευμένη και λεπτομερής κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούσαν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια, καθώς και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών, ώστε να μπορεί να διαταχθεί απόδειξη". Έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση όχι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω αοριστίας κατά το αίτημά της το σχετικό με την αναγνώριση αξίωσης αποζημίωσης της αναιρεσείουσας για διαφυγόντα κέρδη της, μη απαιτώντας για το ορισμένο του αιτήματος αυτού στοιχεία περισσότερα από όσα απαιτεί ο νόμος, αφού ναι μεν αναφέρονται στην ένδικη αγωγή τα διαφυγόντα κέρδη που προσδοκούσε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να έχει κατά το επίδικο διάστημα η αναιρεσείουσα από τη λειτουργία της επιχείρησης της, χωρίς όμως να εξειδικεύεται ο κύκλος εργασιών και τα καθαρά κέρδη που επικαλείται. Η παραπάνω αναγκαία εξειδίκευση ήταν ασσφαλώς δυνατή με βάση το μέσο όρο των καθαρών εσόδων από την εμπορία και επεξεργασία ξυλείας κατά τη διάρκεια λειτουργίας της επιχείρησης της και συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό κατ' εκτίμηση 14 (και όχι 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθία τούτων μετά την παραδοχή της βασιμότητας των παραπάνω λόγων, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και να παραπεμφθεί προς περατέρω εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔ), διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των ηττηθείσας αναιρεσίβλητης (άρθρα 106,176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα, ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 1140/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από διαφορετικούς από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ