2/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 2 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated2/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή και Αναστασία Περιστεράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Κ. του Π., κατοίκου ... και 2) αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν αμφότεροι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Λαζαράτο. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", ως καθολικής διαδόχου των ανωνύμων εταιρειών με τις επωνυμίες "..." και "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Παύλο Ρήγα Ρ. και 2) Παναγιώτη Παπανικολάου .Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-8-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 436/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 3654/2012 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1520/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθμ. 3654/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3025/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-8-2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παράβαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως από την ανωτέρω διάταξη ιδρύεται όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, οι ως άνω ερμηνευτικοί κανόνες παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέφυγε μεν στις διατάξεις αυτές προς άρση της ασάφειας ή προς πλήρωση του κενού, το οποίο εμφάνιζε η συγκεκριμένη δικαιοπραξία κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, όμως, το ερμηνευτικό συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε σε σχέση με το νομικά αποφασιστικό, νόημα του ερμηνευόμενου όρου της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο προς εκείνο που υπαγορεύεται από αυτούς τους ερμηνευτικούς κανόνες (ΑΠ 530/2011). Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας περί της ύπαρξης ή μη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, ενώ κρίση τούτου, με την οποία αυτό, από τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως, εξάγει το στηριζόμενο στη βούληση του δηλούντος (αρθρ. 173 ΑΚ) υποκειμενικό νόημα της δηλώσεως βουλήσεως, όπως, επίσης, και εκείνη, με την οποία συνάγει το αντικειμενικό (αρθρ. 200 ΑΚ) νόημα της δηλώσεως βουλήσεως είναι κρίση νομική και ως τέτοια, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου(ΑΠ 1333/2012). Ειδικότερα, οι ως άνω ερμηνευτικοί κανόνες παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέφυγε μεν στις διατάξεις αυτές προς άρση της ασάφειας ή προς πλήρωση του κενού, το οποίο εμφάνιζε η συγκεκριμένη δικαιοπραξία, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, όμως, το ερμηνευτικό συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε σε σχέση με το νομικά αποφασιστικό, νόημα του ερμηνευόμενου όρου της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο προς εκείνο που υπαγορεύεται από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 338/2016, 715/2010). Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και γνωστικού ανθρώπου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως το δικαστήριο σταθμίζει τα συμφέροντα των μερών, και ιδίως εκείνου στην προστασία του οποίου αποβλέπει ο ερμηνευόμενος όρος, και λαμβάνει επίσης υπ' όψη τη φύση και το σκοπό της δικαιοπραξίας, τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις της βουλήσεως των μερών, τις τοπικές και γλωσσικές συνήθειες, τις προηγούμενες συναλλαγές των μερών και την προηγούμενη συμπεριφορά τους, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί και πώς οι σχετικές δηλώσεις του ενός μέρους αναμένονταν να εκληφθούν από το άλλο. Για να συναγάγει το ερμηνευτικό πόρισμα το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεσθεί στο περιεχόμενο της συμβάσεως, αλλά δύναται να αντλήσει στοιχεία και εκτός της συμβάσεως, που θα προταθούν από τους διαδίκους. Δεν αποκλείεται μάλιστα να λάβει υπ' όψη και στοιχεία από τη μεταγενέστερη από την κατάρτιση της συμβάσεως συμπεριφορά των μερών, ως ενδεικτικά του νοήματος που είχαν προσδώσει στη σύμβαση τα μέρη, γεγονός που υποδηλώνεται και με τις σύμφωνες με αυτό ενέργειές τους (ΑΠ 679/2018, 374/2013 ). Η διάγνωση από το δικαστήριο της ουσίας υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο(ΑΠ 1420/2013). Επίσης, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα. Τα διδάγματα της κοινής πείρας δύνανται να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ.), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ.). Ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένως, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά. Αντιθέτως, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1353/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να δύναται να ελεγχθεί αν ορθώς εφάρμοσε το Νόμο. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1148/2018, 319/2017).
Εν προκειμένω, με το πρώτο λόγο και με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου τής αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια των λόγων αναιρέσεως των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 173, 200, 330, 914 και 919 ΑΚ, ως και ότι εσφαλμένως υπήγαγε σε αυτές τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα περιστατικά και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, ενώ περιέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί ζητημάτων κρίσιμων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση αυτής της δίκης, Ειδικότερα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο, έσφαλε κατά την κρίση του, εφ' όσον: α) δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες, αφ' ενός όφειλαν να χρηματοδοτούν την εταιρεία για να συνεχίζεται η λειτουργία της απρόσκοπτα και αφ' ετέρου όφειλαν να μη θίξουν το ποσοστό τουλάχιστον 25%, που η αναιρεσίβλητη είχε στην εταιρεία, η οποία όμως αναιρεσίβλητη δεν είχε πρόθεση να μετάσχει σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, παρά το γεγονός ότι τη ζήτησε. Αν όμως ενεργείτο τέτοια αύξηση, στην οποία η αναιρεσίβλητη δεν θα συμμετείχε, και την κάλυπταν οι αναιρεσείοντες, το ποσοστό της αναιρεσίβλητης θα έπεφτε κάτω από το 25% και έτσι θα παραβίαζαν αυτοί τις υποχρεώσεις τους από το συμφωνητικό του 2003. β) παρεβίασε τα δίδαγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία, αφ' ενός μεν, εάν ενεργηθεί αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, την οποία μόνο ένας μέτοχος καλύπτει, αναγκαστικά το ποσοστό του άλλου μετόχου, που δεν μετέχει σε αυτήν, περιορίζεται,αφ' ετέρου δε ότι έμπειροι επιχειρηματίες, που συμφωνούν προστασία ενός ποσοστού συμμετοχής σε εταιρία, εφόσον επιθυμούν την προστασία του όχι μόνο ως αριθμητικού μεγέθους αλλά και ως αξίας, για ένα διάστημα διετίας μάλιστα, αυτό το εκφράζουν ρητά και με σαφήνεια και δεν αφήνουν να συναχθεί ερμηνευτικά. γ) διαπίστωσε ανύπαρκτη ασάφεια, ως προϋπόθεση του επιτρεπτού της κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ ερμηνείας), και ακολούθως εσφαλμένως εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες των δικαιοπραξιών, δ) η προσβαλλομένη περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, αφού, ενώ δέχεται, ότι η αναιρεσίβλητη ήταν απρόθυμη να μετάσχει σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου και το ποσοστό της εξ 25% τουλάχιστον δεν έπρεπε να θιγεί, ταυτόχρονα δέχεται, ότι αντί δανεισμού έπρεπε να προβούν οι αναιρεσείοντες σε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, γεγονός που αν συνέβαινε το ποσοστό της αντιδίκου θα έπεφτε ή θα κινδύνευε να πέσει κάτω από το 25% και περαιτέρω, ενώ υπολαμβάνει ότι τα μέρη ήθελαν πράγματι να προστατέψουν το ποσοστό (25%) κατά την αξία του την 3-1-2003 δέχεται ταυτόχρονα ότι τυγχάνει "λογικά και επιχειρηματικά" αδόκιμη η "εγγύηση" της τιμής των μετοχών για το συνεχόμενο διάστημα των μέχρις τη 31-12-2004, με ταυτόχρονη ανάληψη της χρηματοδοτήσεως της εταιρείας "... από την πλευρά μόνο των εναγομένων, ε) η αιτιολογία της προσβαλλομένης είναι ανεπαρκής, εφ' όσον δεν αναφέρεται πώς και με τι είδους αύξηση ήταν δυνατόν να αντιμετωπισθούν οι ανάγκες της εταιρείας, χωρίς να απαιτείται ο δανεισμός της από τους αναιρεσείοντες και ταυτόχρονα, εάν θα ηδύνατο σε τέτοια αύξηση να μετάσχει η αντίδικος χωρίς να θιγεί το ελάχιστο ποσοστό της 25%,ώστε να δύναται να ελεγχθεί, εάν ενήργησαν αντισυμβατικά, και παράνομα, στ) κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των 173 και 200 ΑΚ παραβίασε και το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι έμπειροι επιχειρηματίες, που συμφωνούν προστασία ενός ποσοστού συμμετοχής σε εταιρία, εφόσον επιθυμούν την προστασία του όχι μόνο ως αριθμητικού μεγέθους αλλά και ως αξίας, για ένα διάστημα διετίας μάλιστα, αυτό το εκφράζουν ρητά και με σαφήνεια και δεν αφήνουν να συναχθεί ερμηνευτικά και ζ) οι αιτιολογίες, ως προς τους εφαρμοσθέντες ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι ανεπαρκείς. Τούτο διότι δεν εκτίθενται αν διεγνώσθη κενό ή αμφιβολία, ούτε διαλαμβάνονται τα πραγματικά γεγονότα και τα στοιχεία με βάση τα οποία συνάγεται το αποδεικτικό πόρισμα ότι η αληθής βούληση των συμβαλλομένων ήταν η πραγματική έκταση των πωληθέντων να μην αποτελεί συνομολογηθείσα ιδιότητα αυτών, αφού ελλείπει οιαδήποτε αναφορά στις δηλώσεις των μερών, προς άλληλα και τη φορολογική αρχή, στο περιεχόμενο των καταρτισθέντων συμβολαιογραφικών εγγράφων, στις προηγηθείσες διαπραγματεύσεις, καθώς και στη διαφορά του τιμήματος σε σχέση με την πραγματική έκταση του πωληθέντος.
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτώς επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υποθέσεως, και ειδικότερα ως προς τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεσειόντων, τα ακόλουθα:
"..... Με την υπ' αριθμ. 12784/1996 πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Α. Ζ., όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 12808/1996 τροποποιητική πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, συστήθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και με απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ, εγκρίθηκε το καταστατικό αυτής. Στη συνέχεια, με σχετική απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων αυτής, αποφασίστηκε η τροποποίηση του άρθρου 1 του καταστατικού της και η αλλαγή της επωνυμίας σε "..." (ΑΔΤ). Τον Δεκέμβριο του έτους 1997, ο Ε. Τ., κύριος μέτοχος και νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας (και ήδη αναιρεσίβλητης), απέκτησε με αγορά το 100% των μετοχών της εταιρείας τότε ... και νυν ΑΔΤ. Η αγορά των εν λόγω μετοχών δεν συνοδεύτηκε από την καταβολή τιμήματος στους πωλητές, αλλά από ανάληψη του συνόλου των άμεσων και έμμεσων υποχρεώσεων του τηλεοπτικού σταθμού με την τότε ονομασία .... Το επόμενο έτος αποφασίστηκε η συνεργασία με τον όμιλο "..." και τον πρώτο εναγόμενο (και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα). Συγκεκριμένα, την 14-11-1998, συμφωνήθηκε η συμμετοχή του πρώτου εναγόμενου ή τρίτων προσώπων που αυτός θα υπεδείκνυε, στην εταιρεία ... (ΑΔΤ), με ποσοστό συμμετοχής 40% στο μετοχικό κεφάλαιο αυτής και τίμημα 6.000.000.000 δρχ. (17.608.217 ευρώ), το οποίο και εξοφλήθηκε. Τον Δεκέμβριο του έτους 1999, η εταιρεία "..." συμφερόντων του πρώτου εναγομένου και η δεύτερη εναγόμενη (και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα) συμφερόντων Μ. Κ., εισήλθαν στο μετοχικό σχήμα της ΑΔΤ. Ο Όμιλος ... το έτος 1999 δραστηριοποιήθηκε και στον τομέα της συνδρομητικής τηλεόρασης, ιδρύοντας μεταξύ άλλων και την εταιρεία με την επωνυμία "... ..." και τον διακριτικό τίτλο ..., η οποία από τον Ιούνιο του έτους 2001 άρχισε να εκμεταλλεύεται την συνδρομητική τηλεόραση "... ...". Επίσης, το έτος 2001 εισήλθε στο ανωτέρω μετοχικό σχήμα το Ιδρυμα Ωνάση (ΙΩ), εξαγοράζοντας δια των εταιρειών συμφερόντων του "...", το 14,7% των μετοχών της άνω εταιρείας (ΑΔΤ). Ακολούθως, μεταβιβάσθηκαν από την ... ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΖΩΗΣ στον πρώτο εναγόμενο τα 24,7% των μετοχών της .... Έτσι στην εταιρεία ΑΔΤ δημιουργήθηκαν τρεις ομάδες μετόχων, ήτοι η ομάδα ΣΝΤ (ομάδα συνεργατών Τ.), η ομάδα ΔΚ (πρώτου εναγομένου) και η ομάδα ΙΩ (Ίδρυμα Ωνάση), οι ίδιες δε ομάδες μετόχων με τα συγκεκριμένα ποσοστά τους συμμετείχαν και στη μετοχική σύνθεση της άνω ADS. Η ενάγουσα είναι καθολική διάδοχος των εταιρειών "... ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΑ ΔΙΚΤΥΑ ΑΕ" και "...", συμφερόντων της ομάδας ΣΝΤ, τις οποίες έχει απορροφήσει με συγχώνευση. Με τον τρόπο αυτό, η ενάγουσα υπεισήλθε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των άνω δύο εταιρειών, συμφερόντων του ομίλου ΣΝΤ. Μετά την είσοδο των εταιρειών ιδρύματος Ωνάση στη μετοχική σύνθεση της ΑΔΤ και την ADS, τα ποσοστά των τριών ομάδων ήταν τα ακόλουθα: η ομάδα ΣΝΤ είχε ποσοστό 45,30%, έχοντας και τη διοίκηση της εταιρείας, η ομάδα ΔΚ είχε ποσοστό 40% και η ομάδα ΙΩ είχε ποσοστό 14,70%. Την 5-9-2001, οι ως άνω τρεις ομάδες μετόχων, προκειμένου να καθορίσουν αφενός τις μεταξύ τους σχέσεις, τον τρόπο και τους όρους χρηματοδότησης του επιχειρηματικού τους σχεδίου, τον τρόπο εκλογής των μελών των διοικητικών συμβουλίων και γενικά τον τρόπο διοίκησης τους, κατήρτισαν ιδιωτικό συμφωνητικό διευθετήσεως των θεμάτων αυτών. Στο ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό προβλέφθηκαν μεταξύ άλλων: α) ότι η διοίκηση των εταιρειών θα ανήκει στον Ε. Τ., που ορίστηκε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος (όροι 4.3, 8.2) β,) ότι κάθε μεταβίβαση μετοχών των εταιριών τελεί υπό τον όρο της τηρήσεως της νομοθεσίας που προβλέπει ορισμένους περιορισμούς στην αγοραπωλησία μετοχών που δραστηριοποιούνται στον χώρο των ΜΜΕ (όρος 5.1), γ) ότι αναλαμβάνεται αμοιβαία μεταξύ των συμβαλλομένων το δικαίωμα προτίμησης σε περίπτωση διάθεσης μετοχών (όρος 5.3) και με τον όρο 5.4 αυτού προβλέφθηκε ότι: "...Με την επιφύλαξη των ανωτέρω δικαιωμάτων προτιμήσεως, στην περίπτωση κατά την οποία ενδιαφέρονται τρίτοι ή κάποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη να αποκτήσουν από οποιοδήποτε μέτοχο ποσοστό των μετοχών του σε μια από τις Εταιρείες και η συνέπεια αυτού θα είναι να αποκτήσει ο αποκτών την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου σε μια από τις εταιρείες, τότε καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη θα έχει το δικαίωμα επιπλέον των ανωτέρω να απαιτήσει ο Αποκτών να αγοράσει από αυτό το σύνολο ή όσο μέρος εκ των μετοχών του στην Εταιρεία επιθυμεί να διαθέσει το συμβαλλόμενο μέρος. Στην περίπτωση αυτή, η αγορά και η πώληση θα γίνονται υπό τους ιδίους όρους με τους οποίους ο μεταβιβάζων προτίθεται να πωλήσει ποσοστό των μετοχών του στον αποκτώντα σε τιμή τουλάχιστον ίση με την υψηλότερη τιμή με την οποία ο αποκτών απέκτησε μετοχές στην εταιρεία κατά το προηγούμενο δεκαοκτάμηνο συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης πώλησης...". Επίσης, στο άρθρο 14 παρ. 1 του ιδίου ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού ορίσθηκε ότι: "... Η ευθύνη των μετόχων είναι διαιρετή μεταξύ των μετόχων ΣΝΤ ως διακεκριμένη ομάδα μετόχων, των μετόχων ΔΚ ως διακεκριμένη ομάδα μετόχων και των μετόχων ΙΩ ως διακεκριμένη ομάδα μετόχων...". Μετά από μεταβολές του ποσοστού των ομάδων μετόχων των εταιρειών, την 10-1-2002 η μετοχική σύνθεση των ομάδων μετόχων διαμορφώθηκε στην ADS ως εξής: η ΣΝΤ είχε ποσοστό 34%, ομάδα ΔΚ ποσοστό 40% και η ομάδα ΙΩ ποσοστό 25%. Το ίδιο έτος μετά την 10-1-2002 η μετοχική σύνθεση των ομάδων μετόχων στην ΑΔΤ και το ποσοστό διαμορφώθηκε σε 31,3% για την ομάδα ΣΝΤ, ποσοστό 40% για την ομάδα ΔΚ και σε ποσοστό 25% για την ομάδα ΙΩ. Η λειτουργία της ψηφιακής συνδρομητικής τηλεόρασης ήταν δύσκολο εγχείρημα για τον λόγο ότι στην Ελλάδα δραστηριοποιούνταν επί έτη η ψηφιακή πλατφόρμα της NOVA, συμφερόντων της εταιρείας ... και ο ανταγωνισμός στον τομέα της συνδρομητικής τηλεόρασης εξαιρετικά ασύμφορος λόγω του μικρού πληθυσμού της χώρας και των υποψήφιων συνδρομητών. Έτσι αποφασίστηκε από τους εκπροσώπους αυτής και τους μετόχους της ADS να συνεργαστούν και συμφωνήθηκε: α) η λειτουργία μόνο μιας ψηφιακής πλατφόρμας (της NOVA), β) η θέση της εταιρείας ADS σε εκκαθάριση και γ) η συμμετοχή των μετόχων της ADS στην εταιρεία NOVA μέσω μιας τρίτης εταιρείας, της παναμέζικης εταιρείας ... .... Η εταιρεία ... ήταν "εταιρεία ειδικού σκοπού" που συνεστήθη προκειμένου να μπορέσουν οι μέτοχοι της ADS να συμμετέχουν στο μετοχικό σχήμα της ..., αποκτώντας το 22% των μετοχών της τελευταίας. Το 100% της εταιρείας ... ήλεγχε το Ίδρυμα Ωνάση, το οποίο είχε αναλάβει την υποχρέωση να μεταβιβάσει ποσοστά στους μετόχους της ADS, χωρίς ποτέ να λάβει χώρα εκποιητική δικαιοπραξία. Έτσι συμφωνήθηκε στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ... να συμμετέχουν οι ανωτέρω τρεις ομάδες μετόχων (ΣΝΤ, ΔΚ και ΙΩ) κατά το ποσοστό συμμετοχής τους με τον ίδιο δε τρόπο θα τύγχαναν και δικαιούχοι της απαίτησης προς μεταβίβαση του 22%) του μετοχικού κεφαλαίου της .... Η τελευταία όμως αθέτησε την παραπάνω συμφωνία αρνούμενη στις 30/10/2002 την παραχώρηση του ποσοστού συμμετοχής 22% στην ... .... και η απαίτηση αυτή διαφαίνονταν επιδιώξιμη μόνο μέσω της δικαστικής οδού μετά δε από τις ανωτέρω εξελίξεις οι ομάδες μετόχων των ΣΝΤ, ΔΚ, ΙΩ έπρεπε να διευθετήσουν το. ζητήματα της λειτουργίας και εκμετάλλευσης της ΑΔΤ, την εκκαθάριση της ADS και τη δικαστική επιδίωξη της απαίτησης της ... ... κατά της .... Έτσι περί τα μέσα Οκτωβρίου του 2002 και σε κλίμα αγαστής συνεργασίας μεταξύ των ομάδων του ΣΝΤ και ΔΚ αποφασίστηκε από κοινού η επικαιροποίηση του ιδιωτικού συμφωνητικού μετόχων ΣΝΤ- ΔΚ του 1998, που υπογράφτηκε στο ξεκίνημα της ανάπτυξης του Ομίλου ... και η δημιουργία μίας ομάδας εργασίας αποτελούμενη από τα στελέχη Α. Μ., Α. Κ. και Β., προκειμένου να αξιολογηθούν τα περιουσιακά στοιχεία του Ομίλου ..., εκτός της ... ... Synthesis και να καταγραφούν και τακτοποιηθούν οι δοσοληπτικοί λογαριασμοί των μετόχων της ομάδας Τ. και της ομάδας Κ. Στις 28-11-2002 χωρίς ακόμη να έχουν ολοκληρωθεί οι εργασίες της παραπάνω ομάδας, με την με αρ 2632/28-11-2002 συμβολαιογραφική πράξη αγοραπωλησίας μετοχών του Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Μ. η εταιρεία με την επωνυμία "..." (εταιρίες που ανήκαν στην ομάδα ΙΩ), ως εκεί εκπροσωπούντο, πώλησαν, παραχώρησαν, μεταβίβασαν και παρέδωσαν στον Γ. Ψ. 11.250.000 κοινές ονομαστικές μετοχές (4.500.000 η πρώτη και 6.750.000 η δεύτερη) εκ του συνόλου της άνω εταιρείας με την επωνυμία "... ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", οι οποίες σύμφωνα με τον άνω τίτλο αντιπροσωπεύουν το 25% του μετοχικού κεφαλαίου αυτής, έναντι συνολικού τιμήματος 10.095.000 ευρώ. Στο συμβόλαιο αυτό το τίμημα φέρεται να καταβλήθηκε από τον αγοραστή Ψ. στις πωλήτριες πρότερον και εκτός της παρουσίας συμβολαιογράφου και φέρεται ως προϊόν δανείου που έλαβε ο αγοραστής από την εταιρία ... (συμφερόντων ΙΩ) για την εξασφάλιση του οποίου μεσολάβησε ως εγγυητής ο πρώτος εναγόμενος. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το παραπάνω τίμημα ουδόλως καταβλήθηκε, η μεταβίβαση υπήρξε εικονική ως μέρος γενικότερης συμφωνίας μεταξύ των μετόχων ΔΚ και των μετόχων ΙΩ και αποτελούσε το αντάλλαγμα για την παραχώρηση εξ ολοκλήρου στους μετόχους ΙΩ όλων των μετοχών της εταιρίας ... στην οποία είχε περιέλθει η αξίωση κατά της ... κατόπιν συμφωνίας της ομάδας μετόχων ΔΚ με την ομάδα μετόχων του ΙΩ, η οποία έγινε μυστικά και εν αγνοία της ομάδας ΣΝΤ αντίθετα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και το μέχρι τότε ομαλό κλίμα συνεργασίας και περαιτέρω ότι ο ανωτέρω αγοραστής δεν διέθετε "πόθεν έσχες" προκειμένου να προβεί στην παραπάνω αγοραπωλησία το έτος 2002. Τα παραπάνω ζητήματα της έλλειψης πόθεν έσχες και της εικονικότητας προς τον Γ. Ψ. της επίδικης μεταβιβάσεως έχουν αυτοτελή σημασία κατ' άρθρ. 1 § 13 του ν. 2328/1995 καθώς άπτονται της σύννομης λειτουργίας του σταθμού και κατ' επέκταση η τυχόν ακυρότητα της μεταβίβασης λόγω παράβασης της νομοθεσίας περί ραδιοτηλεοπτικών αδειών θα επηρέαζε καθοριστικά το μέλλον της λειτουργίας του σταθμού, περιστατικά που η ομάδα ΣΝΤ έπρεπε να γνωρίζει με γνώμονα τους κανόνες των χρηστών συναλλακτικών ηθών, του καταστατικού σκοπού της ΑΔΤ αλλά και τους όρους των μεταξύ των ομάδων συμφωνηθέντων δυνάμει του από 5/9/2001 ιδιωτικού συμφωνητικού.
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω μεταβίβαση όπως αποτυπώθηκε στην με αρ 2632/28-11-2002 συμβολαιογραφική πράξη αγοραπωλησίας μετοχών έφερε στοιχεία εικονικότητας τόσο ως προς το πρόσωπο του αληθινού αγοραστή όσο και ως προς το τίμημα και δεν ήταν έγκυρη καθώς ο φερόμενος στην επίμαχη συναλλαγή ως αγοραστής Ψ.ς δεν διέθετε το ποσό και δεν κατέβαλε κανένα τίμημα για την αγορά των μετοχών αντιθέτως ανωτέρω αγοραστής απαλλάχθηκε της πληρωμής του αναγραφόμενου στο παραπάνω συμβόλαιο τιμήματος σε εκτέλεση ευρύτερης συμφωνίας που έλαβε χώρα εν αγνοία του Ε. Τ. στη Λευκωσία της Κύπρου δυνάμει των από 28/11/2002 δύο (2) ιδιωτικών συμφωνητικών αναδοχής χρέους μεταξύ του πρώτου των εναγομένων, του αγοραστή Γ. Ψ. και των πωλητριών εταιρειών ... και ..., όπου τα μέρη δηλώνουν, μεταξύ άλλων, ότι ο Γ. Ψ.ς αναδέχεται το έναντι του Δ. Κ. υφιστάμενο χρέος των εν λόγω δύο εταιρειών από την εκ μέρους του μεταβίβαση προς αυτές των μετοχών της εταιρίας ... και ότι το εκ μέρους της εταιρίας ... χορηγηθέν προς αυτόν χρηματικό ποσό δανείου θα χρησιμοποιηθεί για την εξόφληση του "αναδεκτού" χρέους. Η παραπάνω ευρύτερη συμφωνία που υλοποιήθηκε στην Λευκωσία και κατά την κοινή πείρα οι παράμετροί της ήταν γνωστοί πρότερον στους συμβαλλόμενους και την οποία δεν υπέγραψε και αγνοούσε κατά τα προαναφερόμενα ο Ε. Τ. ουσιαστικά στόχευε στην αναδιανομή των εταιριών του ομίλου κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των λοιπών ομάδων μετόχων δηλαδή αυτών του ΙΩ και του ΔΚ για την, -κατ' αποκλεισμό της ομάδας ΣΝΤ- απόκτηση από τον πρώτο εναγόμενο και την ομάδα μετόχων ΔΚ της απόλυτης πλειονοψηφίας των μετοχών της ΑΔΤ και αποδομούσε το κλίμα εμπιστοσύνης και ομαλότητας που υφίστατο μέχρι τότε στη συνεργασία των τριών ομάδων κυρίως δε ανέτρεπε τις μέχρι τότε διαβεβαιώσεις του πρώτου εναγόμενου προς τον Ε. Τ. ότι επιθυμούσε την απρόσκοπτη μεταξύ τους συνεργασία, για τη συνέχιση της νόμιμης λειτουργίας των εταιριών του ομίλου ... μεταξύ των ομάδων ΔΚ και ΣΝΤ, όπως κατά το παρελθόν. Πέραν δε τούτων η παραπάνω ευρύτερη συμφωνία για την κατ' αυτόν τον τρόπο καταβολή του τιμήματος των 10.095.000 ευρώ είχε ως διακύβευμα τη σύννομη λειτουργία του σταθμού επιπλέον δε πλήρως αποδείχθηκε στο πλαίσιο του ελέγχου της Επιτροπής του άρθρ. 3 § 2β του ν. 3213/2003 με αντικείμενο το "πόθεν έσχες" του Γ. Ψ., ότι ο τελευταίος την 28.11.2002 δεν διέθετε το "πόθεν έσχες" για τα 10.095.000 ευρώ του τιμήματος. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από το περιεχόμενο της με αρ. 7225/2009 απόφασης του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και το περιεχόμενο της εκδοθείσας μετά από έφεση κατ' αυτής με αρ. 3693/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία ο Γ. Ψ.ς καταδικάστηκε για ανακριβείς δηλώσεις πόθεν έσχες για τα έτη 2004, 2005 και 2006 καθώς στις αποφάσεις αυτές δεν γίνεται λόγος για το έτος 2002 για το οποίο δεν προκύπτει αν ασκήθηκε ποινική δίωξη. Περαιτέρω, η κρίση περί της εικονικότητας της αγοραπωλησίας μετοχών της με αρ. 2632/28-11-2002 συμβολαιογραφικής πράξης ενισχύεται και από την νομίμως προσκομισθείσα από 14.3.2007 αγωγή του Ψ. κατά του πρώτου εναγομένου στην οποία διαλαμβάνεται ότι κατ' εντολήν του πρώτου εναγομένου έγινε ο Γ. Ψ.ς μέτοχος της ΑΔ Τ και δεν αναιρείται από την από 20-3-2006 βεβαίωση εξόφλησης των πωλητριών εταιριών καθώς από τα αντίγραφα των δημοσιευμένων στα οικεία ΦΕΚ ισολογισμών των πωλητριών εταιριών για τα έτη 2001 έως 2006 δεν προκύπτει καταχώρηση του τιμήματος αγοράς των ένδικων μετοχών. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο Ε. Τ., αγνοώντας την ευρύτερη ως άνω συμφωνία, που υλοποιήθηκε στην Λευκωσία Κύπρου και εύλογα θεωρώντας ότι η μεταβίβαση των μετοχών στον Γ. Ψ. δυνάμει της με αρ. 2632/28-11-2002 συμβολαιογραφικής πράξης αποτελεί πραγματική και αυτοτελή μεταβιβαστική πράξη αποκομμένη από άλλες ταυτόχρονες και παράλληλες εξελίξεις, την 28/11/2002 υπέγραψε και παρέδωσε επιστολή εγκρίσεως προς τις μεταβιβάζουσες εταιρίες αναφέροντας: "Έχω λάβει γνώση της επικείμενης πωλήσεως του συνόλου των μετοχών σας... προς τους κ.κ Δ. Κ. και Γ. Ψ. ή προς πρόσωπα που αυτοί θα υποδείξουν. Με την παρούσα δηλώνω τόσο ατομικά όσο και για λογαριασμό των εταιρειών ... ότι συναινώ στις ανωτέρω μεταβιβάσεις και ουδεμία αντίρρηση έχω", ακολούθως δε συνυπέγραψε την ως άνω σύμβαση μεταβιβάσεως. Ο ίδιος (Ε. Τ.) την ίδια ημέρα (28/11/2002) - αγνοώντας την ως άνω καταρτισθείσα ευρύτερη συμφωνία- ως εκ τρίτου συμβαλλόμενος υπέγραψε το από 28-11-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης των μετοχών και εκχώρησης δικαιωμάτων και απαιτήσεων, με το οποίο οι μέτοχοι ΔΚ προέβησαν στην πώληση του συνόλου των μετοχών που κατείχαν, τις οποίες είχε εκδώσει η εταιρεία ... στην ομάδα μετόχων ΙΩ, οι οποίες ανέρχονταν στο 70% επί του συνόλου των εκδοθεισών μετοχών της εταιρείας αυτής, έναντι τιμήματος 10.000.000 δολαρίων, ώστε η ομάδα ΙΩ να καταστεί μοναδική κυρία, κάτοχος και νομέας του συνόλου της εταιρείας ..., προβαίνοντας στην ακόλουθη δήλωση: "...Ο ΣΝΤ δηλώνει στους αγοραστές ότι δεν έχει οποιαδήποτε δικαιώματα ή αξιώσεις επί των μετοχών της ... ή αναφορικά με τα συμφωνητικά και ότι τυχόν τέτοια δικαιώματα που ενδεχομένως είχε, έχουν μεταβιβαστεί αντί ευλόγου και δικαίου ανταλλάγματος στον ΔΚ Σε κάθε περίπτωση ο ΣΝΤ δηλώνει στους αγοραστές και στους πωλητές ότι παραιτείται ανεπιφύλακτα και ανέκκλητα από οποιαδήποτε τυχόν τέτοια δικαιώματα ή αξιώσεις που ενδεχομένως έχει σχετικά προς τη ... ή τα συμφωνητικά εν γένει. Ο ΣΝΤ δηλώνει προς τους αγοραστές ότι δεν έχει ουδεμία απολύτως αντίρρηση ή επιφύλαξη αναφορικά προς την απόκτηση εκ μέρους των αγοραστών του 100% των μετοχών της ... και την παρούσα εκχώρηση του συνόλου των αξιώσεων όλων των λοιπών συμβαλλόμενων στους αγοραστές...".Υπό το πρίσμα των παραπάνω ουσιαστικών παραδοχών, οι απορροφηθείσες από την ενάγουσα εταιρίες, μη έχοντας ενημερωθεί για τα πραγματικά στοιχεία της μεταβίβασης που περιέχονται στις καταρτισθείσες ως άνω συμφωνίες μεταξύ των πωλητριών εταιρειών του ΙΩ και του πρώτου εναγομένου και μεταξύ των πωλητριών εταιρειών του ΙΩ, του πρώτου εναγομένου και του Γ. Ψ. και αγνοώντας τα προαναφερόμενα αποκρυβέντα στοιχεία εικονικότητας, πόθεν έσχες και φορολογικών παραβάσεων των ένδικων μεταβιβάσεων- στην κατάφαση των οποίων οδηγούν και τα πορίσματα σχετικού φορολογικού ελέγχου και τον κίνδυνο ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του σταθμού που όλα τα παραπάνω εγκυμονούσαν (βλ. ν. 2328/1995 "νομικό καθεστώς της ιδιωτικής τηλεόρασης κτλ" άρθρα 1 §§ 10, 13 και 18), με εμπεδωμένη την πεποίθηση ότι το μέχρι τότε κλίμα συνεργασίας ήθελε συνεχιστεί ενόψει και των ταυτόσημων διαβεβαιώσεων του πρώτου εναγομένου, απετράπησαν από την έγκαιρη έξοδο από τον Όμιλο με χρήση των όρων του από 5/9/2001 ιδιωτικού συμφωνητικού στα πλαίσια της ιδιωτικής οικονομίας, όπως βάσιμα υποστηρίζει η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της έφεσης. Τα παραπάνω δεν διαφοροποιούνται από το πραγματικό γεγονός ότι η ομάδα ΣΝΤ γνώριζε ότι με την προς τον Γ. Ψ. μεταβίβαση των μετοχών της 28.11.2002 η ομάδα του πρώτου εναγομένου αποκτούσε πλέον την πλειονοψηφία στην ΑΔΤ, λόγω της ιδιότητας του Γ. Ψ. ως στενού συνεργάτη του πρώτου εναγομένου στην ομάδα του οποίου ήταν αναμενόμενο να προσχωρήσει (ο Γ Ψ.ς). Και τούτο διότι υπό το φως των προαναφερόμενων εξελίξεων, που αγνοούσε η ομάδα ΣΝΤ, η λήψη της απόφασης περί έγκαιρης εξόδου (με χρήση των όρων του από 5/9/2001 ιδιωτικού συμφωνητικού), συναρτούνταν κυρίως με το μέλλον της σύννομης λειτουργίας της ΑΔΤ και όχι με τον έλεγχο της πλειοψηφίας...Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ακολούθως την 3-1- 2003 υπεγράφη μεταξύ του Ε. Τ., ενεργούντος για λογαριασμό του ιδίου και α) της εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΑ ΔΙΚΤΥΑ ΑΕ", και β) της εταιρείας με την επωνυμία "...", και του άνω Γ. Ψ. ενεργούντος τόσο ατομικά όσο και για λογαριασμό των εναγομένων, το από 3-1- 2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ουσιώδεις όροι: α) (άρθρο 1): δεν υφίσταται καμία οφειλή, απαίτηση ή αξίωση μεταξύ Δ. Κ. και Ε. Τ. β) (άρθρο 3): το από 5/9/2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μετόχων της εταιρίας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στο ..., παύει να ισχύει γ) (άρθρο 4): ο Ε. Τ. θα παραμείνει Πρόεδρος της ΑΔΤ μέχρι την 31-12-2003, δ) (άρθρο 8): η ομάδα ΣΝΤ "...αφενός συμβαλλόμενοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να περιορίσουν την συμμετοχή τους στο Κεφάλαιο της ... ώστε η τελική τους συμμετοχή να ανέρχεται σε ποσοστό 25% οπωσδήποτε μέχρι την 31-12-2004. Αντίστοιχα οι υπό των αφετέρου συμβαλλόμενων καταβολές προς την εταιρεία, προκειμένου να εξασφαλίζεται η απρόσκοπτη λειτουργία της και η απαιτούμενη φερεγγυότητα της, θα γίνονται εις τρόπον ώστε να προστατεύεται η κατά τα ανωτέρω συμμετοχή κατ' ελάχιστο σε ποσοστό 25%. ε) (άρθρο 9): Τα συμβαλλόμενα στο παρόν μέρη αναλαμβάνουν μεταξύ τους την υποχρέωση να παράσχουν το ένα προς το άλλο δικαίωμα πρώτης προσφοράς (δικαίωμα προτίμησης) στην περίπτωση που οποιοδήποτε από αυτά αποφασίσει να πωλήσει ή με άλλο τρόπο εν ζωή να διαθέσει εν όλω ή εν μέρει τις μετοχές ή οποιαδήποτε αριθμό μετοχών στην ... σε εύλογο τίμημα που θα προσδιορίζεται κατ' αντικειμενική και δίκαιη κρίση...", στ) (άρθρο 14): Από την υπογραφή της παρούσας δεν ισχύει αλλά ούτε και έχει αποδεικτική δύναμη καμία άλλη συμφωνία προφορική ή γραπτή που έχει γίνει από τους συμβαλλόμενους και από την οποία παραιτούνται ρητά με το παρόν να την επικαλεστούν δικαστικά ή εξώδικα...". Στην υπογραφή του παραπάνω από 3-1-2003 συμφωνητικού εκ μέρους των απορροφηθεισών από την ενάγουσα εταιριών συντέλεσαν: 1) η εκ μέρους τους άγνοια των προηγηθεισών αφανών κινήσεων των εναγομένων κατά τα προαναφερόμενα 2) η απροθυμία τους να συμμετάσχουν στη χρηματοδότηση της ΑΔΤ ιδίως μετά την 31/12/2004, όπως τούτο συνάγεται έμμεσα και από τα όσα διαλαμβάνουν, στο αγωγικό δικόγραφο:..."Οι μέτοχοι... , καθυστερούσαν σκόπιμα την επιβεβλημένη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ΑΔΤ εις τρόπον ώστε να εξαναγκάσουν τους μετόχους ΣΝΤ να προβούν στην πώληση των μετοχών, που έγιναν στην ΑΔΤ σε εξευτελιστική τιμή, προκειμένου να αποφύγουν την αναμενόμενη με βεβαιότητα περαιτέρω μείωση του ποσοστού μας, η οποία θα προερχόταν από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, που θα ελάμβανε χώρα μετά την 31/12/2004, οπότε δεν θα ίσχυε η υποχρέωση των εναγομένων να διατηρήσουν σταθερό το ποσοστό μας στο 25%..."), ... 3) οι διαβεβαιώσεις του πρώτου εναγομένου περί ομαλής συνεχίσεως της μεταξύ των μετόχων συνεργασίας που διαφαίνονταν να έχει ημερομηνία λήξεως στις 31/12/2004, διαβεβαιώσεις που διαψεύστηκαν από την εξέλιξη των γεγονότων αντίθετα με τους κανόνες της κοινωνικής ηθικής και της καλής πίστεως, όπως βάσιμα η εκκαλούσα υποστηρίζει με τον δεύτερο λόγο της έφεσης κατά το οικείο σκέλος του. Ειδικότερα μετά την υπογραφή του παραπάνω από 3/1/2003 ιδιωτικού συμφωνητικού και κατά τη διάρκεια που η διοίκηση (management) της ΑΔΤ ασκούνταν από τους εναγόμενους, αποδείχθηκε ότι σταμάτησε σταδιακά κάθε συνεργασία μεταξύ των δύο ομάδων μετόχων ήτοι ΣΝΤ και ΔΚ, η ομάδα μετόχων ΣΝΤ περιθωριοποιήθηκε και ο Ε. Τ. ως Πρόεδρος του ΔΣ έμεινε χωρίς εκτελεστικές αρμοδιότητες. Η κατάσταση αυτή επιδεινώθηκε το θέρος του έτους 2003 και στις αρχές του 2004 διακόπηκε κάθε συνεργασία. Η εξέλιξη αυτή, ήταν αποτέλεσμα τριβών και συνάπτονταν με την αξιοσημείωτη αύξηση των εξόδων της ΑΛΤ, την υπερχρέωση αυτής και τη δημιουργία μεγάλων ταμειακών ελλειμμάτων, με συνέπεια την σημαντική διατάραξη της φερεγγυότητας της ΑΔΤ. Κατά το ίδιο διάστημα οι εναγόμενοι χορηγούσαν στην ΑΔΤ δάνεια πλέον του 5% του μετοχικού κεφαλαίου, κατά παράβαση του άρθρου 1 παρ. 13 του ν. 2328/1995 ανερχόμενα για τα έτη 2002, 2003 και 2004 σε ποσοστά 48,44%, 156,03% και 171,80%, αντίστοιχα του μετοχικού κεφαλαίου, με συνέπεια την επιβολή προστίμου 1.500.000 ευρώ από το Ε.Σ.Ρ με την με αρ. 124/2006 απόφασή του και την ύπαρξη σοβαρού κινδύνου ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας του τηλεοπτικού σταθμού - όπως περί αυτών βεβαιώνει η με αρ. 196/2016 απόφαση του ΣτΕ. Οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι ο ανωτέρω τρόπος χρηματοδοτήσεως της ΑΔΤ υπήρξε σύννομος παρά τα όσα περί του αντιθέτου καταγράφονται στις ως άνω αποφάσεις του ΣτΕ και του ΕΣΡ, που κατά τους ισχυρισμούς τους εσφαλμένα στήριξαν την κρίση τους σε άποψη ειδικού επιστήμονα- οικονομολόγου (Φ. Αγγέλη) και όχι νομικού. Ανεξάρτητα όμως από το αβάσιμο των αιτιάσεών τους αυτών, το βέβαιο είναι ότι η αυθεντική διάγνωση του σύννομου ή μη ως άνω τρόπου χρηματοδότησης της ΑΔΤ εξέφευγε της αρμοδιότητας των εναγομένων και δεν μπορούσε να αξιωθεί από την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη (άρθρο 288 ΑΚ) η υποχρεωτική εκ μέρους των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας "υιοθέτηση" των απόψεων των εναγόμενων "περί του σύννομου" των παραπάνω καταβολών... Κατά το ίδιο διάστημα οι δικαιοπάροχες της ενάγουσας εταιρίες διατύπωναν αλλεπάλληλα αιτήματα περί αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου προκειμένου να εξασφαλιστεί η νομιμότητα στη λειτουργία του σταθμού, οι εναγόμενοι ωστόσο αρνούνταν την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου την οποία πραγματοποίησαν ακριβώς στη λήξη του διαστήματος προστασίας του παραπάνω ποσοστού 25% των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας ήτοι την 31/12/2004. Μάλιστα στη Γενική Συνέλευση της 21/9/2004, που συγκλήθηκε μετά από αίτηση της ομάδας μετόχων Τ. και με αίτημα την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 130.000.000 ευρώ, η πλειοψηφία των μετόχων Δ. Κ. επέμεινε στην λύση των δανεισμών και απέρριψε τη ζητούμενη αύξηση κεφαλαίου, την οποία θα εξήταζε το πρώτο δίμηνο του 2005. Υπό τις συνθήκες αυτές οι δικαιοπάροχες της ενάγουσας εταιρίες έχοντας "εγκλωβιστεί" στο καθεστώς του παραπάνω τρόπου χρηματοδότησης της ΑΔ Τ και μη έχοντας άλλη ρεαλιστική επιλογή αναγκάστηκαν προκειμένου να αποφύγουν τα χειρότερα που θα επέρχονταν μετά τη λήξη του διαστήματος προστασίας, (οπότε με την επικείμενη αύξηση του κεφαλαίου θα συρρικνωνόταν το ποσοστό τους) να εκποιήσουν στις 30.12.2004 όλες τις εκ του ποσοστού 25% μετοχές τους ( 1.554.874 μετοχές) αντί τιμήματος 15.000.000 ευρώ ως ακολούθως: α) με το υπ' αριθμ. 3.110/2004 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Μ. η εταιρεία "..." πώλησε και μεταβίβασε στην εταιρεία "..." 3.698.620 κοινές ονομαστικές μετοχές έναντι συνολικού τιμήματος 4.150.297 ευρώ, β) με το υπ' αριθμ. 3111/2004 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, η ίδια εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΑ ΔΙΚΤΥΑ Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "A.C.N" πώλησε και μεταβίβασε στην ίδια παραπάνω αγοράστρια εταιρία 8.052.923 κοινές ονομαστικές μετοχές έναντι συνολικού τιμήματος 10.453.930 ευρώ γ) με το με αρ 3117/2004 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, η παραπάνω εταιρία με την επωνυμία "..." πώλησε και μεταβίβασε στην δεύτερη εναγόμενη εταιρεία 220.018 κοινές ονομαστικές μετοχές, έναντι συνολικού τιμήματος 286.785 ευρώ και δ) με το υπ' αριθμ. 3118/2004 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου η άνω εταιρεία με την επωνυμία ... ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΑ ΔΙΚΤΥΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "A.C.N" πώλησε και μεταβίβασε στην δεύτερη εναγόμενη εταιρεία 83.956 κοινές ονομαστικές μετοχές, έναντι συνολικού τιμήματος 108.998 ευρώ. Η αναγκαστική αυτή εκποίηση των μετοχών των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας στην παραπάνω τιμή αποτέλεσε "μονοδρομημένη" επιλογή και στον προσδιορισμό του ανωτέρω τιμήματος αποφασιστικό ρόλο έπαιξε ο κίνδυνος συρρίκνωσης του ποσοστού των μετοχών της ομάδας ΣΝΤ μετά την 31/12/2004, ως συνέπεια της προπεριγραφόμενης συμπεριφοράς των εναγομένων που πληροί το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 330α, 914 και 919 ΑΚ... Περαιτέρω όπως ήδη αναφέρθηκε, δυνάμει του από 3.1.2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας εταιρείες, που δεν επιθυμούσαν να συμμετάσχουν στη χρηματοδότηση της ΑΔΤ ιδίως μετά την 31/12/2004, παρεχώρησαν στους εναγόμενους τη διοίκηση (management) της ΑΔΤ και ανέλαβαν να μειώσουν το ποσοστό συμμετοχής τους στην ίδια εταιρεία από 31,30% σε 25%, οι δε εναγόμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να πραγματοποιήσουν τις "καταβολές" τους προς την ΑΔΤ, έτσι ώστε να εξασφαλισθούν η απρόσκοπτη λειτουργία και η απαιτούμενη φερεγγυότητά της και να προστατευτεί έως τις 31.12.2004 το εξ 25% της ΑΔΤ. (όρος 8). Το σημείο στο οποίο ερίζουν οι διάδικοι είναι η ερμηνεία του όρου αυτού και ειδικότερα αν το αντικείμενο της ανωτέρω προστασίας ήταν το ποσοστό 25% ως αριθμητικό μέγεθος , όπως εκλαμβάνουν οι εφεσίβλητοι και δέχθηκε η εκκαλουμένη ή (αν αντικείμενο προστασίας ήταν) και η κατά την 3.1.2003 διαμορφωμένη αξία του, που έπρεπε να διατηρηθεί αλώβητη μέχρι 31.12.2004
από μη προσήκουσα διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων από τον, έχοντα καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα το management της εταιρείας πρώτο εναγόμενο, όπως υποστηρίζει η εκκαλούσα. Στον επίμαχο όρο τα συμβαλλόμενα μέρη απέφυγαν να εκφραστούν αριθμητικά και απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στην αξία του ανωτέρω ποσοστού τόσο κατά το χρόνο της συμφωνίας (3/1/2003) όσο και κατά το χρόνο λήξης της προστασίας (31/12/2004), τους οποίους (χρόνους) ωστόσο, τα συμβαλλόμενα μέρη εξάρουν ως κρίσιμους χρόνους της μεταξύ τους σύνολης συμφωνίας. Η ασάφεια αυτή επιτείνεται και από τον συνεχόμενο όρο του ίδιου συμφωνητικού (άρθρο 9) όπου ορίζεται ότι: "Τα συμβαλλόμενα στο παρόν μέρη αναλαμβάνουν μεταξύ τους την υποχρέωση να παράσχουν το ένα προς το άλλο δικαίωμα πρώτης προσφοράς (δικαίωμα προτίμησης) στην περίπτωση που οποιοδήποτε από αυτά αποφασίσει να πωλήσει ή με άλλο τρόπο εν ζωή να διαθέσει εν όλω ή εν μέρει τις μετοχές ή οποιαδήποτε αριθμό μετοχών στην ... σε εύλογο τίμημα που θα προσδιορίζεται κατ' αντικειμενική και δίκαιη κρίση...". Παρόλα αυτά εκ νέου αποφεύγουν να εκφραστούν αριθμητικά προσδιορίζοντας κάποια συγκεκριμένη/εγγυημένη τιμή. Η ενασχόληση δε αμφοτέρων των συμβαλλομένων στο χώρο των επιχειρήσεων και η πολυετής εμπειρία τους, οδηγεί σε κρίση ότι η ανωτέρω ασαφής επιλογή είναι συνειδητή, λαμβανομένου υπόψη ότι στο χώρο των επιχειρήσεων οι συμφωνίες προεχόντως επικεντρώνονται σε αξίες/τιμές. Το σύνολο δε της συμφωνίας έχει χαρακτηριστικά αμφοτεροβαρούς σύμβασης καθώς οι αφενός συμβαλλόμενοι (ΣΝΤ) παραχωρούν τη διοίκηση Management) της ΑΔΤ και αναλαμβάνουν τη μείωση του ποσοστού συμμετοχής τους από 31,30% σε 25% και οι αφ' ετέρου συμβαλλόμενοι εξασφαλίζουν την απρόσκοπτη λειτουργία και απαιτούμενη φερεγγυότητα καθόλο τον διαδραμώντα χρόνο (3/1/2003 έως 31/12/2004) με καταβολές και στόχο να προστατεύεται η παραπάνω συμμετοχή του ποσοστού 25% στο Κεφάλαιο της ΑΔΤ...''. Κατά την ερμηνευτικά συναγόμενη βούληση των μερών με προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των ΑΚ 173 και 200 και λαμβανομένων επιπλέον υπόψη: 1) της διαχρονικής εξέλιξης των σχέσεων των αντιδίκων μέσα από τις μεταξύ τους επιτευχθείσες εξωεταιρικές συμφωνίες / όρους 2) την απροθυμία της ομάδας ΣΝΤ να συμμετέχει στη χρηματοδότηση της ΑΔΤ ιδίως μετά την 31/12/2004, περιστατικό γνωστό σε αυτήν στις 3/1/2003, το οποίο έπαιξε τον καθοριστικότερο (μεταξύ των άλλων προαναφερόμενων) ρόλο στην κατάρτιση του ένδικου συμφωνητικού 3) το γεγονός ότι τυγχάνει "λογικά και επιχειρηματικά" αδόκιμη η "εγγύηση" της τιμής των μετοχών για το συνεχόμενο ως άνω διάστημα με ταυτόχρονη ανάληψη της χρηματοδότησης της ΑΔΤ από την πλευρά μόνο των εναγόμενων χωρίς ανάληψη κανενός επιχειρηματικού κινδύνου εκ μέρους των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας 4) την απουσία οποιουδήποτε προσδιορισμού της αξίας του 25% στις 3/1/2003 προς άρση κάθε αμφιβολίας αν και ήταν εφικτή μια τέτοια αποτίμηση 5) την συνειδητή αποφυγή στον όρο 9 του αριθμητικού προσδιορισμού του εύλογου τιμήματος που αφέθηκε να προσδιορίζεται κατ' αντικειμενική και δίκαιη κρίση 6) το γεγονός ότι κατά το χρόνο της ανωτέρω συμφωνίας η ΑΔΤ είχε επωμιστεί τις οικονομικές επιπτώσεις του εγχειρήματος της ADS 7) την παραχώρηση από τις δικαιοπαρόχους της εκκαλούσας του management αξίας στις 3/1/2003, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τουλάχιστον 5.000.000 ευρώ, και τον αμφοτεροβαρή χαρακτήρα της συμφωνίας 8) την ακόλουθη/άμεση σε εκτέλεση της υπόψη συμφωνίας μεταβίβαση στους εναγόμενους ποσοστού 2,22% από τις δικαιοπαρόχους της εκκαλούσας, αξίας στις 3/1/2003 τουλάχιστον 4.000.000 ευρώ, 9) το βραχύβιο της προσφερόμενης προστασίας 10) τη σύνδεση της "προστασίας" του ποσοστού 25% με το Κεφάλαιο της ΑΔΤ (οικονομικό μέγεθος), το Δικαστήριο άγεται σε κρίση ότι τα μέρη θέλησαν να προστατέψουν το παραπάνω ποσοστό (25%) όχι μόνο ως καθεαυτό αριθμητικό μέγεθος αλλά και σαν αξία, αφού σε κάθε περίπτωση "η αορίστως προσφερόμενη προστασία" αποτελούσε αντάλλαγμα στα παραχωρηθέντα περιουσιακά αγαθά ( ποσοστό 2,22% και management ) δια των οποίων η ομάδα ΣΝΤ συμμετείχε "άτυπα" στην χρηματοδότηση της ΑΔΤ μέχρι την 31/12/2004, χωρίς ενδιαφέρον να συνεχίσει για τον μετέπειτα χρόνο την συμμετοχή της σε αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου. Η παραπάνω δε αξία των παραχωρηθέντων περιουσιακών στοιχείων (ποσοστό 2,22% και management) έπρεπε να ενσωματωθεί σε κάθε περίπτωση στην αξία του ποσοστού 25% κατά τη λήξη της προστασίας (30/12/2004) με γνώμονα τους κανόνες της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών διότι η παραχώρηση αυτών άνευ ανταλλάγματος στις 3/1/2003 είναι ομοίως "λογικά και επιχειρηματικά" αδόκιμη ενέργεια...'' Ακολούθως, το Εφετείο - το οποίο δίκασε την επίδικη υπόθεση μετ' αναίρεση, κατόπιν εκδόσεως της υπ' αριθ. 1520/2014 αποφάσεως του Αρείου Πάγου και της παραπομπής της προς περαιτέρω εκδίκαση - εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφασή του, με την οποία, δικάζοντας κατ' αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσίβλητης ως αβάσιμη και ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την από 24-8-2007 αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, και υποχρέωσε τους εναγομένους- αναιρεσείοντες να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος στην αναιρεσίβλητη υπό την αναφερομένη ιδιότητά της, το ποσό των 2.000.000 ευρώ, ενώ αναγνώρισε την υποχρέωσή των ιδίων να καταβάλουν το ποσό των 7.000.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο, απήγγειλε δε προσωπική κράτηση διάρκειας 12 μηνών εις βάρος του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως της ως άνω καταψηφιστικής διατάξεως της αποφάσεώς του.
Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, καθ' όσον υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου των διατάξεων των άρθρων 173, 200, 288, 330α, 914 και 919 ΑΚ , δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσεως, εφ' όσον από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπαιτηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, επαρκείς και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όσον αφορά στην θεμελίωση της ευθύνης των αναιρεσειόντων. Ειδικότερα, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η θεμελίωση της ευθύνης των εναγομένων αναιρεσειόντων συνίσταται στο γεγονός ότι ως διοικητές των εταιρικών υποθέσεων δεν επέδειξαν την απαιτούμενη διαχειριστική επιμέλεια και χρηστότητα, ώστε να εξασφαλίζεται η απρόσκοπτη λειτουργία και η απαιτούμενη φερεγγυότητα της εταιρείας, αλλά απέβλεψαν στον εξαναγκασμό της μειονοψηφίας σε αποχώρηση από την "..." (ΑΔΤ), με μεταβίβαση του ποσοστού της έναντι ευτελούς τιμήματος. Προς επίτευξη του σκοπού αυτού προέβησαν σε αύξηση των εξόδων της ΑΔΤ, υπερχρέωση αυτής και δημιουργία μεγάλων ταμειακών ελλειμμάτων, με συνέπεια την σημαντική διατάραξη της φερεγγυότητας της. Ο υπέρμετρος δανεισμός εκ μέρους της ΑΔΤ εκεί κατέτεινε. Επίσης, συμφώνως προς τις παραδοχές της προσβαλλομένης οι εναγόμενοι αγνόησαν τα αιτήματα της μειονοψηφίας για πραγματική αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, εκ της οποίας ένα μέρος των μετοχών( στην περίπτωση εκδόσεως νέων) θα μεταβιβαζόταν, εκ μέρους των αναιρεσειόντων, στην ομάδα Τ., ώστε να διατηρείται και αριθμητικά το προστατευόμενο ποσοστό(25%) της συμμετοχής της στην ΑΔΤ. Για την αύξηση αυτή δεν απητείτο η συμμετοχή της ομάδας Τ. με την καταβολή αναλόγου χρηματικού ποσού, ούτε ετίθετο ζήτημα μειώσεως του ποσοστού της στο μετοχικό κεφάλαιο, διότι την διατήρηση του ποσοστού της άνευ ανταλλάγματος είχαν αναλάβει ως συμβατική υποχρέωση οι αναιρεσείοντες, όταν με το από 3-1-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό είχε παραχωρηθεί σε αυτούς η άνευ χρηματικού ανταλλάγματος μεταβίβαση ποσοστού 2,22% των μετοχών της ομάδας Τ. και η παραχώρηση του management της εταιρείας. Με βάση τα ανωτέρω, πλην των άλλων αναφερθέντων, η προσβαλλομένη δεν παρεβίασε το επικαλούμενο δίδαγμα της κοινής πείρας, εφ' όσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας δεν θα εμειώνετο το ποσοστό της Ομάδας Τ., αλλά το απαιτούμενο αντάλλαγμα θα κατεβάλετο από τους αναιρεσείοντες εις εκπλήρωση υποχρεώσεως, κατά τα προεκτεθέντα.
Περαιτέρω, πέραν του ότι η διαπίστωση της ασάφειας, ως προϋποθέσεως του επιτρεπτού της κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ ερμηνείας δεν ελέγχεται αναιρετικώς, το Εφετείο, κατά την ερμηνεία της βουλήσεως των μερών, παρέθεσε όλες τις ειδικές περιστάσεις, που έκρινε ερμηνευτικώς κρίσιμες για την διάγνωση του κανονιστικού νοήματος του ανωτέρω (8) συμβατικού όρου, προσέδωσε δε ιδιαίτερη ερμηνευτική σημασία στα κριτήρια της παραχωρήσεως του management και μεταβιβάσεως του ποσοστού 2,22%, αλλά και της προβλέψεως στον όρο 9 του από 3-1-2003 Ιδιωτικού Συμφωνητικού για επίτευξη δίκαιου τιμήματος κατά την πώληση των μετοχών των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης, ενώ δεν παρεβίασε το επικαλούμενο δίδαγμα της κοινής πείρας περί ρητής αναφοράς εάν το ποσοστό συμμετοχής σε εταιρία προστατεύεται όχι μόνο ως αριθμητικό μέγεθος αλλά και ως αξία. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που αφορούν στην επιχειρηματολογία της ιδίας και του Δικαστηρίου, καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεν ελέγχονται αναιρετικώς, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος και τρίτος, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγοι είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1148/2018, 841/2017). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. β' ΚΠολΔ. "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν".
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ. 9 και 8 αιτιάσεις, ότι το Εφετείο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ειδικότερα δε ότι : α) επεδίκασε άνευ σχετικού αιτήματος το κονδύλιο των 5.000.000 ευρώ, το οποίο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, παριστά ζημία ίσου ύψους, αντιστοιχούσα στην αξία μεταβιβάσεως στους εναγομένους-αναιρεσείοντες του management της ... και β) έλαβε υπ' όψη και τον αντίστοιχο με την ανωτέρω ζημία ουσιώδη ισχυρισμό, χωρίς να τον έχει προβάλει παραδεκτώς η ενάγουσα- αναιρεσίβλητη.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, και ιδίως του περιεχομένου της επικουρικής βάσεως αυτής, προκύπτει ότι διαλαμβάνονται σε αυτή τα ακόλουθα: "...με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, εμείς δεχθήκαμε πρώτον να μειωθεί το ποσοστό συμμετοχής μας στην ΑΔΤ, από 31,3% που ήταν κατά την υπογραφή του συμφωνητικού, σε 25% μέχρι 31-12- 2004, και εκ δευτέρου παραχωρήσαμε την Διοίκηση (management) της εταιρίας, η οποία, ... μας ανήκε για μία δεκαετία, σύμφωνα με το από 05-09-2001 συμφωνητικό, ανεξάρτητα από πλειοψηφίες, αφού μοναδική προϋπόθεση ήταν η κατοχή ποσοστού 10% στην ΑΔΤ. Έναντι των παραπάνω σημαντικών από πάσης απόψεως παραχωρήσεων μας, απότοκων της ερειδόμενης σε πλάνη πεποίθησης και πίστεώς μας ότι μία καλόπιστη συνεργασία με τον Δ. Κ. ήταν ακόμη εφικτή, οι μέτοχοι Δ.Κ. και κυρίως ο πρώτος εναγόμενος (Δ. Κ.ς) εγγυήθηκαν ότι με τις καταβολές τους προς την εταιρία θα εξασφάλιζαν: πρώτον την απρόσκοπτη λειτουργία της, υπό την έννοια ότι θα απέτρεπαν την δημιουργία νομικών και ουσιαστικών προβλημάτων, δεύτερον την απαιτούμενη φερεγγυότητά της υπό την έννοια της πληρώσεως των απαιτήσεων του χρηματοπιστωτικού συστήματος π.χ. αναλογία των ίδιων προς ξένα κεφάλαια 1:2, και τρίτον την προστασία του ποσοστού 25% συμμετοχής στην ΑΔΤ των μετόχων ΣΝΤ, υπό την έννοια ότι το ποσοστό αυτό θα διατηρείτο σταθερό ,τόσο σε ποσοστό όσον και αξία, μέχρι την 31-12-2004, ανεξάρτητα από τις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της ΑΔΤ.... Περαιτέρω, οι εναγόμενοι αθέτησαν δόλια τις έγκυρες και ισχυρές κατά τα λοιπά διατάξεις του ανωτέρω από 03-01-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού και κυρίως την προβλεπόμενη στο άρθρο 8 του συμφωνητικού αυτού υποχρέωση προστασίας του ποσοστού συμμετοχής μας 25%, στην ΑΔΤ ... ενώ παράλληλα κατά παράβαση των άρθρων 914 και 919 Α.Κ. μεθόδευσαν τον εξαναγκασμό μας σε αποχώρηση, τον οποίο και τελικά επέτυχαν με αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας μας, την οποία άλλωστε μεθοδικά και ανήθικα επεδίωκαν. Επειδή, συνεπεία της ανωτέρω δόλιας, παράνομης και ανήθικης συμπεριφοράς των εναγομένων, υπέστησαν, οι δικαιοπάροχες εταιρίες μας, ζημία ανερχομένη στο συνολικό ποσό των 87.595.140 €, αναλυόμενο ως ακολούθως: α) ποσόν 7.276.714 € από την άνευ ανταλλάγματος μείωση του ποσοστού μας από 31,30% σε 29,08%, ήτοι κατά 2,22%, που αντιστοιχεί σε 999.000 μετοχές (999.000 X 7,284 = 7.276.714) β) ποσόν 80.318.424 € από την εξαναγκασμένη εκποίηση του ποσοστού συμμετοχής μας στην ΑΔΤ, ήτοι 13.086.000 X 7,284 =95.318.424 €, από το οποίο αφαιρείται το εισπραχθέν ποσό των 15.000.000 ευρώ. Επομένως η συνολική ζημία μας, ως δικαιοπαρόχου της ACN Α.Ε. και της ΠΡΟΒΟΛΗ Α.Ε. ανέρχεται κατά την προκείμενη σωρευόμενη επικουρική βάση στο συνολικό ποσό των 87.595.138 € (7.276.714 +80.318.424= 87.595.138)...". Εξ άλλου, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως προκύπτει ότι, το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτώς επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς τον προσδιορισμό της ζημίας, την οποία υπέστη η αναιρεσίβλητη κατά την μεταβίβαση των μετοχών της την 30-12-2004, τα ακόλουθα:
"...Αποδείχθηκε όμως ότι η επιτευχθείσα τιμή πώλησης του παραπάνω ποσοστού κατά τη λήξη του διαστήματος προστασίας ύψους 15.000.000 ευρώ δεν ενσωμάτωνε τα παραπάνω παραχωρηθέντα στις 3/1/2003 περιουσιακά αγαθά συνολικής αξίας 9.000.000 ευρώ ( 5.000.000+4.000.000) καθώς στον διαδραμόντα χρόνο της προστασίας (ήτοι από 3/1/2003 έως 30/12/2004) δεν διενεργήθηκε εκ μέρους των εναγομένων αύξηση μετοχικού κεφαλαίου εις τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται η απρόσκοπτη λειτουργία και απαιτούμενη φερεγγυότητα της ΑΔΤ και κατά συνέπεια στην παραπάνω τιμή πώλησης δεν ενσωματώθηκαν οι ανωτέρω αξίες και το επιτευχθέν τίμημα επιπροσθέτως έτσι δεν υπήρξε και δίκαιο (όρος 9), αφού δεν αντανακλά και την παραπάνω ενσωμάτωση. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και καθ ο μέρος το επιτευχθέν τίμημα των 15.000.000 ευρώ αποδεδειγμένα δεν περιλαμβάνει την σε αντάλλαγμα της προστασίας ως άνω παραχώρηση των περιουσιακών αγαθών ( ποσοστό 2,22% και management) ύψους 9.000.000 ευρώ , το τελευταίο αυτό ποσό παριστά και τη ζημία των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας, η οποία δικαιούται στην αναζήτηση αυτή κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173, 200, 288, 330α, 914 και 919 ΑΚ''.
Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο -εκκινώντας από την ερμηνευτικώς, εκ των άρθρων 173 και 200) ΑΚ, συναγομένη μείζονα πρόταση της αποφάσεως του ότι με γνώμονα τους κανόνες της καλής πίστεως και των χρηστών συναλλακτικών ηθών η αξία του management έπρεπε να ενσωματωθεί σε κάθε περίπτωση στην αξία του ποσοστού 25% κατά την λήξη της προστασίας (30.12.2004) δεν επιδίκασε την αξία αυτήν αυτοτελώς (ως τοιαύτη), για την οποία ήταν κατά νόμο αναγκαία η υποβολή σχετικού αγωγικού αιτήματος, ερειδομένου σε διαφορετική βάση της αγωγής , αλλά ενέταξε αυτήν στο περιεχόμενο της ήδη ζητουμένης με την ένδικη αγωγή αποζημιώσεως, χωρίς να προβεί σε μεταβολή της ιστορικής βάσεως της αγωγής. Ειδικότερα, η ανωτέρω αξία, η οποία κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη σχετική παραδοχή του Εφετείου απωλέσθηκε οριστικώς με τον επιδιωχθέντα από τους αναιρεσείοντες εξαναγκασμό των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης στην αποχώρηση από την "..." (ΑΔΤ) την 30-12-2004, αποτελούσε συγχρόνως στοιχείο προσδιορισμού του δίκαίου τιμήματος, στο οποίο έπρεπε κατά τον όρο 9 του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού να χωρήσει η προς τους αναιρεσείοντες μεταβίβαση των λοιπών μετοχών των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης, τόσο στην περίπτωση ελεύθερης και άνευ καταναγκασμού πωλήσεως όσο και στην εξαναγκαστική τοιαύτη . Ως τέτοιο στοιχείο η απώλεια της αξίας αυτής ανάγεται στον τρόπο υπολογισμού της αποκαταστατέας ζημίας, ώστε δεν θεωρείται "πράγμα" υπό την έννοια που έχει ο όρος αυτός στο άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Το Εφετείο, δηλαδή, εφάρμοσε ένα διαφορετικό, σε σχέση με τον προτεινόμενο στην αγωγή, τρόπο υπολογισμού της αποκαταστατέας ζημίας, ο οποίος ευρισκόταν εντός της ιστορικής βάσεως της αγωγής και ήταν νόμιμος, μέσω δε αυτού οδηγήθηκε στην κατ' ουσίαν μερική παραδοχή της αγωγής. Με τον υπολογισμό( μερικώς) της ζημίας υπό τον ανωτέρω τρόπο το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε την αρχή της συζητήσεως κατ' αρθρ. 106 ΚΠολΔ ούτε υπέπεσε αναιρετικώς σε ελεγχόμενη πλημμέλεια και δη στην επιδίκαση μη αιτηθέντος.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος στο σύνολό του.
Με το πρώτο τμήμα του δευτέρου σκέλος του τρίτου λόγου τής αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια των λόγων αναιρέσεως των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559, και ειδικότερα ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 330 (335, 382), 914, 919 ΑΚ, σε συνδυασμό με άρθρ. 298 ΑΚ, και εσφαλμένως υπήγαγε σε αυτές τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα περιστατικά και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, ενώ περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες. Τούτο δε διότι, προκειμένου να προσδιορίσει την οφειλόμενη αποζημίωση, το Εφετείο έπρεπε να προσδιορίσει την αξία του ποσοστού 25% των μετοχών την 3-1-2003, κατόπιν να διαπιστώσει ποια ήταν η αξία του ποσοστού 25% των μετοχών αυτών την 30-12-2004, και εν συνεχεία να κρίνει εάν το τίμημα των 15 εκ. ευρώ, που έλαβε η αναιρεσίβλητη, υπολειπόταν της εγγυημένης-προστατευμένης αξίας του 25% των μετοχών κατά την 3-1-2003, και τέλος να αποδώσει στην αναιρεσίβλητη τη διαφορά (εάν υφίστατο) μεταξύ των 15 εκ. ευρώ του τιμήματος, που έλαβε με την ανώτερη (εάν ήταν ανώτερη) αξία του 25% των μετοχών κατά την 3-1-2003. Περαιτέρω, με το δεύτερο τμήμα του δευτέρου σκέλους του ίδιου λόγου αναιρέσεως προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια των αυτών ως άνω λόγων αναιρέσεως( 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα ότι εσφαλμένως εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 288 ΑΚ, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους. Ειδικότερα ότι, υπό την επίφαση της εφαρμογής των κανόνων του δίκαιου της επιδικάσεως αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας, το Εφετείο παρενέβη διορθωτικά στη σύμβαση πωλήσεως των μετοχών της 30-12-2004 και στην ουσία προσδιόρισε το ίδιο( το δικαστήριο) το τίμημα, ώστε αυτό να είναι κατά την κρίση του δίκαιο σύμφωνα με την καλή πίστη.
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης και υπό τις αναφερόμενες ως άνω παραδοχές, κατά την έρευνα του πρώτου και δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτει ότι, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, καθ' όσον υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, το Εφετείο ορθώς διέγνωσε την ύπαρξη της ζημίας της αναιρεσίβλητης, κατά τρόπο αναιρετικώς ανέλεγκτο, κρίνοντας ότι στο τελικώς επιτευχθέν τίμημα δεν περιλαμβάνεται η αξία του ποσοστού 2,22% και του management της εταιρείας ΑΔΤ, τα οποία και εκτίμησε στα ποσά των 4.000.000 ευρώ. Εξ άλλου, κατά τον προσδιορισμό της εκτάσεως της αποκαταστατέας ζημίας, ως κανονιστικής φύσεως στοιχείου, ορθώς επίσης υπήγαγε αυτήν στις διατάξεις των άρθρων 330, 914 και 919 ΑΚ, εφ' όσον, δια της ερμηνευτικής οδού, με γνώμονα τους κανόνες της καλής πίστεως και των χρηστών συναλλακτικών ηθών (ΑΚ 173 και 200) δέχεται ότι η ανωτέρω αξία των παραχωρηθέντων περιουσιακών στοιχείων έπρεπε, σε κάθε περίπτωση, να ενσωματωθεί στην αξία του ποσοστού 25% κατά τη λήξη του χρόνου της προστασίας τούτου (30-12-2004). Ο διαφορετικός τρόπος που ακολούθησε το Εφετείο κατά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως εμπίπτει στην ρυθμιστική εμβέλεια των εφαρμοσθεισών διατάξεων. Περαιτέρω, η αιτίαση ότι το Εφετείο ανεπιτρέπτως επενέβη, διορθωτικά στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης συμβάσεως για να προσδιορίσει, κατ' άρθρ. 288 ΑΚ, το ίδιο, αντί των μερών, το συμφώνως προς την καλή πίστη δίκαιο τίμημα δεν ευσταθεί, εφ' όσον τούτο επεδίκασε την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης αιτηθείσα αποζημίωση, οφειλόμενη βάσει των άρθρων 173, 200, 288, 330α, 914 και 919 ΑΚ, προς αποκατάσταση της ζημίας των δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης, την οποία ( ζημία) υπολόγισε βάσει της διαφοράς μεταξύ του ευλόγου τιμήματος - προσδιοριζομένου κατ' αντικειμενική και δίκαιη κρίση, ρητώς προβλεπόμενου στον όρο 9 του συμφωνητικού και περιλαμβάνοντος την αξία των παραχωρηθέντων περιουσιακών στοιχείων (ποσοστό 2,22% και management) ύψους 9.000.000 ευρώ - και του επιτευχθέντος τοιούτου κατά την πώληση των μετοχών (15.000.000 ευρώ).
Συνεπώς, ο ανωτέρω τρίτος λόγος κατ' αμφότερα τα τμήματα του δευτέρου σκέλους αυτού είναι αβάσιμος.
Παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό. Δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/2008).
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 3-1-2003 Ιδιωτικού Συμφωνητικού και ειδικότερα δέχθηκε, ότι το εν λόγω έγγραφο προβλέπει, ότι το 2,22% των μετοχών του μετοχικού κεφαλαίου της ΑΔΤ παραχωρήθηκε από την ομάδα Τ. στην ομάδα Κ. χωρίς κάποιο άλλο αντάλλαγμα, διότι η ομάδα Κ. ανέλαβε την υποχρέωση να εξασφαλίζει την απρόσκοπτη λειτουργία της ΑΔΤ και την απαραίτητη φερεγγυότητά της σε τρόπο τέτοιο, ώστε να προστατεύεται η συμμετοχή της αναιρεσίβλητης κατ' ελάχιστον σε ποσοστό 25%, ενώ το συμφωνητικό έχει εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο και πουθενά δεν συσχετίζει τη μεταβίβαση του ποσοστού 2,22% των μετοχών στην ΑΔΤ ως αντάλλαγμα στην υποχρέωση των αναιρεσειόντων να προστατεύσουν την συμμετοχή του ποσοστού του 25% της ομάδα Τ., ενώ το προκύπτον από την ανάγνωση του εγγράφου αυτού ήταν ότι το αντάλλαγμα, που η πλευρά των αναιρεσειόντων κατέβαλε στην πλευρά Τ. για τη μεταβίβαση του 60% των μετοχών, που αυτός είχε στην ... ... (η οποία κατείχε το 2,22% των μετοχών της ΑΔΤ) ήταν η απαλλαγή όλων των εταιριών του από τις οφειλές, που αυτές είχαν προς τις εταιρίες των αναιρεσειόντων και επιπλέον η μεταβίβαση προς αυτόν όλων των περιφερειακών μέσων, εντεύθεν δε ότι είναι εντελώς λανθασμένη η ανάγνωση, που κάνει η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι για τη μεταβίβαση του 2,22% των μετοχών της ΑΔΤ δεν έχει προβλεφθεί στο από 3-1-2003 συμφωνητικό αντάλλαγμα και για το λόγο αυτό δέχεται ως αντάλλαγμα (παραμορφώνοντας όμως στο σημείο αυτό το περιεχόμενο του εγγράφου) την υποτιθέμενη υποχρέωσή των αναιρεσειόντων να προστατεύσουν την αξία της συμμετοχής του 25% της πλευράς Τ. στην ΑΔΤ μέχρι τη λήξη του χρόνου προστασίας..
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης και υπό τις αναφερόμενες ως άνω παραδοχές, κατά την έρευνα του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτει ότι, από την ερμηνεία των παρατιθεμένων, αυτολεξεί, όρων του ανωτέρω συμφωνητικού, το Εφετείο, με γνώμονα τους κανόνες της καλής πίστεως και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, έκρινε ότι τα μέρη θέλησαν να προστατέψουν το ανωτέρω ποσοστό (25%) όχι μόνο ως καθ' εαυτό αριθμητικό μέγεθος, αλλά και ως αξία, και ότι η αξία των παραχωρηθέντων περιουσιακών στοιχείων (ποσοστό 2,22% και management) έπρεπε να ενσωματωθεί σε κάθε περίπτωση στην αξία του ποσοστού 25% κατά τη λήξη της προστασίας (30/12/2004). Υπό τοιαύτη παραδοχή, το Εφετείο δεν υπέπεσε, ως προς το έγγραφο αυτό( συμφωνητικό) σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου, αφού δεν περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, ως αβασίμως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, αλλά απλώς από το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, το οποίο ορθώς διέγνωσε και αφού το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα οδηγήθηκε, σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες, εκτιμώντας και ερμηνεύοντας το περιεχόμενό του, θεωρούν ορθό, οπότε πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, συμφώνως και προς τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγηθείσα νομική πρόταση.
Συνεπώς, ο ως άνω τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο Δημόσιο Ταμείο(άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν αυτοί, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31-8-2017 αίτηση των 1) Δ. Π. Κ. και 2) αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία .... για αναίρεση της υπ' αριθ. 3025/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ