Legislator Case Law & Legislation
2/2016 AI generated

2/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 2 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

2/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
sales agreement rights of buyer real estate transaction owner's pre-emption right share purchase sale of apartment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσιβλήτου: Υ. συζύγου Β. Μ., το γένος Μ. Ο., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ορφανίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-1999 και 27-12-2001 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 209/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 208/2008 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 1-10-2009 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1294/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση της υπόθεσης απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η αναιρεσίβλητη με την από 22-1-2014 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 18-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις .../24-7-2014 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας Π. Α. Γ., ακριβή αντίγραφα της ένδικης αίτησης αναίρεσης και κλήσης προς παράσταση για τη συζήτησή της κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, αντιστοίχως επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 128 παρ. 4 ΚΠολΔ στον υπογράφοντα την αίτηση αναίρεσης ως πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας (άρθρα 143 παρ. 3 ΚΠολΔ), με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης. Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο η συζήτηση πρέπει να χωρήσει παρά την απουσία της (άρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων, αν το δικαστήριο δεν είχε νόμιμη σύνθεση. Μη νόμιμη σύνθεση υφίσταται και όταν στη σύνθεσή του έλαβαν μέρος λιγότεροι ή και περισσότεροι δικαστές από όσους προβλέπει ο νόμος. Εξ άλλου : 1) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 313 Κ.Πολ.Δ, η ελλιπής σύνθεση με την πιο πάνω έννοια δεν είναι εξ εκείνων που καθιστούν, περιοριστικά, ανύπαρκτη την απόφαση, 2) κατά το άρθρο 535 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, αν η προσβαλλόμενη απόφαση εξαφανίζεται για αναρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η υπόθεση παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 46 και αυτή είναι η μόνη περίπτωση, κατά την οποία η υπόθεση παραπέμπεται από το Εφετείο στο αρμόδιο δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε, πλην άλλων και για λόγο έφεσης, που αφορούσε την κακή σύνθεση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (έκδοση απόφασης του πρωτοβαθμίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας από δύο αντί, τρεις δικαστές), τον έκανε δεκτό, εξαφάνισε την εκκαλούμενη τότε απόφαση και δίκασε την υπόθεση στην ουσία, σύμφωνα με τα σε αυτή διαλαμβανόμενα. Στην περίπτωση αυτή, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν δεν είχε νόμιμη σύνθεση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και όχι όταν υπήρξε κακή σύνθεση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε, σε αντίθεση με την κρινόμενη περίπτωση, ρητά ή σιωπηρά το σχετικό λόγο έφεσης, τότε ελέγχεται με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1498/2006). Μετά απ’ όλα όσα προηγούμενα εκτέθηκαν και σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δίκασε την υπόθεση στην ουσία της, η απόφαση δεν ήταν ανυπόστατη και δεν υπήρχε δυνατότητα παραπομπής, εκ νέου, αυτής προς επανασυζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Άρα, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, που πλήττει την απόφαση του Εφετείου, και μόνο αυτή, για τις από το άρθρο 559 αρ. 2 και 14 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων, και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Παραβίαση υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τη βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Εσφαλμένη, κατ’ ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ορθά η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια όμως δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν σ’ αυτόν (Ολ. ΑΠ 4/2006). Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει: 1) να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης και μάλιστα ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, καθώς και το περιεχόμενό της, 2) η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για την έννοια της διάταξης αυτής και 3) το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό της σφάλμα. Επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, απαιτείται να αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του, για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, και τούτο γιατί μόνο κατ’ αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό από το οποίο εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 27/1998, 32/1996). Κατά τη διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ, το δικαίωμα για ακύρωση της αδικοπραξίας, λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής αποσβέννυται, όταν περάσουν δύο χρόνια από την δικαιοπραξία. Αν η πλάνη ή η άπατη ή η απειλή εξακολούθησαν και μετά τη δικαιοπραξία, η διετία αρχίζει από τότε που πέρασε η κατάσταση αυτή. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 211, 263 ΑΚ, συνάγεται, ότι το διακοπτικό αποτέλεσμα της παραγραφής που επέφεραν η έγερση της αγωγής και οι μετέπειτα της έγερσης αυτής διαδικαστικές πράξεις, αίρεται με την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, η οποία απορρίπτει την αγωγή για λόγους μη ουσιαστικούς, εκτός αν εγερθεί αγωγή μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της απόφασης, οπότε αναβιώνει η διακοπή της παραγραφής. Απαιτείται, δηλαδή, απόρριψη της αγωγής, για λόγους δικονομικούς για λόγους που δεν αναφέρονται στο υποστατό της αξίωσης. Για να επέλθουν δε τα αποτελέσματα του πιο πάνω άρθρου, απαιτείται η αγωγή να έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ενώ δεν εφαρμόζεται η διάταξη αυτή, όταν υπάρχει διαφορετική νομική θεμελίωση, το άρθρο 263 ΑΚ δε, εφαρμόζεται αναλογικά και στην αποσβεστική προθεσμία.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπεί το δικαστήριο (αρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι: Αρχικά είχε ασκηθεί η από 19-11-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα του με αριθμό .../14-7-97 πωλητήριου συμβολαίου, με το οποίο η αποβιώσασα στις 3-6-1999 μητέρα της ... φέρεται να πώλησε και να μεταβίβασε κατά κυριότητα στην εκεί εναγόμενη, ένα διαμέρισμα. Για την αγωγή αυτή εκδόθηκε η με αριθμό 280/2001 απόφαση, που την απέρριψε. Η απόφαση αυτή δεν προσκομίζεται, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα επισκόπησης του περιεχομένου της. Η αναιρεσείουσα, πάντως, άσκησε νέα, από 27-12-2001, αγωγή, στην οποία αναφέρει, πως η αρχική αγωγή απορρίφθηκε ως "μη νόμιμη και αόριστη", χωρίς περαιτέρω διευκρινήσεις και πως παραιτείται από την άσκηση των τακτικών και εκτάκτων μέσων κατ’ αυτής. Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κρίνοντας σχετικά, αλλά και για τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ο οποίος προβλήθηκε κατ’ αντένσταση, ότι το σχετικό δικαίωμα αυτής για ακύρωση της δικαιοπραξίας, κατ’ άρθρο 147 ΑΚ, υπέκυψε στην αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 157 ΑΚ. Ειδικότερα, δέχτηκε, ότι, στην "... προκείμενη περίπτωση, όσον άφορα την κύρια βάση της αγωγής, με την οποία ζητείται η ακύρωση του μεταβιβαστικού συμβολαίου λόγω απάτης, η ενάγουσα εκθέτει, ότι η απάτη εις βάρος της μητέρας της διήρκεσε μέχρι τις 3-6-1999. Η εναγομένη, κατ’ ένσταση, προέβαλε πρωτοδίκως, προβάλλει δε και στο Δικαστήριο τούτο, προς αντίκρουση της έφεσης, τον ισχυρισμό, ότι από την επομένη της 3-6-1999, που κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, έπαψε η εις βάρος της μητέρας της απάτη, ήτοι από τις 4-6-1999, μέχρι τις 14-1-2002, που ασκήθηκε η υπό κρίση αγωγή, αποσβέστηκε το προς ακύρωση δικαίωμά της, λόγω παρόδου της προβλεπόμενης από το άρθρο 157 εδ. β’ διετούς αποσβεστικής προθεσμίας. Ο εν λόγω ισχυρισμός αποδεικνύεται ουσιαστικά βάσιμος, διότι από το δικόγραφο της ίδιας της αγωγής προκύπτει, ότι αυτή κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 14-1-2002 (βλ. την υπ’ αριθμ. 21/2002 πράξη κατάθεσης), δηλαδή μετά την πάροδο διετίας από τις 4-6-1999, που, υπό τα εκτιθέμενα σ’ αυτή, έπαψε η απάτη εις βάρος της μητέρας της ενάγουσας, η οποία (διετία), έληξε στις 4-6-2001, χωρίς να μεσολαβήσει εν τω μεταξύ διακοπτικό της ως άνω προθεσμίας γεγονός, όπως ισχυρίζεται αβάσιμα η ενάγουσα. Ειδικότερα, η τελευταία ισχυρίζεται κατ’ αντένσταση, ότι η ως άνω προθεσμία, κατ’ αρθρ. 263 παρ. 2, σε συνδ. με 279 ΑΚ, θεωρείται ότι διακόπηκε με την έγερση της από 19-11-1999 αγωγής αυτής κατά της ιδίας εναγομένης, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη, ως προς την διαλαμβανόμενη σ’ αυτή βάση της ακυρωσίας της σύμβασης πωλήσεως λόγω απάτης. Ο εν λόγω ισχυρισμός της είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και νόμιμα προσκομιζόμενο αντίγραφο της υπ’ αριθμ. 280/2001 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η οποία κατέστη τελεσίδικη, καθόσον με το δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 16-1-2002 (βλ. την επικαλούμενη και νόμιμα προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. .../2002 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας ... και αποτελεί δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων, το οποίο σημειωτέον παράγεται ακόμη και από εσφαλμένη απόφαση το, ως άνω Δικαστήριο δεν απέρριψε βάση της από 19-11-1999 αγωγής, στηριζόμενη σε απάτη, ως αόριστη, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, αλλά έκρινε, ότι τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω αγωγή περιστατικά, τα σχετικά με εξαπάτηση της πωλήτριας, δεν μπορούν να στηρίξουν βάση της αγωγής εκ του άρθρου 178 ΑΚ, αφού αυτά ρυθμίζονται ειδικώς με το άρθρο 147 ΑΚ και η αγωγή δεν περιλαμβάνει και βάση από το άρθρο αυτό, καθόσον δεν υπάρχει αίτημα περί ακυρώσεως της δικαιοπραξίας λόγω απάτης, στη συνέχεια δε απέρριψε τη βάση της ακυρότητας της συμβάσεως, λόγω αντιθέσεως της στα χρηστά ήθη (178 ΑΚ), ως μη νόμιμη.

Συνεπώς, αφού το παραπάνω δικαίωμα για ακύρωση της δικαιοπραξίας ασκείται από την ενάγουσα το πρώτον με την υπό κρίση αγωγή, έχει υποπέσει κατά τα προαναφερθέντα, στη διετή αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 157 εδ. β ΑΚ και η υπό κρίση αγωγή πρέπει, ως προς την κύρια βάση της, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...".

Με αυτές τις παραδοχές και με βάση, πάντα, το ότι δεν προσκομίζεται η πιο πάνω απόφαση, η οποία με την προαναφερθείσα παραίτηση της αναιρεσείουσας με την νεώτερη αγωγή της από τα κατ’ αυτής ένδικα μέσα, κατέστη τελεσίδικη, η πληττόμενη απόφαση, ορθά ερμήνευσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις και υπήγαγε το πραγματικό υλικό στους ορισμούς των σ’ αυτές διαλαμβανόμενων. Άλλωστε, δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη απόφαση (Ολ. ΑΠ 1/2005). Τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο: 1) ότι η με αριθμό 280/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που έκρινε την, χρονικά πρώτη, αγωγή, είναι εσφαλμένη, αλυσιτελώς ήδη εκτίθενται, εν όψει της επελθούσας, κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, τελεσιδικίας και 2) ότι δεν προσεβλήθη με ένδικο μέσο η πιο πάνω απόφαση και η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά απλά αναφέρθηκε σε όσα τελεσίδικα με αυτή κρίθηκαν, χωρίς δυνατότητα εξαφάνισής της ή διαφορετικής εκτίμησης των όσων αυτή έκρινε, 3) το αν η παραπάνω απόφαση (280/2001) είχε καταστεί ή μη τελεσίδικη και αν επήλθε ή όχι η πάροδος της εξάμηνης προθεσμίας και αν, ακόμη, είναι ακριβές, πράγμα που δεν μπορεί να ελεγχθεί, γιατί, αυτή δεν προσκομίζεται, δεν αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας, διότι δεν ησκήθη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο έφεση κατ’ αυτής. Σε κάθε περίπτωση, η με τη νέα αγωγή παραίτηση από τα ένδικα κατά της 280/2001 αποφάσεως, μέσα περιέβαλε με δύναμη δεδικασμένου τις ορθές ή μη παραδοχές της. Άρα, τα αναφερόμενα για λάθη στις παραδοχές αυτής είναι ήδη μη νόμιμα, έστω και αν η αναιρεσείουσα επιχειρεί να τα συνδέσει με πλημμέλειες της ήδη προσβαλλόμενης, απόφασης, 4) η πάροδος της αποσβεστικής προθεσμίας συνδέεται με τις, κατά την αναιρεσείουσα, λάθος παραδοχές της, για την πρώτη αγωγή, εκδοθείσας απόφασης. Εν όψει δε, όσων εκτενώς ήδη έγιναν δεκτά, τα παραπάνω δεν είναι, πλέον, νόμιμα. Με βάση, επομένως, όσα προαναφέρθηκαν, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321-324 Κ.Πολ.Δ. (Ολ. ΑΠ 19/2005). Ο ίδιος λόγος καθιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβλέπει το δεδικασμένο προηγούμενης απόφασης. Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση των νόμων, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους (άρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.). Για να θεμελιωθεί, όμως, ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους, της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των συντεταγμένων του δεδικασμένου (ΑΠ 1002/2005, ΑΠ 1858/2005). Άρα, απαιτείται η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου. Αν η απόφαση που προσβάλλεται δεν κάνει μνεία για ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου, καθιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8, τότε μόνο, αν ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέστηκε δεδικασμένο που απορρέει απ’ αυτή, προς απόδειξη της βάσης της αγωγής ή την απόκρουση αυτής και το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τα πραγματικά περιστατικά πρέπει να προταθούν από το διάδικο στο δικαστήριο της ουσίας και, επίσης, πρέπει, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου, να εκτίθεται, πως είχε υποβληθεί σχετικό αίτημα για το παραπάνω δεδικασμένο (ΑΠ 514/2002). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου στην περίπτωση κανόνα δικαίου (ανεπαρκείς αιτιολογίες). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η πιο πάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, εφ’ όσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Στην παρούσα περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση της (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Με το υπ’ αριθμ. .../14-7-1997 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χαλκίδας, ... που μεταγράφηκε νόμιμα, η μητέρα της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) Μ. Ε. Ν. χήρα Α. Κ., πώλησε στην εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη), αντί τιμήματος 7.098.210 δραχμών, το υπό στοιχ. Α-1 διαμέρισμα του πρώτου (Α) πάνω από το ισόγειο ορόφου μιας διώροφης οικίας, κτισμένης σε οικόπεδο 186 τμ που βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο της πόλης, ... παρακράτησε δε για λογαριασμό της το δικαίωμα συνοικήσεως επ’ αυτού εφ’ όρου ζωής. Το ανωτέρω διαμέρισμα είχαν αγοράσει η πωλήτρια και σύζυγός της σε δεύτερο γάμο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ... μετά δε το θάνατο του συζύγου της, που συνέβη το έτος 1995, περιήλθε σ’ αυτή και το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ... δημόσιας διαθήκης του, που συντάχθηκε ενώπιον της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου. Ο δικαιοπάροχός τους είχε αποκτήσει το οικόπεδο ... και ανήγειρε στη συνέχεια επ’ αυτού την προαναφερθείσα οικοδομή, συνήθους κατασκευής, την οποία υπήγαγε στις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας διατάξεις... Περαιτέρω, από τα ίδια άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε, ότι η ένδικη σύμβαση πωλήσεως είναι καταπλεονεκτή, ούτε απόλυτα εικονική, λόγω μη υπάρξεως σοβαρής συμφωνίας μεταξύ των μερών για την καταβολή τιμήματος, αλλά ούτε και σχετική εικονικότητά της, λόγω συνομολόγησης υποκρυπτόμενης δωρεάς αποδείχθηκε, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα. Αντίθετα, αποδείχθηκε, ότι το τίμημα που συμφωνήθηκε για την πώληση του διαμερίσματος ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία αυτού και ότι οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων στο ως άνω υπ’ αριθμ. ... συμβόλαιο, ήτοι της μητέρας της ενάγουσας και της εναγομένης, ήταν πραγματικές και σοβαρές και αποσκοπούσαν πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίστηκε με αυτό και συγκεκριμένα στην πώληση του επιδίκου ακινήτου από την πωλήτρια στην αγοράστρια, η δε συμφωνία περί του τιμήματος ήταν ειλικρινής και σπουδαία. Ειδικότερα, η αγοραία αξία του ως άνω διαμερίσματος, λαμβανομένων υπόψη της παλαιότητας του, ήτοι της κατασκευής του τουλάχιστον προ δεκαετίας από του χρόνου καταρτίσεως της συμβάσεως πωλήσεως, της επιφάνειας του, της απλής κατασκευής του, της θέσης του και της παρακράτησης του δικαιώματος συνοικήσεως εφ’ όρου ζωής της πωλήτριας, ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των 7.098.210 δραχμών, που συμφωνήθηκε, η οποία ανταποκρίνεται και στην αξία του με βάση το σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού αξιών ακινήτων.

Συνεπώς, δεν συντρέχει η πρώτη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, προϋπόθεση του άρθρου 179 ΑΚ, ήτοι το στοιχείο της προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ της αξίας του πωληθέντος ακινήτου και του συμφωνηθέντος τιμήματος, ώστε να χαρακτηριστεί η δικαιοπραξία ως καταπλεονεκτική. Σε κάθε περίπτωση ,δεν αποδείχθηκε, ούτε και η ύπαρξη ανάγκης, με την έννοια που αναφέρθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ήτοι κατάσταση που συνεπάγεται κίνδυνο της υγείας της πωλήτριας άμεση και επιτακτική ,που δεν επιδέχονταν αναβολή, ούτε κουφότητα ή απειρία περί τις συναλλαγές, επίσης με την έννοια που αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Ακόμη και η μάρτυρας της ενάγουσας, η οποία καταθέτει ότι η πωλήτρια δεν είχε ανάγκη από κάποια ιδιαίτερη περιποίηση, δεν επιβεβαιώνει κατά τούτο τον αγωγικό ισχυρισμό της. Η πωλήτρια, η οποία γεννήθηκε στις 11-7-1920 και κατά το χρόνο καταρτίσεως της ένδικης σύμβασης πωλήσεως ήταν 77 ετών, πέθανε στις 3-6-1999, χωρίς ν’ αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από την ενάγουσα, τέκνο της από τον πρώτο της γάμο και μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο της. Κατοικούσε στο ως άνω διαμέρισμα με το σύζυγο της από το έτος 1987 μέχρι το έτος 1995, που αυτός πέθανε. Έκτοτε και μέχρι το χρόνο του θανάτου της συνέχισε να κατοικεί μόνη της στο εν λόγω διαμέρισμα, καθόσον η ενάγουσα θυγατέρα της κατοικούσε στην Αθήνα, ελάμβανε μόνη της τη σύνταξη της και συναλλάσσονταν με τρίτους για τις καθημερινές της ανάγκες. Έπασχε από στεφανιαία νόσο, για την οποία ελάμβανε φαρμακευτική αγωγή, φρόντιζε δε μόνη της την υγεία της και συγκεκριμένα επισκέπτονταν συχνά ιατρούς και υποβάλλονταν στις συνήθεις για την ηλικία της εξετάσεις, ενώ η πνευματική της υγεία ήταν καλή. Ήταν ασφαλισμένη για την περίθαλψη της στο Ελληνικό Δημόσιο και το μοναδικό της εισόδημα ήταν η σύνταξη του θανόντος συζύγου της, που ελάμβανε επίσης από το Ελληνικό Δημόσιο. Με την εναγομένη κατοικούσαν στην ίδια γειτονιά και συνδέονταν από ετών με φιλικό δεσμό, αποφάσισε δε, με ελεύθερη βούληση, να προβεί στην πώληση του διαμερίσματός της, προκειμένου να συμπληρώσει το εισόδημά της, αφού εξασφάλισε το δικαίωμα να κατοικεί σ’ αυτό, όσο ζει. Όπως αναγράφεται στο ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο, αυτό έγινε με βάση σχέδιο που συντάχθηκε και υπογράφτηκε από τους δικηγόρους Χαλκίδας της πωλήτριας και της αγοράστριας και ότι το τίμημα καταβλήθηκε στην πωλήτρια σε μετρητά, που μετρήθηκαν προηγούμενα και εκτός του γραφείου της. Μέρος του χρηματικού ποσού, με το οποίο η εναγομένη εξόφλησε το τίμημα και συγκεκριμένα ποσό 5.000.000 δραχμών, το δανείστηκε από τον άνδρα της αδελφής της επιχειρηματία. Για το δάνειο αυτό καταρτίστηκε το από 7-7-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με το οποίο δανείζει στην εναγομένη το ποσό των 5.000.000 δραχμών, το οποίο θα του επιστρέψει σε δύο ισόποσες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη θα καταβληθεί στις 15-8-1998 και η δεύτερη στις 15-9-1999. Μάλιστα το εν λόγω συμφωνητικό κατατέθηκε και στην αρμόδια ΔΟΥ Χαλκίδας και καταβλήθηκε ποσό δραχμών 130.000 δραχμών για κύριο τέλος και για Ο.Γ.Α., ενώ από κανένα από τα προσαγόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε, ότι το ως άνω δάνειο είναι εικονικό, όπως ισχυρίζεται αβάσιμα η ενάγουσα. Το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος το κατέβαλε από δικά της χρήματα, που είχε αποταμιεύσει από την εργασία της ως ράφτρα τραπεζομαντήλων, τα οποία πωλούσε σε διάφορα καταστήματα (ταβέρνες, εστιατόρια κλπ)......." Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε ακολούθως την αγωγή της αναιρεσείουσας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διαλαμβάνει στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της. Οι κρίσεις της αναιρεσείουσας για την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και η αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κείνται, πρόδηλα, εκτός του χώρου έρευνας του δικαστηρίου τούτου. Ούτε υπήρχε υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να δικαιολογήσει, διεξοδικά, αναλυτικά και με περισσότερες λεπτομέρειες το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς όσα αυτό, ανέλεγκτα, έκανε δεκτά. Ως προς την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου από την με αριθμό 280/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, δεν είναι εφικτή η έρευνα των εκεί διαλαμβανόμενων, ως προς την προαναφερθείσα έκταση του δεδικασμένου, αφού, όπως ήδη εκτέθηκε, η απόφαση αυτή δεν προσκομίζεται. Σε κάθε περίπτωση, όμως, όπως προπαρατέθηκε, και από την απόφαση αυτή δημιουργείται δεδικασμένο για τα σ’ αυτή διαλαμβανόμενα, μετά την παραίτηση από τα ένδικα, κατ’ αυτής μέσα. Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης, που πλήττουν την πιο πάνω απόφαση, για τις από το άρθρο 559 αρ. 16 και 19 πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι. Μετά απ’ αυτά, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της, η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας, που ηττήθηκε, η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (αρθρ. 176,183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1 Οκτωβρίου 2009 αίτηση της Κ. Γ. για αναίρεση της 208/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας).

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ