Legislator Case Law & Legislation
2/2010 AI generated

2/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 2 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2/2010

Legislator headnote

AI generated

2/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2/2010

Keywords

AI generated
withdrawal from accident insurance disability of insured person accident insurance appeal inadmissible sanction against insured claimant termination of insurance benefits unemployment insurance claimant
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τσώκο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ Α.Ε.", όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη εταιρεία "ΦΟΙΝΙΞ METROLIFE ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α."που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τασσόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/4/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3438/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2832/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/6/2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 28/9/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση για αναίρεση της 2832/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατά τον δεύτερο και τέταρτο λόγους αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του αρθ. 43 παρ. 6 Ν614/1997 (Κ.Ο.Κ.), με την οποία ορίζεται ότι "δεν έχουν εφαρμογή επί αυτοκινήτων οχημάτων, κατά την έννοια του παρόντος Κώδικος, οι περί κρατήσεως υπό της Αστυνομικής Αρχής διατάξεις του αρθ. 11 Ν. ΓΠΝ/1911, εάν ο οδηγός συνεμορφώθη προς τας διατάξεις της παραγρ. 2 του παρόντος άρθρου και καταθέσει αποδεικτικό ασφαλίσεως (βεβαίωση αναγνωρισμένης εν Ελλάδι Ασφαλιστικής Εταιρείας) του οχήματος...." συνάγεται ότι κατά ρητή νομοθετική επιταγή ειδικώς η από τον οδηγό ζημιογόνου αυτοκινήτου κατάθεση βεβαιώσεως ασφαλίσεως του αυτοκινήτου από αναγνωρισμένη στην Ελλάδα ασφαλιστική εταιρία ή η από τον οδηγό απόδειξη ότι είναι κάτοχος δελτίου διεθνούς ασφαλίσεως, αποτελούν κατά πλάσμα του νόμου πρόταση της ασφαλιστικής εταιρίας που εξέδωσε την βεβαίωση ή το δελτίο αυτό, σύμφωνα με την οποία, απευθυνόμενη αορίστως προς τους δικαιούχους αποζημιώσεως τρίτους, σε περίπτωση πραγματώσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, ο προτείνων ασφαλιστής προσφέρεται να ικανοποιήσει τις αξιώσεις των τελευταίων, εφόσον αυτές δεν υπερβαίνουν το ασφαλιστικό ποσό και δεν είναι κατώτερες από τα ισχύοντα ελάχιστα ποσά ασφαλιστικής καλύψεως που προβλέπονται κάθε φορά από τα νομίμως εγκεκριμένα τιμολόγια ασφαλίστρων, και έτσι με αποδοχή αυτής της προτάσεως, η οποία μπορεί να γίνει και με την έγερση από τον ενδιαφερόμενο αγωγής κατά του ασφαλιστή, καταρτίζεται σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, που ιδρύει, σύμφωνα με τα άρθρα 361 και 477 ΑΚ, άμεση ευθύνη του αναδεχόμενου έναντι του προσώπου που ζημιώθηκε από το ατύχημα μέχρι του παραπάνω ποσού. Στην περίπτωση αυτή της συμβατικής σωρευτικής αναδοχής χρέους, η έκταση της ευθύνης του αναδοχέα ρυθμίζεται κατά τις λοιπές γενικές διατάξεις των άρθρων 472 έως και 475 ΑΚ και επομένως αυτός, δηλαδή εδώ ο ασφαλιστής, υπέχει, έναντι του παθόντος, όμοια υποχρέωση όπως και ο οφειλέτης - ζημιώσας, με όλα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα και, επομένως, εφόσον η απαίτηση του ζημιωθέντος προσώπου, στηρίζεται σε αδικοπραξία, που υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, κατά τους όρους του άρθρου 937 του ΑΚ, ο συμβατικός αναδοχέας ασφαλιστής αυτή την παραγραφή της απαιτήσεως μπορεί να προτείνει (βλ. ΑΠ 519/2007, ΝοΒ 2007, 1866, ΑΠ 1612/2007 ΝοΒ 2008, 409, ΑΠ 1650/2002 ΕλλΔ/νη 44, 1581). Περαιτέρω, η αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου, κατά μεν του υπόχρεου σε αποζημίωση προσώπου υπόκειται σε διετή (άρθρο 7 ν. ΓπΝ/1911) ή πενταετή (άρθρο 937 ΑΚ) παραγραφή, ανάλογα σε ποια διάταξη στηρίζεται, κατά δε του ασφαλιστή σε διετή παραγραφή (άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 489/1976). Επίσης, από τα άρθρα 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε πενταετής παραγραφή της αξίωσης αυτής αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου σε αποζημίωση. Αντίθετα, από τα άρθρα 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 και 241 ΑΚ προκύπτει, ότι η διετής παραγραφή για αξίωση αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή αρχίζει από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος και δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Ως προς την αφετηρία της, η διετής αυτή παραγραφή καλύπτει την περίπτωση της προβλεπτής από την αρχή ζημίας του παθόντος, δεν εφαρμόζεται δε αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, πράγμα που μπορεί να συμβεί σε απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωση της υγείας του παθόντος. Στους πιο πάνω χρόνους παραγραφής ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προς την αναστολή (ΑΚ 255 επ.) και διακοπή της παραγραφής (ΑΚ 260 επ.). Αν ασκηθεί αγωγή για μέρος της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντίστοιχα εκκρεμοδικία (ΑΚ 261α και ΚΠολΔικ 221 παρ. 3). Δεν απαιτείται για την έναρξη της παραγραφής ο παθών να είναι σε θέση να προσδιορίσει το ύψος και την έκταση της ζημίας κατά ποσό, ούτε ακόμη και τη μέλλουσα ζημία από το ζημιογόνο γεγονός, εφόσον η μέλλουσα ζημία συνδέεται αιτιωδώς με το ζημιογόνο γεγονός και ο παθών γνωρίζει το σύνδεσμο αυτό. Η μελλοντική ζημία αποκαθίσταται μόνον αν η επέλευση της είναι βέβαιη και η έκταση της μπορεί να προσδιοριστεί, όχι όμως όταν είναι ενδεχόμενη και υποθετική. Εξάλλου, από το άρθρο 268 εδ. α' ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση βεβαίωσης με τελεσίδικη απόφαση της ύπαρξης αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, επέρχεται καταρχήν η επιμήκυνση της πενταετούς (ΑΚ 937) ή διετούς (αρθ. 10 παρ. 2 ν. 489/1976) παραγραφής σε εικοσαετή, αρχόμενη από την τελεσιδικία και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης αποζημίωσης για αποθετική ζημία, της αναγόμενης δηλαδή και σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάστηκε η αποζημίωση. Όμως η επιμήκυνση αυτή προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει υποκύψει ακόμη στη μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, διότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον απασβεστεί λόγω παραγραφής που διέδραμε χωρίς διακοπή, κατά το άρθρο 261 ΑΚ ( Ολ. ΑΠ 24/2003, Ολ. ΑΠ 38/1996, ΑΠ 996/2007, ΑΠ 749/2006, ΑΠ 1012/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν Εφετείο, σχετικά με την αιτούμενη υπό του ενάγοντος-νυν αναιρεσείοντος, με την υπό κρίση (από 17-4-2006) αγωγή, αποζημίωση, προς αποκατάσταση, για μεταγενέστερο χρόνο (από 25-10-2004 έως 31-12-2010) της ζημίας, την οποία υπέστη, εξ αιτίας του τραυματισμού του, στο περιγραφόμενο σαυτή τροχαίο ατύχημα, εκ του οποίου κατέστη μονίμως ανάπηρος και ανίκανος να συνεχίσει τη σταδιοδρομία του, ως Αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, αναγκασθείς να αποστρατευθεί πρόωρα, με το βαθμό του Πλωτάρχη, με αποτέλεσμα να απωλέσει τις αναφερόμενες στην αγωγή αποδοχές, δέχθηκε ότι, από την υπ' αριθμ. 6529/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, μετά την ασκηθείσα κατά της υπ' αριθμ. 3648/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έφεση, επί της αρχικής (από 31-5-2002) αγωγής του ίδιου ενάγοντος - νυν αναιρεσείοντος, κατά της ίδιας εναγομένης-νυν αναιρεσιβλήτου, ασφαλιστική εταιρείας, κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου, η αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού και ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου αυτοκινήτου, του ασφαλισμένου την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, καθώς και η, εκ του ενδίκου ατυχήματος, πρόκληση του σοβαρού τραυματισμού του ενάγοντος όπως ειδικώς περιγράφεται. Περαιτέρω δέχθηκε τα εξής: "Εναντίον της ίδιας ασφαλιστικής εταιρίας ο ενάγων άσκησε αργότερα, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, την από 25/10/2004 (δεύτερη κατά σειρά) αγωγή του, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη οφείλει να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 57.697,59 ευρώ, προς αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας που υπέστη, λόγω της εκ του τραυματισμού του ανικανότητας του προς εργασία κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2002 μέχρι 25-10-2004 (απολεσθείσες αποδοχές μέχρι 18/5/2004, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε και έκτοτε διαφορές μισθού και αναπηρικής συντάξεως). Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 4511/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή αυτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία άσκησε έφεση, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και επ' αυτής εκδόθηκε η 4573/2007 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία και με την παραδοχή ότι η αγωγή κατά το μέρος αυτής που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις από τη σύμβαση της σωρευτικής αναδοχής χρέους από αδικοπραξία είναι αόριστη, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη (4511/2005) απόφαση και αφού ερευνήθηκε η αγωγή κατά την εκ του άρθρου 10 του ν. 489/1976 βάση της και κρίθηκε ότι από την ημέρα του ατυχήματος και μέχρι την επίδοση της αγωγής στην εναγόμενη παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, απερρίφθη ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχήν ως και κατ' ουσίαν βάσιμης της προβληθείσας από την εναγομένη ενστάσεως διετούς παραγραφής. Στη συνέχεια, ο ενάγων άσκησε κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την ένδικη, από 17/4/2006 αγωγή, με την οποία ζήτησε, όπως προαναφέρθηκε, την επιδίκαση του ποσού των 210.097,29 ευρώ, ως αποζημίωση του, για τις προεκτεθείσες αιτίες. Οι επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος, οι ασκούμενες δηλαδή με την ένδικη (από 17.4.2006) αγωγή, γεννήθηκαν, στις 24/6/2000, οπότε έλαβε χώρα η αδικοπραξία και εκδηλώθηκε ο επιζήμιος χαρακτήρας της πράξεως για την όλη ζημία, που αποτελεί ενιαία απαίτηση και δεν αναγεννάται εξακολουθητικώς για την μέλλουσα ζημία. Τούτο δε γιατί από τότε (24/6/2000) επήλθαν οι παραπάνω αναφερόμενες σωματικές βλάβες του ενάγοντος και η συνεπεία αυτών εφ' όρου ζωής ανικανότητα του προς εργασία.Η ζημία δε του ενάγοντος δεν οφείλεται σε μεταγενέστερη απροσδόκητη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, δυσμενή εξέλιξη των, ως άνω, σωματικών του βλαβών και σε απρόβλεπτη επιδείνωση της καταστάσεως της υγείας του, αλλά ενόψει του είδους και της εκτάσεως του τραυματισμού του, ήταν προβλεπτή, αναμενόμενη, κατά τους κοινούς κανόνες και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και γνωστή στον ενάγοντα από το χρόνο του τραυματισμού του, καθώς επίσης και ο περαιτέρω προσδιορισμός και υπολογισμός της εκτάσεως της (ζημίας του). Η κρίση αυτή, στην οποία οδηγήθηκε το Δικαστήριο από την συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δεν αναιρείται από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο. Αντίθετα, ενισχύεται από όσα ο ίδιος ο ενάγων εξέθεσε στην παραπάνω αναφερόμενη πρώτη κατά σειρά αγωγή του, με την οποία επικαλέστηκε μόνιμη αναπηρία και ζήτησε, εκτός των άλλων, όπως προαναφέρθηκε, την επιδίκαση πρόσθετης, εκ του άρθρου 931 ΑΚ, αποζημιώσεως, αίτημα που έγινε εν μέρει δεκτό ως και κατ' ουσίαν βάσιμο. Η ένδικη όμως, από 17.4.2006, τρίτη κατά σειρά, αγωγή επιδόθηκε στην εναγομένη, στις 14/6/2006, όπως αποδεικνύεται από το επικυρωμένο αντίγραφο αυτής, που προσκομίζει και επικαλείται η τελευταία, στο οποίο υπάρχει η σχετική επισημείωση του επιδόσαντος αυτήν δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., δηλαδή μετά την πάροδο διετίας και πλέον από την επομένη του ενδίκου ατυχήματος. Ο ενάγων ισχυρίστηκε πρωτοδίκως, ισχυρισμό που επαναφέρει με τις προτάσεις της παρούσας κατ' έφεση δίκης, ότι οι ένδικες αξιώσεις του υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 του ΑΚ, καθόσον η ευθύνη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας προς αποζημίωση του πηγάζει από τη σύμβαση της σωρευτικής αναδοχής χρέους. Ο ισχυρισμός του, όμως, αυτός κρίνεται κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχτηκε ότι η βεβαίωση ασφαλίσεως του ζημιογόνου αυτοκινήτου έχει κατατεθεί από την προαναφερόμενη οδηγό αυτού (ζημιογόνου αυτ/του) στην οικεία Αστυνομική Αρχή. Σημειώνεται ότι αν και η εναγομένη αρνείται την ουσιαστική βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού, ο ενάγων δεν προσκομίζει σχετικές αποδείξεις, χωρίς μάλιστα να επικαλείται κάποιο λόγο, εξαιτίας το οποίου δεν το πράττει.

Συνεπώς, οι περιεχόμενες στην αγωγή αυτή αξιώσεις αποζημιώσεως του ενάγοντος έχουν υποκύψει στην διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, δοθέντος ότι από την επομένη του ατυχήματος (25/6/2000), μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής στις 14.6.2006, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας. Η τελεσίδικη 6529/2004 απόφαση δεν ωφελεί, καθόσον οι αξιώσεις αποζημιώσεως του ενάγοντος που βεβαιώθηκαν με αυτή είναι διαφορετικές από τις ένδικες. Ακόμη όμως και αν οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος αποτελούσαν μέρος της αξιώσεως αποζημιώσεως του που βεβαιώθηκε με την, ως άνω, τελεσίδικη απόφαση, δεν θα επήρχετο επιμήκυνση της διετούς παραγραφής σε εικοσαετή, αφού η διετής παραγραφή είχε ήδη συμπληρωθεί πολύ πριν τη δημοσίευση αυτής (τελεσίδικης αποφάσεως), που όπως εξ αυτής προκύπτει, έγινε στις 28/9/2004, και συγκεκριμένα στις 25/6/2002, οπότε συμπληρώθηκε διετία από την επομένη του ατυχήματος." Στη περίπτωση που ερευνάται, με τον πρώτο, από το αρθ. 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης, αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμό μη προταθέντα και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικώτερα ότι, δικάζον επί της έφεσης της ασκηθείσας υπό της εναγομένης-νυν αναιρεσίβλητης, ασφαλιστικής εταιρείας, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή, ως κατ' ουσία βάσιμη, η ένδικη αγωγή, κατά τη βάση της εκ της σωρευτικής αναδοχής χρέους, δέχθηκε ότι η αγωγή, κατά τη βάση της περί σωρευτικής αναδοχής χρέους ήταν απορριπτέα, ως κατ' ουσία αβάσιμη, παρότι, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος-ενάγοντος, δεν υπήρχε σχετικός λόγος έφεσης, καθόσον με την ως άνω ασκηθείσα έφεση, δεν επλήττετο η ουσιαστική βασιμότητα της βάσης της αγωγής, αλλά, ο σχετικός με το κεφάλαιο αυτό λόγος έφεσης αφορούσε μόνον αιτιάσεις, για την απόρριψη της υπό της εναγομένης προβληθείσας ένστασης περί παραγραφής της αγωγικής αξίωσης, της βασιζόμενης στη σωρευτική αναδοχή χρέους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον, από το, παραδεκτώς, κατ' αρθ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκοπούμενο δικόγραφο των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων-προσθέτων λόγων έφεσης της εκκαλούσας-εναγομένης, και ειδικώτερα τόσο από τη φράση "η ύπαρξη βάσης, εκ σωρευτικής δήθεν αναδοχής", όσο και από τη φράση "επειδή, ως εκ τούτου, παραδεκτά με τις προτάσεις μας ασκούμε πρόσθετο λόγο έφεσης, συνιστάμενο στο ότι η εκκαλουμένη, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, εδέχθη την βάση της αγωγής εκ σωρευτικής αναδοχής, ενώ ώφειλε κατ' ορθήν εκτίμηση των αποδείξεων και ορθή εφαρμογή του νόμου να δεχθεί την ένστασή μας, περί παραγραφής των αξιώσεων του αντιδίκου, που ασκήθηκαν με την αγωγή του, λόγω παρόδου των πέντε ετών" σαφώς προκύπτει ότι, με το ως άνω δικόγραφο, επλήττετο η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ως προς τη βασιμότητα της αγωγής εκ της σωρευτικής αναδοχής χρέους, την οποία (βασιμότητα), επομένως, ορθώς ερεύνησε το δικάσαν Εφετείο.

Με τον δεύτερο, από το αρθ. 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση, για ανεπάρκεια αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με το ίδιο ως άνω ζήτημα (της απόρριψης, ως ουσιαστικά αβάσιμης, της εκ της σωρευτικής αναδοχής χρέους βάσεως της αγωγής), ενώ με τον τέταρτο, από το αρθρ. 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης, αποδίδεται η πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη από το δικάσαν Εφετείο του αναφερομένου στο αναιρετήριο εγγράφου, δηλαδή της υπό του ενάγοντος-νυν αναιρεσείοντος επικληθείσας και προσκομισθείσας βεβαίωσης ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, της κατατεθείσας υπό της υπαιτίου οδηγού, στην Αστυνομική Αρχή. Από το περιεχόμενο των ενώπιον του Εφετείου κατατεθεισών προτάσεων του εφεσιβλήτου-ενάγοντος (οι οποίες παραδεκτώς ελέγχονται, κατά το αρθ. 561§2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι αυτός επικαλείται ως "Προσκομιζόμενο έγγραφο (σχετικό Α) τη βεβαίωση ασφαλιστική κάλυψης από την οδηγό του ζημιογόνου οχήματος στα όργανα της Τροχαίας"-σελίδα 5 των προτάσεων. Το δικάσαν Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, απέρριψε την εκ της σωρευτικής αναδοχής χρέους βάση της αγωγής, με την αιτιολογία ότι: "από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχτηκε ότι η βεβαίωση ασφαλίσεως του ζημιογόνου αυτοκινήτου έχει κατατεθεί από την προαναφερόμενη οδηγό αυτού (ζημιογόνου αυτ/του) στην οικεία Αστυνομική Αρχή. Σημειώνεται ότι, αν και η εναγομένη αρνείται την ουσιαστική βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού, ο ενάγων δεν προσκομίζει σχετικές αποδείξεις, χωρίς μάλιστα να επικαλείται κάποιο λόγο, εξαιτίας το οποίου δεν το πράττει". Η ως άνω βεβαίωση του δικάσαντος Εφετείου περί της μη προσκόμισης του επικαλούμενου από τον αναιρεσείοντα, ως δήθεν προσκομισθέντος ως άνω εγγράφου δεν ελέγχεται αναιρετικά. Επομένως, ο τέταρτος, από το άρθ. 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, λόγος είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Ενώ, ως λόγος από το άρθ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, υπό τις ως άνω παραδοχές, το δικάσαν Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, ως προς την κρίση του, για την απόρριψη, ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, της αγωγής, κατά τη βάση τη εκ της σωρευτικής αναδοχής χρέους.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η αξίωση, που ασκείται με την αγωγή, έχει υποκύψει σε παραγραφή, αποτελεί ένσταση, η οποία αντικρούεται με τον ισχυρισμό του ενάγοντος για επιμήκυνση, διακοπή ή αναστολή της, που αποτελεί αντένσταση. Στην περίπτωση που από τη ζημιογόνα πράξη προκύπτει και δυσμενής συνέπεια που είναι απρόβλεπτη και άρα για τη σχετική αξίωση που απορρέει απ' αυτή αρχίζει νέα χωριστή παραγραφή, ο σχετικός ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι η δυσμενής συνέπεια ήταν από την αρχή απρόβλεπτη δεν αποτελεί αντένσταση, αλλά άρνηση της ένστασης. Ο ενάγων δεν έχει το βάρος να επικαλεστεί το χαρακτηρισμό της ζημίας του ως απρόβλεπτης, αλλά ο εναγόμενος, ως ενιστάμενος, έχει το βάρος να επικαλεστεί και αποδείξει ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή, διότι αυτό είναι το περιεχόμενο της ένστασής του Με τον τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από το αρθ. 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση για έλλειψη νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, ένεκα ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το ζήτημα της απόρριψης των βάσεων της αγωγής εκ της σωρευτικής αναδοχής και εκ της διατάξεως του αρθ. 10 Ν. 489/1976, ενώ, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, από το αρθ. 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση για λήψη υπόψη ισχυρισμού, ο οποίος δεν προτάθηκε, ως προς το ζήτημα της ενστάσεως της διετούς παραγραφής του αρθ. 10§2 Ν 489/1976 και ειδικώτερα ότι το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε ότι η εκ της αγωγικής αξιώσεως ζημία ήταν εξ αρχής προβλεπτή και έκρινε αυτήν ως παραγεγραμμένη, λόγω παρόδου της, κατά το αρθ. 10§2 Ν 489/1976, διετούς παραγραφής, παρότι η προβάλλουσα την εν λόγω ένσταση παραγραφής-εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία δεν επικαλέσθηκε το στοιχείο του προβλεπτού της ένδικης ζημίας. Πλην όμως, από τα παραδεκτώς, κατ' άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ελεγχόμενα δικόγραφα των προτάσεων της εναγομένης - ασφαλιστικής εταιρείας, που κατατέθηκαν τόσον ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου, προκύπτει ότι αυτή επανέφερε, ενώπιον του Εφετείου την ένσταση περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης, λόγω παρόδου διετίας, την οποία (ένσταση), κατά τρόπο ορισμένο και σαφή, είχε προβάλλει και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επικαλούμενη, μεταξύ των άλλων περιστατικών, των αναγκαίων, για τη θεμελίωση της ένστασης αυτής και το ότι η ένδικη αξίωση του παθόντος - ενάγοντος ήταν εξ αρχής προβλεπτή, στοιχείο, το οποίο, κατά τα προαναφερθέντα, είναι απαραίτητο για τη θεμελίωση της βάσης της ένστασης. Επομένως, ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο, από το άρθ. 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ μέρος αυτού, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Όπως, επίσης, απορριπτέος, ως αβάσιμος είναι και κατά το άλλο σκέλος αυτού, από το άρθ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, διότι, υπό το ως άνω περιεχόμενο, η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, ως προς τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό, ως άνω, ζητήματα. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί ο ηττηθείς αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-6-2008 αίτηση του '..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2832/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ