2/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 2 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated2/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία "..........", που εδρεύει στην ....... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Κλουκίνα. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΣΠΥΡΟΥ ΑΕΒΕ", που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 119/2004 του ίδιου Δικαστηρίου, 4009/2005 μη οριστική και 1132/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-5-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 8-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ....... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ......... την πιο πάνω δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, εφόσον αυτός δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, νομίμως έγινε η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρ. 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, κατά το άρθρο 91 παρ. 1 του Ν.Δ. 3026/1954 "Περί Κώδικος Δικηγόρων", ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως αυτού, πλην των δαπανών και αμοιβή για κάθε εργασία αυτού δικαστική ή εξώδικη. Κατά δε το άρθρο 92 παρ. 1 του ίδιου κώδικα "Τα της αμοιβής του δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνία μετά του εντολέως του περιλαμβάνουσαν, είτε την όλην διεξαγωγήν της δίκης, είτε μέρος ή κατ' ιδίαν πράξεις αυτής ή άλλας πάσης φύσεως νομικάς εργασίας, εν ουδεμία δε περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν τοις άρθροις 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων αμοιβής". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου κανονίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέως του, η οποία μπορεί να αφορά μία μόνο κατ' ιδίαν πράξη ή το σύνολο των πράξεων που αφορούν συγκεκριμένη υπόθεση. Και αν δεν καταρτίστηκε συμφωνία για αμοιβή, ο δικηγόρος δικαιούται ως αμοιβή τα ελάχιστα όρια αυτής που ορίζονται στα άρθρα 98 και επόμενα του Κώδικα Περί Δικηγόρων. Τέλος, με την υπ' αριθμ. ΠΟΛ. 1314/21.12.2000 Κοινή Υπουργική Απόφαση, των Υπουργών Οικονομικών, Εθνικής Οικονομίας και Δικαιοσύνης προσδιορίστηκαν τα ελάχιστα όρια αμοιβών των δικηγόρων για τις παραστάσεις ενώπιον των δικαστηρίων και τη σύμπραξη τους σε εξώδικες ενέργειες και συμβάσεις όπως προβλέπονται στις οικείες διατάξεις. Στο τέλος δε του πίνακα που αφορά την κατώτερη αμοιβή για κάθε ενέργεια, και υπό τον τίτλο: ΕΞΩΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΜΟΙΒΕΣ, προβλέπεται ότι για την παροχή συμβουλών στους εντολείς ανά ώρα οφείλεται το ποσό των 20.000 δρχ. ήτοι 58,70 ευρώ. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 91, 98, 100 επ. και 173 του Δικηγορικού Κώδικα, προκύπτει ότι, το δικαίωμα αμοιβής του δικηγόρου για κάθε παρεχόμενη στον εντολέα τούτου εργασία, στα πλαίσια της γενόμενης μεταξύ τους συμφωνίας, προϋποθέτει ολοκληρωμένη ενέργεια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για την οποία προβλέπεται αμοιβή, ειδικότερα δε επί προτάσεων απαιτείται, πέραν της διατυπώσεως του περιεχομένου τους, η υπογραφή και η κατάθεση τους, δια των οποίων και μόνο (πράξεων) ολοκληρώνεται, σε εκτέλεση της παρασχεθείσας στον δικηγόρο εντολής, η ενέργεια για την οποία αφορά η αμοιβή αυτού και εξασφαλίζονται τα συμφέροντα του εντολέα, στην προστασία των οποίων αποβλέπει η ενέργεια αυτή. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχτηκε τα εξής: "Το Νοέμβριο του 2001 με άτυπη συμφωνία των νομίμων εκπρόσώπων των διαδίκων, η εναγομένη ανέθεσε στην ενάγουσα δικηγορική εταιρία, νομίμως συσταθείσα κατά τις διατάξεις του ΠΔ 518/1999, την εντολή παροχής υπηρεσιών και νομικής υποστήριξης, επί της από 31.7.2001 προσφυγής στη διαιτησία της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία ''Stonevil Seed Company'' κατά της εναγομένης, ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Αμερικανικής Ενώσεως Διαιτησίας. Ως αμοιβή της ενάγουσας αρχικά συμφωνήθηκε το σύστημα χρονοχρέωσης μέχρι το Μάρτιο του 2002 και μέχρι 31-12-2002 με πάγια μηνιαία αμοιβή. Με νέα άτυπη συμφωνία στις ..... επανήλθαν στο σύστημα της χρονοχρέωσης με εφαρμογή του από 1.1.2003..... Κατά τους όρους της νέας χρονοχρέωσης α) στην υπόθεση ασχολούνται οι δικηγόροι Γ1 (κατηγορία αμοιβής Α), Γ2 (κατηγορία Β) και Γ3 (κατηγορίαΓ), β) η κλίμακα των ωριαίων χρεώσεων των στελεχών της ενάγουσας έχει ανάλογα της κατατάξεως από αυτήν σε κατηγορίες, 250 ευρώ για την Α, 240 ευρώ για τη Β, 170 ευρώ για τη Γ, 120 ευρώ για τη Δ, 100 ευρώ για την Ε, 80 ευρώ για τη ΣΤ και 30 ευρώ για τη Ζ. Η ίδια χρέωση ισχύει στην περίπτωση παροχής εργασίας εκτός των γραφείων της ενάγουσας αλλά εντός Αττικής.......Γ) κατά το χρονικό διάστημα 1-3-2003 έως 30-6-2003 η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο δικηγόρος Γ1 ασχολήθηκε 21 ώρες για τη σύνταξη προτάσεων επί της αγωγής ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, πλην όμως δεν προσκομίζεται επικυρωμένο αντίγραφο αυτών και ούτε κάτι τέτοιο επικαλείται η ενάγουσα, από το οποίο να προκύπτει το περιεχόμενο των και η κατάθεση των στη Γραμματεία αυτού του δικαστηρίου, μη δικαιούμένης αμοιβής κατά τα προεκτεθέντα....". Με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε το περιλαμβανόμενο στην από 3-9-2003 αγωγή της αναιρεσείουσας δικηγορικής εταιρίας, διαλαμβανόμενο κονδύλιο περί επιδικάσεως σ' αυτήν του ποσού των 5250 ευρώ λόγω αμοιβής για τη σύνταξη των ως άνω προτάσεων. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τους προαναφερόμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, ορθά δε έκρινε ότι στην κρινόμενη υπόθεση έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 91, 98, 100 επ. και 173 του δικηγορικού κώδικα, αφού η συμφωνία για χρονοχρέωση, αφορά τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής για τις νόμιμες δικαστικές και εξωδικαστικές ενέργειες της αναιρεσείουσας και δεν αποκλείει την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, με βάση δε τις διατάξεις αυτές, δεν οφείλεται αμοιβή για σύνταξη των αναφερομένων στην αγωγή προτάσεων, αφού πέραν της διατυπώσεως του περιεχομένου τους, απαιτείται η υπογραφή και η κατάθεση αυτών στην Γραμματεία του αρμοδίου δικαστηρίου, γιατί μόνο έτσι ολοκληρώνεται σε εκτέλεση της δοθείσης εντολής η ενέργεια για την αμοιβή του δικηγόρου και εξασφαλίζονται τα συμφέροντα του εντολέα, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Εξάλλου, με την ίδια πιο πάνω κρίση του το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 εδ α' του Κ.Πολ.Δ., αφού η υπογραφή των προτάσεων και η κατάθεση τους στο αρμόδιο δικαστήριο από τον δικηγόρο που τις συνέταξε είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την αξίωση αμοιβής από αυτόν και ως εκ τούτου αποτελεί στοιχείο της αγωγής, δεν αποτελεί δε αυτοτελή ισχυρισμό που δεν μπορεί να λάβει υπόψη το δικαστήριο αν δεν προταθεί νομίμως.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και στηρίζουν την άμεση ή έμμεση απόδειξη, την κύρια απόδειξη ή ανταπόδειξη. Η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιέχονται στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις υπ' αριθμ. ....., ....., ......... ένορκες βεβαιώσεις της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Στενιώτη και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης ουδεμία αμφιβολία υπάρχει για το ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις, καθώς και τους τρεις αναλυτικούς λογαριασμούς αμοιβών και εξόδων της αναιρεσείουσας, και ο τρίτος λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ. της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-5-2006 αίτηση της δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία " ..........." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1132/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ