Supreme Court reverses lower court ruling on seizure declaration, establishing no presumption of debt for third parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the First Instance Court of Appeal's decision regarding a public seizure against a third party. The appellant argued that the lower court incorrectly applied Article 33 of the Code of Enforcement and Execution, claiming it created an irrebuttable presumption of debt for the third party upon failure to declare the seizure. The court agreed, ruling that the lower court erred by accepting the seizure amount as the third party's debt without proof of actual receipt from the debtor. Consequently, the case was remanded to the First Instance Court of Appeal for a new trial with a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 30, 32, 33 of the Code of Enforcement and Execution (n. 356/1974): The failure of a third party to declare a seized claim does not create an irrebuttable presumption that the third party owes the entire seized amount to the creditor; the third party is only liable for the specific value received from the debtor unless proven otherwise.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 29 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 29/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο του ΣΤ' Τελωνείου …, κάτοικο …. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Νικολέτα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "…", η οποία είχε διαδεχθεί την πρώην τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "…", η οποία είχε με τη σειρά της διαδεχθεί κατά νόμον την πρώην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "…", ως η επωνυμία αυτής είχε προέλθει εκ της μετονομασίας της πρώην "…". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2009 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18013/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1063/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-4-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 32 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/74), σε περίπτωση κατασχέσεως σε χέρια τρίτου, αν ο τρίτος δεν οφείλει τίποτα ή δεν οφείλει όλα τα χρήματα και άλλα πράγματα που αναφέρονται στο κατασχετήριο έγγραφο του Δημόσιου Ταμείου, ή αν δεν είναι υποχρεωμένος να τα αποδώσει αμέσως, εξ αιτίας των συμφωνιών ανάμεσα σ' αυτόν και τον οφειλέτη ή εξ αιτίας άλλου νομικού λόγου, ο τρίτος οφείλει να το δηλώσει μέσα σε προθεσμία οκτώ ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου.
Η δήλωση αυτή γίνεται εγγράφως, με αναφορά που επιδίδεται με δικαστικό κλητήρα στο Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου που εξέδωσε το κατασχετήριο έγγραφο, ή προφορικώς στον Ειρηνοδίκη της κατοικίας ή της διαμονής του τρίτου, ο οποίος συντάσσει έκθεση, την οποία στέλνει στο Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου μέσα σε 24 ώρες.
Κατά δε τη διάταξη του επομένου άρθρου 33 του ιδίου ΚΕΔΕ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με άρθρο 67 παρ. 1 ν. 3842/2010, αν ο τρίτος δεν κάνει τη δήλωση αυτή ή την κάνει εκπρόθεσμα ή όχι κατά τον τύπο που διαγράφει η ως άνω διάταξη του άρθρου 32, λογίζεται οφειλέτης της όλης ποσότητας για την οποία έγινε η κατάσχεση στα χέρια του.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κατά τον ΚΕΔΕ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο για την υπόθεση χρόνο, η παράλειψη του τρίτου να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση ή αν έχει στα χέρια του το πράγμα που κατασχέθηκε, ή η εκπρόθεσμη ή παράτυπη δήλωση, δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο ότι ο τρίτος είναι οφειλέτης της ποσότητας που κατασχέθηκε στα χέρια του, κατά του οποίου δεν χωρεί ανταπόδειξη, κατ' αντίθεση με τον ΚΠολΔ (άρθρο 985 παρ.3), κατά τον οποίο η ως άνω παράλειψη του τρίτου εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση.
Το αμάχητο τούτο τεκμήριο δημιουργείται μόνο στις ως άνω αναφερόμενες τρεις περιπτώσεις του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ (ΑΠ 1251/2017, ΑΠ 96/2016, ΑΠ 1162/2015, ΑΠ 1383/2012). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 736/2021, ΑΠ 551/2021, Α.Π. 184/2021 ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 736/2021, ΑΠ 551/2021, ΑΠ 184/2021 ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική διαδικασία, τα ακόλουθα: "Απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο, το εκκαλούν, χωρίς να προσβάλλει κατ' ουσίαν την εκπρόθεσμη δήλωση της ανακόπτουσας περί του ότι κατά το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης αυτής ο ανωτέρω οφειλέτης του Δημοσίου δεν ήταν κάτοχος οποιουδήποτε λογαριασμού ή άλλου προϊόντος της Τράπεζας και εν γένει δεν ήταν πελάτης της Τράπεζας, διατείνεται παρά ταύτα, ότι η διάταξη του άρθρου 33 του ΝΔ/τος 356/1974 (ΚΕΔΕ), όπως αυτή ίσχυε πριν να αντικατασταθεί δυνάμει του άρθρου 67 παρ. 1 του Ν 3842/2010 καθιέρωνε αμάχητο τεκμήριο οφειλής εκ μέρους του τρίτου σε περίπτωση παράλειψης υποβολής δήλωσης αυτού ή εκπρόθεσμης δήλωσης του, διότι, ...
σύμφωνα με την έννοια των διατάξεων των άρθρων 30, 32 και 33 του ΝΔ/τος 356/74, όπως η πρώτη εξ αυτών ίσχυε πριν την τροποποίηση της κατά τα ανωτέρω, σε περίπτωση που είτε δεν είχε υποβληθεί καθόλου ή είχε υποβληθεί εκπροθέσμως η αναφερόμενη δήλωση, ο τρίτος θεωρείται ότι οφείλει στον οφειλέτη του Δημοσίου, μόνο το χρηματικό ποσό ή την ποσότητα κινητών πραγμάτων που έλαβε από τον τελευταίο και δεν καθίσταται οφειλέτης ολόκληρου του ποσού, το οποίο ο οφειλέτης του Δημοσίου οφείλει σε αυτό (Δημόσιο)." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τον λόγο έφεσης ως μη νόμιμο και στη συνέχεια την έφεση του αναιρεσείοντος στο σύνολό της.
Με την ως άνω κρίση του το Εφετείο, παραβίασε, αφού δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθώς, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30, 32 και 33 Κ.Ε.Δ.Ε., καθόσον, σε αντίθεση με όσα αναφέρονται στην ως άνω νομική σκέψη, δέχθηκε ότι το άρθρο 33 του ΚΕΔΕ δεν καθιερώνει αμάχητο τεκμήριο ότι ο τρίτος, που παρέλειψε να προβεί στην κατά το άρθρο 32 του Κώδικα αυτού δήλωση για την ύπαρξη της κατασχεθείσας στα χέρια του απαίτησης, είναι οφειλέτης έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, που επέβαλε την κατάσχεση, για ολόκληρο το ποσό της κατασχέσεως, με συνέπεια να δεχθεί, ακολούθως, εσφαλμένα ότι η αναιρεσίβλητη …, η οποία, μολονότι κοινοποιήθηκε σ' αυτή, ως τρίτη, κατάσχεση του αναιρεσείοντος για την ικανοποίηση απαίτησής του κατά του οφειλέτη Α.
Σ. του Θ., παρέλειψε να υποβάλει δήλωση για την ύπαρξη της κατασχεθείσας απαίτησης, δεν κατέστη οφειλέτρια του κατασχεθέντος ποσού, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο οφειλέτης είχε άλλη απαίτηση σε βάρος της. Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ. και, ως εκ τούτου, ο ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος θα επιβληθούν, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του, σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1063/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιανουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ