Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility of a new defense argument not raised in original proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his lawsuit. The appellant argued that the First Instance Court failed to consider a new defense regarding the suspension of the limitation period, which he raised for the first time via a supplementary proposal. The court ruled that this argument was inadmissible because it was not properly introduced in the initial proceedings or the appeal, violating procedural rules requiring all claims to be presented at the start.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1 lit. a C.P.D.; Art. 255 para. 2 Civil Code: An appeal based on the non-consideration of a new defense is inadmissible if the defense was not properly proposed in the original proceedings or the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 29 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 29/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά - Εισηγήτρια και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Μήνο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μαθιόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 530/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 946/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/03/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 26-3-2019 (ειδ. αριθ. καταθ. 257/2019) αίτηση αναίρεσης που επαναφέρεται παραδεκτά προς συζήτηση με την από 18-3-2020 κλήση του αναιρεσείοντα προσβάλλεται η 946/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν έφεσης του ενάγοντα - αναιρεσείοντα κατά της 530/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ουσία η έφεση και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει ως απαράδεκτη την από 27-12-2012, με αριθμ. καταθ. 209231/6289/2012 αγωγή του, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Η αίτηση συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 6/2019, 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013).
Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει (Ολ.
ΑΠ 8/2013, ΑΠ 1370/2007, ΑΠ 14/2004, ΑΠ 2/1989). Ακόμη δεν αποτελούν "πράγματα" τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (Ολ ΑΠ 3/1997). Εξάλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.
ΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996). Κατά την διάταξη του άρθρου 12 του ν.1082/1980 "Η δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως αναγνώρισης του δικαιώματος προαγωγής υπαλλήλου επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου εις βαθμόν, εις τον οποίον εδικαιούτο να προαχθή βάση του διέποντος αυτόν κανονισμού ή οργανισμού βαθμολογικής και μισθολογικής εξελίξεως, λογίζεται πραγματοποιηθείσα αφ' ου χρόνου έδει να είχε συντελεσθή η προαγωγή τούτου.
Εις περίπτωσιν ακυρώσεως της τελεσιδίκου αποφάσεως ανατρέπεται η επί ταύτης βασισθείσα προαγωγή.". Εξ αυτών λογίζεται ότι η προαγωγή υπαλλήλου, κατά πλάσμα δικαίου, έχει πραγματοποιηθεί από τότε που έπρεπε να είχε γίνει, με περαιτέρω συνέπεια να έχει αυτός όλα τα δικαιώματα, τα οποία θα είχε, αν η προαγωγή είχε συντελεσθεί στο χρόνο που έπρεπε (ΑΠ 248/2016, ΑΠ 124/2011).
Ως εκ τούτου, ο εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει και την καταβολή των οικονομικών διαφορών, τις οποίες θα ελάμβανε, αν είχε προαχθεί κανονικά.
Η ως άνω διάταξη αναφέρεται στο χρόνο στον οποίο ανατρέχει η αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής και ορίζει ότι αυτή ανατρέχει στον χρόνο της κρίσεως στην οποία έλαβε χώρα η άδικη παράλειψη του υπαλλήλου, καθώς και η επέλευση των αποτελεσμάτων αυτής, χωρίς μ' αυτήν να ρυθμίζεται χρόνος μετάθεσής της στον χρόνο έκδοσης της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης που έκρινε αυτήν (ΑΠ 248/2016).
Έννομη συνέπεια της άνω διάταξης επομένως είναι η δυνατότητα του εργαζομένου ν' αξιώσει τις οικονομικές διαφορές ως προς τις αποδοχές του, (αλλά και την αποζημίωση απολύσεώς του μετά την αποχώρησή του) από το χρόνο που έπρεπε να προαχθεί με βάση τις αποδοχές που αντιστοιχούν στο βαθμό που αναγνωρίστηκε με την τελεσίδικη απόφαση ότι έπρεπε να κατέχει, ενώ δεν καθορίζει πότε καθίσταται απαιτητή οποιαδήποτε αξίωσή του, με συνέπεια η δικαστική αναγνώριση δικαιώματος προαγωγής του να μη επιφέρει διακοπή ή αναστολή της προβλεπόμενης στην παρ. 2 του άρθρου 6 του ν.3198/1955 εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας για την δικαστική αξίωση της αποζημίωσης απόλυσης, η σχετική δε αξίωσή του ανατρέχει στον χρόνο λύσης της σύμβασης εργασίας του, υπολογιζόμενη με τις αποδοχές του βαθμού του οποίου εδικαιούτο και αναγνωρίστηκε δικαστικά με την τελεσίδικη απόφαση (Ολ ΑΠ 11/2010, ΑΠ 368/2005).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 6 Ν.3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού για την καταβολή ή συμπλήρωση της κατά τον Ν.2112/1920 και το ΒΔ της 16/18.7.1920 αποζημιώσεως είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε μέσα σε ένα εξάμηνο από τότε που η αξίωση έγινε απαιτητή.
Στην περίπτωση δε αποζημιώσεως των αποχωρούντων από την εργασία τους λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων συνταξιοδοτήσεώς τους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν.435/1976, οι διατάξεις αυτές δεν παραπέμπουν μόνο στην αποζημίωση του Ν.2112/1920 και του ΒΔ της 16/18.7.1920, αλλά προβλέπουν ρητώς ότι ως προς την ανωτέρω αποζημίωση "εφαρμόζονται κατά τα λοιπά, όλα όσα ορίζονται στο άρθρο 6 του Ν. 3198/1955 (Ολ. ΑΠ 31, 17/2003, ΑΠ 200/2011, ΑΠ 526/2008). Εξ άλλου κατά μεν το άρθρο 279 του ΑΚ, στις περιπτώσεις που ο νόμος ή τα μέρη τάσσουν προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα (αποσβεστική προθεσμία) εφαρμόζονται αναλόγως, οι διατάξεις για την παραγραφή, κατά δε το άρθρο 255 εδ. α' του ίδιου κώδικα, που έχει ανάλογη εφαρμογή και στην αποσβεστική προθεσμία, σύμφωνα με το άρθρο 273 του ΑΚ, η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής (ΑΠ 1387/2015, ΑΠ 1314/2013, ΑΠ 1544/2012). Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, ως ανωτέρα βία, κατά τη διάρκεια της οποίας αναστέλλεται η παραγραφή των αξιώσεων, νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός είτε σχετικό με το πρόσωπο του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορεί ν' ανατραπεί ακόμη και με μέτρα εξαιρετικής επιμελείας και σύνεσης.
Κατά το περιεχόμενό της επομένως, η δικονομική ανώτερη βία είναι η κατάστασή της, παρά την καταβολή εξιδιασμένης προσοχής και επιμέλειας, εκ μέρους του διαδίκου και του πληρεξουσίου του, αδυναμίας αυτού να ανταποκριθεί σε δικονομικό βάρος του, συνεπεία της οποίας η διαδικαστική πράξη πάσχει ακυρότητα ή απαράδεκτο (ΑΠ 429/2016, ΑΠ 456/2013).
Συνεπεία της αναστολής είναι ότι το χρονικό διάστημα αυτής δεν υπολογίζεται στον χρόνο της παραγραφής και όταν πάψει, η παραγραφή συνεχίζεται, σε καμία όμως περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες (άρθρ. 257 του ΑΚ) (ΑΠ 1284/2010). Με την από 27-12-2012 (αριθ. καταθ. 209231/6289/2012) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα ισχυρίζεται αυτός ότι προσελήφθη από την εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη την 11/8/1972, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που στην συνέχεια κατέστη εξαρχής αορίστου χρόνου και παρείχε τις υπηρεσίες του ως την 1/11/2007, οπότε παραιτήθηκε, λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας, έχοντας κατά το χρόνο της παραίτησής του το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου του Τμήματος του Λογιστηρίου της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών, πλην όμως δεν του κατεβλήθη η πλήρης αποζημίωση του άρθρου 8 ν.3198/1955.
Ότι άσκησε την από 24-3-2008 (αριθμ. καταθ. 1498/2008) αγωγή με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει την πλήρη αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. α' του ν.3198/1955. Ότι αυτός ήδη είχε ασκήσει την από 1/12/2007 και με αριθ. καταθ. 6382/2007 αγωγή, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να τον προάγει στον βαθμό του Υποδιευθυντή από την 1-5-2002, άλλως από την 1-12-2003 και να υποχρεωθεί να του καταβάλει τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές.
Ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 843/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή, την ως άνω αγωγή. Ότι του καταβλήθηκε η αποζημίωση του άρθρου 8 του ν.3198/1955 βάσει των αποδοχών του Εντεταλμένου Τμηματάρχη, πλην όμως, επειδή εκείνος προήχθη στην συνέχεια στο βαθμό του Υποδιευθυντή, του οφείλεται συμπληρωματική αποζημίωση βάσει των αποδοχών του Υποδιευθυντή.
Υπό την επίκληση των ανωτέρω ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 20.039 ευρώ ως συμπληρωματική (διαφορά) αποζημίωση, νομιμοτόκως. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμ. 530/2017, αντιμωλία των διαδίκων που την απέρριψε ως απαράδεκτη. Ακολούθως αυτός άσκησε την από 6-6-2017 έφεσή του (αριθ.
καταθ. 3498/2017), επί της οποίας εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλόμενη απόφαση 946/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που την απέρριψε, δεχθέν κατά λέξη τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή ... ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη στις 11-8-1972, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου.
Στις 31/10/2007 υπέβαλε αίτηση, με την οποία γνωστοποιούσε στην εναγομένη την πρόθεσή του να παραιτηθεί από την υπηρεσία την 1-11-2007, η οποία έγινε δεκτή με την 1265/2007 πράξη της εναγομένης και έτσι διαγράφηκε από την δύναμη του προσωπικού της 1-11-2007. Η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα ... 15.000 ευρώ (καθαρά 13.163 ευρώ) ως αποζημίωση του νόμου 3144/2003 ...
Τέλος εκδόθηκε η 6965/2014 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ... κρίνοντας ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει σε αυτόν την πλήρη αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. α' ν.3198/1955 και συγκεκριμένα το ποσό των 22.674,41 ευρώ. Συνολικά δε ο ενάγων έλαβε ως αποζημίωση απόλυσης του εδαφίου α' του άρθρου 8 ν.3198/1955, το ποσό των 77.200,67 ευρώ.
Εν τω μεταξύ ο ενάγων, σύμφωνα με όσα αναφέρει στην αγωγή του, άσκησε την από 1-12-2007 (αριθ. κατ. 6382/2007) αγωγή του, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να τον προάγει στον βαθμό του Υποδιευθυντή από την 1-5-2002 άλλως από την 1-12-2003 και να υποχρεωθεί να του καταβάλει τις αντίστοιχες μισθολογικές διαφορές.
Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή τελεσίδικα με την 843/2012 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε ότι ο ενάγων έπρεπε να είχε προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή από την 1-5-2002 και υποχρέωσε την εναγομένη να του καταβάλει τις αντίστοιχες μισθολογικές διαφορές. Κατ' αυτής η εναγομένη άσκησε την από 1-5-2012 αίτηση αναίρεσης, από την οποία και παραιτήθηκε στις 20-11-2012.
Σύμφωνα λοιπόν, με τα παραπάνω στοιχεία που ο ίδιος ο ενάγων επικαλείται, προκύπτει ότι, κατά το χρόνο λύσης της σύμβασης εργασίας του, την 1-11-2007, η επίδικη αξίωσή του ήταν απαιτητή στο σύνολό της, δηλαδή υπολογιζόμενη με βάση το μισθό του Υποδιευθυντή, δεδομένου ότι είχαν συντελεστεί όλα τα δικαιοπαραγωγικά γεγονότα που προβλέπουν οι εφαρμοζόμενες διατάξεις, για τη λήψη της αποζημίωσης στην περίπτωση του ενάγοντος.
Ειδικότερα: α) είχε συμπληρωθεί ο απαραίτητος χρόνος υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη, β) είχε πληρωθεί η αίρεση της παραίτησής του, με τη συγκατάθεση μάλιστα του εργοδότη του, ώστε να μετατραπεί η σχέση εργασίας του σε αορίστου χρόνου, γ) είχαν ήδη συντρέξει οι προβλεπόμενες από τον κανονισμό της εργοδότριάς του προϋποθέσεις προαγωγής του ενάγοντος και η παρεμπόδιση πλήρωσης της σχετικής αιρέσεως της βαθμολογικής του εξέλιξης από την πλευρά της εναγομένης ώστε να εκλαμβάνεται αυτή, κατά πλάσμα δικαίου, ως πληρωθείσα από την 1η-5-2002 ...
Έτσι, ο εκκαλών μπορούσε να έχει ασκήσει την αξίωσή του και να ζητήσει την αποζημίωση, βάσει των αποδοχών του Υποδιευθυντή, πλην όμως αυτός, με την προαναφερόμενη, από 24/3/2008 αγωγή του, ζήτησε αποζημίωση, θεωρώντας ως βάση υπολογισμού της το μισθό που πράγματι ελάμβανε. Άλλωστε, και από την τελεσίδικη διαπίστωση του δικαιώματος προαγωγής του από το δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 843/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και την κοινοποίησή της στην εναγομένη, στις 2-4-2012, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή, μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής στις 31-12-2012, παρήλθε, επίσης χρόνος μεγαλύτερος του εξαμήνου.
Περαιτέρω ο ισχυρισμός του ενάγοντος, με τον οποίο αυτός επιχειρεί να θεμελιώσει αντένσταση διακοπής της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 255 εδ. α' ΑΚ., επικαλούμενος ανωτέρα βία, η οποία συνίσταται στο γεγονός ότι δεν άσκησε την ένδικη αξίωσή του, διότι ανέμενε την έκδοση τελεσίδικης και, ακολούθως αμετάκλητης απόφασης, επί της ως άνω αγωγής του, με αντικείμενο την αναγνώριση της προαγωγής του, δεν συνιστούν ανωτέρα βία, ...
εφόσον η αναμονή έκδοσης δεν συνιστά απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπό του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, το οποίο στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν θα μπορούσε να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης. Αντίθετα, όταν υπάρχει εκκρεμής δίκη, από την οποία εξαρτάται μια άλλη αξίωση, δεδομένης της δυνατότητας υιοθέτησης και έκφρασης διαφορετικών νομικών απόψεων, κατά την έκδοση δικαστικών αποφάσεων, όχι μόνο δεν είναι απρόβλεπτο γεγονός η δικαίωση του προσφεύγοντος στα Δικαστήρια, αλλά είναι ενδεχόμενη.
Επομένως για την ένδικη αξίωση του ενάγοντος έχει συμπληρωθεί η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία και η αγωγή ασκείται απαραδέκτως. Μ' αυτές τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, που παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 ΚΠολΔ) ορθά αυτή ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 12 του ν.1082/1980 και τις διατάξεις των άρθρων 279 και 255 εδ.
α' του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 2 του ν.3198/1955, γιατί ορθά έκρινε ότι αφενός 1) κατά την λύση της σύμβασης του ενάγοντα την 1/11/2007 η ένδικη αξίωσή του ήταν στο σύνολο της απαιτητή, υπολογιζόμενη με βάση του μισθό του Υποδιευθυντή, αφού είχαν συντελεστεί όλα τα δικαιοπαραγωγικά γεγονότα που προβλέπουν οι εφαρμοζόμενες διατάξεις, έτσι μπορούσε από τότε να ζητήσει την αποζημίωση απολύσεως του με βάση τις σχετικές αποδοχές του Υποδιευθυντή, παρήλθε δε από τότε, ως την άσκηση της ένδικης αγωγής, στις 31-12-2012, χρόνος μεγαλύτερος του εξαμήνου απορριπτομένου ως αβασίμου του πρώτου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αφετέρου 2) ότι δεν συνέτρεξαν όλως εξαιρετικές περιστάσεις, οι οποίες κατά βάση αφορούν την παρεμπόδιση της δικαστικής επιδίωξης της αξίωσης του ενάγοντα περί συμπλήρωσης της αποζημιώσεως απολύσεώς του, και δη για έκτακτους και σοβαρούς λόγους.
Ούτε συνιστά τέτοιους λόγους η αναμονή έκδοσης τελεσίδικης δικαστικής απόφασης που ν' αναγνωρίζει το δικαίωμα του ενάγοντα, εν προκειμένω στον βαθμό του Υποδιευθυντή καθώς και το ύψος των αποδοχών του με βάση τον βαθμό αυτό αφού αυτή (τελεσίδικη απόφαση) δεν συνιστά απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, που στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν θα μπορούσε ν' αποτραπεί ακόμη και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης.
Άλλωστε αυτός δεν εμποδιζόταν, σύμφωνα με όσα αναλύθηκαν ανωτέρω, να ζητήσει τις ένδικες διαφορές κατά τον χρόνο λύσης της σύμβασής του, χωρίς ν' αναμένει την έκδοση της σχετικής τελεσίδικης απόφασης ακόμη μπορούσε να σωρεύσει την αξίωση αποζημίωσης απόλυσης με βάση τις αποδοχές του άνω βαθμού (Υποδιευθυντή) με την αγωγή του γι' αναγνώριση του δικαιώματος στην προαγωγή του βαθμού αυτού και καταβολής των μισθολογικών εξ αυτού του λόγου διαφορών ή τέλος ν' ασκήσει διαδοχικά, πάντως εντός του εξαμήνου της αποσβεστικής προθεσμίας την ως άνω αγωγή αποζημιώσεως.
Τούτο δε γιατί το σχετικό του δικαίωμα είχε γεννηθεί όπως αναλύθηκε ανωτέρω κατά τον χρόνο λύσης της σύμβασης εργασίας του και όχι μετά την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης που αναγνώρισε το δικαίωμά του για την λήψη των αποδοχών του ανώτερου βαθμού, αφού μεταξύ των δύο αγωγών δεν υπάρχει ταυτότητα αντικειμένου, ώστε να υπάρχει μεταξύ τους εκκρεμοδικία (η πρώτη αγωγή αναφέρεται στο δικαίωμα προαγωγής και η δεύτερη στο δικαίωμα αποζημίωσης απόλυσης), μη συντρέχοντος έτσι λόγου αναστολής της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας που άρχισε εν προκειμένω την 1-11-2007 και έληξε 2-5-2008, όπως ορθά δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε τέλος συνιστά τέτοιο λόγο για τους ίδιους ως άνω λόγους η άσκηση αναίρεσης, εκ μέρους της εδώ αναιρεσίβλητης, κατά της 842/2012 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Επομένως απορριπτέοι ως αβάσιμοι είναι ο πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αντίστοιχα. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη της αντένστασής του από το άρθρο 255 εδ. β' του ΑΚ που πρόβαλε με την προσθήκη-αντίκρουση των πρωτοδίκων προτάσεών του και επανέφερε με την έφεσή του, για το λόγο ότι δολίως απετράπη από την αναιρεσίβλητη ν' ασκήσει εμπρόθεσμα την ένδικη αξίωσή του, ευρισκόμενοι μεταξύ τους σε διαπραγματεύσεις για την λήψη της αποζημίωσης απόλυσης από 1-5-2012 έως 20-11-2012 που παραιτήθηκε αυτή από το δικόγραφο αναίρεσής της κατά της 843/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Για να ιδρυθεί όμως ο άνω λόγος αναίρεσης θα πρέπει τα "πράγματα" να προτάθηκαν παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, καθόσον το δικαστήριο δεν επιτρέπεται να λάβει υπόψη ισχυρισμούς απαράδεκτους ή βραδέως υποβληθέντες ήτοι με την προσθήκη επί των προτάσεων μετά τη συζήτηση (Ολ.
ΑΠ 2/01, ΑΠ 2062/2007). Στην εργατική δε διαδικασία, όπου η κατάθεση των προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς τους, ήτοι ενστάσεις, αντενστάσεις, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί, αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά εμπεριέχονται στις κατατεθειμένες προτάσεις (Ολ.
ΑΠ 2/2005), η δε σημείωση της προφορικής πρότασης του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει από το περί προτάσεων και δηλώσεων τμήμα αυτών και δεν είναι επιτρεπτή η έμμεση συναγωγή τους (ΑΠ 192/2008). Ο προβαλλόμενος από το άρθρο 255 εδ. β' ΑΚ ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί αναστολής της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 του ν.3198/1955, συνιστά αντένσταση στην ένσταση αποσβέσεως του δικαιώματος αποζημίωσης απολύσεως του αναιρεσείοντα λόγω παρόδου εξαμήνου από την λύση της σύμβασης εργασίας του, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.
Στην προκειμένη όμως περίπτωση ο ενάγων ήδη αναιρεσείων πρότεινε για πρώτη φορά την αντένσταση αναστολής της παραγραφής του άρθρου 255 εδ. β' ΑΚ με την από 13-11-2015 προσθήκη - αντίκρουση του των πρωτοδίκων προτάσεών του χωρίς να γίνεται σχετική αναφορά στην αγωγή ή στις κύριες προτάσεις του των άνω λόγων αναστολής, ούτε έγινε σχετική αναφορά της, που να περιέχεται στα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου για το παραδεκτό της προβολής της, παρά μόνο γίνεται αναφορά του άρθρου 273 ΚΠολΔ.
Επομένως αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, το οποίο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δεν ιδρύεται έτσι ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που είναι έτσι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα έξοδα της δίκης στον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-3-2019 με αριθμ. καταθ. 257/2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 946/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες, τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ