Legislator Case Law & Legislation
29/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against insurance liability judgment, remanding damages calculation for further trial.

Case Number 29/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appellant's request to appeal the First Instance Court's decision on insurance liability damages. The appellant argued the awarded sum was disproportionate, while the insurer contested the validity of the claim. The Court found the appeal admissible regarding lost profits and additional compensation but rejected the proportionality argument, ordering the case remanded for further examination of these specific damages.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553, 556, 558, 564, 566, 577, 580, 5846 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may admit an appeal against a final judgment if the lower court failed to examine specific claims or if the appeal raises new grounds, remanding the case for further trial on the contested portion.

Keywords

AI generated
appeal admissibility insurance liability damages calculation lost profits proportionality principle remand for trial legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 566, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 931 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 29 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 29/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ν. Κ. του Σ., κατοίκου ... Αχαΐας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τρίγκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η κλήση: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλκυόνη Πολυκράτη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 23-9-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2011 αγωγή των Σ. Κ. και Ε. συζ. Σ. Κ., ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα του ανηλίκου (τότε) τέκνου τους Ν. Κ. - ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3001/2012, 1588/2013 μη οριστικές και 3845/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1968/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-06-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 01-06-2019 κλήση του αναιρεσείοντος νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη από 13-06-2018 (αρ. κατ.5846/506/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 1968/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο καθώς και από την σύμβαση ασφάλισης του και η οποία έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του Δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης.

Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθ. 8 ή αναλόγως 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 192/2016).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το Δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το Δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το Δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 480/2010).

Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρ. 216 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 192/2016).

Στοιχεία του ορισμένου της αγωγής από αδικοπραξία είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς (πράξης ή παράλειψης), οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του ζημιώσαντος (ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων κατ' άρθρο 922 του ΑΚ), η πρόκληση ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (σε περίπτωση θανάτου) και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης που προκλήθηκαν (ΑΠ 683/2013).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) ή το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 § 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, συνισταμένου σε απώλεια εσόδων λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, εξ αιτίας αδικοπραξίας αρκεί να αναφέρονται στο δικόγραφο της όσον αφορά την ζημιά το είδος της επιχείρησης που ασκούσε ο ενάγων, οι περιστάσεις υπό τις οποίες ασκείται αυτή και τα εισοδήματα, τα οποία με πιθανότητα κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε από αυτή την δραστηριότητά του στο μέλλον, αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός (Ολομ.

ΑΠ 22/1995, ΑΠ 496/2016).

Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ «η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπ' όψη κατά την επιδίκαση της αποζημιώσεως, αν επιδρά στον μέλλον του». Η εν λόγω διάταξη προβλέπει επιδίκαση από το Δικαστήριο στον παθόντα χρηματικής παροχής λόγω αναπηρίας ή παραμορφώσεως, η οποία δεν αποτελεί κατά κυριολεξία αποζημίωση, εφόσον η τελευταία συνδέεται εννοιολογικώς με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως προ του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης, η οποία θα υπήρχε χωρίς αυτό.

Προέχον και κρίσιμο εν προκειμένω είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου ως αυτοτελούς εννόμου αγαθού, το οποίο απολαύει και συνταγματικής προστασίας κατά τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 3 και 6 του Συντάγματος όχι μόνο στις σχέσεις μεταξύ πολιτών και κράτους, αλλά και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις, χωρίς όμως η προστασία αυτή να συνδέεται αναγκαίως με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Δηλαδή κατά την ορθότερη ευρεία ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ,είναι δυνατή η επιδίκαση στον παθόντα ενός ευλόγου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία, άλλωστε δεν δύναται να αποδειχθεί. Το ποσόν του επιδικαζόμενου κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ ευλόγου χρηματικού ποσού, εξευρίσκεται κατ' αρχήν βάσει του είδους και των συνεπειών της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, αλλά και της ηλικίας του παθόντος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ για το ορισμένο του αγωγικού αιτήματος περί της επιδικάσεως της ιδιαιτέρας αποζημιώσεως του άρθρου 931 ΑΚ, πρέπει να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία συγκροτούν τις έννοιες της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, αλλά και τα προσδιοριστικά της αποζημιώσεως αυτής στοιχεία, τα οποία ανάγονται στις ιδιαίτερες ικανότητες, την ηλικία, τις συνθήκες ζωής κ.λ.π.

του παθόντος και διακρίνουν την εν λόγω αξίωση από εκείνες των άρθρων 929 και 932 ΑΚ (ΑΠ 158/2016 - ΑΠ 361/2016 - ΑΠ 150/2014, 478/2014 - ΑΠ 331/2014 - ΑΠ 72/2012 - ΑΠ 1051/2011 - ΑΠ 408/2011).

Είναι πρόδηλο ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ αξίωση είναι διάφορος : α) της κατά τη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ αξιώσεως για διαφυγόντα εισοδήματα, η οποία κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αξιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, είναι δε αυτονόητο ότι όλες οι προαναφερόμενες αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς είτε μεμονωμένως, καθόσον πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση εκάστης εξ' αυτών δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μίας των λοιπών.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης όπως αυτός εκτιμάται ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια αρθρ. 559 αρ. 14 διότι παρά τον νόμο απέρριψε ως απαράδεκτες λόγω αοριστίας τις στην κρινόμενη αγωγή σωρευόμενες αξιώσεις του τόσο περί αποζημίωσης λόγω διαφυγόντων κερδών όσο και περί αποζημίωσης κατά το αρθρ. 931 ΑΚ που πηγάζουν από την σε βάρος του και στην αγωγή αναφερομένη αδικοπραξία, επειδή αντιφάσκουν μεταξύ τους. Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 1968/2016 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (άρθρ. 666, 667, 670 έως 676 και 681Α ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε), δέχθηκε, τα ακόλουθα σε σχέση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και ειδικότερα αναφορικά με το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής ως προς τις ως άνω αγωγικές αξιώσεις από τις διατάξεις του άρθρου 931 ΑΚ, καθόσον αφορά στην πρόσθετη παροχή από την εν λόγω διάταξη και του άρθρου 929 ΑΚ καθόσον αφορά στην αγωγική αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα:

«Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων, ζήτησε μεταξύ των άλλων, να του επιδικασθεί: 1) το ποσό των 150.000 € για αποζημίωση του κατ' άρθρο 931 ΑΚ ισχυριζόμενος ότι εξαιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, προξενήθηκε σ' αυτόν αναπηρία που επιδρά στο μέλλον του, καθ' όσον εξαιτίας της αναπηρίας του αυτής θα επηρεασθεί δυσμενώς μεταξύ άλλων και η επαγγελματική του σταδιοδρομία, αφού αυτός προετίθετο να εισαχθεί στην ΕΛ.ΑΣ συμμετέχοντας στις εισαγωγικές εξετάσεις Αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ.

και μετ' απολύτου βεβαιότητος θα πετύχαινε σ' αυτές πλην όμως εξαιτίας της προκληθείσης σ' αυτόν ως άνω αναπηρίας του τυγχάνει πλέον ανίκανος να περάσει επιτυχώς τα αθλητικά τεστ που απαιτούνται για την εισαγωγή του στην ανωτέρω σχολή και έτσι καθίσταται ανεκπλήρωτη η επαγγελματική του φιλοδοξία και εξέλιξη, 2) το ποσό των 202.500 € για απώλεια εισοδημάτων του για μία εικοσαετία μετά τον τραυματισμό του, καθ' όσον ως ισχυρίζεται, δύο ημέρες προ του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, ήτοι την 11-01-2011, καίτοι ανήλικος και συγκεκριμένα ηλικίας σχεδόν 17 ετών, είχε συνάψει σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου (με την έγκριση και συναίνεση των γονιών του) με τον μηχανικό - έμπορο ελαστικών και λιπαντικών ειδών μοτ/των Ν.

Α., δυνάμει της οποίας συμφώνησαν να του παρέχει την εργασία του από την 17-01-2011 ως βοηθός τεχνίτης μηχανολόγος - μηχανικός, καθ' όσον είχε ειδικές γνώσεις μηχανολογίας ως απόφοιτος της ... Σχολής Πατρών που ήταν και δη να εργάζεται στην επιχείρηση αυτού από Δευτέρα έως και Σάββατο με ωράριο 09:00 - 17:00 και μηνιαίες καθαρές αποδοχές 750 € και ότι την ανωτέρω συμφωνία τους αποτύπωσαν στο από 11-01-2011 ιδιωτικό έγγραφο συμφωνητικό το οποίο υπέγραψαν αυθημερόν ενώπιον του Αξιωματικού Υπηρεσίας του Β' Αστυνομικού Τμήματος Πατρών, ο οποίος θεώρησε το γνήσιο των υπογραφών του και ότι εξαιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα και συνεπεία αυτού προκληθεισών σ' αυτόν αναπηριών δεν ηδυνήθη να εργασθεί, ούτε θα δυνηθεί να εργασθεί και στο μέλλον με αποτέλεσμα να απολέσει για μια 20ετία, το ποσό των 202.500 €, ήτοι μισθούς 750 € μηνιαίως Χ 12 μήνες Χ 20 έτη πλέον δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα.

Τα ανωτέρω αιτούμενα από τον ενάγοντα αγωγικά κονδύλια είναι αόριστα και ως εκ τούτου ανεπίδεκτα δικαστικής εκτιμήσεως, διότι ο ενάγων στηρίζει αυτά σε αντιφατικούς μεταξύ τους ισχυρισμούς, αφού αφ' ενός μεν ισχυρίζεται ότι αυτός (ηλικίας σχεδόν 17 ετών όταν επισυνέβη το ένδικο ατύχημα) είχε ήδη συνάψει ως απόφοιτος της ...

Σχολής Πατρών, σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με συμφωνημένο μισθό 750 € (καθαρές αποδοχές) και επρόκειτο να εργασθεί ως βοηθός τεχνίτης μηχανολόγος - μηχανικός και ζητεί απώλεια εισοδημάτων του απ' αυτήν την εργασία του για μια 20ετία, αφ' ετέρου δε, ισχυρίζεται ότι επρόκειτο να συμμετάσχει στις εισαγωγικές εξετάσεις Αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ. (χωρίς να αναφέρει εάν είχε αποφοιτήσει ή επρόκειτο να αποφοιτήσει από το Λύκειο) και ότι εξαιτίας της συνεπεία του τραυματισμού του, αναπηρίας του, είναι πλέον ανίκανος να περάσει επιτυχώς τα αθλητικά τεστ που απαιτούνται για την εισαγωγή του στην Σχολή Αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ., με αποτέλεσμα να επηρεαστεί εξ αυτού του λόγου δυσμενώς η επαγγελματική του πορεία και ζητεί, για το λόγο αυτό αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ.

Όμως ο ενάγων ή θα εργαζόταν ως βοηθός τεχνίτης μηχανολόγος - μηχανικός για τα επόμενα 20 έτη μετά τον τραυματισμό του ή θα συμμετείχε στις εισαγωγικές εξετάσεις της ΕΛ.ΑΣ. και θα ακολουθούσε αυτή την επαγγελματική πορεία. Ασφαλώς και δεν ηδύνατο να ακολουθήσει δυο επαγγελματικές πορείες, ασυμβίβαστες μεταξύ τους λόγω της φύσεως αυτών αλλά και των ωραρίων απασχόλησής του που θα απαιτούνταν σε κάθε μια απ' αυτές.

Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του δεν είναι σαφείς αλλά είναι αντιφατικοί και αλληλοαναιρούνται, με αποτέλεσμα τα ως άνω ερειδόμενα στους ισχυρισμούς αυτούς αγωγικά κονδύλια να είναι αόριστα και ανεπίδεκτα δικαστικής εκτιμήσεως και πρέπει κατόπιν αυτεπάγγελτης έρευνας του ορισμένου αυτών, να απορριφθούν ως απαράδεκτα εξαιτίας της αοριστίας τους κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ.

Συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε τα ως άνω αγωγικά κονδύλια ως πρόωρα ασκηθέντα, έσφαλε ως προς την αιτιολογία απόρριψής τους, καθ' όσον εσφαλμένως ερμήνευσε το νόμο, πλην όμως επειδή το διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης ως προς τα κονδύλια αυτά, είναι ορθό (παρά την εσφαλμένη αιτιολογία απόρριψής τους) πρέπει να αντικατασταθούν κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ οι αιτιολογίες ως προς την απόρριψη των ανωτέρω αγωγικών κονδυλίων και να απορριφθούν οι σχετικοί προς τούτο λόγοι (υπο στοιχ. Ζ’, Η’) της κρινόμενης έφεσης ως αβάσιμοι».

Σύμφωνα με τα παραπάνω το Εφετείο απέρριψε τις αιτούμενες από τον αναιρεσείοντα και σωρευόμενες στο ίδιο δικόγραφο παραπάνω αξιώσεις από το ένδικο ατύχημα και συγκεκριμένα αφενός την αξίωση αποζημίωσης λόγω απώλειας διαφυγόντων κερδών και αφετέρου την αξίωση πρόσθετης παροχής κατά το αρθρ. 931 ΑΚ ως απαράδεκτες λόγω αοριστίας επειδή κατά τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενο απόφαση αντιφάσκουν και αλληλοαναιρούνται ως προς την επικαλούμενη σ'αυτό μελλοντική επαγγελματική δραστηριότητα.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στο πόρισμα του περί αοριστίας των ως άνω αγωγικών κονδυλίων χωρίς να διαπιστώνει αοριστία με την έννοια που αναφέρθηκε στην μείζονα σκέψη της παρούσας σε κάθε μία από τις σωρευόμενες πιο πάνω αυτοτελείς αξιώσεις αλλά εκτιμώντας ότι αντιφάσκουν μεταξύ τους με συνέπεια την αοριστία αυτών, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω ούτε άλλωστε οδηγεί σε αοριστία των δύο διαφορετικών αγωγικών αξιώσεων επιφέροντας ως κύρωση το απαράδεκτο αυτών.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, κήρυξε απαράδεκτο παρά τον vόμο αφού δεν υφίσταται η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα αντίφαση μεταξύ των ως άνω αγωγικών αξιώσεων, δεδομένου ότι αυτές είναι αυτοτελείς, και στηρίζονται σε διαφορετικές προϋποθέσεις, και ειδικότερα για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ προέχει και είναι κρίσιμο το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, με την έννοια της βλάβης του σώματος και της υγείας του προσώπου ως αυτοτελούς εννόμου αγαθού που χρήζει προστασίας, χωρίς η προστασία αυτή να συνδέεται αναγκαίως με την πρόκληση συγκεκριμένης μελλοντικής περιουσιακής ζημίας, καθώς κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η δυσμενής επίδρασή τους στο οικονομικό, επαγγελματικό και κοινωνικό μέλλον του παθόντος είναι δεδομένη, σε αντίθεση των όσων ισχύουν για την αξίωση διαφυγόντων κερδών του άρθρου 929 ΑΚ, η οποία αφορά στον καθορισμό και μόνο αποζημίωσης για συγκεκριμένη, προσδιορισμένη ως προς το ύψος της, μελλοντική περιουσιακή ζημία αυτού που υπέστη βλάβη του σώματος ή της υγείας του.

Επομένως η παραπάνω απόφαση κατά το μέρος της που έκρινε απορριπτέες τις σωρευόμενες στο στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής αξιώσεις αποζημίωσης λόγω απώλειας διαφυγόντων κερδών και επιδίκασης πρόσθετης χρηματικής παροχής κατά το άρθρο 931 ΑΚ πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών [...]». Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, 28/1998, 32/1996, καθώς και ΑΠ Ολομ.

Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ). Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν «πράγματα» και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009).

Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 343/2017), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 845/2018).

Ο από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα απ' όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Η διάταξη αυτή, αποτελεί έκφραση της αρχής της διαθέσεως. Ως αίτηση νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης δηλαδή το αίτημα ή η βάση της αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης, ανακοπής ή τριατανακοπής. Την παράβαση προτείνει αυτός που υπέβαλε την αίτηση και όχι ο αντίδικος του. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος αν δεν καθορίζεται ποια αίτηση έμεινε αδίκαστη καθώς και ότι αυτή υποβλήθηκε παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας. Ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος αν από την απόφαση προκύπτει ότι η αίτηση εξετάσθηκε και απορρίφθηκε.

Κατά την διάταξη αρθρ. 559 αρ.10 αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ης δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ασκών ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικός ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν διέταξε απόδειξη.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 και 929 εδάφ. α' ΑΚ προκύπτει ότι επί αδικοπραξίας, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του, δηλαδή η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος.

Τα νοσήλια έχουν ευρύ περιεχόμενο. Αυτά περιλαμβάνουν κάθε δαπάνη που έγινε ή κρίθηκε αναγκαία να γίνει για την αποκατάσταση της υγείας του θύματος. Η εξειδίκευση στην συγκεκριμένη περίπτωση των νοσηλίων θα πρέπει να γίνεται με αφετηρία τον παραπάνω βασικό πυρήνα τους .Εν όψει δε της σημασίας που έχει ή υγεία για τον άνθρωπο δεν μπορεί να λειτουργήσει το βάρος που έχει ο παθών για περιορισμό της ζημιάς του.

Αυτός δεν είναι υποχρεωμένος για να μην επιβαρύνει τον υπόχρεο να αρκεστεί να δεχθεί τις υπηρεσίες τις οποίες του προσφέρει το ασφαλιστικό του ταμείο από πλευράς ιατρών και θεραπευτικών κλινών. Σε δύσκολες και λεπτές περιπτώσεις σωματικών κακώσεων ή παθήσεων που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν στην Ελλάδα, αλλά η μετάβαση στο εξωτερικό υπόσχεται, βάσιμα καλύτερα αποτελέσματα το θύμα της αδικοπραξίας μπορεί να απαιτήσει και τις δαπάνες μετάβασης στο εξωτερικό έστω και αν αυτές είναι υψηλές.

Η δαπάνη δεν πρέπει να οφείλεται σε υπερβάλλουσα πρόνοια του θύματος.

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού και τους συναφείς τέταρτο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του και πέμπτο λόγο κατά τα δεύτερο σκέλος του ο αναιρεσείων προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο χωρίς αιτιολογίες, άλλως διαλαμβάνοντας στην απόφαση του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 929 εδάφ.

α' και 298 ΑΚ και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της ζημιάς του και συγκεκριμένα τις δαπάνες αποκατάστασης της υγείας του. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων αναφερόμενος σε ελλιπείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό ελεγχο με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατα το πρώτο σκέλος του, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δέχτηκε, ότι οι απαιτούμενες ιατρικές χειρουργικές επεμβάσεις για την αποθεραπεία του μπορούν να διενεργηθούν σε ελληνικό νοσοκομείο, όπου είναι δυνατή η αντιμετώπιση της κατάστασης της υγείας του, αν και δεν παραθέτει πραγματικά περιστατικά σχετικά με εξειδικευμένο προσωπικό, τα μηχανήματα και την τεχνογνωσία που διαθέτουν τα ελληνικά νοσοκομεία σε σύγκριση με τα νοσηλευτικά ιδρύματα της αλλοδαπής, ώστε να μπορεί να κριθεί αν η επέμβαση μπορεί να επιχειρηθεί επιτυχώς σε ελληνικό νοσοκομείο.

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του ο αναιρεσείων αποδίδει τις πλημμέλειες, ότι το Εφετείο καίτοι δέχτηκε ότι αυτός συνεπεία του ατυχήματος ήδη φέρει εγχειρητική ουλή μήκους 20 εκ και πλάτους ενός εκ. στην συνέχεια δέχτηκε (α) ότι στο μέλλον αυτός θα υποβληθεί σε νέα ορθοπεδική χειρουργική επέμβαση και οι ουλές που θα προκληθούν από αυτή την μελλοντική επέμβαση θα αντιμετωπιστούν με πλαστική χειρουργική επέμβαση απορρίπτοντας το κονδύλιο της αγωγής που αφορά έξοδα διενέργειας πλαστικής επέμβασης για την ήδη υπάρχουσα ουλή• (β) ότι θα υποβληθεί σε πρώτη απαραίτητη χειρουργική θεραπεία χωρίς να αναφέρει ποια είναι η δεύτερη, ενώ στην συνέχεια δέχεται αντιφατικά, ότι πρέπει να υποβληθεί σε ορθοπεδική και πλαστική χειρουργική επέμβαση δηλαδή σε μία χειρουργική θεραπεία• (γ) ενώ δέχεται ότι πρέπει να υποβληθεί ταυτόχρονα σε ορθοπεδική και χειρουργική επέμβαση στην συνέχεια δέχεται αντιφατικά ότι πρέπει να υποβληθεί σε δύο χειρουργικές επεμβάσεις• (δ) δεν διευκρινίζει την ειδικότητα του ιατρού (ορθοπεδικός ή πλαστικός), ο οποίος θα διενεργήσει την πλαστική επέμβαση• (ε) η κρίση της προσβαλλομένης περί διενέργειας της πλαστικής επέμβασης ταυτόχρονα με την ορθοπεδική παραβιάζει τα ιατρικά πρωτόκολλα και τα διδάγματα της κοινής πείρας και (στ) δέχτηκε ότι το κόστος της ορθοπεδικής και πλαστικής επέμβασης ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 9.000 ευρώ χωρίς να διευκρινίζει ποιο το κόστος για την κάθε επέμβαση.

Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος του ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο διότι χωρίς αιτιολογία απέρριψε το αιτούμενο κονδύλιο των 68.000 ευρώ για δαπάνες διενέργειας δεύτερης ορθοπεδικής επέμβασης.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 1968/2016 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τον δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο λόγο της αναίρεσης κατά τα παραπάνω σκέλη αυτών:

«Περαιτέρω, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι συνεπεία της ένδικης σύγκρουσης και της πτώσης του ενάγοντος στο οδόστρωμα, τραυματίσθηκε αυτός ο οποίος διεκομίσθη στο Νοσοκομείο Πάτρας (Ρίο Πατρών) όπου διεπιστώθη ότι είχε υποστεί κάταγμα κνημιαίου κονδύλου, κλειστού τύπου Schatrker 4 (ΔΕ) και υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση με εσωτερική οστεοσύνθεση κνημιαίου κονδύλου με πλάκα Τ και ρωγμώδες κάταγμα δεξιάς κνήμης το οποίο αντιμετωπίσθηκε συντηρητικά εξήλθε δε του νοσοκομείου μετά από έξι (6) ημέρες, ήτοι στις 19-01-2011 με οδηγίες για λήψη φαρμακευτικής αγωγής, αλλαγή τραύματος αφαίρεση ραμμάτων σε 15 ημέρες από την επέμβαση, βάδιση χωρίς φόρτιση υποβολή σε γενική αίματος σε 10 ημέρες και επίσης συνεστήθη σ' αυτόν να περιορίσει την παρατεταμένη ορθοστασία, την πλήρη φόρτιση και τις σκάλες και να επανεξετασθεί στις 24-01-2011 στα εξωτερικά ιατρεία της Ορθοπεδικής κλινικής του άνω Νοσοκομείου, ο δε πιθανός χρόνος αποκατάστασης, υπελογίσθη στις 12 εβδομάδες.

Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα απεδείχθη ότι ο ενάγων μετά τον ανωτέρω τραυματισμό του έφερε εγχειρητική ουλή επιμήκη έξω παρεπιγονατιδική μήκους 20 εκατοστών και πλάτους ενός εκατοστού, εμφάνιζε σοβαρή μετατραυματική δυσκαμψία γόνατος, υπολειπόμενη του φυσιολογικού κατά 80 μοίρες και του λειτουργικού κατά 45 μοίρες, το δε πρόβλημα αυτό επιδέχεται χειρουργικής θεραπείας με πρώτη απαραίτητη χειρουργική θεραπεία την αφαίρεση του υλικού και κινητοποίηση του γόνατος, με προσδοκώμενο όφελος την βελτίωση της κινητικότητας του γόνατος ενώ παράλληλα θα γίνει έλεγχος της αρθρώσεως του γόνατος και πλαστική της υπάρχουσας μετεγχειρητικής ουλής.

Οι επεμβάσεις αυτές δύνανται να εκτελεσθούν σε δημόσιο ή ιδιωτικό Νοσοκομείο της Ελλάδος, η δε πλαστική χειρουργική επέμβαση γίνεται ταυτόχρονα με την αφαίρεση υλικού από τον χειρουργό των άκρων (Ορθοπεδικό) ή και με την συνδρομή Πλαστικού Χειρουργού, στον ίδιο χρόνο της χειρουργικής επεμβάσεως αφαίρεσης του υλικού.

Το κόστος αφαίρεσης υλικού - πλαστικής επέμβασης ανέρχεται σε 9.000 € σε ιδιωτικό Νοσοκομείο και το κόστος της μετεγχειρητικής φυσικοθεραπείας αποκατάστασης ανέρχεται σε 500 €, ήτοι σύνολο 9.500 €.

Ο ενάγων συνεπώς για την ως άνω διορθωτική ορθοπεδική χειρουργική επέμβαση που απαιτείται για την αποκατάσταση της μετατραυματικής δυσκαμψίας γόνατος που εμφανίζει καθώς και για την πλαστική χειρουργική επέμβαση για την αποκατάσταση της ουλής (η οποία πλαστική επέμβαση θα γίνει ταυτόχρονα με την ορθοπεδική χειρουργική επέμβαση), θα δαπανήσει το συνολικό ποσό των 9.500 €, το οποίο πρέπει να του επιδικασθεί, γενομένων εν μέρει δεκτών των αιτουμένων σχετικών προς τούτο αγωγικών κονδυλίων ως και κατ' ουσίαν βασίμων και απορριπτομένων των επιπλέον ποσών που αυτός αιτείται ως κατ' ουσίαν αβασίμων. Κατά συνέπεια το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του και με τις σκέψεις που περιέχονται σ' αυτήν, δέχθηκε τα ίδια ως προς τα ανωτέρω αγωγικά κονδύλια, σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και οι περί του αντιθέτου λόγοι (υπό στοιχ. Γ’, Δ’, Ε’) της κρινόμενης έφεσης του εκκαλούντος - ενάγοντος, πρέπει να απορριφθούν ως κατ'ουσίαν αβάσιμοι».

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε, ως αβάσιμο, τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της από 16-01-2015 έφεσης του αναιρεσείοντος, με τους οποίος αυτός (αναιρεσείων) παραπονείτο ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση δέχτηκε ότι η διενέργεια των χειρουργικών επεμβάσεων στις οποίες επιβάλλεται να υποβληθεί (ορθοπεδικής και πλαστικής) μπορούν να λάβουν χώρα επιτυχώς στην Ελλαδα (τρίτος λόγος έφεσης) ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε σιγή το κονδύλιο των 68.000 ευρώ που αιτείτο για δεύτερη ορθοπεδική επέμβαση (ολική αρθροπλαστική επέμβαση γόνατος) (τέταρτος λόγος έφεσης) και ότι εσφαλμένα απέρριψε την δαπάνη κόστους αυτοτελούς πλαστικής επέμβασης (πέμπτος λόγος έφεσης) επικυρώνοντας, κατά τούτο, την πρωτόδικη 3204/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε δεχθεί μερικά ως βάσιμο στην ουσία του το σχετικό κονδύλιο διενέργειας ταυτόχρονα ορθοπεδικής και πλαστικής επέμβασης επιδικάζοντας στον αναιρεσείοντα για την αιτία αυτή το ποσό των 9.500 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα. Ειδικότερα δέχτηκε, ότι ο ενάγων εξ αιτίας του ένδικου τροχαίου ατυχήματος τραυματίστηκε υποστάς ρωγμώδες κάταγμα δεξιάς κνήμης, το οποίο αντιμετωπίστηκε συντηρητικά και κάταγμα κνημιαίου κονδύλου κλειστού τύπου Schatrker 4 (ΔΕ) για την αποκατάσταση του οποίου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση με εσωτερική οστεοσύνθεση κνημιαίου κονδύλου με πλάκα Τ στο γόνατο του, φέρει εγχειρητική ουλή επιμήκη έξω παρεπιγονατιδική μήκους 20 εκ και πλάτους ενός εκ.

και ότι εμφανίζει σοβαρή μετατραυματική δυσκαμψία γόνατος υπολειπομένη του φυσιολογικού κατά 80 μοίρες και του λειτουργικού κατά 45 μοίρες. Ότι το πιο πάνω πρόβλημα της υγείας του επιδέχεται χειρουργικής θεραπείας ως ακολούθως πρώτα θα διενεργηθεί ορθοπεδική χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση του υλικού και αμέσως μετά η πλαστική χειρουργική επέμβαση της υπάρχουσας μετεγχειρητικής ουλής,η οποία είναι δυνατόν να λάβει χώρα αποτελεσματικά στον ίδιο χρόνο.

Είναι δε εφικτό να διενεργηθεί είτε από τον ορθοπεδικό ιατρό είτε και με την συνδρομή πλαστικού χειρουργού, το δε κόστος ορίστηκε στο ποσό των 9.500 ευρώ αφού υπολογίστηκε η όλη διαδικασία και η οποία, διαδικασία αποκατάστασης της υγείας του αναιρεσείοντος, είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί στα ελληνικά νοσοκομεία.

Επομένως ο δεύτερος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του, ο τέταρτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του και πέμπτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ανεξαρτήτως του ότι απαραδέκτως προβάλλονται, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε διότι, με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν, προβάλλονται αιτιάσεις για την κατ' άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες ο αναιρεσείων έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς τα παραπάνω ζητήματα.

Περαιτέρω ορθά υπήχθησαν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά στους προαναφερθέντες κανόνες δικαίου και επομένως οι ίδιοι πιο πάνω λόγοι και μάλιστα ο δεύτερος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του και ο τέταρτος και πέμπτος λόγος κατά το τρίτο σκέλος τους με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η πλημμέλεια από τον αρ.1 αρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 11γ’ του αρθρ. 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός προβάλλεται αορίστως και πρέπει να απορριφθεί διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει όσον αφορά στην ως άνω πλημμέλεια από τον αρ. 11γ’ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ποιές συγκεκριμένα είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, ούτε ποιός ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις ούτε την επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Με τους συναφείς τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του και πέμπτο λόγο κατά το πρώτο σκέλος του με τη επίκληση της διάταξης 11 γ’ αρθρ. 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι, με την πληττόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω έγγραφα τα οποία νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε και ειδικότερα την με αρ.

πρωτ..../2015 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Π. Π. (την από 14-10-2015 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Δ. Μ. από τις οποίες προέκυπταν οι ισχυρισμοί του περί ανάγκης διενέργειας δυο διαφορετικών και σε διαφορετικούς χρόνους χειρουργικών επεμβάσεων, (τέταρτος λόγος) ενώ με τον πέμπτο λόγο μέμφεται τα Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη την από 19-11-2015 ιατρική γνωμάτευση του χειρουργού - ορθοπεδικού Γ.

Β. και το με αρ..../2015 ιατρικό πιστοποιητικό νοσοκομείου Ρίου Πατρών από το οποίο προέκυπτε η ανάγκη διενέργειας και δεύτερης ορθοπεδικής χειρουργικής επέμβασης. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν διότι οπό τη διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα κατ' είδος προσδιοριζόμενα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και η κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα, τα έγγραφα, η ένορκη βεβαίωση και η με αρ. 215/2013 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης που διατάχτηκε με την με αρ. 1588/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλες τις πιο πάνω αποδείξεις μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα που είχαν προσκομίσει οι διάδικοι, και επομένως και τις παραπάνω ιατρικές βεβαιώσεις και τα αντίθετα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τους λόγους αυτούς της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 11γ' του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το τέταρτο σκέλος του ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ.8 αρθρ. 559 ΚΠολΔ και με το πέμπτο σκέλος του την πλημμέλεια του αρ. 10 άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός κατά το τέταρτο σκέλος του προβάλλεται αορίστως και πρέπει να απορριφθεί διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει όσον αφορά την αποδιδόμενη πλημμέλεια του αρ.8 του άρθρ.559 ΚΠολΔ ποιά συγκεκριμένα προταθέντα πράγματα δεν έλαβε υπόψη ή ποια μη προταθέντα πράγματα το δικαστήριο έλαβε υπόψη ενώ καθόσον αφορά στην πλημμέλεια του αρ.10 του άρθρ.559 ΚΠολΔ, πέραν του ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ασκών ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικός ισχυρισμός τον οποίο δέχτηκε ως αληθινό το δικαστήριο χωρίς αποδείξεις, ο λόγος αυτός σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα από τα προσκομισθέντα νομίμως αποδεικτικά μέσα (κατάθεση μάρτυρα, έγγραφα, ιατρική πραγματογνωμοσύνη, ένορκη βεβαίωση μάρτυρα).

Με τους συναφείς τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το τέταρτο σκέλος του και πέμπτο λόγο κατά το τέταρτο σκέλος του με τη επίκληση της διάταξης 8 αρθρ. 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι, με την πληττόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη του τους προταθέντες νομίμως ισχυρισμούς του περί ανάγκης διενέργειας δύο διαφορετικών χειρουργικών επεμβάσεων [ορθοπεδικής και πλαστικής] (τέταρτος λόγος) ως και τους προταθέντες νομίμως ισχυρισμούς του περί ανάγκης διενέργειας και δεύτερης ορθοπεδικής επέμβασης δηλαδή αυτής της ολικής αρθροπλαστικής (πέμπτος λόγος).

Οι λόγοι αυτοί κατά το παραπάνω μέρος τους είναι αβάσιμοι, γιατί το Εφετείο σε κάθε περίπτωση, έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, αφενός περί διαδοχικής διενέργειας των χειρουργικών επεμβάσεων καταλήγοντας σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, απ'αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφετέρου περί ανάγκης διενέργειας δεύτερης ορθοπεδικής χειρουργικής επέμβασης, τον οποίο απέρριψε, απορρίπτοντας και τον σχετικό λόγο έφεσης.

Με τον τέταρτο λόγο κατά το πέμπτο σκέλος του ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αρ. 10 του αρθ.559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός προβάλλεται αορίστως και πρέπει να απορριφθεί διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ασκών ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικός ισχυρισμός τον οποίο δέχτηκε ως αληθινό το δικαστήριο χωρίς απόδειξη.

Με τον πέμπτο λόγο κατά το πέμπτο σκέλος του και αναφορικά με την αξίωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για επιδίκαση δαπανών απαιτούμενης μελλοντικής χειρουργικής ορθοπεδικής επέμβασης σε ιδιωτικό νοσοκομείο στο Λονδίνο, για τη μη επιδίκαση της οποίας από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παραπονήθηκε αυτός με σχετικό λόγο της έφεσής του, πλήν όμως όπως ισχυρίζεται με τον ερευνόμενο λόγο αναίρεσης "το Εφετείο απέρριψε τον ως άνω λόγο έφεσης και την ένδικη δαπάνη ως ουσία αβάσιμη" ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αρ.9 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως του ότι προβάλλεται αορίστως με μόνη την αριθμητική επίκληση της ως άνω διάταξης, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αβάσιμος, εφόσον όπως ο ίδιος ο αναιρεσείων αναφέρει, το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσής του με τον οποίο ο αναιρεσείων επανέφερε το αίτημα του για επιδίκαση του ως άνω κονδυλίου κι έτσι δεν άφησε αδίκαστο το αίτημα αυτό.

Από τις διατάξεις του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο αυτό, δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου εξ αδικοπραξίας, αφού συνεκτιμήσει, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, τα πραγματικά περιστατικά (κριτήρια καθορισμού) που τίθενται υπόψη του, όπως είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, ο βαθμός του πταίσματος του υπόχρεου δράστη, το είδος και οι συνέπειες της προσβολής, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και η περιουσιακή κατάσταση των μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 405/2015, ΑΠ 532/2012), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1361/2013).

Ο προσδιορισμός από το δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, με κρίσιμο χρόνο εκείνον της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (ΚΠολΔ 561 § 1), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, ερειδόμενη επί του άρθρου 25 § 1 (εδάφ. δ') του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, 9/2015, ΑΠ 1864/2017).

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο προέβη στον καθορισμό της οφειλόμενης εκ του άρθρου 932 ΑΚ εύλογης αποζημιώσεως κατά παράβαση της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας που επιβάλλει το άρθρ. 25 § 1 του Συντάγματος, άλλως καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, επιδικάζοντας του αντί του αιτηθέντος, ευτελές ποσό. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, αφού έκρινε ότι το τροχαίο ατύχημα και ο εξ αυτού τραυματισμός του ενάγοντος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγόμενου οδηγού που ήταν ασφαλισμένος στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, ο οποίος οδηγώντας το με αρ.κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, και κινούμενος με αυξημένη ταχύτητα επέπεσε με σφοδρότητα επί της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο παθών, σχετικά με το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης δέχθηκε τα ακόλουθα:

«Περαιτέρω απεδείχθη ότι ο ενάγων, ηλικίας κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος σχεδόν 17 ετών, υπέστη ηθική βλάβη εκ του επελθόντος συνεπεία του ως άνω ατυχήματος τραυματισμού του, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικασθεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση, ανερχόμενη, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, οι οποίες περιγράφονται ανωτέρω, του είδους και της εκτάσεως του τραυματισμού του, του χρόνου που νοσηλεύθηκε, της ταλαιπωρίας στην οποία υπεβλήθη και θα υποβληθεί για την χειρουργική επέμβαση αποκατάστασης της μετατραυματικής δυσκαμψίας δεξιού γόνατος που εμφάνισε και την πλαστική χειρουργική επέμβαση για την αποκατάσταση της εγχειρητικής ουλής στο δεξιό σκέλος του, του γεγονότος ότι και μετά την ορθοπεδική χειρουργική επέμβαση στην οποία θα υποβληθεί, θα υφίσταται η βράχυνση του δεξιού του σκέλους κατά 2 εκατοστά, του γεγονότος ότι το παρόν ποσοστό αναπηρίας του λόγω δυσκαμψίας του γόνατος του (ήτοι πριν υποβληθεί αυτός στην ορθοπεδική επέμβαση αποκατάστασης της μετατραυματικής δυσκαμψίας του γόνατος) ανέρχεται σε 16%, του γεγονότος ότι εμφάνισε σοβαρή μετατραυματική ψυχική διαταραχή εξαιτίας του τραυματισμού του, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος ως και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των φυσικών προσώπων εκ των διαδίκων μερών, στο ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) € γενομένου, ως εκ τούτου, εν μέρει δεκτού ως και κατ' ουσίαν βασίμου του σχετικού προς τούτο αγωγικού κονδυλίου.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του και με τις σκέψεις που περιέχονται σ' αυτήν, δέχθηκε τα ίδια ως προς το ανώτερο αγωγικό κονδύλιο, και επεδίκασε στον ενάγοντα για την αιτία αυτή το ποσό των 40.000 € σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και ο περί του αντιθέτου λόγος (υπό στοιχ. ΣΤ') της κρινόμενης έφεσης του εκκαλούντος - ενάγοντος πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος».

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσείοντος λόγω ηθικής βλάβης, στο πιο πάνω ποσό, ήτοι σε αυτό των 40.000 ευρώ δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υστερεί, και μάλιστα καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης. Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας επιδικάζοντας στον αναιρεσείοντα, αντί του αιτηθέντος, ευτελή ποσά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του πρώτου λόγου της πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που αφορά στα αγωγικά κονδύλια διαφυγόντων κερδών και πρόσθετης χρηματικής παροχής κατά το άρθρο 931 ΑΚ, ακολούθως δε, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιο της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, σε αυτόν (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσειόντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την από 13 Ιουνίου 2018 (με αύξοντα ειδικό αριθμό κατάθεσης 5846/506/22-6-2018) αίτηση για αναίρεση της 1968/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Αναιρεί την 1968/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το ως άνω μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος της που αναιρέθηκε στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ